Legislator Case Law & Legislation
1593/2023 AI generated

Supreme Court allows appeal due to lower court examining an unappealed third objection without prior notice.

Case Number 1593/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's judgment, finding a procedural violation. The lower court accepted a third objection raised in the initial summary procedure, which had not been appealed by the bank or the debtor, and failed to examine it on its own motion. Consequently, the court ruled that the First Instance Court erred by considering this unappealed argument as substantive grounds for annulment without proper procedural safeguards.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560(5) and 561(2) of the Code of Civil Procedure; The second-instance court must not examine a third objection raised in the initial summary procedure if it has not been appealed, as doing so violates the principle of adversarial proceedings and constitutes a procedural error.

Keywords

AI generated
third objection summary procedure unappealed argument adversarial proceedings violation procedural error second instance annulment of payment order

Cited Legislation

AI generated
Article 560(5) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 179 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1593 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1593/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Παναγιώτα Πασσίση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην …, και εκπροσωπείται νόμιμα (πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Της αναιρεσιβλήτου: Θ. Δ. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κωνσταντίνου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-11-2013 ανακοπή του Α. Δ. του Ε., που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3661/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 2983/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 18-4-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, παραδεκτώς επισκοπούμενα, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αρχικώς ανακόπτων Α. Δ., ο οποίος απεβίωσε στις 25.5.2015, μετά, δηλαδή, την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης και καθολική διάδοχός του τυγχάνει η ήδη αναιρεσίβλητη σύζυγός του 1, με την από 7.11.2013 ανακοπή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, ζήτησε, για τους περιεχόμενους σ' αυτήν τρεις (3) λόγους, την ακύρωση της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. .../2013 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε σε βάρος του με αίτηση της αναιρεσείουσας Τράπεζας, για ποσό 11.524,22 ευρώ, βάσει της αναφερόμενης σ' αυτήν συμβάσεως χορηγήσεως προσωπικού-καταναλωτικού τοκοχρεωλυτικού δανείου και πιστωτικής κάρτας ανοιχτού λογαριασμού, με πιστωτικό όριο το ποσό των 15.000 ευρώ, καθώς και της από 14.10.2013 σχετικής επιταγής προς εκτέλεση, με την οποία επιτασσόταν να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το συνολικό ποσό των 11.702,22 ευρώ, με τους τόκους και τα έξοδα.

Ο αρχικώς ανακόπτων, προέβαλε, ειδικότερα, με τους τρεις λόγους της ανακοπής του, 1) με τον πρώτο εξ αυτών, ότι είναι άκυρος και καταχρηστικός, κατ' άρθρ. 2 παρ. 7 περ. ε' του ν. 2251/1994 και 281 ΑΚ, ο προδιατυπωμένος γενικός όρος (ΓΟΣ) υπό στοιχ. 7 της ένδικης σύμβασης, που επιφύλασσε στην αναιρεσείουσα το δικαίωμα μονομερούς τροποποίησης ή λύσης αυτής χωρίς ορισμένο, ειδικό και σπουδαίο λόγο, ο οποίος και να αναφέρεται στη σύμβαση, με αποτέλεσμα, η ασκηθείσα στις 31.1.2013 καταγγελία της ένδικης σύμβασης, χωρίς να συντρέχει προς τούτο, όπως ισχυρίζεται, σπουδαίος λόγος, να είναι άκυρη και να μην έχει καταστεί απαιτητό ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο με τους τόκους και τα έξοδα και η χρηματική απαίτηση της αναιρεσείουσας να μην είναι εκκαθαρισμένη, όπως απαιτείται κατ' άρθρο 624 παρ. 1 ΚΠολΔ, και ότι, συνακόλουθα, είναι άκυρη η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, 2) με το δεύτερο λόγο, κατά το μεν πρώτο σκέλος του, ότι είναι άκυρος και καταχρηστικός, κατ' άρθρο 281 ΑΚ, ο όρος της ένδικης σύμβασης, με τον οποίο συνομολογήθηκε το συγκεκριμένο αναφερόμενο κυμαινόμενο τραπεζικό επιτόκιο, καθόσον αυτό υπερέβαινε το οριζόμενο για τα δικαιοπρακτικά (εξωτραπεζικά) επιτόκια ανώτατο όριο, κατά δε το δεύτερο σκέλος του, ότι είναι άκυρος και καταχρηστικός, κατ' άρθρο 2 παρ. 7 περ.

ια' του ν. 2251/1994 και 281 ΑΚ, ο προδιατυπωμένος γενικός όρος (ΓΟΣ) της ένδικης σύμβασης που επέτρεπε στην αναιρεσείουσα Τράπεζα να καθορίζει εκάστοτε, μονομερώς και ελεύθερα, το ετήσιο ονομαστικό επιτόκιο, χωρίς ειδικά καθορισμένα και εύλογα κριτήρια εκ των προτέρων γνωστά στον καταναλωτή, ακόμη και καθ' υπέρβαση των ισχυόντων ανώτατων ορίων των εξωτραπεζικών επιτοκίων, και, ότι, συνακόλουθα, είναι άκυρη η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, διότι, όπως ισχυρίστηκε, εξαιτίας της ακυρότητας του ως άνω όρου, η χρηματική απαίτηση της αναιρεσείουσας περιλαμβάνει και παράνομους τόκους, συνολικού ύψους 7.959,37 ευρώ, αυτούς, δηλαδή, που ερείδονται στον εν λόγω άκυρο όρο, με αποτέλεσμα να μην είναι εκκαθαρισμένη, όπως απαιτείται κατ' άρθρο 624 παρ. 1 ΚΠολΔ, και 3) με τον τρίτο λόγο, κατά μεν το πρώτο σκέλος του ότι είναι άκυρος και καταχρηστικός ο υπό στοιχ. 3 όρος της ένδικης δανειακής σύμβασης που του επέβαλε τη μετακύλιση της εισφοράς του ν. 128/1975, χωρίς να ενημερωθεί επαρκώς ο ίδιος (ανακόπτων), κατά δε το δεύτερο σκέλος του, ότι η καθ' ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσα μετά την, βάσει του εν λόγω όρου της ένδικης σύμβασης, προσαύξηση του επιτοκίου του χορηγηθέντος δανείου με το ποσοστό της εισφοράς του ν. 128/1975 και το γενόμενο με βάση και αυτήν (εισφορά) υπολογισμό των τόκων, προέβη παρανόμως σε ανατοκισμό των ποσών της εισφοράς χωρίς την ύπαρξη ρητής συμφωνίας των συμβληθέντων διαδίκων, με αποτέλεσμα η ένδικη χρηματική απαίτηση της αναιρεσείουσας να μην είναι εκκαθαρισμένη, αφού περιλαμβάνει παράνομους τόκους και παράνομο ανατοκισμό, και να μην υφίσταται έγγραφη απόδειξη του ποσού για το οποίο εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής και, συνακόλουθα, αυτή να καθίσταται άκυρη.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθ. 3661/2014 οριστική απόφασή του, κατά παραδοχή, ως κατ' ουσίαν βάσιμου, του δεύτερου λόγου της ανακοπής, δέχθηκε αυτήν ως κατ' ουσίαν βάσιμη και ακύρωσε στο σύνολό της την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής (καθώς και τη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης που άρχισε με την επίδοση της σχετικής επιταγής προς εκτέλεση), χωρίς, περαιτέρω, να ερευνήσει τους λοιπούς λόγους της ανακοπής, των οποίων έκρινε ότι παρείλκε η έρευνα.

Η ήδη αναιρεσείουσα άσκησε έφεση κατά της παραπάνω απόφασης, την οποία προσέβαλε για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ως προς τις παραδοχές της (και μόνο) με τις οποίες δέχθηκε, ως ουσιαστικά βάσιμο, τον εξετασθέντα δεύτερο λόγο ανακοπής και ακύρωσε στο σύνολό της τη διαταγή πληρωμής. Το δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2983/2016 απόφασή του, απέρριψε κατ' ουσίαν την από 9.9.2014 έφεση της αναιρεσείουσας, εξετάζοντας, όμως, παράλληλα, και τον ως άνω τρίτο λόγο της ανακοπής, τον οποίο έκρινε αβάσιμο μεν κατά το πρώτο σκέλος του, δεχόμενο τη νομιμότητα της μετακύλισης της εισφοράς του ν. 128/1975 στον αρχικώς ανακόπτοντα, βάσιμο δε κατά το δεύτερο σκέλος του περί παράνομου ανατοκισμού της εισφοράς αυτής, ενώ δεν είχε διατυπωθεί σχετικό παράπονο από την εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα με λόγο της έφεσής της, αφού δεν είχε εξεταστεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ο τρίτος λόγος της ανακοπής και η εκκαλουμένη δεν είχε περιλάβει σχετική κρίση, διαλαμβάνοντας έτσι η αναιρεσιβαλλομένη και παραδοχές ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής πάσχει ακυρότητας και εκ του λόγου τούτου.

Ήδη, της αρχικώς αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα ... A.Ε.", λόγω διασπάσεως με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητάς της και σύσταση νέας εταιρίας [ν. 2515/1997 και ν. 4601/2019], καθολική διάδοχος τυγχάνει η παριστάμενη και νομίμως εκπροσωπούμενη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Τράπεζα ...

Ανώνυμη Εταιρεία" ("Επωφελούμενη"), η οποία υποκαταστάθηκε πλήρως στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της "Διασπώμενης" αρχικώς αναιρεσείουσας, στις 20.3.2020, και η οποία νομίμως συνεχίζει, αυτοδικαίως, χωρίς άλλη διατύπωση, την, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, εκκρεμή δίκη (άρθρ. 70 παρ. 3 ν. 4601/2019), χωρίς να επέρχεται, λόγω της διάσπασης, διακοπή της δίκης, ούτε απαιτείται δήλωση για την επανάληψή της (ΑΠ 917/2020, ΑΠ 1196/2018, ΑΠ 512/2011).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 ν. 1266/1982 καταργήθηκε η Νομισματική Επιτροπή, η οποία με βάση την εξουσιοδότηση που είχε παρασχεθεί από το άρθρο 2 παρ. 3 του ν.δ. 588/1948 "περί ελέγχου πίστεως", καθόριζε με απόφασή της (ΝΕ) τα "τραπεζικά επιτόκια" και παράλληλα ορίσθηκε ότι οι αρμοδιότητές της μεταβιβάσθηκαν αυτοδικαίως στην Τράπεζα της Ελλάδος και ασκούνται με πράξεις του Διοικητή της.

Έκτοτε με πράξεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΠΔ/ΤΕ) καθορίζονταν τα "τραπεζικά επιτόκια", τα επιτόκια, δηλαδή, που συνομολογούνται ή προέρχονται από τραπεζικές συμβάσεις ή συναλλαγές. Ο Διοικητής, ειδικότερα, καθόριζε το ελάχιστο και το ανώτατο όριο των τραπεζικών επιτοκίων και οι τράπεζες ήταν υποχρεωμένες να προσδιορίζουν τα επιτόκια των διαφόρων μορφών χορηγήσεων ή καταθέσεων μέχρι του ύψους αυτού.

Τα οριζόμενα με βάση τις παραπάνω διατάξεις τραπεζικά επιτόκια μπορεί να ήταν, και πολλές φορές συνέβαινε αυτό, ανώτερα των δικαιοπρακτικών (εξωτραπεζικών) επιτοκίων, δηλαδή των επιτοκίων των λοιπών, πλην των τραπεζικών συναλλαγών, αφού ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να λειτουργεί, σύμφωνα με την παραπάνω νομοθετική εξουσιοδότηση, και "κατά παρέκκλιση από πάσης γενικής ή ειδικής διατάξεως περί του ύψους του τόκου...".

Μέχρι τον Ιανουάριο 1987 τα τραπεζικά επιτόκια τόσο ως προς το ανώτατο όσο και ως προς το κατώτερο όριο υπάγονταν σε αυστηρό διοικητικό προσδιορισμό από το Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος και οι τράπεζες δεν είχαν το δικαίωμα να ορίζουν μικρότερα ή μεγαλύτερα επιτόκια, αλλά σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του άρθρου 6 του ν.δ. 548/1948 τα οριζόμενα αυτά επιτόκια ήταν υποχρεωτικά και για τις τράπεζες και για τους δανειζόμενους.

Με την υπ' αριθ. 1087/29.6.1987 ΠΔ/ΤΕ, με στόχο την, λόγω του ανταγωνισμού μεταξύ των τραπεζών, συμπίεση των επιτοκίων προς τα κάτω, αλλά και προς εναρμονισμό με τα ισχύοντα αντίστοιχα στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρχισε η μερική απελευθέρωση του τρόπου καθορισμού των τραπεζικών επιτοκίων στις βραχυπρόθεσμες αρχικά χορηγήσεις και καθορίστηκε για πρώτη φορά με την άνω πράξη μόνο το ελάχιστο όριο των επιτοκίων αυτών.

Η πράξη αυτή τροποποιήθηκε με διάφορες άλλες, που καθόρισαν το ελάχιστο τραπεζικό επιτόκιο σε διάφορες μορφές χορηγήσεων. Ειδικότερα, με την υπ' αριθ. 2286/28.1.1994 ΠΔ/ΤΕ σχετικά με την καταναλωτική πίστη, τη χορήγηση δανείων σε φυσικά πρόσωπα για την κάλυψη προσωπικών αναγκών, καθώς και για τις αγορές μέσω πιστωτικών καρτών κ.λ.π., πλην των άλλων, ως προς το ύψος των επιτοκίων ορίζονται τα εξής: "...

Με την προϋπόθεση της τήρησης του συνολικού κατ' άτομο ορίου των δρχ. οκτώ εκατομμυρίων και των ειδικότερων ορίων των παρ. β. και γ., το επιτόκιο, η διάρκεια και οι λοιποί όροι της χρηματοδότησης καθορίζονται από τη δανείστρια τράπεζα με την επιφύλαξη των διατάξεων περί ελαχίστων ορίων επιτοκίων χορηγήσεων που εκάστοτε ισχύουν".

Η εν λόγω πράξη του Διοικητή κάνει λόγο για επιφύλαξη "επιτοκίων χορηγήσεων", πράγμα που παραπέμπει, σαφώς, στις τραπεζικές χορηγήσεις και όχι τις εξωτραπεζικές δικαιοπραξίες, αφού στις τελευταίες δεν τίθεται θέμα "χορηγήσεων" αλλά συμβάσεων, καθόσον η λέξη "χορηγήσεις" υποδηλώνει σαφώς τις κατ' εξοχήν τραπεζικές συναλλαγές.

Στόχος της απελευθέρωσης αυτής ήταν η, λόγω του ανταγωνισμού μεταξύ των τραπεζών, συμπίεση των επιτοκίων προς τα κάτω. Ο ανταγωνισμός λειτούργησε προς αυτήν την κατεύθυνση, λόγω δε και των οικονομικών συνθηκών άρχισε από το έτος 1994 η μείωσή τους. Εξαίρεση αποτελούν τα επιτόκια που ισχύουν στις χορηγήσεις της καταναλωτικής πίστης (κάρτες, καταναλωτικά δάνεια, κλπ), τα οποία, λόγω της ιδιαιτερότητας που παρουσιάζουν αυτά τα δάνεια (χορήγηση χωρίς πρόσθετες εξασφαλίσεις, μεγάλες επισφάλειες, απασχόληση μεγάλου αριθμού υπαλλήλων κλπ), διαμορφώθηκαν από όλες τις τράπεζες σε ύψος μεγαλύτερο από τα εξωτραπεζικά (δικαιοπρακτικά) επιτόκια.

Κατά συνέπεια, με σειρά πράξεων του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος επήλθε ουσιαστικά απελευθέρωση των τραπεζικών επιτοκίων, οπότε η επέμβαση του νομοθέτη ως προς τον καθορισμό ανώτατου ορίου περιορίζεται στη ρύθμιση των δικαιοπρακτικών (εξωτραπεζικών) μόνο επιτοκίων, σύμφωνα με τα άρθρα 293 - 295 ΑΚ.

Ο προσδιορισμός των επιτοκίων αυτών γινόταν αρχικά, κατά τη νομοθετική εξουσιοδότηση που είχε παρασχεθεί με το άρθρο 109 παρ. 1 του ΕισΝΑΚ, με βασιλικό διάταγμα, εκδιδόμενο ύστερα από πρόταση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Οικονομικών και Εθνικής Οικονομίας, και στη συνέχεια, σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 5 του ν. 876/1979, με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου (ΠΥΣ).

Σε εφαρμογή των διατάξεων αυτών με το β.δ. 21/21.8.1946 το ανώτατο από δικαιοπραξία επιτόκιο ορίστηκε σε 10% ετησίως και το νόμιμο και από υπερημερία επιτόκιο ορίστηκε σε 12% ετησίως. Τα ποσοστά αυτά ίσχυσαν μέχρι το έτος 1979 και έκτοτε αναπροσαρμόζονται κάθε φορά, ανάλογα με τις οικονομικές συνθήκες, από τις εκδιδόμενες ΠΥΣ, σε πολλές από τις οποίες ορίζεται ότι η εφαρμογή τους εκτείνεται μόνο στα εξωτραπεζικά επιτόκια.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι τα δικαιοπρακτικά (εξωτραπεζικά) και τα τραπεζικά επιτόκια αποτελούσαν ανέκαθεν δύο διακριτά μεταξύ τους και, μάλιστα, μη συγκρίσιμα μεγέθη, που δεν επικαλύπτονται από άποψη πεδίου εφαρμογής, υποκείμενα σε απολύτως μη επικαλυπτόμενες ρυθμίσεις, αφού καθεμία κατηγορία ρυθμίζεται από διαφορετικά όργανα με διαφορετική νομοθετική εξουσιοδότηση, τα δε τραπεζικά επιτόκια διαμορφώνονται ελεύθερα, σύμφωνα με την αρχή της οικονομίας της ανοικτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό, τις διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας, αλλά και τη στάθμιση των εκτιμώμενων κατά περίπτωση κινδύνων, των εκάστοτε συνθηκών των χρηματοπιστωτικών αγορών, καθώς και των εν γένει υποχρεώσεων των τραπεζών που απορρέουν από τις διατάξεις που διέπουν τη λειτουργία τους και χωρίς οι τράπεζες, κατά τον καθορισμό τους, να δεσμεύονται από το ύψος των δικαιοπρακτικών (εξωτραπεζικών) επιτοκίων (ΑΠ 2037/2014).

Ενόψει αυτών, συμφωνίες τραπεζικών επιτοκίων, που καταρτίστηκαν μετά την απελευθέρωσή τους και με τις οποίες συνομολογείται επιτόκιο, που τυχόν, κατά περίπτωση, υπερβαίνει το εκάστοτε οριζόμενο για τα δικαιοπρακτικά (εξωτραπεζικά) επιτόκια ανώτατο όριο, δεν είναι εκ μόνου του λόγου αυτού αθέμιτες (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 994/2018, ΑΠ 370/2012, ΑΠ 652/2010).

Κατά συνέπεια, με βάση την αρχή του απαραβιάστου των συμβάσεων (pacta sunt servanda), παραμένει για τα συμβαλλόμενα μέρη η άνω συμφωνία έγκυρη και δεσμευτική κατά το υπερβάλλον ποσοστό του συμφωνηθέντος κυμαινόμενου τραπεζικού επιτοκίου, ελεγχόμενη, ενδεχομένως, εάν συντρέχουν οι νόμιμες προς τούτο προϋποθέσεις και γίνει σχετική επίκληση αυτών, στο πλαίσιο των γενικών ρητρών του ΑΚ (άρθ. 281, 388), καθώς και του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 "προστασία καταναλωτή" και όχι διότι αυτό, δηλαδή το συμβατικά καθορισθέν κυμαινόμενο τραπεζικό επιτόκιο, υπερβαίνει απλώς και μόνο τα δικαιοπρακτικά (εξωτραπεζικά) επιτόκια (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 994/2018, ΑΠ 756/2015, 370/2012).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 παρ. 1, 217, 583, 585, 632 παρ. 1 και 633 παρ.1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι λόγοι της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, ώστε να είναι δυνατόν ο μεν καθ' ου η ανακοπή να αμυνθεί κατ' αυτής, το δε δικαστήριο να κρίνει για τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους, διαφορετικά απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας.

Οι πιο πάνω λόγοι μπορούν να αφορούν είτε την τυπική ακυρότητα της διαταγής πληρωμής, με την έννοια ότι δεν τηρήθηκαν οι όροι και διατυπώσεις που απαιτούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 623 επ. του ίδιου Κώδικα, για την έκδοση έγκυρης διαταγής πληρωμής, είτε την ουσιαστική ακυρότητα αυτής (διαταγής πληρωμής), με την έννοια ότι ο ανακόπτων αμφισβητεί την ύπαρξη της οφειλής του, προβάλλοντας ανατρεπτικές ή διακωλυτικές της γέννησης της απαίτησης του καθ' ου η ανακοπή ενστάσεις.

Γι' αυτό, το δικόγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα απαιτούμενα κατά νόμο (άρθρα 118 και 119 ΚΠολΔ) για κάθε δικόγραφο στοιχεία, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τους λόγους της, με τους οποίους οριοθετείται η δίκη της ανακοπής, να περιέχει δηλαδή με σαφήνεια τις αντιρρήσεις και ενστάσεις του ανακόπτοντος κατά της συνδρομής των νόμιμων προϋποθέσεων για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής (ΑΠ 999/2019, ΑΠ 1071/2017).

Ωστόσο, το ενδεχόμενο προβολής ενστάσεων κατά της απαιτήσεως, είτε καταχρηστικών (εφόσον τα σχετικά δικαιοκωλυτικά ή δικαιοφθόρα γεγονότα δεν προκύπτουν από τα υποβαλλόμενα στο δικαστή στοιχεία), είτε γνησίων, δεν αφορά την απαιτούμενη κατά την παράγραφο 1 του άνω άρθρου 624 βεβαιότητα της αξιώσεως και, συνεπώς, δεν αναιρεί τη δυνατότητα εκδόσεως διαταγής πληρωμής, αφού την έκδοση αυτής δεν εμποδίζει οποιαδήποτε ένσταση που μπορεί να επικαλεσθεί ο οφειλέτης (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 911/2005).

Αν στην ανακοπή σωρεύονται περισσότεροι από ένας λόγοι, καθένας απ` αυτούς με διαφορετική πραγματική και νομική βάση συνιστά ιδιαίτερη ανακοπή, οπότε υπάρχει αντικειμενική σώρευση ανακοπών κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 218 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1943/2017). Επίσης, κατά την αληθή έννοια της διατάξεως του άρθρου 633 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αν ο λόγος της ανακοπής είναι βάσιμος κατά ένα μέρος, ή αν με αυτόν βάλλεται βασίμως μερικότερο κονδύλιο της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, αυτή δεν είναι άκυρη στο σύνολό της, αφού δεν συντρέχει νόμιμος λόγος για την ολική ακύρωσή της, αλλά μόνον κατά το μέρος κατά το οποίο ευδοκιμεί η ανακοπή και κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η οφειλή του ανακόπτοντος (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1349/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, ως προς το, μόνο, κεφάλαιο που προσβλήθηκε με την έφεση, μετά την παράθεση σχετικής νομικής σκέψης, τα εξής: "... Μετά από την με ημερομηνία 17.6.2008 αίτηση του ανακόπτοντος (καθολική διάδοχος του οποίου τυγχάνει η αναιρεσίβλητη), που υπέβαλε στην καθ' ης, καταρτίστηκε μεταξύ της καθ' ης Τράπεζας (ήδη αναιρεσείουσας) και του ανακόπτοντος ως πιστούχου η υπ' αριθμ. ...

σύμβαση προσωπικού -καταναλωτικού δανείου και πιστωτικής κάρτας ... … ανοιχτού λογαριασμού, με πιστωτικό όριο το ποσό των 15.000 ευρώ. Για την εξυπηρέτηση της πίστωσης τηρήθηκε ο με αριθμό ... λογαριασμός, όπου καταχωρούνταν οι εκάστοτε χρεοπιστώσεις. Επειδή όμως ο ανακόπτων αποδείχθηκε ασυνεπής στις πληρωμές του η καθ' ης προχώρησε στο οριστικό κλείσιμο της ανωτέρω πιστώσεως και με την από 16.1.2013 εξώδικη δήλωση κατήγγειλε την ανωτέρω σύμβαση, η οποία κοινοποιήθηκε στον ανακόπτοντα, στις 31.1.2013, [...].

Ακολούθως με την από 29.5.2013 αίτησή της ενώπιον της Ειρηνοδίκου του Δικαστηρίου τούτου εκδόθηκε η με αριθμό .../2013 διαταγή πληρωμής, με την οποία υποχρεώθηκε ο ανακόπτων - οφειλέτης να καταβάλει στην καθ' ης το ποσό των 11.524,22 ευρώ, έντοκα με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας από την 1.2.2013, πλέον τόκων και λοιπών εξόδων και συνολικά το ποσό των 11.702,22 ευρώ βάσει της από 14.10.2013 επιταγής προς πληρωμή που του κοινοποίησε [...].

Όπως αποδείχθηκε, η επιδικασθείσα απαίτηση περιλαμβάνει ποσά τα οποία υπολογίστηκαν με βάση παράνομο όρο της σύμβασης (που αναγράφεται στο παράρτημα αυτής) και ειδικότερα προέκυψε ότι κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα κινήσεως του ως άνω λογαριασμού περιλήφθηκαν τραπεζικά επιτόκια, τα οποία υπερβαίνουν τα εκάστοτε ισχύοντα εξωτραπεζικά (συμβατικά και υπερημερίας) επιτόκια, όπως αυτό προκύπτει από την καρτέλα κινήσεως του ανωτέρω λογαριασμού, που προσκομίζει η καθ' ης, για το χρονικό διάστημα κινήσεως του λογαριασμού, ήτοι από 19.6.2008 έως 16.1.2013, που ο λογαριασμός τέθηκε σε οριστική καθυστέρηση.

Ειδικότερα, καθ' όλο το χρονικό διάστημα της συμβάσεως, το επιτόκιο που εφάρμοσε η καθ' ης ήταν 12,55%, πλέον της εισφοράς του ν. 128/75 από 0,60%, ήτοι ανώτερο κατά ποσοστό 4% περίπου από τα αντίστοιχα εξωτραπεζικά (που διαμορφώθηκαν από 6,75% έως 10,25%) και επιτόκιο υπερημερίας πλέον 2 μονάδες του συμβατικού. Και ναι μεν τα ανωτέρω επιτόκια καθορίστηκαν αφενός βάσει του αντίστοιχου συμβατικού όρου της ένδικης πιστώσεως, με τον οποίο συμφωνήθηκε ετήσιο συμβατικό επιτόκιο 12,55%, πλέον της εισφοράς του ν. 128/75 από 0,60% και ετήσιο επιτόκιο υπερημερίας επιπλέον 2,5 μονάδες επί του συμβατικού, αφετέρου η καθ' ης μπορεί ελεύθερα να καθορίζει τα επιτόκια χορηγήσεων ανάλογα με τις υπάρχουσες οικονομικές συνθήκες δυνάμει σχετικών πράξεων ΠΥΣ, ωστόσο ο όρος αυτός είναι καταχρηστικός και ως εκ τούτου παράνομος, ως αντικείμενος στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 2251/1994.

Ειδικότερα δε, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ο όρος της δανειακής σύμβασης, που επέτρεπε στην καθής να καθορίζει μονομερώς και ελεύθερα το ετήσιο ονομαστικό επιτόκιο ακόμα και καθ' υπέρβαση των ισχυόντων ανωτάτων ορίων των εξωτραπεζικών επιτοκίων, χωρίς κανένα κριτήριο είναι καταχρηστικός και ως εκ τούτου παράνομος ως αντικείμενος στη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 2251/1994.

Επομένως και ο υπολογισμός των τόκων στον οποίο προέβαινε η καθής με την επιβολή επιτοκίου μεγαλύτερου του ανώτατου δικαιοπρακτικού (εξω-τραπεζικού) είναι μη νόμιμος και άκυρος και ως εκ τούτου η επιδικασθείσα απαίτησή της περιλαμβάνουσα ποσά τόκων υπολογισθέντα με παράνομα (αθέμιτα) επιτόκια δεν είναι νόμιμη, ούτε εκκαθαρισμένη, ώστε η εκδοθείσα διαταγή πληρωμής να πάσχει ακυρότητας εκ του λόγου τούτου, συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως βάσιμος κατ' ουσίαν (ενν.

αβάσιμος) ο πρώτος λόγος έφεσης και όσα περί του αντιθέτου και όλως αβάσιμα επικαλείται η καθ' ης -εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα)....". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο, κρίνοντας ομοίως, ως προς τον συγκεκριμένο και μόνο εξετασθέντα λόγο της ανακοπής, [αλλά και μόνο προσβληθέντα με την έφεση], δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ καθόσον, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία είναι έγκυρη και δεσμευτική κατά το υπερβάλλον ποσοστό του συμφωνηθέντος τραπεζικού επιτοκίου και δεν καθίσταται ως προς αυτό καταχρηστική εκ μόνου του λόγου ότι τούτο υπερβαίνει τα δικαιοπρακτικά (εξωτραπεζικά) επιτόκια, χωρίς την επίκληση των αναγκαίων προϋποθέσεων για τη στοιχειοθέτηση της καταχρηστικότητας κατά την έννοια της ένστασης από το άρθρο 281 ΑΚ, τις οποίες, όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν επικαλέστηκε ο αρχικώς ανακόπτων με τον ως άνω λόγο (δεύτερο) της ανακοπής του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου αυτής.

Ο ίδιος αυτός λόγος της ανακοπής κατά το δεύτερο σκέλος του, ήταν αόριστος, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, διότι η έκθεση των περιστατικών, προς θεμελίωση του εξεταζόμενου λόγου, δεν γίνεται με σαφήνεια και πληρότητα, αφού ο αρχικώς ανακόπτων επικαλέστηκε ακυρότητα του συγκεκριμένου όρου της σύμβασης, αρκούμενος σε γενική αμφισβήτηση της ορθότητας του λογαριασμού και του ύψους της απαίτησης της αναιρεσείουσας, χωρίς, ωστόσο, να προβάλει ότι η ακυρότητα αυτή είναι τόσο ουσιώδης, ώστε να επιφέρει ταυτόχρονα ακυρότητα της όλης σύμβασης (άρθρο 181 ΑΚ) και χωρίς να προσδιορίζει συγκεκριμένο κονδύλιο ή κονδύλια, με τα οποία επιβαρύνθηκε για την πιο πάνω αιτία η οφειλή του με παράνομους τόκους, ώστε να συνδέεται η ακυρότητα του ανωτέρω όρου, κατά ορισμένο και σαφή τρόπο, με τη διαμόρφωση του ύψους της απαίτησης, προκειμένου έτσι, σε περίπτωση που κριθεί βάσιμος ο ανωτέρω λόγος της ανακοπής, να μειωθεί το συνολικό ποσό της απαίτησης που επιδικάστηκε με την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής μόνον κατά το ποσό κατάλυσης της οφειλής και να μπορέσει το δικαστήριο της ανακοπής να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής, κατά το επιπλέον αυτό ποσό που ο αρχικός ανακόπτων (καθολική διάδοχος του οποίου τυγχάνει η ήδη αναιρεσίβλητη) διατάχθηκε να πληρώσει στην αναιρεσείουσα, αφού, κατά τα παραπάνω εκτεθέντα, στην περίπτωση αυτή η διαταγή πληρωμής δεν είναι άκυρη στο σύνολό της.

Επομένως, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος, λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμος. Κατά το άρθρο 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, αναίρεση κατά της αποφάσεως του ειρηνοδικείου επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός ταυτίζεται με το λόγο του άρθρου 559 αρ. 8 του ίδιου Κώδικα. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997). "Πράγματα" κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως αποτελούν και οι επί μέρους λόγοι εφέσεως, που περιέχουν παράπονα κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1366/2022, ΑΠ 1402/2022).

Περαιτέρω κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διαθέσεως, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.

Το αίτημα, συνεπώς, της εφέσεως και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνο των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της εφέσεως ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνο για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 1366/2022, ΑΠ 1402/2022, ΑΠ 248/2019).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 520 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, οι λόγοι εφέσεως πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι και να αναφέρονται σε συγκεκριμένες νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες, που αποδίδονται από τον εκκαλούντα στην προσβαλλόμενη, με την έφεση, οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που δεν προσβάλλονται με λόγο εφέσεως από τον εκκαλούντα δεν μπορούν να ερευνηθούν αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η εξουσία οριοθετείται κατά τα ανωτέρω από τους λόγους εφέσεως και το αίτημα που στηρίζεται σε αυτούς (ΑΠ 1366/2022, ΑΠ 1402/2022, ΑΠ 248/2019, ΑΠ 821/2020).

Επομένως η παραδοχή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ανύπαρκτου λόγου έφεσης ή η επανάκριση κεφαλαίου της απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης και των προσθέτων λόγων συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο (ή στον ταυτιζόμενο με αυτόν από τον αριθ. 5 του άρθρου 560 του ίδιου κώδικα, ως εν προκειμένω), εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμούς που, κατά τα ανωτέρω, όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΟλΑΠ 22/2005).

Τέλος, κατά το άρθρο 536 ΚΠολΔ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα απόφαση, χωρίς ο εφεσίβλητος ν` ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση, εκτός αν εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση και δικάσει την υπόθεση κατ` ουσίαν (ΑΠ 248/2019, ΑΠ 894/2020).

Εν προκειμένω, με το δεύτερο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, που δίκασε την ως άνω έφεση της ήδη αναιρεσείουσας, έλαβε υπόψη και εξέτασε, απορρίπτοντας ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, ανύπαρκτο λόγο της παραπάνω έφεσης της αναιρεσείουσας, δεχόμενο ως ουσιαστικά βάσιμο τον ως άνω τρίτο λόγο της ανακοπής, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο ο αρχικώς ανακόπτων ζητούσε την ακύρωση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής λόγω παράνομου ανατοκισμού της εισφοράς του ν. 128/1975 [και κρίνοντας αβάσιμο τον ίδιο λόγο κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο ζητούσε την ακύρωση λόγω παράνομης μετακύλισης της εν λόγω εισφοράς στον ίδιο] ενώ δεν είχε μεταβιβαστεί στο Εφετείο η υπόθεση με λόγο έφεσης για το συγκεκριμένο λόγο ανακοπής ούτε είχε εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση.

Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "... Όμως ο ανατοκισμός της εισφοράς του ν. 128/75 πράγμα που η καθής δεν αρνείται ρητά - είναι παράνομος, διότι δεν υπήρξε ρητή συμφωνία από τα συμβληθέντα μέρη (...). Κατόπιν τούτων δεν προκύπτει το συνολικό ποσό της οφειλής (απαίτησης) για το οποίο εκδόθηκε η επίδικη διαταγή πληρωμής, λόγω της ακυρότητας των συμπεριλαμβανομένων στους λογαριασμούς ποσών και από τον ανατοκισμό των ποσών της εισφοράς του ν. 128/75, οπότε η επίδικη διαταγή πληρωμής είναι άκυρη και κατά το μέρος που επιδίκασε στην ανακόπτουσα απαίτηση που δεν γεννήθηκε ποτέ, δηλαδή χρηματικά ποσά για τον παράνομο μηνιαίο ανατοκισμό των ποσών της μετακυλισθείσας στον τελευταίο, εισφοράς του ν. 128/75.

Περαιτέρω, η ακυρότητα των επιμέρους ποσών επηρεάζει την αποδεικτικότητα με έγγραφα του συνόλου της απαιτήσεως, αφού στον προσκομιζόμενο λογαριασμό, δεν είναι δυνατός, λόγω του είδους της εγγραφής, ο διαχωρισμός των επιμέρους ποσών, γεγονός που καθιστά μη βέβαιη και εκκαθαρισμένη την επίδικη απαίτηση, απορριπτομένου μετά ταύτα και του δεύτερου λόγου έφεσης ως αβάσιμου κατ' ουσίαν, καθόσον η εκκαλούσα - καθ' ης (ήδη αναιρεσείουσα) ουδέν νέο στοιχείο προσέφερε ανταποδεικτικώς ως προς την εκκαθάριση της απαίτησής της σε βάρος του ανακόπτοντος - εφεσιβλήτου.".

Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, και σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, αφού έλαβε υπόψη και δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμο, αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό, δηλαδή "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα έννοια, και συγκεκριμένα τον τρίτο λόγο ανακοπής με το προεκτεθέν περιεχόμενό του, ο οποίος, κατά το δεύτερο σκέλος του, τείνει στην ακύρωση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής και ο οποίος δεν μεταβιβάστηκε προς εξέταση στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ούτε με την έφεση της αναιρεσείουσας ούτε με έφεση ή αντέφεση της ήδη αναιρεσίβλητης, ούτε λόγω εξαφάνισης της εκκαλούμενης απόφασης, ούτε πρόκειται για ισχυρισμό που όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, μάλιστα, με το να δεχθεί ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής πάσχει ακυρότητας και εκ του, παρά το νόμο, ερευνηθέντος, τρίτου λόγου ανακοπής, κατά το δεύτερο σκέλος του, κατέστησε χειρότερη τη θέση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, χωρίς να έχει εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση και να έχει προβεί, στη συνέχεια, σε κατ' ουσίαν εξέταση της υπόθεσης.

Επομένως, και ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η ανωτέρω από τον αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή ως βάσιμων και των δύο παραπάνω λόγων αναιρέσεως [λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας των λόγων αυτών, παρέλκει η εξέταση του τρίτου (και τελευταίου) αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ], να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη αυτή απόφαση, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο δικαστή από αυτόν που δίκασε (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) στην αναιρεσείουσα. Η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφιστεί στο σύνολό της μεταξύ των διαδίκων, λόγω του δυσερμηνεύτου των διατάξεων που εφαρμόστηκαν (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 2983/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (δικάσαντος ως Εφετείο).

Παραπέμπει την εκδίκαση της υπόθεσης στο αυτό Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Συμψηφίζει στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Οκτωβρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ