Legislator Case Law & Legislation
1593/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissible first-time claim of abuse of right without statutory prerequisites.

Case Number 1593/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's rejection of a claim alleging abuse of right. The appellants raised this argument for the first time in the appeal stage without meeting the strict procedural prerequisites for late claims under Article 527 of the Code of Civil Procedure. The court ruled that the claim was inadmissible because it lacked the necessary conditions for admissibility and was not supported by sufficient evidence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 307, 527, 559, 559(14), 495(3), 176, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure; A claim for abuse of right raised for the first time in the second instance without fulfilling the specific prerequisites of Article 527 is inadmissible and constitutes a minor ground for appeal.

Keywords

AI generated
abuse of right admissibility prerequisites first instance claim second instance appeal Code of Civil Procedure inadmissible claim procedural timing

Cited Legislation

AI generated
Article 307 of the Code of Civil Procedure
Article 527 of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189(1) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 572/2024
Supreme Court Case 200/2024
Supreme Court Case 691/2018
Supreme Court Case 826/2018
Supreme Court Case 447/2020
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1593 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1593/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Παναγιώτα Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Μ. του Χ. και 2) Α. Μ. του Γ., συζ. Ι. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ξ. χας Ε. Τ., το γένος Χ. Φ., 2) Σ. Τ. του Ε., κατοίκων ... και 3) Χ. Τ. του Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μπεκιάρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-3-2018 αγωγή της 1ης των ήδη αναιρεσιβλήτων και του ήδη αποβιώσαντος Ε. Τ. του Σ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 28-4-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1307/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1471/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-5-2021 αίτησή τους.

Με την υπ' αριθμό 296/2024 Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Παναγιώτα Γιαννακοπούλου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 307 εδ. α' και β' ΚΠολΔ "Αν για οποιοδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου". Τέτοιος λόγος αδυναμίας είναι, μεταξύ άλλων, η αποχώρηση από την υπηρεσία δικαστή μέλους της σύνθεσης λόγω συνταξιοδότησης ή παραίτησης (ΑΠ572/2024, ΑΠ200/2024).

Εξάλλου, η επαναλαμβανόμενη, κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ, συζήτηση, αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση Και ναι μεν στο άρθρο 307 ΚΠολΔ δεν αναφέρεται ρητώς, όπως στο άρθρο 254 ΚΠολΔ, ότι η επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης, όμως δεν συντρέχει δικαιολογητικός λόγος να αντιμετωπιστούν κατά διαφορετικό τρόπο οι δύο περιπτώσεις, γιατί οι ως άνω διατάξεις διαφέρουν μόνον ως προς το λόγο της επανάληψης, ο οποίος, στην περίπτωση του άρθρου 307 ΚΠολΔ, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα κάποιου διαδίκου και, συνεπώς, δεν δικαιολογείται να υφίσταται, αν αυτός δεν εμφανιστεί ή δεν εμφανιστεί προσηκόντως, δυσμενέστερη μεταχείριση, δηλαδή να δικαστεί ερήμην και να υποστεί τις σχετικές συνέπειες. Συνακόλουθα, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση και ο διάδικος, ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, είχε, όμως, παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε, που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ914/2024, ΑΠ572/2024, ΑΠ200/2024, ΑΠ17/2023, ΑΠ32/2023, ΑΠ936/2018).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 576 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί".

Στην προκειμένη περίπτωση, μετά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά την αρχική δικάσιμο της 18/11/2022 και την παρέλευση ικανού χρονικού διαστήματος από τη συζήτηση, διαπιστώθηκε αδυναμία έκδοσης απόφασης εκ μέρους της εισηγήτριας Αρεοπαγίτου Χριστίνας-Ζαφειρίας Γαβριηλίδου, οπότε, με την από .../2024 και με αριθμό 296/2024 πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 ΚΠολΔ, ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας νέα δικάσιμος (7/3/2025) προς επανάληψη της συζήτησης.

Κατά την ανωτέρω δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι αναιρεσείοντες δεν εμφανίσθηκαν, εκπροσωπούμενοι από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 § 2 και 573 § 1 ΚΠολΔ. Από το από .../2024 αποδεικτικό επιδόσεως της Επιμελητρίας του Αρείου Πάγου Φ.

Π. προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, με την επίδοση αντιγράφου της προαναφερόμενης πράξης ορισμού δικασίμου προς επανάληψη της συζήτησης και της σχετικής κλήσης προς εμφάνιση κατά την άνω δικάσιμο, στον πληρεξούσιο και αντίκλητό τους δικηγόρο, Θωμά Σταμόπουλο, με τον οποίο αυτοί παραστάθηκαν κατά την προηγούμενη συζήτηση, στην δικάσιμο της 18/11/2022.

Πρέπει, επομένως, να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία των αναιρεσειόντων, οι οποίοι δικάζονται αντιμωλία, αφού η προκείμενη συζήτηση αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης. Με την από 18/5/2021 (αριθμ. καταθ. 3498/483/2021) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 1471/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και ειδικότερα των διαφορών από οριζόντια ιδιοκτησία (αρθρ. 614 αρ. 2 ΚΠολΔ), αντιμωλία των διαδίκων.

Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά, ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 § 1 ΚΠολΔ και, περαιτέρω, νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προβαλλόμενη απόφαση στις 20/5/2021, ήτοι εντός της κατ' άρθρο 564 § 1 ΚΠολΔ 30ήμερης προθεσμίας από την επίδοσή της, η οποία έλαβε χώρα στις 27/4/2021 (βλ.

το προσκομιζόμενο αντίγραφο αυτής με τη σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Κ. Β.). Πρέπει, συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 §§ 1 και 3 του ΚΠολΔ).

Από την προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 1471/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτώς επισκοπούνται (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα, αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Οι 1. Ε. Τ. (μετά τον θάνατο του οποίου υπεισήλθαν στη θέση του οι ήδη αναιρεσίβλητοι και επανέλαβαν εκουσίως τη δίκη στον δεύτερο βαθμό) και 2.

Ξ. συζ. Ε. Τ. (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 7/3/2018 (αριθμ. καταθ. 23712/402/2018) αγωγή τους κατά των ήδη αναιρεσειόντων, με την οποία, ισχυριζόμενοι ότι είναι συγκύριοι διαμερίσματος του πρώτου ορόφου οικοδομής υπαχθείσας στις διατάξεις περί οριζοντίου ιδιοκτησίας, η οποία βρίσκεται στο Αιγάλεω Αττικής και ότι οι εναγόμενοι (ήδη αναιρεσείοντες), ψιλός κύριος και επικαρπώτρια, αντιστοίχως, ισογείου διαμερίσματος της ίδιας οικοδομής, προέβησαν σε κατασκευές κτισμάτων και τοποθέτησαν αντικείμενα στον κοινόκτητο και κοινόχρηστο ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, παρακωλύοντας έτσι τη σύγχρηση αυτού, ζήτησαν, μεταξύ άλλων, που δεν απασχολούν τον αναιρετικό έλεγχο, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, στην καθαίρεση των αναφερόμενων στην αγωγή αυθαίρετων κατασκευών και στην απομάκρυνση των αντικειμένων από τον κοινόχρηστο χώρο της οικοδομής, άλλως να επιτραπεί τούτο στους ενάγοντες με δαπάνες των εναγομένων.

Η ως άνω αγωγή συνεκδικάσθηκε με την από 28/4/2018 (αριθμ. καταθ. 41694/722/2018) αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, με την οποία αυτοί, ισχυριζόμενοι ότι οι εναγόμενοι (ενάγοντες της πρώτης αγωγής), με τις περιγραφόμενες πράξεις τους προσβάλλουν το δικό τους δικαίωμα σύγχρησης των κοινοχρήστων μερών της οικοδομής, ζήτησαν να υποχρεωθούν αυτοί στις ειδικότερα αναφερόμενες στην αγωγή πράξεις και παραλείψεις, προς άρση της παρακώλυσης του ως άνω δικαιώματός τους, με την απειλή κατ' αυτών χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης, σε περίπτωση μη συμμόρφωσής τους προς το διατακτικό της απόφασης.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την υπ' αριθμ. 1307/2019 απόφασή του δέχθηκε εν μέρει τις ως άνω αγωγές, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό της, ειδικότερα δε, δέχθηκε ως ουσία βάσιμο το προαναφερόμενο αίτημα της από 7/3/2018 αγωγής και υποχρέωσε τους εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες, μεταξύ άλλων, να καθαιρέσουν και απομακρύνουν από τον κοινόκτητο και κοινόχρηστο ακάλυπτο χώρο της οικοδομής επί της οδού ...

στο Αιγάλεω Αττικής, αποδίδοντας αυτόν ελεύθερο στην κοινή χρήση όλων των συνιδιοκτητών, τις εξής κατασκευές: α) κτίσμα μήκους 2,70 μέτρων και μεταβλητού πλάτους 0,70 - 1,40 μέτρων, το οποίο είναι σε επαφή και συνεχόμενο της ισόγειας οριζοντίου ιδιοκτησίας τους, με χρήση αποχωρητηρίου (w.c), β) κτίσμα - λεβητοστάσιο με καμινάδα, μήκους 1,50 μέτρου, πλάτους 0,80 μέτρων και ύψους 1,05 μέτρου, σε επαφή με την ισόγεια οριζόντια ιδιοκτησία τους, εντός του οποίου έχουν εγκαταστήσει καυστήρα θέρμανσης και γ) μεταλλικό ντεπόζιτο - δεξαμενή πετρελαίου, μήκους 2 μέτρων, πλάτους 1 μέτρου και ύψους 1 μέτρου, άλλως, επέτρεψε τούτο στους ενάγοντες με δαπάνη των εναγομένων.

Κατά της απόφασης αυτής οι εναγόμενοι-ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών την από 10/1/2020 (αριθμ. καταθ. 3794/324/2020) έφεση, η οποία συνεκδικάσθηκε με τον από 19/3/2020 (αριθμ. καταθ. 3060/311/2020) πρόσθετο λόγο έφεσης και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 1471/2021 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή η έφεση και ο πρόσθετος λόγος αυτής και απορρίφθηκαν κατ' ουσία.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3, 4 παρ. 1, 5 περ. α', 13 του ν. 3741/1929, "περί ιδιοκτησίας κατ' ορόφους", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα με το άρθρο 54 του Εισαγωγικού νόμου αυτού, 785, 787, 1002 και 1117 του ΑΚ προκύπτει ότι κάθε ιδιοκτήτης ορόφου ή διαμερίσματος οικοδομής, για την οποία έχει συσταθεί εγκύρως οριζόντια ιδιοκτησία, δικαιούται, λόγω της αναγκαίας συγκυριότητάς του επί των κοινοχρήστων μερών της οικοδομής, να κάνει ακώλυτη χρήση αυτών και να προβαίνει στην επισκευή και ανανέωση αυτών, αρκεί να μην βλάπτει τα αντίστοιχα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών και να μη μεταβάλλει τον συνήθη προορισμό των μερών αυτών.

Ο προσδιορισμός των κοινόκτητων και κοινόχρηστων μερών της οικοδομής γίνεται με τη συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία (κανονισμό). Μπορεί, επίσης, με συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών, η οποία πρέπει να καταρτισθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί, να παραχωρηθεί η αποκλειστική χρήση κοινόκτητων και κοινόχρηστων μερών της οικοδομής σε έναν ή και περισσότερους από τους συνιδιοκτήτες, με αντίστοιχο αποκλεισμό των άλλων.

Αν δεν ορίζεται τίποτα από την ως άνω δικαιοπραξία, ούτε με ιδιαίτερες συμφωνίες (ομόφωνες αποφάσεις των συνιδιοκτητών, που έχουν περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφεί), τότε ισχύει ο προσδιορισμός που προβλέπεται από τις ως άνω (ενδοτικής φύσης) διατάξεις. Στην περίπτωση αυτή, κριτήριο για τον χαρακτηρισμό πράγματος ως κοινόκτητου και κοινόχρηστου, είναι ο κατά τη φύση του προορισμός για την εξυπηρέτηση των συνιδιοκτητών με την κοινή από αυτούς χρήση του.

Δεδομένου δε, ότι η θεσπιζόμενη με τα άρθρα 1002 του ΑΚ και 1 επ. του ν. 3741/1929 αποκλειστική (χωριστή) κυριότητα επί ορόφου ή τμήματος ορόφου, αποτελεί την εξαίρεση του κανόνα "superficies solo cedit" ("τα επικείμενα είκει τοις υποκειμένοις") που έχει περιληφθεί στο άρθρο 1001 εδ. α'του AK, οποιοδήποτε μέρος του όλου ακινήτου που δεν ορίσθηκε ή δεν ορίσθηκε έγκυρα, με τον συστατικό της οροφοκτησίας τίτλο, ότι αποτελεί αντικείμενο της αποκλειστικής κυριότητας κάποιου συνιδιοκτήτη, υπάγεται αυτοδικαίως από το νόμο, κατ' εφαρμογή του ανωτέρω κανόνα, στα αντικείμενα της αναγκαστικής συγκυριότητας επί του εδάφους και θεωρείται κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος του ακινήτου (Ολ.ΑΠ 23/2000, ΑΠ1630/2023, ΑΠ584/2023, ΑΠ505/2022, ΑΠ386/2021, ΑΠ932/2021, ΑΠ166/2020), με αποτέλεσμα να μη δικαιούται ο ιδιοκτήτης χωριστής ιδιοκτησίας να το ενσωματώσει αυθαιρέτως στην ιδιοκτησία του, ούτε αποβάλλεται ο κοινόκτητος και κοινόχρηστος χαρακτήρας αυτού για το λόγο ότι δεν περιέχεται σχετική ρύθμιση για το χαρακτήρα του αυτό στην συστατική πράξη της οριζόντιας ιδιοκτησίας, αφού ο χαρακτηρισμός αυτός ορίζεται από το νόμο (πρβλ.

ΑΠ402/2010, ΑΠ1203/2003, ΑΠ1205/2003).

Εξάλλου, με βάση το άρθρο 2 παράγραφος 1 του Ν. 3741/1929, προσδιορίζονται τα κριτήρια υπαγωγής στην ομάδα των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών της οικοδομής, που δεν αναφέρονται ρητά στη συμφωνία ή στο νόμο. Ειδικότερα, ο προσδιορισμός των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων αυτών μερών, γίνεται, είτε με τη συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία, είτε με ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ όλων των οροφοκτητών, κατά τα άρθρα 4 παρ. 1, 5 και 13 του Ν. 3741/1929, δηλαδή με σύμφωνη απόφασή τους, που πρέπει να καταρτισθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί. Αν τούτο δεν γίνει, αν δηλαδή δεν ορίζεται τίποτα από την ως άνω δικαιοπραξία, ούτε με ιδιαίτερες συμφωνίες, τότε ισχύει ο προσδιορισμός, που προβλέπεται από τις ως άνω διατάξεις (ΑΠ1675/2024).

Στην τελευταία περίπτωση, κριτήριο για το χαρακτηρισμό πράγματος ως κοινόκτητου και κοινόχρηστου, είναι ο κατά τη φύση του προορισμός για την εξυπηρέτηση των συνιδιοκτητών με την κοινή από αυτούς χρήση του. Επιτρέπεται δε, κατά παρέκκλιση από τα οριζόμενα με την ενδοτικής φύσεως διάταξη του άρθρου 2 του Ν. 3741/1929, με ειδική μεταξύ των συνιδιοκτητών του εδάφους συμφωνία, που καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και καταχωρίζεται στα βιβλία μεταγραφών (άρθρο 5 και 13 παρ. 1 του Ν. 3741/1929), το δικαίωμα να παραχωρηθεί αποκλειστικώς σε κάποιους από τους συνιδιοκτήτες ή και σε έναν από αυτούς η χρήση σε κάποιο από αυτά τα κοινά μέρη, οπότε η χρήση του δεν ανήκει σε όλους από κοινού τους συνιδιοκτήτες του εδάφους.

Από τις ίδιες επίσης ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι κάθε συνιδιοκτήτης δικαιούται να προβαίνει σε απόλυτη χρήση των κοινοχρήστων μερών της οικοδομής, να ενεργεί επισκευές και ανανεώσεις αυτών, καθώς και μεταβολές και προσθήκες, με τον όρο ότι δεν παραβλάπτει τα δικαιώματα των άλλων ιδιοκτητών και δεν μεταβάλλει τον συνήθη προορισμό αυτών ή δεν δημιουργούνται κίνδυνοι για τη στατική της οικοδομής ή των διαμερισμάτων της, δεν παρεμποδίζεται η σύγχρηση εκ μέρους των λοιπών οροφοκτητών, δεν επέρχονται μεταβολές στην αισθητική του κτιρίου και δεν θίγεται η ασφάλειά του (ΑΠ932/2021, ΑΠ532/2019), σε περίπτωση, δε, που προσβάλλεται στη χρήση αυτή, δικαιούται να ζητήσει την άρση της προσβολής και την παράλειψη αυτής στο μέλλον, δικαίωμα που στην περίπτωση αυτή ασκείται σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις του νόμου και δεν ενέχει, άνευ άλλου, καταχρηστικότητα, ακόμη και αν πέρασαν πολλά έτη από τις βλαπτικές ενέργειες (ΑΠ1630/2023, ΑΠ932/2021, ΑΠ532/2019, ΑΠ200/2018).

Αν και πότε θίγονται τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών ή υπάρχει μεταβολή του συνήθους προορισμού των κοινών μερών με τη χρήση τους από ορισμένους συνιδιοκτήτες, κρίνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση με βάση τις ιδιαίτερες συνθήκες της οριζόντιας ιδιοκτησίας, τις επιμέρους ανάγκες των διαιρετών ιδιοκτησιών και το σκοπό που εξυπηρετεί το κοινό μέρος, που υφίσταται τη μεταβολή, στη λειτουργία της όλης συνιδιοκτησίας εντός του πλαισίου του γενικότερου συμφέροντος της ομαλής λειτουργίας της σχέσης της οριζόντιας συνιδιοκτησίας.

Εξάλλου, η από πολεοδομική άποψη νομιμοποίηση ή μη των οιασδήποτε φύσεως αυθαίρετων κατασκευών, δεν ασκεί έννομη επιρροή και αλυσιτελώς προβάλλεται σε κάθε περίπτωση, από τον εναγόμενο η νομιμοποίησή τους, διότι η απαγόρευση του κυρίου ορόφου ή διαμερίσματος οικοδομής, η οποία έχει υπαχθεί στο καθεστώς της οριζόντιας ιδιοκτησίας, να ενεργεί κατασκευές που είναι αντίθετες στο ν. 3741/1929, στη συστατική πράξη της οροφοκτησίας ή στον κανονισμό (όταν υπάρχει), δεν αίρεται από την κατά τις οικείες πολεοδομικές διατάξεις νομιμοποίηση των κατασκευών και ούτε νομιμοποιούνται, οι κατασκευές αυτές έναντι των λοιπών συνιδιοκτητών της οικοδομής, όταν με αυτές βλάπτονται, τα δικαιώματα των τελευταίων (ΑΠ1630/2023, ΑΠ932/2021, ΑΠ 442/2019, ΑΠ 1300/2014).

Τέλος, η ρύθμιση που εισάγεται με το Ν. 3741/ 1929 σε σχέση με την απόκτηση και κατάργηση ιδιαίτερων δικαιωμάτων χρήσης στα κοινόκτητα και στα κοινόχρηστα μέρη της υπαγόμενης στη ρύθμισή του οικοδομής είναι ειδική και έχει υπαγορευθεί από την ιδιαιτερότητα του θεσμού της κατ' ορόφους ιδιοκτησίας. Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι οι γενικές διατάξεις του ΑΚ περί χρησικτησίας, δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής για την κατάργηση του ορισθέντος με τη συστατική πράξη κοινόκτητου και κοινόχρηστου χαρακτήρα συγκεκριμένων μερών της οικοδομής.

Ειδικότερα, κανένας από τους ιδιοκτήτες οριζόντιας ιδιοκτησίας δεν μπορεί με χρησικτησία να αποκτήσει δικαίωμα αποκλειστικής ή μεγαλύτερης από τη μερίδα του χρήσης στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη, ούτε να απωλέσει με αχρησία το δικαίωμα συμμετοχής του στην κοινή χρήση τούτων (ΑΠ1143/2019, ΑΠ746/2018, ΑΠ562/2014, ΑΠ1250/2011, ΑΠ402/2010).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 10/2020).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). (ΟλΑΠ1/2020, ΟλΑΠ2/2019).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ15/2006, ΑΠ687/2024, ΑΠ6/2022, ΑΠ1217/2020).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 453/2022, ΑΠ 1217/2020). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ687/2024, ΑΠ68/2020, ΑΠ12/2020, ΑΠ1217/2020).

Με τους από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου ευθέως ή εκ πλαγίου (ΟλΑΠ 57/1990, ΑΠ687/2024, ΑΠ549/2022, ΑΠ1217/2020, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3, 4 παρ. 1, 5 περ. α' και 13 παρ. 1 και 3 του ν. 3741/1929, με τις αιτιάσεις ότι: α) η απαγόρευση κατασκευών στους κοινόχρηστους χώρους οικοδομής υπαγομένης στις διατάξεις περί οριζοντίου ιδιοκτησίας, η οποίες παρεμποδίζουν τη σύγχρηση, αναφέρεται μόνο σε συνιδιοκτήτη οικοδομής, ενώ, το επίμαχο λουτρό δεν κατασκευάσθηκε από τους αναιρεσείοντες αλλά από τον κοινό απώτερο δικαιοπάροχο των διαδίκων, Ν.

Σ., β) ο κοινόχρηστος χώρος στον οποίο έχει ανεγερθεί το άνω λουτρό του ισογείου διαμερίσματος "από τυπικής πλευράς", ουδέποτε είχε χαρακτηριστεί κοινόχρηστος, αλλά, τουναντίον, ανήκε στην αποκλειστική χρήση των ιδίων και ουδέποτε είχε τεθεί σε κοινή χρήση για να δικαιολογείται η αποξήλωση-κατεδάφισή του και γ) το λουτρό, του οποίου διατάχθηκε η κατεδάφιση, αποτελεί ενιαίο και αναπόσπαστο μέρος της ιδιοκτησίας των αναρεσειόντων.

Επίσης, με τον τρίτο (κατ' ορθή αρίθμηση) λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης των ως άνω διατάξεων, με τις αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, καθόσον περιέχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες και ειδικότερα:

α) ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση στη μείζονα σκέψη δέχεται ως εφαρμοστέες τις διατάξεις του ν. 3741/1929, στην ελάσσονα σκέψη δέχεται, ότι ουδέποτε οι αναιρεσείοντες κατασκεύασαν το άνω λουτρό και ως εκ τούτου ουδέποτε αυτό αποτέλεσε κοινόχρηστο χώρο, καθόσον αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα της ιδιοκτησίας τους, στο συμπέρασμά της καταλήγει, ότι αυτό πρέπει να κατεδαφισθεί, β) δέχεται ότι το λεβητοστάσιο και η μεταλλική δεξαμενή πετρελαίου τοποθετήθηκαν από τους ίδιους το αργότερο μέχρι τις αρχές του έτους 1999, αναφερόμενη στην από 1/6/1999 έκθεση αυτοψίας υπαλλήλων της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Τομέα Δυτικής Αθήνας, ενώ είναι γνωστό ότι στις εκθέσεις αυτοψίας δεν αναφέρεται το πρόσωπο που κατασκεύασε ή εγκατέστησε τις αυθαίρετες κατασκευές αλλά απλώς περιγράφεται το αυθαίρετο της κατασκευής ή εγκατάστασης, γ) δέχεται, ότι το ανωτέρω κτίσμα και η δεξαμενή βρίσκονταν σε χρήση κατά το χρόνο διενέργειας της σχετικής αυτοψίας, ενώ το ανωτέρω γεγονός ουδεμία απολύτως σχέση έχει με το χρόνο κατασκευής και εγκατάστασής τους και δ) το ανωτέρω κτίσμα και η δεξαμενή πετρελαίου βρίσκονταν σε χρήση κατά το χρόνο της αυτοψίας, εφόσον είχαν κατασκευασθεί και εγκατασταθεί από τον αρχικό κύριο του όλου ακινήτου, Ν.

Σ., κατά τρόπο που καθιστούσε τις ανωτέρω αυθαίρετες κατασκευές και εγκαταστάσεις ένα ενιαίο και αναπόσπαστο σύνολο με τα λοιπά τμήματα του ισογείου ορόφου, έτσι ώστε να αναιρείται πλέον ο κοινόχρηστος χαρακτήρας των χώρων του κοινού οικοπέδου που καταλάμβαναν.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τους άνω αναιρετικούς λόγους μέρος της, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε τα εξής, αυτολεξεί παρατιθέμενα: "...Η προαναφερόμενη οικοδομή έχει υπαχθεί στις διατάξεις των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ και του νόμου 3741/1929, με τις οποίες καθιερώνεται ο θεσμός της οριζόντιας ιδιοκτησίας (ιδιοκτησίας κατ' ορόφους), με την πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας με τον αριθμό ....1961 του Συμβολαιογράφου Πειραιά Ε.

Τ., η οποία έχει υποβληθεί σε μεταγραφή στα οικεία βιβλία μεταγραφών, χωρίς ωστόσο για την οικοδομή αυτή να έχει συνταχθεί κανονισμός. Σύμφωνα με τις προαναφερόμενες συμβολαιογραφικές πράξεις (την πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και τα συμβόλαια αγοραπωλησίας και γονικής παροχής), οι διάδικοι κατέστησαν συγκύριοι των κοινόκτητων και κοινόχρηστων μερών της οικοδομής, ανάλογα με το ποσοστό συγκυριότητας των ιδιοκτησιών καθενός από αυτούς στο όλο οικόπεδο.

Με δεδομένο ότι στην πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας δεν προσδιορίζονται οι κοινόκτητοι και κοινόχρηστοι χώροι της οικοδομής, ούτε επακολούθησε συμφωνία μεταξύ των συνιδιοκτητών για τον προσδιορισμό τους, στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής περιλαμβάνονται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 αριθ. 1 του νόμου 3741/1929, το έδαφος, τα θεμέλια, οι πρωτότοιχοι, η στέγη, οι καπνοδόχοι, οι αυλές, τα φρέατα, οι ανελκυστήρες, οι βόθροι, οι εγκαταστάσεις κεντρικής θέρμανσης και κάθε άλλο πράγμα που χρησιμεύει στους ιδιοκτήτες για την κοινή χρήση και επομένως περιλαμβάνεται και ο ακάλυπτος αύλειος χώρος του οικοπέδου, στον οποίο έχει ανεγερθεί η οικοδομή.

Περαιτέρω, με δεδομένο ότι για την οικοδομή αυτή δεν έχει συνταχθεί κανονισμός και δεν υπάρχει ειδική συμφωνία μεταξύ των συνιδιοκτητών αναφορικά με τον τρόπο χρήσης των αυτοτελών και ανεξάρτητων οριζόντιων ιδιοκτησιών και των αδιαίρετων μερών της οικοδομής, καθένας από αυτούς (συνιδιοκτήτες) δικαιούται να προβαίνει σε απόλυτη χρήση της αυτοτελούς και ανεξάρτητης οριζόντιας ιδιοκτησίας του, αλλά και των κοινών μερών της οικοδομής, με τον όρο να μην παραβλάπτει τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών, να μην μεταβάλει το συνήθη προορισμό και τη χρήση αυτών και να μην παραβλάπτει τη χρήση των άλλων συνιδιοκτητών και την ασφάλεια αυτών ή του οικοδομήματος.

Επίσης, κάθε συνιδιοκτήτης έχει το δικαίωμα να προβαίνει στην επισκευή και συντήρηση των κοινών μερών και εγκαταστάσεων της οικοδομής, καθώς και να προβαίνει σε μεταβολές ή προσθήκες στα κοινά μέρη της οικοδομής, με την προϋπόθεση ότι από αυτές δεν παραβλάπτεται η χρήση και γενικότερα τα δικαιώματα των άλλων συνιδιοκτητών, δεν μειώνεται η ασφάλεια των υπόλοιπων συνιδιοκτητών ή του οικοδομήματος και δεν μεταβάλλεται ο συνήθης προορισμός του πράγματος (....).

Όσον αφορά δε, τον τρόπο κατανομής των δαπανών που αφορούν τα κοινά πράγματα, κάθε συνιδιοκτήτης βαρύνεται με τόσο μέρος των κοινών βαρών, όσο αναλογεί στην αξία της χωριστής ιδιοκτησίας του, δεδομένου ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν υφίσταται κανονισμός, ούτε στην πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας ορίζεται το ποσοστό συμμετοχής καθεμίας από αυτές (αυτοτελείς και ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες) στις δαπάνες των κοινών πραγμάτων, παρά μόνο ορίζεται το ποσοστό συγκυριότητας αυτών στο οικόπεδο, το οποίο δεν ταυτίζεται ωστόσο με το ποσοστό συμμετοχής στις δαπάνες των κοινών βαρών.

Όπως αποδεικνύεται (επισημαίνεται στο σημείο τούτο ότι οι σχετικές παραδοχές της εκκαλούμενης απόφασης δεν πλήττονται με τους λόγους της έφεσης) η αξία της οριζόντιας ιδιοκτησίας που καταλαμβάνει τον πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο, το δωμάτιο στο δώμα και το δικαίωμα επέκτασης της οικοδομής, όπως επίσης και του ποσοστού συγκυριότητας στο οικόπεδο, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 71.575,29 ευρώ, ενώ η αξία της οριζόντιας ιδιοκτησίας που καταλαμβάνει τον ισόγειο όροφο, όπως επίσης και του ποσοστού συγκυριότητας στο οικόπεδο, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 51.704,66 ευρώ.

Επομένως, η οριζόντια ιδιοκτησία των εφεσιβλήτων συμμετέχει στα κοινά βάρη κατά ποσοστό 58,05% [71.575,29 X 100 : (71.575,29 + 51.704,66 =) 123.279,95 = 58,05%] και, αντίστοιχα, η οριζόντια ιδιοκτησία των εκκαλούντων συμμετέχει στα κοινά βάρη κατά ποσοστό 41,95% [51.704,66 X100 : (71.575,29 + 51.704,66 =) 123.279,95 = 41,95%].

Περαιτέρω, από την προσήκουσα αξιολόγηση και την ορθή εκτίμηση όλων, χωρίς εξαίρεση των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύονται ειδικότερα προηγουμένως στο σκεπτικό της απόφασης αυτής (βλ. τη σκέψη με τον αριθμό 14), αποδεικνύονται τα ακόλουθα, σε ό,τι αφορά τη βασιμότητα των ισχυρισμών που προτείνονται από τους εφεσιβλήτους, ως ενάγοντες (της πρώτης αγωγής), των επικαλούμενων από αυτούς πραγματικών περιστατικών και των αγωγικών αιτημάτων που δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και πλήττονται από τους εκκαλούντες με την κρινόμενη έφεση:

Ειδικότερα, αποδεικνύεται ότι στον κοινόκτητο και κοινόχρηστο ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου οι εκκαλούντες α) διατηρούν αυθαίρετο κτίσμα, διαστάσεων σε μήκος 2,70 μέτρα και με μεταβλητό πλάτος, από 0,70 μέτρα μέχρι 1,40 μέτρα, το οποίο τελεί σε επαφή και είναι συνεχόμενο με το ισόγειο διαμέρισμά τους, το οποίο -αυθαίρετο κτίσμα- χρησιμοποιούν ως λουτρό (W.C.), β) έχουν κατασκευάσει και διατηρούν αυθαίρετο κτίσμα (λεβητοστάσιο με καμινάδα), διαστάσεων σε μήκος 1,50 μέτρα, πλάτος 0,80 μέτρα και ύψος 1,05 μέτρα, το οποίο τελεί σε επαφή με το ισόγειο διαμέρισμά τους, μέσα στο οποίο έχουν εγκαταστήσει τον καυστήρα θέρμανσης του διαμερίσματος τους και γ) έχουν κατασκευάσει, τοποθετήσει και διατηρούν αυθαίρετα μεταλλικό ντεπόζιτο - δεξαμενή πετρελαίου, διαστάσεων σε μήκος 2 μέτρα, πλάτος 1 μέτρο και ύψος 1 μέτρο, από την οποία τροφοδοτείται ο καυστήρας θέρμανσης.

Το πρώτο από τα προαναφερόμενα αυθαίρετα κτίσματα έχει κατασκευαστεί από τον κοινό απώτερο δικαιοπάροχο των διαδίκων, Ν. Σ. του Α., όπως προκύπτει από τις υπεύθυνες δηλώσεις του προσώπου αυτού, όπως επίσης και των Ε. Σ. του Κ. και Α. Π. του Α., ενώ το κτίσμα για τη στέγαση του καυστήρα και η δεξαμενή πετρελαίου κατασκευάστηκαν και τοποθετήθηκαν από τους εκκαλούντες, το αργότερο μέχρι τις αρχές του έτους 1999, δεδομένου ότι από την από 1-6-1999 έκθεση αυτοψίας υπαλλήλων της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του τομέα Δυτικής Αθήνας αποδεικνύεται ότι κατά την ημερομηνία διενέργειας αυτής τα προαναφερόμενα κτίσματα και οι κατασκευές ήταν αποπερατωμένα (-ες) και σε χρήση.

Με τα προαναφερόμενα κτίσματα και τις κατασκευές οι εκκαλούντες έχουν καταλάβει τμήμα από τον κοινόκτητο και κοινόχρηστο ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου και κατά τούτο παραβλάπτουν το δικαίωμα σύγχρησης του χώρου αυτού από τους λοιπούς συνιδιοκτήτες και ειδικότερα τους εφεσιβλήτους. Το γεγονός ότι τα κτίσματα και οι κατασκευές αυτές υφίστανται τουλάχιστον από εικοσαετίας (το πρώτο δε από αυτά, από πεντηκονταετίας), δεν ασκεί έννομη επιρροή στην άσκηση της αξίωσης των εφεσιβλήτων για την καθαίρεση και απομάκρυνσή τους, δεδομένου ότι οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα που προβλέπουν τη σύσταση με χρησικτησία και την κατάργηση με αχρησία των δουλειών, δεν εφαρμόζονται ευθέως, ούτε κατόπιν αναλογικής εφαρμογής για την κατάργηση του κοινόκτητου και κοινόχρηστου χαρακτήρα συγκεκριμένων μερών της οικοδομής που έχει οριστεί με τη συστατική της οροφοκτησίας πράξη (....), με αποτέλεσμα οι εφεσίβλητοι να μην έχουν απωλέσει το δικαίωμα σύγχρησης του τμήματος του κοινόκτητου και κοινόχρηστου ακάλυπτου χώρου του οικοπέδου που έχει καταληφθεί με τις κατασκευές αυτές, ούτε και την αγώγιμη αξίωσή τους για την προστασία του δικαιώματος τους αυτού.

Εξάλλου, ο ισχυρισμός των εκκαλούντων ότι τα αυθαίρετα κτίσματα και τις κατασκευές έχουν υπαγάγει στις ρυθμίσεις του νόμου 4495/2017 για την τακτοποίηση των αυθαιρέτων, αλυσιτελώς προβάλλεται και συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμος. Τούτο δε, διότι η νομιμοποίηση ή τακτοποίηση, από πολεοδομική άποψη, των αυθαίρετων κατασκευών, καμία έννομη επιρροή δεν ασκεί και αλυσιτελώς προβάλλεται, σε κάθε περίπτωση, η νομιμοποίησή ή η τακτοποίησή τους, με δεδομένο ότι η απαγόρευση προς τον κύριο ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου πολυώροφης οικοδομής, η οποία έχει υπαχθεί στο καθεστώς της οριζόντιας ιδιοκτησίας, να ενεργεί κατασκευές στους κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής που παρεμποδίζουν τη σύγχρηση των χώρων αυτών από τους κυρίους των λοιπών αυτοτελών και ανεξάρτητων οριζόντιων ιδιοκτησιών, δεν αίρεται από την κατά τις οικείες πολεοδομικές διατάξεις νομιμοποίηση ή τακτοποίηση των κατασκευών αυτών και την εξαίρεσή τους από την κατεδάφιση με την πληρωμή των σχετικών προστίμων που επιβάλλονται από την πολεοδομική αρχή, αφού με τον τρόπο αυτό οι προαναφερόμενες κατασκευές ούτε νομιμοποιούνται έναντι των λοιπών συνιδιοκτητών της οικοδομής, ούτε παύει η από τις κατασκευές αυτές παρακώληση της ελεύθερης και απρόσκοπτης χρήσης των κοινόχρηστων πραγμάτων από τους λοιπούς συνιδιοκτήτες (......).

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε την αγωγή των εφεσιβλήτων [ως προς το αίτημά της με το στοιχείο (α)] και υποχρέωσε τους εκκαλούντες να καθαιρέσουν και απομακρύνουν από τον κοινόκτητο και κοινόχρηστο ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, αποδίδοντας αυτόν ελεύθερο στην κοινή χρήση όλων των συνιδιοκτητών, τις προαναφερόμενες αυθαίρετες κατασκευές, διαφορετικά επέτρεψε στους εφεσιβλήτους να προβούν στις ενέργειες αυτές με δαπάνες των εκκαλούντων, με όμοιες νομικές σκέψεις και ουσιαστικές παραδοχές, με αυτές που διατυπώνονται και από το Δικαστήριο τούτο, δεν προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ούτε σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ορθά έκρινε.

Συνακόλουθα, οι σχετικοί (πρώτος και δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος του) λόγοι της έφεσης, με τους οποίους οι εκκαλούντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι". Έτσι όπως έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3, 4 παρ. 1, 5 περ.

α' και 13 παρ. 1 και 3 του ν. 3741/1929, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, και δη ότι η οικοδομή επί της οποίας βρίσκονται οι αυτοτελείς ιδιοκτησίες των διαδίκων έχει υπαχθεί στις περί οριζοντίου ιδιοκτησίας διατάξεις του ν. 3741/ 1929, ότι στην πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας δεν προσδιορίζονται οι κοινόκτητοι και κοινόχρηστοι χώροι της οικοδομής, ούτε επακολούθησε συμφωνία μεταξύ των συνιδιοκτητών για τον προσδιορισμό τους, συνεπώς, στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής περιλαμβάνεται και ο ακάλυπτος αύλειος χώρος του οικοπέδου, στο οποίο έχει ανεγερθεί η οικοδομή, ότι το αυθαίρετο κτίσμα που διατηρούν οι αναιρεσείοντες και χρησιμοποιούν ως λουτρό (W.C.), βρίσκεται στον άνω κοινόχρηστο και κοινόκτητο χώρο, του οποίου ο χαρακτήρας δεν έχει καταργηθεί, ούτε έχει απωλεσθεί από το γεγονός της ανέγερσης επ' αυτού του λουτρού από πεντηκονταετίας από τον απώτερο δικαιοπάροχο των διαδίκων και όχι από τους ίδιους και ότι οι αναιρεσίβλητοι έχουν δικαίωμα σύγχρησης και του χώρου αυτού και αξίωση προστασίας του δικαιώματός τους αυτού, πληρούν το πραγματικό των προαναφερομένων διατάξεων και δικαιολογούν την, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, ορθότητα του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος περί της ουσιαστικής βασιμότητας του αγωγικού δικαιώματος των ήδη αναιρεσίβλητων για την καθαίρεση του εν λόγω κτίσματος.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, το Εφετείο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ν. 3749/1929, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα, οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, πέραν των αμέσως ανωτέρω αναφερομένων, ότι, τόσο το αυθαίρετο κτίσμα, το οποίο οι αναιρεσείοντες χρησιμοποιούν ως λουτρό (W.C.), όσο και το αυθαίρετο κτίσμα (λεβητοστάσιο με καμινάδα) και το μεταλλικό ντεπόζιτο-δεξαμενή πετρελαίου που έχουν κατασκευάσει και διατηρούν αυτοί, έχουν καταλάβει τμήμα από τον κοινόκτητο και κοινόχρηστο ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου και κατά τούτο παραβλάπτουν το δικαίωμα σύγχρησης του χώρου αυτού από τους λοιπούς συνιδιοκτήτες και ειδικότερα τους αναιρεσίβλητους, ότι το πρώτο από τα προαναφερόμενα αυθαίρετα κτίσματα έχει κατασκευαστεί από τον κοινό απώτερο δικαιοπάροχο των διαδίκων, Ν.

Σ. του Α., ενώ το κτίσμα για τη στέγαση του καυστήρα και η δεξαμενή πετρελαίου κατασκευάστηκαν και τοποθετήθηκαν από τους αναιρεσείοντες το αργότερο μέχρι τις αρχές του έτους 1999 και το γεγονός ότι τα κτίσματα και οι κατασκευές αυτές υφίστανται τουλάχιστον από εικοσαετίας (το πρώτο δε από αυτά, από πεντηκονταετίας), δεν ασκεί έννομη επιρροή στην άσκηση της αξίωσης των αναιρεσίβλητων για την καθαίρεση και απομάκρυνσή τους, δεδομένου ότι οι περί χρησικτησίας διατάξεις του Αστικού Κώδικα δεν εφαρμόζονται ευθέως, ούτε κατόπιν αναλογικής εφαρμογής για την κατάργηση του κοινόκτητου και κοινόχρηστου χαρακτήρα συγκεκριμένων μερών οικοδομής υπαγομένης στις περί οριζοντίου ιδιοκτησίας διατάξεις, με αποτέλεσμα οι αναιρεσίβλητοι να μην έχουν απωλέσει το δικαίωμα σύγχρησης του τμήματος του κοινόκτητου και κοινόχρηστου ακάλυπτου χώρου του οικοπέδου που έχει καταληφθεί με τις κατασκευές και εγκαταστάσεις αυτές, ούτε και την αγώγιμη αξίωσή τους για την προστασία του δικαιώματος τους αυτού, επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Οι δε μερικότερες διαλαμβανόμενες στον από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ τρίτο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, απαραδέκτως προβάλλονται προς θεμελίωση του λόγου αυτού, διότι ανάγονται στην αξιολόγηση, στάθμιση, ανάλυση και εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές και πλήρες αποδεικτικό του πόρισμα, καθώς και σε απόψεις και επιχειρήματα των αναιρεσειόντων προς επιστήριξη των ισχυρισμών τους περί κατάργησης του κοινόχρηστου χαρακτήρα των καταληφθέντων με τις ως άνω αυθαίρετες κατασκευές και εγκαταστάσεις τμημάτων του ακάλυπτου χώρου του οικοπέδου, οι οποίοι όμως δεν έγιναν δεκτοί από το Εφετείο, που κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ως ορθό, με τις αιτιάσεις δε αυτές και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων.

Επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα που αξιώνεται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση, την αντένσταση ή λόγο έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή εκ περισσού εκτιθέμενα, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις (ΑΠ910/2023, ΑΠ261/2022, ΑΠ376/2022, ΑΠ163/2022, ΑΠ98/2020).

Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το Δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ14/2004, ΑΠ376/2022, ΑΠ261/2022, ΑΠ7/2020). Ειδικότερα αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1011/1994) και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 760/2004, 539/2003), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ579/2024, ΑΠ1419/2023, ΑΠ910/2023).

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, η οποία, κατά τους αναιρεσείοντες, συνίσταται στο ότι, δεν έλαβε υπόψη τον παραδεκτώς προβληθέντα από τον πρώτο βαθμό ισχυρισμό τους ότι ουδέποτε προέβησαν οι ίδιοι στις προαναφερθείσες κατασκευές και εγκαταστάσεις (λουτρό, λεβητοστάσιο και μεταλλικό ντεπόζιτο-δεξαμενή πετρελαίου) και ουδέποτε ο χώρος που καταλαμβάνουν οι ανωτέρω κατασκευές και εγκαταστάσεις είχε κοινόχρηστο χαρακτήρα.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, όπως διατυπώνεται, δεν είναι αυτοτελής, αλλά συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και δεν αποτελεί πράγμα, κατά την προεκτεθείσα έννοια, επιπροσθέτως δε, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο τρόπος πρότασής του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφοράς του στον δεύτερο βαθμό, μη αρκούσας της αόριστης αναφοράς ότι "παραδεκτώς προεβλήθη από τον πρώτον δικαιοδοτικόν βαθμόν", σε κάθε δε περίπτωση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από τις ανωτέρω πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι ο ως άνω ισχυρισμός απορρίφθηκε στην ουσία εκ των πραγμάτων, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρ. 339 και 432 επ.

ΚΠολΔ, εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή, ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για διαγνωστικό λάθος, αλλά για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΑΠ124/2023, ΑΠ510/2023, ΑΠ1623/2022, ΑΠ1050/2022, ΑΠ778/2021, ΑΠ438/2021).

Για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάστηκε κατά το περιεχόμενό του. Δεν αρκεί, έτσι, ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε (ΑΠ124/2023, ΑΠ510/2023, ΑΠ1623/2022, 778/2021).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει στο αναιρετήριο να αναγράφονται, μεταξύ άλλων, το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, κατά λέξη, και το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο (ΑΠ123/2024, ΑΠ1075/2023, ΑΠ919/2023, ΑΠ1623/2022, ΑΠ 867/2019).

Με τον τέταρτο (κατ' ορθή αρίθμηση) λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 1/6/1999 έκθεσης αυτοψίας των υπαλλήλων της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Τομέα Δυτικής Αθήνας, δεχόμενο ότι στην ως άνω έκθεση αναφέρεται, ως χρόνος κατασκευής του κτίσματος της στέγασης του καυστήρα της ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων και της τοποθέτησης της δεξαμενής πετρελαίου η 1/6/1999, ενώ αυτό ουδόλως αναγράφεται στην ως άνω έκθεση αυτοψίας.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού δεν αναγράφεται στο αναιρετήριο, και μάλιστα κατά λέξη, το περιεχόμενο της φερόμενης ως παραμορφωθείσας έκθεσης αυτοψίας, σε κάθε δε περίπτωση, είναι και αβάσιμος, στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν υπάρχει σ' αυτήν οποιαδήποτε αναφορά περί αναγραφής, στην ως άνω έκθεση αυτοψίας, της 1/6/1999 ως χρόνου κατασκευής του κτίσματος στέγασης του καυστήρα και της δεξαμενής πετρελαίου, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, αλλά αναφέρεται ότι, κατά την ως άνω ημερομηνία διενέργειας της αυτοψίας, αυτά ήταν αποπερατωμένα και σε χρήση, προς άντληση επιχειρήματος, αναφορικά με το ήδη συναχθέν αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου, περί κατασκευής και τοποθέτησης αυτών από τους αναιρεσείοντες το αργότερο μέχρι τις αρχές του έτους 1999, που είναι διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θωρούν ορθό.

Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με αποτέλεσμα να επάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση που δημιουργήθηκε από αυτόν, επαγόμενη ιδιαίτερα επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, πρόσθετα, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται από τα διαγραφόμενα από την ανωτέρω διάταξη όρια (ΟλΑΠ7/2002, ΑΠ1630/2023, ΑΠ805/2023, ΑΠ1/2023, ΑΠ68/2022).

Εξάλλου, με το άρθρο 527 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και ίσχυε κατά το χρόνο άσκησης της έφεσης των ήδη αναιρεσειόντων (πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 29 του ν. 4842/2021) ορίζεται ότι "είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων, 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία, αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.

Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως". Επομένως είναι απαράδεκτη η προβολή για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη των ισχυρισμών αυτών, εφόσον αυτοί δεν είχαν προταθεί πρωτοδίκως κατά τρόπο παραδεκτό, εκτός εάν εμπίπτουν σε κάποια από τις προεκτεθείσες εξαιρέσεις του παραδεκτού της βραδείας προβολής τους, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί ο διάδικος που προβάλλει τους ισχυρισμούς αυτούς (ΑΠ914/2024, ΑΠ 907/2022, ΑΠ 235/2019, ΑΠ 88/2018, ΑΠ 243/2015, ΑΠ 388/2013).

Η κατ' άρθρο 281ΑΚ ένσταση, καίτοι στηρίζεται σε κανόνα δημοσίας τάξεως, δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αφού απαιτείται κατά νόμο η υποβολή σχετικού αιτήματος του διαδίκου, ενώ, από καμία διάταξη νόμου δεν προκύπτει ότι μπορεί να προταθεί σε κάθε στάση της δίκης. Επομένως, δεν πρόκειται για ένσταση προνομιακή, κατά την άνω έννοια, και δεν μπορεί να προταθεί στο Εφετείο χωρίς του περιορισμούς του άρθρου 527 ΚΠολΔ (ΑΠ586/2024, ΑΠ468/2022, ΑΠ1215/2021, ΑΠ 1315/2020, ΑΠ 691/2018, ΑΠ 2024/2009).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ2/2001, ΟλΑΠ1/1999, ΑΠ914/2024, ΑΠ907/2022, AΠ270/2015) και με αυτόν ελέγχεται και η απόρριψη από το Δικαστήριο ισχυρισμού ότι προβλήθηκε απαραδέκτως (ΑΠ914/2024, ΑΠ907/2022, ΑΠ447/2020, ΑΠ98/2015).

Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, την από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια (και όχι την από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ, 269 και 526 ΚΠολΔ, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο), ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, απέρριψε ως απαραδέκτως προβληθείσα την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των αντιδίκων τους, μολονότι η ένσταση αυτή είχε προταθεί παραδεκτά, τόσο στην πρωτοβάθμια, όσο και στην κατ' έφεση δίκη.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον ως άνω αναιρετικό λόγο μέρος της, των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, των από 26/9/2018 προτάσεων που οι αναιρεσείοντες κατέθεσαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προς απόκρουση της από 7/3/2018 αγωγής των αντιδίκων τους και των δικογράφων της έφεσης και του πρόσθετου λόγου έφεσης, προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες, ως εναγόμενοι με την από 7/3/2018 αγωγή, προέβαλαν στον πρώτο βαθμό ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των εναγόντων, ισχυριζόμενοι, κατά λέξη, προς θεμελίωσή της, ότι "οι ίδιοι (ενάγοντες) παρανομούν συστηματικά, όπως συστηματικά αφήνουν την πόρτα εισόδου στην οικοδομή μας ανασφάλιστη, ώστε να γίνουμε εμείς θύματα διαρρηκτών (βλ.

σχετ. 9 και 14), να αρνούνται συστηματικά και σαδιστικά να μην ρίπτουν ακάθαρτα ύδατα στον ακάλυπτο χώρο της οικοδομής και να αρνούνται να συμπράξουν στην κατασκευή αποδρομής των ομβρίων υδάτων, με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να εισέλθουμε και να εξέλθουμε από την οικία μας, να δημιουργούνται δε προβλήματα υγείας και υγρασίας (βλ.

σχετ. 12 και 15)". Με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, η ένσταση απορρίφθηκε ως νομικά αβάσιμη με την πρωτόδικη απόφαση και κρίθηκε ομοίως απορριπτέα με την προσβαλλόμενη απόφαση και με το σκεπτικό ότι: "Ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος αξιολογείται δικονομικά ως ένσταση που επιχειρείται να θεμελιωθεί στη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμος.

Τούτο δε, διότι σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που επικαλούνται οι εναγόμενοι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι αυτά είναι αληθινά, το Δικαστήριο εκτιμά ότι η άσκηση των ένδικων αξιώσεων δεν υπερβαίνει καθόλου-πολύ δε περισσότερο δεν υπερβαίνει προφανώς-τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα (νομική σκέψη) που προηγήθηκε.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος ως νομικά αβάσιμη, με όμοιες νομικές παραδοχές, με αυτές που διατυπώνονται και από το Δικαστήριο τούτο, δεν προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, αλλά ορθά έκρινε.

Συνακόλουθα, ο σχετικός (δεύτερος, κατά το δεύτερο σκέλος του) λόγος της έφεσης, όπως επίσης και ο μοναδικός λόγος του δικογράφου πρόσθετου λόγου έφεσης, με τους οποίους οι εκκαλούντες υποστηρίζουν τα αντίθετα (ως προς την, κατά τους ισχυρισμούς τους, νομική και ουσιαστική βασιμότητα της ένστασής τους αυτής), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος".

Ωστόσο οι αναιρεσείοντες, στη δευτεροβάθμια δίκη, με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου της έφεσής τους και με τον μοναδικό πρόσθετο λόγο έφεσης, πρότειναν τους διαλαμβανόμενους στο κατωτέρω παρατιθέμενο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης νέους πραγματικούς ισχυρισμούς, προς θεμελίωση της κατ' άρθρο 281 ΑΚ ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία, κατά το ενδιαφέρον τον ως άνω αναιρετικό λόγο μέρος της, έχει ως εξής: "Με το δεύτερο λόγο της έφεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, όπως επίσης και με το μοναδικό λόγο του δικογράφου πρόσθετου λόγου έφεσης, μετά την απόρριψη της ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, ως νομικά αβάσιμης, από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με τις νομικές σκέψεις που διαλαμβάνονται ειδικότερα στην εκκαλούμενη απόφαση και οι οποίες είναι όμοιες με εκείνες που διατυπώνονται από το Δικαστήριο τούτο, οι εκκαλούντες επιπρόσθετα προτείνουν νέα ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, η οποία επιχειρείται να θεμελιωθεί με την επίκληση νέων πραγματικών περιστατικών, τα οποία αποτελούν κατά τους ισχυρισμούς των εκκαλούντων την ιστορική βάση της ένστασης αυτής.

Ειδικότερα, για πρώτη φορά στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, με τα δικόγραφα της έφεσης και του πρόσθετου λόγου έφεσης, οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι η άσκηση του δικαιώματος, της αξίωσης του ουσιαστικού δικαίου για την καθαίρεση των αυθαίρετων κατασκευών που περιγράφονται στην αγωγή με τους αριθμούς (1), (2) και (3), από την πλευρά των εναγόντων, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος αυτού, δεδομένου ότι οι κατασκευές αυτές έχουν νομιμοποιηθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου 4495/2017, ότι οι εναγόμενοι δεν φέρουν ευθύνη για τις κατασκευές αυτές, δεδομένου ότι αυτές προϋπήρχαν, αφού τις κατασκεύασε ο κοινός απώτερος δικαιοπάροχος των διαδίκων και η σύζυγός του και οι διάδικοι στη συνέχεια αποδέχθηκαν την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί, με αποτέλεσμα να προκληθεί στους εναγομένους η πεποίθηση ότι δεν θα έθεταν οι ενάγοντες ζήτημα καθαίρεσης των κατασκευών αυτών, ότι η ύπαρξη και η χρήση τους δεν προκαλεί βλάβη στους ενάγοντες, ούτε βλάπτει την οικοδομή, ούτε μειώνει την ασφάλειά της, ότι οι ενάγοντες δεν επιθυμούν να χρησιμοποιήσουν τις κατασκευές αυτές, ούτε βλάπτονται από τη χρήση τους και επιδιώκουν την καθαίρεσή τους για λόγους αντεκδίκησης, ότι η καθαίρεσή τους θα υποχρεώσει τους εναγομένους στην καταβολή υπέρογκων για την οικονομική κατάστασή τους ποσών, αλλά και θα τους στερήσει την υγιεινή και τη θέρμανση κλπ.

Ο ισχυρισμός αυτός των εκκαλούντων πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Τούτο δε, διότι στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχει καμία από τις προϋποθέσεις κατ' εξαίρεση παραδεκτής προβολής ισχυρισμού στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ο οποίος δεν προτάθηκε στον πρώτο βαθμό, κατά το άρθρο 527 του ΚΠολΔ (με το περιεχόμενο που αυτό έχει μετά την έναρξη ισχύος του νόμου 4335/2015), δεδομένου ότι η ένσταση αυτή α) δεν προτείνεται από τον εφεσίβλητο, β) δεν γεννήθηκε μετά τη συζήτηση στον πρώτο βαθμό, γ) δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, ούτε μπορεί να προταθεί σε κάθε στάση της δίκης, δ) δεν προβλήθηκε έγκαιρα, ενώ η μη έγκαιρη προβολή της στον πρώτο βαθμό με τις έγγραφες προτάσεις των εκκαλούντων δεν οφείλεται σε δικαιολογημένη αιτία, ε) δεν προέκυψε για πρώτη φορά μεταγενέστερα και στ) δεν αποδεικνύεται με δημόσια ή με ιδιωτικά έγγραφα (τα οποία να παρέχουν πλήρη απόδειξη και όχι απλώς να συνάγονται δικαστικά τεκμήρια από αυτά) ούτε με δικαστική ομολογία των εφεσιβλήτων (οι οποίοι είναι απαραίτητο να επισημανθεί στο σημείο τούτο ότι με τις έγγραφες προτάσεις τους δε συνομολογούν τα πραγματικά περιστατικά που προτείνουν οι εκκαλούντες προς θεμελίωση της ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος), προϋποθέσεις άλλωστε (κατ' εξαίρεση παραδεκτής προβολής ισχυρισμού για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο), των οποίων τη συνδρομή είναι απαραίτητο να επισημανθεί ότι δεν επικαλούνται ούτε και οι εκκαλούντες (πρβλ.

ΑΠ 691/2018, 826/2018, ΑΠ 447/2020, δημοσιευμένες στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS).

Για τους λόγους αυτούς, ο σχετικός (δεύτερος, κατά το δεύτερο σκέλος του) λόγος της έφεσης, όπως επίσης και ο μοναδικός λόγος του δικογράφου πρόσθετου λόγου έφεσης πρέπει να απορριφθούν, δεδομένου ότι η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος που ασκείται για πρώτη φορά στο Δικαστήριο τούτο με τους λόγους αυτούς, απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, που απέρριψε ως απαράδεκτη την κατ' άρθρο 281 ΑΚ ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, την οποία οι εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες επιχείρησαν να θεμελιώσουν σε νέους πραγματικούς ισχυρισμούς, προβληθέντες για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, χωρίς την επίκληση και συνδρομή των κατ' άρθρο 527 ΚΠολΔ προϋποθέσεων για την κατ' εξαίρεση βραδεία προβολή τους, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, απορριπτομένου ως αβασίμου του πέμπτου λόγου αναίρεσης. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 § 1 και 191 § 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18/5/2021 (αριθμ. καταθ. 3498/483/2021) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1471/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ