Supreme Court allows appeal against excessive damages for mental suffering in traffic accident case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a first-instance judgment awarding excessive damages for mental suffering. The appellant argued that the awarded sum violated the principle of proportionality and exceeded judicial discretion limits compared to similar cases. The court agreed, finding the amount disproportionately high and remanding the case for a new trial on this specific issue.
Legislator headnote
AI generatedArticles 25 § 1 (d) of the Constitution and 932 of the Civil Code; The Supreme Court held that a first-instance court violated the principle of proportionality and exceeded the limits of its discretionary power by awarding a sum for mental suffering that is manifestly excessive compared to similar cases.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1594 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Aριθμός 1594/2018
TO ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ TOY ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας, με την επωνυμία "... ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Καραΐσκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Π. - Σ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-6-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, διά της ασκούσας τότε τη γονική της μέριμνα μητέρας της Ο. Σ. και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 702/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6077/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 20-2-2015 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 940/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε ως απαράδεκτη την από 202-2015 αίτηση ως προς την ήδη αναιρεσίβλητη Π. - Σ. Σ., εκπροσωπούμενη από την Ο. Σ., ως ασκούσα τη γονική μέριμνα αυτής, αναίρεσε δε την ως άνω εφετειακή απόφαση ως προς τους λοιπούς εκεί αναιρεσίβλητους και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.
Την αναίρεση της 6077/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ζητεί εκ νέου η αναιρεσείουσα με την από 9-10-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Θεόδωρο Μαντούβαλο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην εξεταζόμενη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. ...-12-2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιά Γ. Κ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη. Κατά συνέπεια, εφόσον αυτή δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση (ΚΠολΔ 242 § 2 και 573 § 1), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ.
Από τις διατάξεις του άρθρου 932 ΑΚ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, στο πλαίσιο της διακριτικής εξουσίας που έχει από το άρθρο αυτό, δύναται να καθορίσει το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης του δικαιούχου εξ αδικοπραξίας, αφού συνεκτιμήσει, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, τα πραγματικά περιστατικά (κριτήρια καθορισμού) που τίθενται υπόψη του, όπως είναι οι συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, ο βαθμός του πταίσματος του υπόχρεου - δράστη, το είδος και οι συνέπειες της προσβολής, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου, η κοινωνική και η περιουσιακή κατάσταση των μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (ΑΠ 405/2015, ΑΠ 532/2012), χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 1361/2013).
Ο προσδιορισμός από το δικαστήριο της ουσίας του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, με κρίσιμο χρόνο εκείνον της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (ΚΠολΔ 561 § 1), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, ερειδόμενη επί του άρθρου 25 § 1 (εδάφ. δ') του Συντάγματος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 10/2017, 9/2015, ΑΠ 1864/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την πληττόμενη απόφασή του, δίκασε κατ' έφεση (2 εφέσεις των εναγομένων) κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού, την από 14-6-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και άλλων εδώ μη διαδίκων (εναγόντων) κατά της αναιρεσείουσας κ.λ.π., περί αποζημιώσεώς τους και χρηματικής τους ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, εξαιτίας του επισυμβάντος στις 5-10-2010 τροχαίου ατυχήματος που είχε ως αποτέλεσμα το θανάσιμο τραυματισμό του συγγενή τους Μ.
Σ., αμφιθαλούς αδελφού της αναιρεσίβλητης, από υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου (εδώ μη διαδίκου) οδηγού του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου που ήταν ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική ευθύνη στην αναιρεσείουσα (δεύτερη εναγόμενη). Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, η (πληττόμενη) απόφαση επικύρωσε την Πρωτόδικη απόφαση, που έκρινε ότι το τροχαίο και ο εξ αυτού θανάσιμος τραυματισμός του συγγενή των εναγόντων οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του εναγόμενου οδηγού που ήταν ασφαλισμένος στην εναγομένη - αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία.
Σχετικά δε με το κεφάλαιο επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης, στην αναιρεσίβλητη (και τους άλλους εδώ μη διαδίκους), δέχτηκε τα εξής: "Ο Μ. Σ., ηλικίας 26 ετών, γιος της πρώτης ενάγουσας, αμφιθαλής αδελφός της δεύτερης (μόνη αναιρεσίβλητη), ετεροθαλής αδελφός του τρίτου και εγγονός της τέταρτης των εναγόντων κατοικούσε στο ίδιο σπίτι με τη μητέρα του και τα αδέρφια του, ενώ ο πατέρας του Δ.
Σ. είχε αποβιώσει το 1996. Ήταν υγιής και σε καλή φυσική και σωματική κατάσταση. Οι ενάγοντες συνδέονταν με τον θανόντα με στενό ψυχικό δεσμό και αγάπη και ο βίαιος θάνατός του τους προκάλεσε ψυχικό άλγος. Πρέπει, λοιπόν, να επιδικαστεί σε καθένα των εναγόντων χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από την απώλεια του προαναφερθέντος συγγενούς τους.
Σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες θανάτου του θύματος, την ηλικία του, την καλή κατάσταση της υγείας του, το βαθμό της συναισθηματικής σύνδεσης εκάστου των εναγόντων μαζί του, που ήταν ανάλογος με τη μεταξύ τους εξ αίματος συγγένεια, την ένταση και διάρκεια του ψυχικού του άλγους, τις συνθήκες τέλεσης της ένδικης αδικοπραξίας που προαναφέρθηκαν, την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων (πλην της ασφαλιστικής εταιρίας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική), προσδιορίζει τη χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη ενός εκάστου των εναγόντων στα ακόλουθα εύλογα και ανάλογα για τον καθένα ποσά:...
για την δεύτερη ενάγουσα (αμφιθαλής αδελφή), στο ποσό των 100.000 ευρώ....
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση του προσδιόρισε τη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης των ως άνω εναγόντων, στα ίδια πιο πάνω ποσά, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και οι σχετικοί λόγοι των υπό κρίση εφέσεων του Β. Μ. και της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...",...
πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι". Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση της αναιρεσίβλητης, λόγω ψυχικής οδύνης, στο πιο πάνω ποσό, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, υπερτερεί, και μάλιστα καταφανώς, εκείνου που συνήθως επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης.
Επομένως, είναι βάσιμος ο μοναδικός, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, με την επίκληση των διατάξεων αυτών, αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 25 § 1 (εδάφ.
δ') του Συντάγματος και 932 του ΑΚ, επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη, ως εύλογη χρηματική της ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, από τον θανάσιμο τραυματισμό του αμφιθαλούς αδελφού της Μ. Σ., το προαναφερόμενο ποσό, το οποίο, όμως, είναι δυσαναλόγως μεγάλο σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (του τροχαίου ατυχήματος).
Σημειώνεται ότι με την υπ' αριθμ. 940/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου η πληττόμενη εφετειακή απόφαση αναιρέθηκε για τον ίδιο λόγο ως προς τους λοιπούς ενάγοντες, ενώ ως προς την ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη η αναίρεση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιο αυτής στο οποίο αναφέρεται ο λόγος αναιρέσεως και συγκεκριμένα μεταξύ της αναιρεσείουσας και της αναιρεσίβλητης ως προς το ύψος της επιδικασθείσας στην αναιρεσίβλητη χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, να παραπεμφθεί δε αντιστοίχως η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση και το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον εκείνου που δίκασε προηγουμένως, προκειμένου να ερευνηθεί ως προς το προεκτεθέν κεφάλαιο εκ νέου (ΚΠολΔ 580 § 3). Η αναιρεσίβλητη που ηττήθηκε πρέπει να καταδικαστεί στην ανάλογη δικαστική δαπάνη της καταθέσασας προτάσεις αναιρεσείουσας (ΚΠολΔ 176, 183), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος εκ μέρους της παραβόλου, ενόψει της νίκης της (ΚΠολΔ 495 § 3 περ. Βδ').
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6077/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών καθό μέρος δίκασε μεταξύ της αναιρεσείουσας και της αναιρεσίβλητης, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας εκ τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Και Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Νοεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ