1594/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 131/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου, Χρυσούλα Παρασκευά, Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου και Χρήστο Βρυνιώτη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1594/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειδικότερα με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο προήλθε στην καταδίκη του αναιρεσείοντος, χωρίς να διαλάβει στην απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς τον ακριβή προσδιορισμό της ιδιότητας και της θέσεως του τελευταίου στην οφειλέτρια εταιρική επιχείρηση.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1594 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1594/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 131/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου, Χρυσούλα Παρασκευά, Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου και Χρήστο Βρυνιώτη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Μ. - Λ. Κ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ισαβέλλα - Αικατερίνη Εμμανουηλίδου, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 6066/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ’ αριθμ. πρωτ. …/26-5-2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 680/2015.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 25-5-2015 αίτηση του κατηγορουμένου, Μ. - Λ. Κ., για αναίρεση της υπ’ αριθ. 6066/2015 αποφάσεως του Α’ Αυτοφώρου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε αυτός (αναιρεσείων), σε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί μία τριετία για την αξιόποινη πράξη της παράβασης του άρθρου 1 § 1 και 2 του ΗΝ 86/67, ασκήθηκε νομοτύπως, εμπροθέσμως και είναι παραδεκτή περιέχουσα ως λόγο αναιρέσεως την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ Κ.Π.Δ.).
Ειδικότερα με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο προήλθε στην καταδίκη του αναιρεσείοντος, χωρίς να διαλάβει στην απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς τον ακριβή προσδιορισμό της ιδιότητας και της θέσεως του τελευταίου στην οφειλέτρια εταιρική επιχείρηση.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ΑΝ 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικές), ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας πάσης φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν καταβάλλει αυτές εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές προς τους ως άνω οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών, ενώ, κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σε αυτόν (εργατικές), με σκοπό απόδοσης στους κατά την παρ. 1 οργανισμούς και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω οργανισμούς εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων (10.000) δραχμών.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1 και 5 του ΑΝ 1846/1951, όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν, προκύπτει ότι για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών που βαρύνουν τους ασφαλισμένους.
Επί νομικού δε προσώπου, φερόμενου ως εργοδότη, απαιτείται αναφορά των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η θέση του στην επιχείρηση, καθώς και αν πρόκειται για ατομική ή εταιρική επιχείρηση και ποία η νομική μορφή αυτής και η θέση του σ’ αυτήν, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών στον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό, χωρίς να αρκεί ο χαρακτηρισμός του κατηγορούμενου ως εργοδότη ή νόμιμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχείρησης [ΟλΑΠ 1/1996_ΑΠ 124/2013].
Ως εργοδότης νοείται, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 5 του ΑΝ 1846/1951, ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα για λογαριασμό των οποίων, τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα, παρέχουν την εργασία τους, ενώ κατά τις διατάξεις των άρθρων 115 Ν. 2238/1994 και 4 παρ. 4 Ν. 2556/1997, όπως αντικ. από το άρθρο 61 παρ. 2 Ν. 2676/1999, σε περίπτωση που εργοδότης είναι ανώνυμη εταιρεία, υπόχρεος είναι ο διευθύνων σύμβουλος αυτής.
Ήδη, όμως, με τη ρύθμιση της παραγράφου 7 του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967, που προστέθηκε με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 4075/11.4.2012 (ΦΕΚ 89, τ. Α’ ), διευρύνθηκε ο κύκλος των υπόχρεων προσώπων και ως αυτουργοί των αδικημάτων του παρόντος άρθρου στην τελευταία, ως άνω, περίπτωση, θεωρούνται οι πρόεδροι των διοικητικών συμβουλίων, οι διευθύνοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές ή διευθυντές και γενικά κάθε πρόσωπο, εντεταλμένο, είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση, στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών.
Αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, ως αυτουργοί θεωρούνται τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι, προσωρινά ή διαρκώς, ένα από τα αναφερόμενα πιο πάνω καθήκοντα [ΑΠ 929/2014]. Επίσης, κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφάλισης του ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, κατά το άρθρο δε 26 παρ. 3 του ΑΝ 1846/1951, ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μηνός από το χρόνο που έχει ορισθεί.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, τα οποία αποτελούν γνήσια εγκλήματα παραλείψεως και πραγματώνονται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των εν λόγω εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται τόσο η συγκεκριμένη οφειλή όσο και η ιδιότητα του εργοδότη, που απασχολεί προσωπικό, για ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και τους εργαζόμενους σ’ αυτόν, καθώς και η μη καταβολή των σχετικών ποσών εντός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητά στον ασφαλιστικό οργανισμό που είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό.
Δεν αποτελεί, όμως, θεμελιωτικό της αντικειμενικής υποστάσεως του συγκεκριμένου εγκλήματος στοιχείο και εκ τούτου δεν είναι αναγκαίο να καθορίζεται ο αριθμός και η ταυτότητα των απασχοληθέντων μισθωτών, καθώς και ο χρόνος που εργάσθηκε καθένας και οι τακτικές αποδοχές καθενός από αυτούς [ΑΠ 78/2015]. Ο χρόνος απασχόλησης και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού, που συνάπτεται αμέσως με το χρόνο αμφοτέρων των αξιόποινων αυτών πράξεων είναι κρίσιμος, όταν ασκεί επιρροή στη διακρίβωση της ενδεχόμενης εξαλείψεως του αξιοποίνου των τελευταίων, λόγω παραγραφής.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντ. και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε [ΟλΑΠ 1/2005].
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη, ως άνω, απόφασή του, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβε υπόψη του και μνημονεύει κατ’ είδος, προέκυψαν, κατά πιστή μεταφορά τα εξής: "Ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την αξιόποινη πράξη της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών καθόσον αποδείχθηκε ότι στην Αθήνα στις 28-5-2010 με την ιδιότητα του εργοδότη της επιχείρησης με την επωνυμία "..." και έχοντας απασχολήσει ως εργοδότης της ως άνω επιχείρησης κατά τη χρονική περίοδο από το Νοέμβριο του 2007 έως το Δεκέμβριο του 2009 στη διεύθυνση της επιχείρησης αυτής (στον Άγιο Δημήτριο Αττικής οδός ...) προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας και αμοιβή που ασφαλίζονταν στο ‘ Ιδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλε για την εξασφάλιση του ανωτέρω προσωπικού να καταβάλει στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές συνολικού ποσού 100.025,01 ευρώ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία.
Ειδικότερα ο κατηγορούμενος - εκκαλών α) έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολή των βαρυνουσών τον ίδιο (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ασφαλιστικών εισφορών, ποσού 66683,34 ευρώ, δεν κατέβαλε αυτές στον ανωτέρω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές και β) έχοντας παρακρατήσεις τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή του (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ), ποσού 33341,67 ευρώ με σκοπό να αποδώσει αυτές στον ανωτέρω Οργανισμό, δεν της κατέβαλε σε αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές.
Για τη μη καταβολών των εισφορών αυτών συντάχθηκε η υπ’ αριθ. ...2010 ΠΕ ...".
Ακολούθως το Δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: "Στην Αθήνα την 28-5-2010, τυγχάνοντας εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία: "..." και ΑΜΕ ... υποκατάστημα Πλ. Συντάγματος, είδος επιχείρησης ΦΑΣΤ ΦΟΥΝΤ και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο 11/2007 έως 12/2009 στην επιχείρησή του προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή που ασφαλιζόταν το ΙΚΑ όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλει στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές ποσού 100.025,01 Ευρώ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Για τη μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκε η με αριθμό ...2010 ΠΕΕ, στην οποία αναγράφονται 180 μισθωτοί. ‘ Εχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιο (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ασφαλιστικών εισφορών, ποσού 66683,34Ε δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές και έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση του (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού 33341,67Ε με σκοπό να αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό δεν τις κατέβαλε σ’ αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές ...".
Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη κατά τις προδιαληφθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, σύστοιχη από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως. Και τούτο διότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης περιορίζεται στην αναφορά ότι η ποινικά επιλήψιμη παράλειψη του αναιρεσείοντος, ερείδεται στην ιδιότητά του ως εργοδότη της επιχείρησης "...", χωρίς όμως ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό να προσδιορίζεται, με την παράθεση σχετικών προς τούτο πραγματικών περιστατικών, η ιδιότητα και η θέση που αυτός κατείχε στην εργοδότρια επιχείρηση, η οποία λειτουργούσε με τη μορφή της ανώνυμης εταιρείας, γεγονός που συναρτάται άμεσα με την απορρέουσα υποχρέωσή του και την εξ’ αυτής ακόλουθη ευθύνη του που αφορά την καταβολή των εργοδοτικών και απόδοση των εργατικών ασφαλιστικών εισφορών προς το ΙΚΑ, κατά τις άνω διακρίσεις του άρθρου 1 παρ. 7 του ΑΝ 86/1967.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογία είναι βάσιμη και συνακόλουθα πρέπει, δεκτής γενομένης της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση για τον ανωτέρω λόγο και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθ. 513 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 6066/2015 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο ως άνω, Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένων.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ