Legislator Case Law & Legislation
1594/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on defamation where lower court correctly assessed facts and applied liability rules.

Case Number 1594/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's judgment in a defamation case involving a newspaper publication. The appellant argued that the lower court erred in assessing facts and applying liability rules regarding the publisher versus the author. The court held that the lower court properly evaluated the material facts and that the appellant's claims regarding omitted evidence or misinterpretation of law were inadmissible or unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1178/1981; Art. 559 KPolD: The Supreme Court reviews only legal errors and excludes factual assessments, dismissing appeals based on alleged misinterpretation of evidence or omitted facts that were properly considered by the lower court.

Keywords

AI generated
defamation liability publisher responsibility appeal admissibility factual assessment legal error review

Cited Legislation

AI generated
Art. 1178/1981
Art. 559 KPolD
Art. 183 KPolD
Art. 176 KPolD

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1594 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1594 /2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.

Του αναιρεσείοντος: Ε. Τ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Αικατερίνη Ζώη - Τσιγάρα.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Τ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Ιωαννίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Ιουνίου 2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Γρεβενών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7/2010 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 129/2011 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20 Δεκεμβρίου 2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 9 Οκτωβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Η πληρεξουσία του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο μόνο παρ. 1 του ν. 1178/1981 (ΦΕΚ Α187 "περί αστικής ευθύνης του τύπου και άλλων τινών διατάξεων, ο ιδιοκτήτης κάθε εντύπου υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση για την παράνομη περιουσιακή ζημία, καθώς και σε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που προξενήθηκαν υπαίτια με δημοσίευμα, το οποίο θίγει την τιμή ή την υπόληψη κάθε ατόμου, έστω και αν η κατά το άρθρο 914 ΑΚ υπαιτιότητα, η κατά το άρθρο 919 ΑΚ πρόθεση και η κατά το άρθρο 920 ΑΚ γνώση ή υπαίτια άγνοια συντρέχει στο συντάκτη του δημοσιεύματος ή αν ο τελευταίος είναι άγνωστος στον εκδότη ή στο διευθυντή συντάξεως του εντύπου.

Στην παρ. 2 του ιδίου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο μόνο παρ. 4 ν. 2243/1994, η κατά το άρθρο 932 του ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του αδικηθέντος από κάποια από τις προβλεπόμενες στην προηγούμενη παράγραφο πράξεις ορίζεται, εφόσον αυτές τελέσθηκαν δια του τύπου, κατά την κρίση του δικαστή, όχι κατώτερη των αναφερόμενων κατά περίπτωση ποσών.

Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει σαφώς, ότι αυτές αναφέρονται μόνο στην ευθύνη του ιδιοκτήτη του εντύπου, φυσικού ή νομικού προσώπου, που είναι γνήσια αντικειμενική και όχι στο συντάκτη του επιλήψιμου δημοσιεύματος ή τον εκδότη του εντύπου (αν αυτός δεν ταυτίζεται με τον ιδιοκτήτη) ή το διευθυντή συντάξεως.

Ο συντάκτης (του επιλήψιμου δημοσιεύματος), ο εκδότης (αν δεν είναι και ιδιοκτήτης του εντύπου) ή ο διευθυντής συντάξεως ευθύνονται προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας ή της ηθικής βλάβης που έχει προκληθεί από επιλήψιμο δημοσίευμα, κατά τις κοινές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 919, 920, 932 ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 361-363 ΠΚ.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει ν' αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 ΑΚ και στην περίπτωση του άρθρου 57 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Τέτοιο προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι και η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου. Προσβολή της προσωπικότητας, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, υπάρχει σε κάθε περίπτωση μειωτικής επέμβασης από τρίτο στη σφαίρα αυτής, δηλαδή σε οποιαδήποτε από τ' αγαθά που συνθέτουν την προσωπικότητα του άλλου, που συνιστούν συντελεστές, προσδιοριστικά στοιχεία της ταυτότητας του ανθρώπου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση σε μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ή ψυχικής πνευματικής και κοινωνικής προσωπικότητας του βλαπτομένου κατά το χρονικό σημείο της προσβολής.

Η προσβολή είναι παράνομη, όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο, ή γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως είτε είναι από άποψη έννομης τάξης, μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται καταχρηστικά. Ενόψει της σύγκρουσης των προστατευόμενων αγαθών προς τα προστατευόμενα αγαθά της προσωπικότητας των άλλων ή προς το συμφέρον της ολότητας, θα πρέπει να αξιολογούνται και να σταθμίζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση τα συγκρινόμενα έννομα αγαθά και συμφέροντα για τη διακρίβωση της ύπαρξης προσβολής του δικαιώματος επί της προσωπικότητας και ο παράνομος χαρακτήρας της.

Για την προστασία της προσωπικότητας δεν απαιτείται η ύπαρξη πταίσματος (δόλου ή αμέλειας) αυτού που προσβάλλει. Απαιτείται όμως για την αξίωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, αφού το άρθρο 57 παρ. 3 παραπέμπει στις διατάξεις περί αδικοπραξιών. Κατά το άρθρο δε 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, ενώ κατά το άρθρο 932 ίδιου κώδικα, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνοίας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Περαιτέρω, σύμφωνα με την ΠΚ 361 παρ. 1 "όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363) προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται ...", με την ΠΚ 362 "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τιμωρείται ...", και με την ΠΚ 363 "αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται ...".

Τέλος, το άρθρο 367 του ΠΚ, που ανήκει στο κεφ. ΚΑ αυτού με τον τίτλο "εγκλήματα κατά της τιμής" και για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57, 59 και 914 παρ. 2 ΑΚ ορίζει στην παράγραφο 1 ότι "δεν αποτελούν άδικη πράξη α) οι δυσμενείς κρίσεις ...

καθώς και γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ..." και στην παράγραφο 2 ότι: "η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα ουσιαστικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 καθώς και β) όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως".

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων της εξύβρισης και της απλής δυσφήμησης ( άρθρα 361 και 362 ΠΚ), αλλ' όχι και της συκοφαντικής δυσφήμησης, αίρεται και στην περίπτωση που οι σχετικές εκδηλώσεις γίνονται για διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον.

Τέτοιο ενδιαφέρον, στα πλαίσια της ελευθερίας του τύπου, έχουν και τα πρόσωπα που άμεσα συνδέονται με τη λειτουργία του, για τη δημοσίευση ειδήσεων και γεγονότων, σχετικά με τη συμπεριφορά προσώπων ή ομάδων προσώπων, που ενδιαφέρουν το κοινωνικό σύνολο ή, έστω, και άλλους. Παρέπεται, ότι τα ως άνω συνδεόμενα με τον τύπο πρόσωπα μπορούν να προβαίνουν σε αντίστοιχη δημοσίευση για πληροφόρηση, ενημέρωση και κατατόπιση του κοινού ακόμη και με οξεία κριτική ή δυσμενείς χαρακτηρισμούς σε βάρος των ως άνω προσώπων ή ομάδων.

Και στην περίπτωση όμως αυτήν, ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδήλωσης δεν αίρεται και συνεπώς παραμένει η παρανομία, ως ουσιαστικό στοιχείο της αδικοπραξίας, όταν η παραπάνω εκδήλωση αποτελεί συκοφαντική δυσφήμιση,, ή όταν, από τον τρόπο και από τις περιστάσεις που έγινε αυτή, προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του ή με περιφρόνηση αυτού.

Εξάλλου, ως γεγονός , κατά την έννοια του αριθμ. 363 ΠΚ νοείται είτε κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή στο παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικά αποδείξεως, είτε κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά ή έκφραση γνώμης ή κρίσεως ή χαρακτηρισμού που σχετίζεται με γεγονός, αναφέρεται στο παρόν ή στο παρελθόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική ή στην ευπρέπεια.

Εξετέρου, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ" αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες .Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Ο ενάγων είναι κάτοικος ..., οδοντίατρος, Διευθυντής από το έτος 1994 της Οδοντιατρικής στο Γενικό Νοσοκομείο Γρεβενών και τακτικό μέλος του συμβουλίου κρίσεων Διευθυντών Εθνικού Συστήματος Υγείας. Κατά το έτος 2002 - 2003 διετέλεσε Πρόεδρος της Επιτροπής ιατρικής και δεοντολογίας του Περιφερειακού συστήματος υγείας Δυτικής Μακεδονίας, ενώ έχει παρουσιάσει σημαντικό επιστημονικό έργο και προσφορά υπηρεσιών στο Νοσοκομείο Γρεβενών, αξιολογούμενος μάλιστα με άριστα από το αρμόδιο Συμβούλιο της Διοίκησης.

Περαιτέρω, ο ενάγων ήδη από το έτος 1978 ασχολείται ενεργά με την πολιτική, συμμετέχοντας μάλιστα ως υποψήφιος βουλευτής από το έτος 1985 με το ψηφοδέλτιο του κόμματος της Ν.Δ. σε βουλευτικές εκλογές, έχοντας εκλεγεί βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας στο Νομό Γρεβενών από το έτος 1990. έως το έτος 1993, συμμετείχε ως υποψήφιος Νομάρχης στον ίδιο νομό στις εκλογές του έτους 1998 και από το έτος 1999 έως το 2002 διατέλεσε επικεφαλής της μείζονος αντιπολίτευσης του Νομαρχιακού Συμβουλίου Γρεβενών.

Σήμερα είναι μέλος του Ινστιτούτου Δημοκρατίας "Κωνσταντίνος Καραμανλής" και του Κέντρου Νέας Πολιτικής "Παύλος Μπακογιάννης" Ο εναγόμενος είναι ιδιοκτήτης, εκδότης και διευθυντής της τοπικής καθημερινής εφημερίδας του Νομού Γρεβενών, με το διακριτικό τίτλο "ΠΡΩΙΝΗ", η οποία εκδίδεται στα Γρεβενά και κυκλοφορεί τόσο εντός όσο και εκτός του Νομού Γρεβενών.

Στο με αριθμό 4361 φύλλο της εν λόγω εφημερίδας, που κυκλοφόρησε στις 8 Μαΐου του έτους 2007, ο εναγόμενος καταχώρησε στη 2η σελίδα, κάτω από τη στήλη με τίτλο "Ε Ψιτ Εσύ" ενυπόγραφο δικό του κείμενο - δημοσίευμα, που αφορούσε τον ενάγοντα και είχε ως εξής: "Και μιας και πλησιάζουμε όλο και περισσότερο στο να γίνουν πρόωρες εκλογές, στα επιτελεία των κομμάτων επικρατεί μια μεγάλη κινητικότητα σχετικά με τις υποψηφιότητες ...

Στη Ν.Δ. τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα, αφού, όπως ξαναγράψαμε, την αιχμή του δόρατος θα αποτελέσει ο κ. Χ. Φ. με πιθανό δεύτερο τον κ. Ν. Τ., που, όπως αναφέρουν οι πληροφορίες, για άλλη μια φορά θα πεισθεί με κάποιο πολιτικό αντάλλαγμα να ... συμπληρώσει το παζλ του ψηφοδελτίου της Ν.Δ. στο νομό και με κάποιον υποψήφιο από τη ...".

Με το δημοσίευμα αυτό ο εναγόμενος επιχείρησε, ενόψει των προσεχών βουλευτικών εκλογών, το μήνα Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, να εμφανίσει τον ενάγοντα ως πολιτικό που αξιώνει ανταλλάγματα, προκειμένου να πεισθεί να συμμετέχει στις εκλογές. Η φράση "για άλλη μια φορά θα ...", την οποία συνέδεσε με αποσιωπητικά, έχει τη σαφή έννοια ότι στο παρελθόν ο ενάγων έχει και άλλες φορές πεισθεί να συμμετάσχει στις εκλογές αξιώνοντας κάποιο πολιτικό αντάλλαγμα.

Ωστόσο, ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, που αναφέρεται στο δημοσίευμα, δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, αντιθέτως είναι παντελώς ψευδής και ο εναγόμενος τελούσε σε γνώση της αναλήθειάς του.

Ειδικότερα, όπως ο ίδιος αναφέρει στις προτάσεις του, είχε τη βάσιμη από αξιόπιστη πηγή πληροφορία ότι στις προηγούμενες εκλογές του έτους 2004 οι οπαδοί του ενάγοντος με δική του σύμφωνη γνώμη συνέταξαν και απηύθυναν κείμενο προς την Κεντρική Διοίκηση της Ν.Δ., με το οποίο εξέφρασαν την επιθυμία τους να αξιοποιηθεί ο ενάγων από την Κυβέρνηση της Ν.Δ.

σε υψηλή διοικητική θέση. Ωστόσο, το εν λόγω γεγονός, που πράγματι συνέβη, έλαβε χώρα μετά τις εκλογές του έτους 2004, το οποίο γνώριζε ο εναγόμενος, αφού ο ίδιος κάνει λόγο για Κυβέρνηση, πλέον, της Ν Δ, και όχι πριν από αυτές με τη μορφή και την έννοια που ο εναγόμενος ως ανωτέρω το παρουσιάζει. Ειδικότερα στις εκλογές του έτους 2004, στις οποίες ο ενάγων, αν και συμμετείχε, δεν εξελέγη τελικά, οι πολιτικοί οπαδοί - ψηφοφόροι του, ως ένδειξη εμπιστοσύνης και εκτίμησης στο πρόσωπο του, πρότειναν εγγράφως στην Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας να τον αξιοποιήσει, τοποθετώντας τον σε κάποια σχετική διοικητική θέση.

Το γεγονός αυτό ήταν σαφέστατα εντελώς διάφορο από αυτό το οποίο ο εναγόμενος ισχυρίστηκε στο επίμαχο δημοσίευμα, ότι δηλαδή ο ενάγων διαπραγματεύεται προεκλογικά τη συμμετοχή του ως υποψήφιου του κόμματος ζητώντας πολιτικά ανταλλάγματα. Εξάλλου, ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι προέβη στη συγκεκριμένη δήλωση αναφορικά με το πρόσωπο του ενάγοντος, διότι είναι σύνηθες για τα πολιτικά πρόσωπα να λαμβάνουν πολιτικά ανταλλάγματα, δεν αναιρεί την ευθύνη και την υπαιτιότητα του, καθώς η άποψη του αυτή δεν τον νομιμοποιεί να ισχυρίζεται για συγκεκριμένο πολιτικό πρόσωπο ότι έχει λάβει τέτοιου είδους αντάλλαγμα και μάλιστα προκειμένου να πεισθεί να συμμετέχει στις εκλογές, πολύ δε περισσότερο τη στιγμή, που γνώριζε ότι κάτι τέτοιο δεν αληθεύει για τον ενάγοντα.

Τα αναφερόμενα στο επίδικο δημοσίευμα μπορούσαν να βλάψουν και έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, χωρίς να υπάρξει εκ των υστέρων, έστω, δημοσίευμα αποκαταστατικό της αλήθειας. Το δημοσίευμα, κατά το νόμο και κατά την κοινή αντίληψη, ενέχει καταφρονητική διάθεση σε βάρος του ενάγοντος και χρησιμοποιήθηκε για να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του και προσέβαλε παράνομα την προσωπικότητα του, καθόσον σ' αυτό αναφέρεται ψευδές γεγονός σε βάρος του τελευταίου, ο δε εναγόμενος, ιδιοκτήτης της εφημερίδας συντάκτης ταυτόχρονα αυτού ήταν γνώστης της ανακρίβειας του, πλην, όμως, προέβη ανεπιφύλακτα στη δημοσίευση του με αναμφίβολη πρόθεση να προσβάλει την τιμή και υπόληψη του ενάγοντος, αφού τον εμφανίζει ως άτομο με ιδιοτελείς σκοπούς, αμφισβητώντας την ηθική και κοινωνική του αξία ως δημόσιου πολιτικού προσώπου.

Ο εναγόμενος επέλεξε ενσυνείδητα να διαδώσει ψευδές γεγονός για τον ενάγοντα κατά τον ως άνω χρόνο του δημοσιεύματος προκειμένου, ενόψει των προσεχών κατά το μήνα Σεπτέμβριο βουλευτικών εκλογών, να πλήξει την εικόνα του και να υπονομεύσει την υποψηφιότητα του και την ενδεχόμενη εκλογή του. Την πρόθεση του εναγομένου μαρτυρεί, εκτός των άλλων, και ο τρόπος αλλά και το ύφος, που είναι γραμμένος ο ισχυρισμός του, καθώς η χρήση των αποσιωπητικών είναι δηλωτική της διάθεσής του να υπονοήσει πράγματα, αλλά και να προσδώσει απαξιωτικό περιεχόμενο στο σχόλιο, το οποίο κάνει για τον ενάγοντα.

Ο σκοπός του εναγομένου επετεύχθη, καθόσον με την κυκλοφορία της εφημερίδας έλαβε γνώση των δηλώσεων του μεγάλος αριθμός ατόμων, εκ των οποίων πολλοί εν δυνάμει ψηφοφόροι του ενάγοντος, οι οποίοι σχημάτισαν μειωτική για το πρόσωπο του τελευταίου εικόνα, δεδομένου ότι επρόκειτο για ένα δημόσιο πρόσωπο, πολιτικό, που ασχολείτο με τα κοινά και ζητούσε από τον πολίτη να τον εμπιστευθεί με την ψήφο του, προκειμένου να τον εκπροσωπήσει επάξια στο Ελληνικό Κοινοβούλιο.

Το ανωτέρω δημοσίευμα περιήγαγε τον ενάγοντα στη δυσάρεστη θέση να επιχειρεί να διαψεύδει έναντι των πολιτικών του οπαδών, αλλά και έναντι του γενικότερου οικογενειακού και κοινωνικού του περίγυρου το ανυπόστατο αυτού. Περαιτέρω, αποδυναμώθηκε σημαντικά η πιθανότητα της επιτυχίας της εκλογής του στις προσεχείς εκλογές λόγω του ηθικού πλήγματος, το οποίο υπέστη κατά την κρίσιμη προεκλογική εκείνη περίοδο, με αποτέλεσμα ο ενάγων να αποφασίσει να μη συμμετάσχει τελικά στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του έτους 2007 και να αποσυρθεί έκτοτε από την πολιτική.

Για το ανωτέρω δημοσίευμα ο εναγόμενος καταδικάστηκε τόσο πρωτοδίκως όσο και κατ' έφεση για εξύβριση δια του τύπου κατ' ορθό κατά πλειοψηφία νομικό χαρακτηρισμό από συκοφαντική δυσφήμιση, για την οποία αρχικά κατηγορείτο (βλ. τις υπ' αριθ. 67/2008 και 36/2009 αποφάσεις του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γρεβενών και Εφ.Δυτ.Μακ., αντίστοιχα).

Επομένως, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος ενεργώντας υπαιτίως και με σκοπό δυσφημήσεως του ενάγοντος προσέβαλε τη τιμή και την υπόληψη και την εν γένει προσωπικότητα του κα. για το λόγο αυτό δικαιούται ο ενάγων χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης. Λαμβανομένου υπόψη, του είδους της προσβολής του ενάγοντος, της εκτάσεως της προσβολής, του βαθμού πταίσματος του εναγομένου κατά την τέλεση της πράξης, τις περιστάσεις υπό τις οποίες η προσβολή εκδηλώθηκε, των επιπτώσεων που είχε και της επαγγελματικής, κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, με βάση και τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, η εύλογη χρηματική ικανοποίηση, που πρέπει να επιδικασθεί στον ενάγοντα ως Θύματος της παραπάνω προσβολής, ανέρχεται στο ποσό των 15.000,00 €.

Επομένως, η εκκαλουμένη που δέχθηκε τα ίδια ως άνω και επιδίκασε στον ενάγοντα ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το παραπάνω ποσό των 15.000,00 € ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και εφάρμοσε το νόμο. Κατά συνέπεια, οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι της έφεσης του εναγομένου, με τους οποίους παραπονείται για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, κρίνονται αβάσιμοι.

Με τον έκτο λόγο της έφεσης του ο εναγόμενος υποστηρίζει ότι συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του αρθ. 367 §1 γ' του Π.Κ , καθότι ενήργησε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, ως εκδότης εφημερίδας για ενημέρωση του αναγνωστικού κοινού για τα πολιτικά δρώμενα του νομού: Η ένσταση αυτή, που ο εναγόμενος πρότεινε και στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απερρίφθη με την εκκαλουμένη ως απαραδέκτως προταθείσα. Σύμφωνα δε με τα αναφερθέντα σε προηγούμενη νομική σκέψη, ο ισχυρισμός αυτός, μη προταθείς παραδεκτώς στον πρώτο βαθμό, απαραδέκτως επαναφέρεται με την έφεση, δεδομένου ότι δεν πλήττεται ταυτοχρόνως η εκκαλουμένη για την απόρριψη του λόγω απαραδέκτου, πέραν του ότι, σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον, δεν αίρεται η ποινική ευθύνη από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και εκ δημοσιογραφικού καθήκοντος όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, όπως εν προκειμένω συντρέχει. Συνεπώς και ο τελευταίος αυτός λόγος της έφεσης του εναγομένου, είναι αβάσιμος".

Με βάση τις παραδοχές αυτές και κατά το μέρος που ενδιαφέρει εδώ το Εφετείο απέρριψε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και επιδικάστηκε σ' αυτόν το ποσό των 15.000 ευρώ ως χρηματική του ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την σε βάρος του αδικοπραξία. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 914, 932, 330, 57, 59 ΑΚ και 363 Π.Κ. που εφάρμοσε, ούτε τις άλλες για τη μη εφαρμογή τους Ειδικότερα με βάση τα δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά τα οποία και με επαρκή πληρότητα διαλαμβάνονται στην αγωγή και θεμελιώνουν αυτή κατά το νόμο , καλύπτεται πλήρως το πραγματικό των διατάξεων αυτών στις οποίες και ορθώς υπήχθησαν και καταφάσκεται η ευθύνη του εναγομένου με βάση τις διατάξεις αυτές για αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του ενάγοντος δια καταβολής χρηματικής ικανοποίησης.

Συνεπώς οι λόγοι της αναίρεσης πρώτος, δεύτερος, τρίτος και πέμπτος από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι. Κατά το λοιπό μέρος τους οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι διότι οι δι' αυτών προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.

Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου.

Επίσης, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός (Α.Π. 238/2008). Κατ' ακολουθίαν ο έκτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος διότι από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι ο φερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός του αναιρεσείοντος από τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 γ' του Π.Κ.

λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκε. Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 183, 176 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20 Νοεμβρίου 2011 του Ε. Τ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 129/2011 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 23 Ιουλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ