Legislator Case Law & Legislation
1594/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for arguments not raised in lower court proceedings.

Case Number 1594/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by an anonymous company against a labor court judgment regarding back pay and damages. The appellant argued that the lower court erred in rejecting a claim for dismissal compensation, but the court found these arguments were not properly raised or presented in the initial proceedings. Consequently, the court ruled that the appeal was inadmissible because the substantive legal grounds were not validly proposed to the court of first instance.

Legislator headnote

AI generated

Article 562(2) of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal argument is inadmissible if it relies on a claim not lawfully presented in the court of first instance, unless it concerns a non-proposable violation, a defect in the judgment itself, or public order.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal Code of Civil Procedure public order labor dispute back pay claim dismissal compensation procedural history

Cited Legislation

AI generated
Article 562(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8)(b)(i) of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 15/2000
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1594 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1594/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπανικολάου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Λ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Θεοδωράκη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-3-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 990/2013 του ίδιου δικαστηρίου και 3159/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-10-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα ανέγνωσε την από 8-3-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος και να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η έννοια της δημόσιας τάξεως περιλαμβάνει τους κανόνες με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση (Ολ. Α.Π. 15/2000). Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός ο οποίος στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.

Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ. α-γ της παρ. 2 του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή.

Περαιτέρω από τα άρθρα 591 παρ. 1 περ. β, 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1 περ. δ Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, δηλαδή απαιτείται σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που ως "γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις (Α.Π. 72/2016).

Τέλος, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναιρέσεως να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο εφέσεως ή αναλόγως κατά το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ. με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ. προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (Α.Π. 201/2017). Στην προκειμένη περίπτωση με τους δύο λόγους της υπό κρίση αιτήσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 8 περ.

β Κ.Πολ.Δ. και 559 αριθ. 1 εδ. α και 19 Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι το εφετείο: α) δεν έλαβε υπόψη την παραδεκτά προταθείσα πρωτοδίκως και κατ' έφεση ένστασή της ότι ο ενάγων αρνήθηκε να δεχθεί την μεταβολή του ωραρίου εργασίας του (η οποία μεταβολή έγινε μέσα στα πλαίσια άσκησης του διευθυντικού δικαιώματός της με γνώμονα την εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησής της), κακόβουλα, δηλαδή με μοναδικό σκοπό να την εξαναγκάσει να τον απολύσει για να εισπράξει έτσι τη νόμιμη αποζημίωση ή, αν δεν του την καταβάλει, να προβάλει την ακυρότητα της καταγγελίας και να αξιώσει μισθούς υπερημερίας (πρώτος λόγος) και β) κατά παράβαση της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 281 Α.Κ.

και με ελλιπείς αιτιολογίες, απέρριψε την ανωτέρω ένστασή της (δεύτερος λόγος). Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι διότι, αν και η αναιρεσείουσα επικαλείται παραδεκτή προβολή της ανωτέρω ενστάσεώς της πρωτοδίκως και κατ' έφεση, δεν προσκομίζει τις έγγραφες προτάσεις που είχε υποβάλει ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ούτε τα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης από τα οποία να προκύπτει η παραδεκτή προβολή της ενστάσεως αυτής, επί πλέον δε δεν προβάλλει κάποιο νόμιμο λόγο παραδεκτής βραδείας προβολής της ενστάσεως αυτής για πρώτη φορά ενώπιον του εφετείου.

Σε κάθε περίπτωση, και αν ακόμα γίνει δεκτό ότι η ένσταση αυτή παραδεκτά προτάθηκε για πρώτη φορά στο εφετείο από την τότε εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα ως υπεράσπιση κατά της εφέσεως (άρθρο 527 περ. 1 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να σημειωθούν τα εξής:

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα με την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.

Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται αν δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 25/2003). Εξ άλλου από τη διάταξη του άρθρου 648 Α.Κ. προκύπτει ότι η κύρια υποχρέωση του εργαζομένου που απορρέει από τη σύμβαση εργασίας είναι η υποχρέωσή του να παρέχει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο τη συμφωνημένη εργασία.

Την υποχρέωση του αυτή, με την οποία συναρτάται το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη, ο εργαζόμενος μπορεί να την παραβιάσει με τη μη παροχή εργασίας, όπως στην περίπτωση που εμφανίζεται στη θέση εργασίας αλλά δεν αναλαμβάνει εργασία, ή με την πλημμελή παροχή της. Στην περίπτωση δε που αυτός υπαιτίως δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του να παρέχει τη συμφωνημένη εργασία περιέρχεται σε υπερημερία, οπότε ο εργοδότης δικαιούται, διαζευκτικά ή αθροιστικά, να του περικόψει το μισθό, ανάλογα με το διάστημα της υπερημερίας του (άρθρα 655 παρ. 1 εδ.

α, 382 σε συνδυασμό με 380 Α.Κ.), να ζητήσει την αποκατάσταση της ζημίας από τη μη εκπλήρωση της παροχής (382 Α.Κ.) και κυρίως να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας, τηρώντας όμως τις νόμιμες διατυπώσεις. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων των άρθρων 648, 669 Α.Κ., 1, 3 ν. 2112/1920 και 5 ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία, γνωστοποιητέα σ' αυτόν προς τον οποίο απευθύνεται.

Η καταγγελία μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, συναγόμενη από ορισμένη συμπεριφορά εκείνου που καταγγγέλλει τη σύμβαση και δεν χρήζει αποδοχής, πλην όμως αποκτά νομική ενέργεια αφότου εκείνος προς τον οποίο απευθύνεται λάβει γνώση αυτής ή προσδοκάται από τον ίδιο κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ότι θα λάβει γνώση αυτής.

Σιωπηρή καταγγελία από την πλευρά του εργοδότη συνιστά και η άρνησή του να δεχθεί την εργασία την οποία ο εργαζόμενος του προσφέρει προσηκόντως, όταν η άρνηση συνοδεύεται από περιστάσεις από τις οποίες αναμφίβολα προκύπτει η δήλωσή του για λύση της συμβάσεως (Α.Π. 913/2008). Από την πλευρά του εργαζομένου σιωπηρή καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου μπορεί γίνει και με πράξεις από τις οποίες κατά τρόπο αναμφίβολο προκύπτει κατ' αντικειμενική κρίση η βούλησή του για τη λύση της συμβάσεως.

Τέτοια καταγγελία (σιωπηρή) από ορισμένη συμπεριφορά του μισθωτού, για την αξιολόγηση της οποίας, εφόσον προκύπτει αμφιβολία, το δικαστήριο οφείλει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., μπορεί να συνιστά με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες και η αδικαιολόγητη άρνηση του μισθωτού να παρέχει τις υπηρεσίες του (Α.Π. 1219/2005).

Στην περίπτωση δε που κριθεί ότι, με βάση το αντικειμενικό κριτήριο της καλής πίστεως, η αποχή του εργαζόμενου από την εργασία του συνιστά σιωπηρή από πλευράς του καταγγελία της εργασιακής του συμβάσεως, αυτή λύεται αυτόματα και ο εργοδότης δεν έχει ανάγκη να καταγγείλει ο ίδιος τη σύμβαση τηρώντας τις νόμιμες διατυπώσεις (έγγραφο τύπο και καταβολή της οφειλόμενης αποζημιώσεως).

Τέλος από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 349, 350 και 656 Α.Κ. προκύπτει ότι αν ο εργοδότης καταγγείλει ακύρως τη σύμβαση εργασίας, περιέρχεται σε κατάσταση υπερημερίας ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού και υποχρεούται μέχρι την άρση της υπερημερίας του να καταβάλλει τις αποδοχές υπερημερίας στον απολυθέντα μισθωτό, ο οποίος δεν υποχρεούται σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του, αφού στην καταγγελία του εργοδότη εμπεριέχεται και η δήλωση βουλήσεώς του να μην αποδεχθεί στο μέλλον τις υπηρεσίες του απολυθέντος (Α.Π. 641/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του το εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "H εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε." που εδρεύει στα ..., με αντικείμενο τη λειτουργία ψυχιατρικής κλινικής, είναι μια οικογενειακή επιχείρηση που ιδρύθηκε το 1973 από τον παππού του ενάγοντος Δ.

Λ.. Αρχικά λειτούργησε ως ομόρρυθμη εταιρεία με εταίρους το Δ. Λ., τη σύζυγο του Ε. και τα τρία τους παιδιά Α., Α.-Π. και Γ. Λ.. Το έτος 1993 μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία υπό την επιστημονική διεύθυνση του Α. Λ., ψυχιάτρου. Ο ενάγων προσλήφθηκε προφορικά στις 24-7-2002 από την εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί ως ψυχολόγος (με πανεπιστημιακό δίπλωμα και μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών) στην ψυχιατρική κλινική που διατηρεί η εναγομένη και στην οποία μέχρι το έτος 2007 ο πατέρας του Γ.

Λ. ήταν οικονομικός διαχειριστής αυτής. Το έτος 2007 ο πατέρας του ενάγοντος Γ. Λ. απεχώρησε από την οικογενειακή επιχείρηση και η θεία του ενάγοντος Α. Λ. απέκτησε το πλειοψηφικό πακέτο των μετοχών. Ήδη όμως οι οικογενειακοί δεσμοί μεταξύ των μετόχων είχαν διαρραγεί και μεταξύ τους εκκρεμούσαν διάφορες δίκες στα πολιτικά δικαστήρια, όπου προσέφυγαν προς επίλυση των διαφορών τους.

Ωστόσο ο ενάγων, λόγω της ουδέτερης στάσης του ίδιου και του πατέρα του στη διένεξη μεταξύ των αδελφών του πατέρα του Α. και Α. Λ., συνέχισε να εργάζεται στην κλινική με τους συμφωνηθέντες όρους, χωρίς να συμμετέχει στις διενέξεις και στη δικαστική επίλυση των διαφορών των συγγενών του. Ειδικότερα από της προσλήψεώς του στις 24-7-2002 (μη συμπεριλαμβανομένου του χρονικού διαστήματος από το Νοέμβριο του 2005 ως το Νοέμβριο του 2006 που υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία) εργαζόταν στην εναγομένη από ημέρα Κυριακή ως Πέμπτη και από ώρα 9.00 π.μ.

ως 17.00 μ.μ., με μηνιαίο συμφωνημένο μισθό 1.507,95 ευρώ (δηλαδή 1.178,08 ευρώ βασικός μισθός + 20% νοσοκομειακό επίδομα = 235,62 ευρώ + 8% επ' αυτού ως επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών = 94,25 ευρώ, πλέον 343,52 ευρώ ή 274,82 ευρώ ως προσαύξηση για εργασία του τις Κυριακές, αναλόγως με το πόσες Κυριακές είχε ο κάθε μήνας, αφού εργαζόταν κάθε Κυριακή).

Παράλληλα βάσει προφορικής συμβάσεως παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών αορίστου χρόνου που συνήψε με την εναγομένη απασχολούνταν δύο ή τρεις ημέρες την εβδομάδα κατά τις ώρες 17.00 ως 21.00 και δεχόταν εντός της κλινικής και εξέταζε ή είχε συνεδρίες ψυχοθεραπείας με εξωτερικούς ασθενείς της εναγομένης, αμειβόμενος στα πλαίσια ειδικής μεταξύ τους συμφωνίας με επιπλέον κατ' αποκοπή ανά ασθενή εφάπαξ αμοιβή.

Ειδικότερα ελάμβανε για την παροχή των υπηρεσιών του ποσοστό 55% επί του ποσού που τιμολογούσε η εναγομένη, εκδίδοντας, κατά την είσπραξή του από μέρους του αναλογούντος ποσοστού, δελτίο παροχής υπηρεσιών προς την εναγομένη. Από την επιπλέον απασχόλησή του κατά τον ανωτέρω τρόπο ελάμβανε από το Φεβρουάριο του 2009 ως το Φεβρουάριο του 2010 κατά μέσο όρο το ποσό των 894,74 ευρώ μηνιαίως.

Κατά τις ημέρες που δεν απασχολούνταν στην κλινική κατά τις απογευματινές ώρες δεχόταν ασθενείς στο προσωπικό του γραφείο στην οικία του, στα πλαίσια άσκησης ελευθερίου επαγγέλματος, αποκομίζοντας επιπλέον εισόδημα. Η εναγομένη λίγο πριν την πρωτοχρονιά του 2010, στα πλαίσια του διευθυντικού της δικαιώματος, του γνωστοποίησε ότι βάσει νέου προγράμματος εργασίας οι ψυχολόγοι θα απασχολούνταν στο εξής εκ περιτροπής μία έως δύο φορές την εβδομάδα ο καθένας τους ανάλογα με το πρόγραμμα υπηρεσιών από ώρα 11.00 π.μ.

ως και ώρα 19.00 μ.μ., μεταβάλλοντας έτσι για κάποιες συγκεκριμένες ημερομηνίες, κατά τις οποίες θα υπηρετούσαν βάσει προγράμματος, τους όρους εργασίας του ενάγοντος, αφού από τη μετάθεση κατά δυο ώρες του ωραρίου εργασίας δεν θα ήταν πλέον δυνατόν για μία ή δύο φορές την εβδομάδα να δέχεται ασθενείς το απόγευμα κατά τις ώρες 17.00 ως 19.00, τόσο στην κλινική όσο και στο ιδιωτικό του γραφείο, με συνέπεια την απώλεια εισοδημάτων του από την εργασία του αυτή.

Η χρονική μετάθεση κατά δύο ώρες του ωραρίου εργασίας αφορούσε όλους τους ψυχολόγους που απασχολούνταν στην εναγομένη κλινική και αποσκοπούσε στην καλύτερη εξυπηρέτηση των αναγκών των ασθενών και την εύρυθμη λειτουργία της κλινικής. Τούτο αποφασίσθηκε διότι προέκυψε ανάγκη να απασχολείται καθημερινά ψυχολόγος και τις απογευματινές ώρες και κρίθηκε σκόπιμο από τη διεύθυνση της κλινικής να καλυφθεί το ωράριο αυτό από τους ήδη απασχολούμενους ψυχολόγους εκ περιτροπής βάσει προγράμματος υπηρεσιών και χωρίς να προσληφθεί άλλος ψυχολόγος.

Ακολούθως, ενώ όλοι οι εργαζόμενοι ψυχολόγοι αποδέχθηκαν το νέο ωράριο, ο ενάγων δεν αποδέχθηκε την μεταβολή αυτή του ωραρίου εργασίας του και συνέχισε να προσέρχεται για εργασία κατά το προηγούμενο ωράριο, αγνοώντας τις υποδείξεις της εναγομένης εταιρείας για την τήρηση του νέου ωραρίου. Τούτο διότι ο ενάγων πραγματοποιούσε τις περισσότερες συνεδρίες με εξωτερικούς ασθενείς κατά τις απογευματινές ώρες από όλους τους άλλους συναδέλφους του, οι οποίες του εξασφάλιζαν μεγαλύτερο πρόσθετο εισόδημα έναντι των υπολοίπων και αρνήθηκε να συμμορφωθεί στο νέο πρόγραμμα και τον κανονισμό λειτουργίας της κλινικής, συνέχισε να εργάζεται κατά το ωράριο 9.00 ως 17.00.

Παράλληλα, δεδομένου ότι με τον πατέρα του διατηρούσε στο ... παρόμοια επιχείρηση υπό τον τίτλο "..." με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας, στο διοικητικό συμβούλιο της οποίας μετείχε από τη σύστασή της και στην οποία είχε ήδη εξασφαλίσει πλήρη απασχόληση, αλλά και προσωπικό ιατρείο, αρνήθηκε την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεών του.

Αντέδρασε δε με εξώδικες δηλώσεις του και συγκεκριμένα με την από 12-1-2010 επιστολή-δήλωσή του και την από 14-1-2010 δήλωση-απάντηση προς την εναγομένη δήλωσε ότι δεν αποδέχεται την τροποποίηση του ωραρίου ως καταχρηστική άσκηση διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης. Η εναγομένη προέβη στις 9-2-2010 με εξώδικη διαμαρτυρία-δήλωση-καταγγελία της σε καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του, επικαλούμενη ότι η συνεχιζόμενη άρνησή του να απασχολείται κατά το ισχύον ωράριο εργασίας συνιστούσε σιωπηρή επιθυμία εκ μέρους του να καταγγείλει τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας, την οποία η ίδια αποδέχτηκε, άλλως η συμπεριφορά του αυτή συνιστά σπουδαίο λόγο για τον οποίο η εναγομένη αποφάσισε να λύσει αζημίως υπέρ της εταιρείας τη σύμβαση εργασίας του.

Η άρνηση αυτού να αναλάβει από τον Ιανουάριο του έτους 2010 τα άνω καθήκοντα, κατέστησε τον ίδιο υπερήμερο ως προς την παροχή της εργασίας του και η εναγομένη είχε δικαίωμα... να καταγγείλει την εργασιακή του σύμβαση, όπως και έπραξε στις 9-2-2010. Περιστατικά από τα οποία να συνάγεται ότι ο ενάγων εκδήλωσε οποιαδήποτε συμπεριφορά από την οποία να μπορεί να συναχθεί ξεκάθαρα σιωπηρή παραίτησή του, δηλαδή καταγγελία εκ μέρους του της επίμαχης εργασιακής σύμβασης, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη, ουδόλως αποδείχθηκαν.

Αντίθετα από την προεκτεθείσα συμπεριφορά του ενάγοντος, δηλαδή την προσέλευσή του και παροχή της εργασίας με το προηγούμενο ωράριο, σε συνδυασμό με τις ως άνω εξώδικες διαμαρτυρίες-προσκλήσεις του προς την εναγομένη, σαφώς προέκυψε ότι πραγματική βούληση και πρόθεση αυτού ήταν να εξακολουθήσει να εργάζεται στην εναγομένη, αξιώνοντας όμως με τις άνω ενέργειές του να απασχοληθεί με το προγενέστερο εργασιακό καθεστώς.

Άλλωστε και η εναγομένη δήλωνε προς αυτόν, δια της ανωτέρω εξωδίκου δηλώσεως-καταγγελίας, ότι σε περίπτωση που θα εξακολουθούσε να μην παρέχει την εργασία του, αυτό συνιστούσε πλημμελή εκτέλεση των συμβατικών του υποχρεώσεων, η οποία θα τον καθιστούσε υπερήμερο ως προς την παροχή της εργασίας του. Επομένως η άνω μη προσήκουσα από τον ενάγοντα παροχή της εργασίας του σε καμία περίπτωση, ούτε με βάση και το αντικειμενικό κριτήριο της καλής πίστης, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως καταγγελία εκ μέρους του της εργασιακής του σύμβασης, η εν λόγω όμως αντισυμβατική συμπεριφορά του κατέστησε αυτόν, σύμφωνα με τα ανωτέρω, υπερήμερο ως προς την προσήκουσα προσφορά της εργασίας του.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγομένη δεν κατέβαλε στον ενάγοντα τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, την οποία όφειλε να του καταβάλει λόγω της κατά τα ανωτέρω εκ μέρους της καταγγελίας της εργασιακής του σύμβασης, αφού... την υποχρέωση αυτή έχει ο εργοδότης ακόμη κι αν η καταγγελία οφείλεται σε λόγο που αφορά τον εργαζόμενο...

όπως στην περίπτωση υπερημερίας του εργαζόμενου ως προς την προσήκουσα προσφορά της εργασίας του... Με τα δεδομένα αυτά το παρόν δικαστήριο κρίνει ότι η καταγγελία της εργασιακής σύμβασης του ενάγοντος από την εναγομένη υπήρξε άκυρη, διότι δεν του κατεβλήθη αποζημίωση απόλυσης. Με βάση τα ανωτέρω θα πρέπει να αναγνωριστεί ότι η πιο πάνω καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι άκυρη, η δε εναγομένη κατέστη υπερήμερη ως προς την αποδοχή της εργασίας του ενάγοντος από την 9-2-2010.

Περαιτέρω... από την κατά τα προεκτεθέντα ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, η εναγομένη καθίσταται εκ μόνου του λόγου αυτού υπερήμερη ως προς την αποδοχή της εργασίας του ενάγοντος και υποχρεούται να καταβάλει σ' αυτόν το μισθό του, χωρίς να απαιτείται πραγματική εκ μέρους του τελευταίου προσφορά των υπηρεσιών του, τις οποίες ήδη η εναγομένη εργοδότρια απέκρουσε με την άκυρη καταγγελία...

για το επίδικο χρονικό διάστημα από την απόλυσή του (9-2-2010) μέχρι το Σεπτέμβριο του έτους 2011. Λαμβανομένου υπόψη ότι ο τελευταίος συμφωνημένος και καταβαλλόμενος από την εναγομένη εργοδότρια εταιρεία τακτικός μικτός μισθός ανερχόταν μηνιαίως στο ποσό των (1.507,95 + 309,17 =) 1.817,12 ευρώ, η εναγομένη υποχρεούται κατ' αρχήν να του καταβάλει:

α) για αποδοχές υπερημερίας το συνολικό ποσό των 36.342,40 ευρώ (1.817,12 ευρώ Χ 20 μήνες) νομιμοτόκως από το πέρας εκάστου μηνός, β) για επίδομα Πάσχα του έτους 2010 το ποσό των (1.817,12 Χ 1/2 ) Χ 3/4 = 681,42 ευρώ, γ) για επίδομα αδείας του έτους 2010 το ποσό των (1.817,12 Χ 1/2 =) 908,56 ευρώ, δ) για επίδομα Χριστουγέννων του έτους 2010 το ποσό των 1.817,12 ευρώ, ε) για επίδομα Πάσχα του έτους 2011 το ποσό των (1.817,12 Χ 1/2 =) 908,56 ευρώ, στ) για επίδομα Χριστουγέννων του έτους 2011 το ποσό των (1.817,12 Χ 5/8 =) 1.135,70 ευρώ, ζ) για επίδομα αδείας του έτους 2011 το ποσό των (1817,12 Χ 1/2 =) 908,56 ευρώ, τα ανωτέρω επιδόματα νομιμοτόκως από την 10η Δεκεμβρίου εκάστου έτους για το επίδομα Χριστουγέννων, την 15η ημέρα προ του Πάσχα εκάστου έτους για το επίδομα Πάσχα και από την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους για το επίδομα αδείας, δηλαδή συνολικώς το ποσό των 42.702,32 ευρώ.

Δεδομένου δε ότι ο ενάγων ήδη από τις 6-4-2010 προσλήφθηκε από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε." με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να εργασθεί ως ψυχολόγος με μηνιαίο μικτό μισθό το ποσό των 1.272,32 ευρώ από τον Απρίλιο του 2010 έως τον Απρίλιο του 2011, των 1.302,36 ευρώ από το Μάιο έως τον Ιούλιο του 2011 και των 1.316,34 ευρώ από τον Αύγουστο του 2011 έως σήμερα, λαμβάνοντας κατά το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο του 2010 έως και το Σεπτέμβριο του 2011 (για μισθό και αντίστοιχα επιδόματα) το συνολικό μικτό ποσό των 26.340,62 ευρώ (13.397,74 ευρώ για το 2010 + 12.942,88 ευρώ για το 2011...) ως προς το οποίο περιόρισε το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής, θα πρέπει να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 16.361,70 ευρώ (42.702,32 ευρώ - 26.340,62 ευρώ) με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό...".

Με βάση αυτές τις παραδοχές και άλλες που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, το εφετείο απέρριψε την αντέφεση της εναγομένης και δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (με την οποία είχε γίνει μερικώς δεκτή η αγωγή και είχε υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα για μισθούς υπερημερίας το ποσό των 4.167,59 ευρώ με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό), εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα για μισθούς υπερημερίας το ποσό των 16.361,70 ευρώ με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό.

Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β, 1 εδ. α και 19 Κ.Πολ.Δ., αφού: α) έλαβε υπόψη την ένσταση της εναγομένης ότι ο ενάγων αρνήθηκε να δεχθεί την μεταβολή του ωραρίου εργασίας του κακόβουλα, δηλαδή με μοναδικό σκοπό να την εξαναγκάσει να τον απολύσει για να εισπράξει έτσι τη νόμιμη αποζημίωση ή, αν δεν του την καταβάλει, να προβάλει την ακυρότητα της καταγγελίας και να αξιώσει μισθούς υπερημερίας και την απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, β) δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ανωτέρω κρίσιμο ζήτημα.

Συνεπώς και οι δύο λόγοι αναιρέσεως, και αν κριθούν παραδεκτοί, είναι σε κάθε περίπτωση απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Επομένως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-10-2015 αίτηση για αναίρεση της 3159/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

& νυν Πρόεδρος Αρείου Πάγου