Legislator Case Law & Legislation
1593/2022 AI generated

Supreme Court dismissed appeal on good faith claim regarding price increase unrelated to prior conduct.

Case Number 1593/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's decision rejecting the appellee's claim for damages. The appellant argued that the appellee's refusal to sell was contrary to good faith due to a subsequent price increase, but the court found no causal link between the price hike and the refusal. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible as the lower court correctly applied the law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281, 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566, 569, 577, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; A good faith claim regarding a price increase is inadmissible if the increase lacks a causal relationship with the prior conduct.

Keywords

AI generated
good faith principle price increase causality civil procedure appeal damages claim causal relationship refusal to sell court costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 281 of the Civil Code
Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 569 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1593 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1593/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Λ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ - ΕΜΠΟΡΙΟ - ΕΡΕΥΝΑ - ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΕΣ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Χαραλάμπη. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τ... Α.Ε.", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Μήλα, η οποία ανακάλεσε την από 1-9-2020 δήλωσή της για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-4-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2464/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 3394/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-8-2019 αίτησή της και τους από 18-7-2020 προσθέτους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Υπόκειται προς κρίση η από 29-8-2019 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσης αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 3394/2019 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση απερρίφθη η από 18-10-2017 έφεση των εναγομένων 1) Λ... ΕΠΕ και ήδη αναιρεσείουσας (υπό την επωνυμία Λ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ -ΕΜΠΟΡΙΟ -ΕΡΕΥΝΑ-ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΕΣ) και 2) A... (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) κατά της με αριθμό 2464/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε δεχθεί ως εν μέρει βάσιμη κατ' ουσία την από 14-4-2008 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατ' αυτών, για καταβολή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από την αναφερόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά αυτών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ. 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ,1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Παραδεκτοί, εξάλλου, είναι και οι από 18-7-2020 πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο, που επιδόθηκε νόμιμα στην αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, η αναίρεση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι να εξεταστούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β`, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας, δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης.

Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και, γενικότερα, της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων(ΑΠ 294/2018, 93/2016).

Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 919 Α.Κ., όποιος από πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη υποχρεώνεται να τον αποζημιώσει. Η ανωτέρω διάταξη, κατά την οποία αποτελεί αυτοτελή αδικοπραξία και γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, όταν η εναντίον των χρηστών ηθών συμπεριφορά γίνεται από πρόθεση και προκαλεί ζημία, είναι συμπληρωματική της Α.Κ. 914 και επεκτείνει την αδικοπρακτική ευθύνη, όταν δεν υφίσταται προσβολή ορισμένου δικαιώματος ή έννομα προστατευομένου συμφέροντος, ούτε παραβίαση διάταξης νόμου, αλλά το περί δικαίου και ηθικής αίσθημα απαιτεί αποκατάσταση της ζημίας.

Προϋποθέσεις δε εφαρμογής της εν λόγω διάταξης (Α.Κ. 919) είναι: α) συμπεριφορά του δράστη (πράξη ή παράλειψη αναγόμενη σε άσκηση δικαιώματος) που αντίκειται στα χρηστά ήθη, β) πρόθεση του δράστη για την επαγωγή ζημίας, έστω και με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, γ) πρόκληση της ζημίας αυτής σε άλλον και δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αντίθετης στα χρηστά ήθη συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας του άλλου.

Συνεπώς κύριο χαρακτηριστικό της ιδιαίτερης αδικοπραξίας του 919 Α.Κ. είναι η αντίθεση προς τα χρηστά ήθη, η έννοια των οποίων είναι νομική και εξετάζεται αντικειμενικά, σύμφωνα με την αντίληψη του υγιώς, κατά το δίκαιο και κατά τη γενική αντίληψη του χρηστώς και με φρόνηση σκεπτόμενου ανθρώπου (Ολ.Α.Π. 10/1991) σε συνδυασμό με το επιτρεπτό του επιδιωχθέντος σκοπού έστω και θεμιτού και των χρησιμοποιηθέντων μέσων (Ολ.ΑΠ 396/1975).

Ειδικότερα, αντίθεση στα χρηστά ήθη υπάρχει όταν, κατ` αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του "χρηστώς και εμφρόνως" σκεπτόμενου ατόμου, η συγκεκριμένη συμπεριφορά του δράστη αντίκειται στην κοινωνική ηθική και στις θεμελιώδεις δικανικές αρχές, στις οποίες στηρίζεται το θετικό δίκαιο. Συνεκτιμάται δε συνολικά για τη διαπίστωση της αντίθεσης στα χρηστά ήθη, η συμπεριφορά του δράστη, σε συνδυασμό με τους σκοπούς, τα μέσα και τις μεθόδους που χρησιμοποίησε, δηλαδή λαμβάνονται υπόψη, όχι μεμονωμένα τα αίτια που τον οδήγησαν στην συγκεκριμένη ενέργειά του, αλλά το σύνολο των περιστάσεων, υπό τις οποίες εκδηλώθηκε, ολόκληρη η συμπεριφορά του και αξιολογείται γενικά η διαγωγή του, σε συνδυασμό και με την διαγωγή του αντισυμβαλλομένου- "θύματος", για να κριθεί το εάν οι δύο συμπεριφορές τελούν μεταξύ τους προφανώς σε καταφατική ή αποφατική αναλογική σχέση (ΑΠ 1652/2006).

Στην αναζήτηση του ορθού αυτού μέτρου συνεκτιμώνται σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. και τα επιβαλλόμενα όρια από αυτήν (ΑΠ 1121/2019, 1377/2019, 864/2014, 1942/2013, 900/2011). Τέλος, με το άρθρο 926 ΑΚ καθορίζονται, στα πλαίσια της αδικοπρακτικής ευθύνης, οι κατηγορίες των περιπτώσεων στις οποίες αναγνωρίζεται από το νόμο ευθύνη περισσότερων προσώπων.

Η πρώτη κατηγορία αφορά την περίπτωση της επέλευσης της ζημίας από κοινή πράξη περισσότερων προσώπων. Ως κοινή πράξη, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε μορφή συμμετοχής στην τέλεση της πράξης ή την επαγωγή της ζημίας, ανεξαρτήτως του αν οι ενέργειες (πράξεις ή παραλείψεις) των περισσότερων προσώπων έγιναν ταυτόχρονα, παράλληλα ή διαδοχικά.

Αρκεί κάθε ενέργεια να συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα, δηλαδή την επαγωγή της ζημίας. Ο βαθμός δε της αιτιώδους συμβολής ή του πταίσματος καθενός από τους περισσότερους δράστες, το αν δηλαδή ο ένας ενήργησε με δόλο και ο άλλος από αμέλεια, δεν ενδιαφέρει για την θεμελίωση της εις ολόκληρον ευθύνης, αλλά μόνο για την αναγωγή μεταξύ των συνοφειλετών κατ` άρθρο 927 ΑΚ (ΑΠ 367/2019, ΑΠ 59/2019, ΑΠ 1124/2015, ΑΠ 1804/2014).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του KΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠοΛΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Μάλιστα, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 259/2019, ΑΠ 319/2017).

Συνακόλουθα, η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 παρ 1 του KΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.

Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις κατατεθείσες πριν τη συζήτηση προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 38/2020, ΑΠ 259/2019). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).

Περαιτέρω, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016, ΑΠ 1266/2011).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 1184/2015).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του KΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του KΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 367/2019).

Εν προκειμένω, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της, δέχθηκε κατ' ανέλεγκτη κρίση τα εξής: " Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τις 12.730/10.09.2014, 12.731/10.09.2014 και 12732/10.09.2014 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Α.

Χ., Μ. Κ. και Α. Κ., αντίστοιχα, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελευθερίας Παναγιώτου Κυριάκου, οι οποίες λήφθηκαν υπόψη από το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού κρίθηκε ότι προηγήθηκε νομότυπη κλήτευση της ενάγουσας (γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε ειδικά, αν και δεν προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η σχετική έκθεση επίδοσης της γνωστοποίησης εξέτασης μαρτύρων και η οποία αναφέρεται στην εκκαλουμένη ως προσκομιζόμενη), όλων των εγγράφων που νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και τα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους ξενόγλωσσα έγγραφα, για τα οποία σημειώνεται ότι - ανεξάρτητα από το γεγονός ότι κανένα από αυτά δεν μεταφράστηκε νομίμως σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 454 Κ,Πολ.Δ.

και 36 παρ. 2 γ' του Ν. 4194/2013 (Κώδικα Δικηγόρων), αφού, ακόμα και σε όσα μεταφράστηκαν (κάποια δεν μεταφράστηκαν καθόλου), η διενεργήσασα τη μετάφραση δικηγόρος δεν βεβαιώνει ότι γνωρίζει επαρκώς τη γλώσσα στην οποία έχουν συνταχθεί τα έγγραφα - λαμβάνονται υπόψη, κατ' άρθρο 340 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ως μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα (Εφ.Πειρ. 242/2012 ΝΟΜΟΣ, όπου και περαιτέρω παραπομπές στη θεωρία και τη νομολογία), τα οποία, αφού στην προκειμένη περίπτωση είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη σύμφωνα με το άρθρο 394 παρ. 1 περ.

α και δ Κ.Πολ.Δ., εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, παράλληλα με τα πληρούντα του όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα (βλ. ΑΠ 1/2011 ΕλλΔνη 2011.730. ΑΠ 1627/2010 ΝΟΜΟΣ), και τα οποία (έγγραφα) λαμβάνονται υπόψη, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, τις ρητές ή συναγόμενες ομολογίες των διαδίκων, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία Τ... Α.Ε, δραστηριοποιείται στο χώρο της εμπορίας και παραγωγής λιπασμάτων και εισαγωγή σχετικών πρώτων υλών, που προμηθεύεται από τρίτους στο εσωτερικό ή το εξωτερικό και στη συνέχεια μεταπωλεί. Περί τα τέλη Ιουλίου 2007 η ενάγουσα - εφεσίβλητη ήρθε σε επαφή με την 1η εναγόμενη - εκκαλούσα εταιρία με την επωνυμία Λ...

ΕΠΕ, η οποία δραστηριοποιείται ως αντιπρόσωπος εταιριών. Μία από αυτές τις εταιρίες που αντιπροσωπεύει είναι η 2η εναγόμενη - εκκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία "A...", που εδρεύει στη .... Η 1η εναγόμενη κατά την περίοδο εκείνη είχε κάνει γνωστό στην εταιρία S... ΑΕ, με την οποία η ενάγουσα εταιρία είχε συνεργασία, ότι η 2η εναγόμενη - εκκαλούσα, την οποία και εκπροσωπούσε, διέθετε προς πώληση στερεό αλεσμένο χύμα θειάφι.

Μετά από διευκρινήσεις που δόθηκαν από την 1η εναγόμενη σχετικά με τις προδιαγραφές του προσφερόμενου για πώληση θειαφιού, ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας S... ΑΕ Δ. Μ., με ηλεκτρονικό μήνυμα που απέστειλε στις 01.08.2007 προς την 1η εναγόμενη, την ενημέρωσε ότι υπάρχει αγοραστικό ενδιαφέρον από την ελβετική εταιρεία με την επωνυμία "Τ...

S.Α". Ειδικότερα, η εταιρία S... ΑΕ γνωστοποίησε στην 1η εναγόμενη ότι η ως άνω ελβετική εταιρία ενδιαφερόταν να αγοράσει 3.000 έως 5.000 μετρικούς τόνους με τιμή 40 ευρώ ανά μετρικό τόνο και θα προχωρούσε στο άνοιγμα τραπεζικής πίστωσης υπέρ της πωλήτριας. Μεταξύ της 2ης εναγόμενης - εκκαλούσας εταιρείας και της εταιρίας Τ...

S.Α. συμφωνήθηκε η πώληση 6.000 μετρικών τόνων θειαφιού προς 40 ευρώ ανά μετρικό τόνο, ήτοι με συνολικό τίμημα ποσό των 240.000 ευρώ, με το εμπόρευμα παραδοτέο στο λιμάνι της ... στη ..., τμηματικά σε δύο δόσεις, ήτοι οι πρώτοι 3.000 μετρικοί τόνοι περί τα τέλη Σεπτεμβρίου του 2007 και οι υπόλοιποι 3.000 μετρικοί τόνοι περί τα τέλη Δεκεμβρίου του 2007.

Η πληρωμή του συμφωνημένου τιμήματος συμφωνήθηκε να γίνει με ανέκκλητη και επιβεβαιωμένη τραπεζική πίστωση στην τράπεζα "ΗΥΡΟ ΑLΡΕ - ΑDRΙΑ - ΒΑΝΚ ΑG" και δη στο υποκατάστημα της στο Σάλτσμπουργκ της Αυστρίας. Σε υλοποίηση των συμφωνηθέντων εκδόθηκε από την πωλήτρια 2η εναγόμενη εκκαλούσα το 168/03.08.2007 προτιμολόγιο πώλησης 6.000 μετρικών τόνων θειαφιού προς την εταιρεία "Τ...

S.Α", το οποίο απεστάλη από την εκδότρια 2η εναγόμενη προς την αγοράστρια ενάγουσα με το από 03.08.2007 ηλεκτρονικό μήνυμα, το οποίο κοινοποιήθηκε προς γνώση και στο νόμιμο εκπρόσωπο της 1ης εναγόμενης. Έχοντας εξασφαλίσει την ως άνω ποσότητα θειαφιού η ενάγουσα - εφεσίβλητη εταιρία συμφώνησε την περαιτέρω πώληση της στην εταιρία με την επωνυμία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ...

Α.Ε.". Πιο συγκεκριμένα, στις 18.09.2007 η ενάγουσα- εκκαλούσα συμφώνησε με την ως άνω εταιρία την πώληση των 6.000 μετρικών τόνων θειαφιού, με τμηματική παράδοση σε δύο ή τρεις παρτίδες, από τις οποίες η πρώτη στο διάστημα 15.10.2007 έως 31-10-2007 και η άλλη (ή άλλες) έως τα τέλη Δεκεμβρίου του ιδίου έτους, αντί τιμήματος 139 δολαρίων ΗΠΑ ανά μετρικό τόνο.

Στις αρχές Οκτωβρίου του 2007, η ενάγουσα - εφεσίβλητη ενημέρωσε τόσο την πωλήτρια του θειαφιού 2η εναγόμενη - εκκαλούσα, όσο και την αντιπρόσωπο της 1η εναγόμενη - εκκαλούσα ότι αγοράστρια της επίδικης ποσότητας θειαφιού θα ήταν η ίδια, αντί της εταιρείας Τ... S.Α. και στις 12.10.2007 προέβη στην έκδοση ενέγγυας πίστωσης υπέρ της πωλήτριας του θειαφιού, το ποσό δε της πίστωσης αντιστοιχούσε στο τίμημα των 3.000 μετρικών τόνων, ήτοι της πρώτης ποσότητας θειαφιού, που επρόκειτο να παραδοθεί άμεσα.

Η ενάγουσα - εφεσίβλητη εταιρία με την επωνυμία Τ... Α.Ε και η αρχική αγοράστρια Τ... S.Α. αποτελούν εταιρίες συμφερόντων των αυτών προσώπων και έχουν κοινό νόμιμο εκπρόσωπο. Η εναλλαγή του νομικού προσώπου, στο όνομα του οποίου θα γινόταν η αγορά του θειαφιού, σχετιζόταν με την επιλογή να γίνει η συναλλαγή ενδοκοινοτικά (ήτοι μεταξύ νομικών προσώπων που εδρεύουν σε χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης) και να μη συμμετέχει η εδρεύουσα στην ... - αρχική αγοράστρια - Τ...

S.Α., ενώ για την συγκεκριμένη επιλογή, ήτοι να γίνει η πώληση στο όνομα άλλου νομικού προσώπου από το αρχικά καθορισθέν, δεν υπήρξε καμία εναντίωση ή άλλη αρνητική αντίδραση από τις εναγόμενες. Στις 31-10-2007 η 2η εναγόμενη - εκκαλούσα παρέδωσε (FΟΒ) στο λιμάνι της ... ...ς, προς την ενάγουσα - εφεσίβλητη ποσότητα 2.871,280 μετρικών τόνων θειαφιού, εκδίδοντας το ...

από 31-10-2007τιμολόγιο πώλησης. Το ακριβές αντίτιμο της παραδοθείσας ποσότητας ανήλθε στο ποσό των 114.851,20 ευρώ, το οποίο εισπράχθηκε από την πωλήτρια μέσω της ως άνω ενέγγυας τραπεζικής πίστωσης. Στη συνέχεια η ποσότητα αυτή παραδόθηκε, δυνάμει του 916/01.11.2007 τιμολόγιου πώλησης που εξέδωσε η ενάγουσα - εφεσίβλητη, στην "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ...

Α.Ε.", η οποία και κατέβαλε προς την ενάγουσα - εφεσίβλητη το συμφωνηθέν αντίτιμο, ήτοι το ποσό των 270.790,42 ευρώ, με βάση και την ισοτιμία δολαρίου ΗΠΑ και ευρώ. Στη συνέχεια, η ενάγουσα - εφεσίβλητη ανέμενε την παράδοση και της υπόλοιπης συμφωνημένης ποσότητας θειαφιού, ειδικά μετά και την επικοινωνία με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο με την 2η εναγόμενη - εκκαλούσα στις 16.11.2007, με την οποία γνωστοποιούνταν ότι η επόμενη παράδοση θα λάμβανε χώρα τον Ιανουάριο του 2008, ώστε να ολοκληρωθεί η μεταξύ των μερών συμφωνία.

Τότε όμως άρχισαν να εμφανίζονται καθυστερήσεις. Στις 30.01.2008 έλαβε χώρα επικοινωνία της ενάγουσας - εφεσίβλητης με τον νόμιμο εκπρόσωπο της 2ης εναγόμενης - εκκαλούσας, της οποίας έλαβε γνώση και η 1η εναγόμενη - εκκαλούσα, αφού της κοινοποιήθηκε το σχετικό μήνυμα. Ειδικότερα η ενάγουσα - εφεσίβλητη εταιρία ζητούσε να ενημερωθεί σχετικά με το χρόνο παράδοσης της υπόλοιπης ποσότητας θειαφιού.

Η απάντηση της 2ης εναγόμενης ήταν ότι δεν υπήρχαν καθόλου στοιχεία σχετικά με την φόρτωση του Φεβρουάριου, επικαλούμενη επισκευές στο διυλιστήριο παραγωγής του εμπορεύματος και προβλήματα παραγωγής, υποσχόμενη, παράλληλα, ενημέρωση το ταχύτερο δυνατό. Στις 12.02.2008 και 13.02.2008 η 1η εναγόμενη - εκκαλούσα υπέβαλε προσφορές για την πώληση της επίδικης ποσότητας θειαφιού προς την εταιρεία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ...

Α.Ε.". Η τελευταία αποδέχθηκε την προσφορά και παρήγγειλε 1.600 μετρικούς τόνους θειάφι προς 256 ευρώ ανά μετρικό τόνο και 230 μετρικούς τόνους θειάφι προς 230 ευρώ ανά μετρικό τόνο, ποσότητες που ανέλαβε να πωλήσει και παραδώσει η 2η εναγόμενη - εκκαλούσα. Σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής η 2η εναγόμενη - εκκαλούσα πώλησε τον Απρίλιο και τον Ιούνιο 2008 στην "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ...

Α.Ε." 1.493,45 μετρικούς τόνους θειαφιού στην τιμή των 256 ευρώ ανά μετρικό τόνο και 1.401 μετρικούς τόνους θειαφιού στην τιμή των 331,50 ευρώ ανά μετρικό τόνο. Η 2η εναγόμενη - εκκαλούσα εταιρία, αν και είχε αναλάβει συμβατική υποχρέωση να πωλήσει και παραδώσει στην ενάγουσα - εφεσίβλητη εταιρία και την υπόλοιπη ποσότητα των 3.000 μετρικών τόνων θειαφιού, ουδέποτε εκτέλεσε την οφειλόμενη εκ μέρους της παροχή.

Αντίθετα η 2η εναγόμενη - εκκαλούσα εταιρία, με την μεσολάβηση της 1ης εναγόμενης - εκκαλούσας εταιρίας "προσέγγισε" την εταιρία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ... Α.Ε." και της, πρόσφερε, ουσιαστικά, να της πωλήσει η ίδια απευθείας την ποσότητα του θειαφιού που επρόκειτο να πωλήσει στην ενάγουσα - εφεσίβλητη εταιρία. Την ιδιότητα της εταιρίας με την επωνυμία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ...

Α.Ε." ως τελικής αγοράστριας του προϊόντος η 2η εναγόμενη την γνώριζε αφού είχε εκδώσει στο όνομα της την από 31.10.2007 φορτωτική για την αρχική ποσότητα θειαφιού. Η τελική αγοράστρια του θειαφιού εταιρία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ... Α.Ε.", αφού η ενάγουσα - εφεσίβλητη εταιρία αδυνατούσε πλέον, από υπαιτιότητα των εναγόμενων εταιριών, να την προμηθεύσει με τις ποσότητες θειαφιού που είχε ανάγκη, υποχρεώθηκε να συμφωνήσει στην αγορά του θειαφιού σε πολύ μεγαλύτερη τιμή.

Η επιλογή της 2ης εναγομένης-εκκαλούσας εταιρείας να μην εκπληρώσει την συμβατική της υποχρέωση που είχε αναλάβει έναντι της ενάγουσας-εφεσίβλητης, αλλά να επιδιώξει να πωλήσει, από κοινού με την 1η εναγομένη, την ίδια αυτή ποσότητα εμπορεύματος προς την εταιρία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ... Α.Ε." σχετίζεται απλά και μόνο με την επιδίωξή της να μεγιστοποιήσει το κέρδος της και όχι με οποιαδήποτε προβλήματα που αυτή επικαλέστηκε και είτε αφορούσαν το διυλιστήριο είτε το λιμάνι, φόρτωσης.

Η εταιρεία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ... Α.Ε." διατύπωσε προς την ενάγουσα αιτιάσεις περί αθέτησης της συμφωνίας τους, λόγω της οποίας η ίδια υποχρεώθηκε να προμηθευτεί το ίδιο προϊόν από την 2η εναγόμενη - εκκαλούσα εταιρία σε πολύ υψηλότερη από την μεταξύ τους συμφωνηθείσα τιμή, θεωρώντας την αναξιόπιστη και ως μη τηρούσα τις συμφωνίες της.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η συγκεκριμένη εταιρία και η ενάγουσα είχαν συνεργασία και πριν την επίδικη περίοδο, ενώ, μετά τα όσα έλαβαν χώρα με υπαιτιότητα των εναγόμενων - εκκαλουσών εταιριών, προκειμένου να αποκατασταθούν οι σχέσεις της ενάγουσας με την εταιρεία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ... Α.Ε." απαιτήθηκαν νέες επαφές και συμφωνίες.

Οι εναγόμενες εταιρίες ισχυρίζονται ότι δεν καταρτίστηκε συμφωνία για την πώληση της επιπλέον ποσότητας των 3.000 μετρικών τόνων θειαφιού, επικαλούμενες ότι δεν ανοίχθηκε η αναγκαία τραπεζική πίστωση για την συγκεκριμένη ποσότητα, Πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε βάσιμος και είναι απορριπτέος, αφού κατά τη συνήθη (στο κύκλο των ομοειδών συναλλαγών) συναλλακτική πρακτική τραπεζική πίστωση υπέρ του πωλητή ανοίγεται από τον αγοραστή μόλις το προϊόν είναι έτοιμο προς παράδοση, όπως άλλωστε ίσχυσε και στην αρχική ποσότητα των 3.000 μετρικών τόνων, οπότε η πίστωση ανοίχθηκε όταν η ποσότητα ήταν έτοιμη να παραδοθεί και σε ύψος που αντιστοιχούσε στην υπό παράδοση ποσότητα.

Περαιτέρω οι εκκαλούσες εταιρίες ισχυρίζονται ότι η 2η των εναγόμενων δεν πώλησε την ποσότητα των 3.000 μετρικών τόνων, αφού, λόγω απότομης και αιφνίδιας αύξησης της τιμή πώλησης του συγκεκριμένου εμπορεύματος η παροχή της θα ήταν δυσανάλογα μεγαλύτερης αξίας από το συμφωνηθέν τίμημα, οπότε αν εκτελούσε την παροχή θα υφίστατο η ίδια ζημία.

Πλην όμως και ο ισχυρισμός αυτός τυγχάνει απορριπτέος, αφού δεν αποδείχθηκε ουσιαστικά βάσιμος. Και αυτό γιατί, ανεξάρτητα από την αύξηση της τιμής του εμπορεύματος και πότε αυτή επήλθε, η μη εκπλήρωση της παροχής δεν οφείλεται στο γεγονός αυτό, αλλά στην πρόθεση της 2ης εναγόμενης να πωλήσει απευθείας η ίδια στον τελικό αποδέκτη την επίδικη ποσότητα και να μεγιστοποιήσει το κέρδος της.

Σε αντίθετη περίπτωση, ήτοι αν πράγματι η αύξηση της τιμής ήταν ο παράγοντας που είχε επιδράσει στην μη εκτέλεση της αρχικής σύμβασης, οι εναγόμενες δεν θα έσπευδαν να προσφέρουν, από κοινού κατά τα ανωτέρω, την επίδικη ποσότητα στην πελάτισσα της ενάγουσας και τελική αγοράστρια, αλλά αντίθετα θα είχαν ενημερώσει προτείνει έγκαιρα την ενάγουσα - εφεσίβλητη εταιρία για την ύπαρξη τέτοιας οψιγενούς δυσχέρειας και θα είχαν ζητήσει την τροποποίηση της σύμβασης ως προς το σκέλος της συμφωνηθείσας τιμής.

Πλην όμως οι εναγόμενες ουδέποτε στις επικοινωνίες με την ενάγουσα δεν επεσήμαναν αυτό το γεγονός, ούτε βέβαια ζήτησαν επαναδιαπραγμάτευση της τιμής. Η 2η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα δεν τήρησε την συμβατική της υποχρέωση να πωλήσει και παραδώσει στην ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη 3.000 μετρικών τόνων θειαφιού (πλέον της αρχικής ποσότητας), αλλά αντίθετα, από κοινού οι εναγόμενες και ήδη εκκαλούσες εταιρίες, κατά τρόπο αντίθετο στα χρηστά ήθη, διαπραγματεύτηκαν με την εταιρεία με την επωνυμία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ...

Α.Ε." την πώληση της ίδιας ποσότητας θειαφιού. Η μη τήρηση της συμφωνίας με την ενάγουσα - εφεσίβλητη εταιρία και η σύναψη νέας σύμβασης με την εταιρία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ... Α.Ε." έλαβε χώρα ενώ γνώριζαν ήδη ότι η τελευταία ήταν ο τελικός αποδέκτης της επίδικης ποσότητας ως αντισυμβαλλόμενη της ενάγουσας (αφού, κατά τα προαναφερθέντα, η πρώτη παρτίδα της προαναφερόμενης ποσότητας θειαφιού είχε παραδοθεί σε εκείνη με βάση σχετική φορτωτική) και με σκοπό να μεγιστοποιήσουν το ίδιο κέρδος ζημιώνοντας ενάντια στα χρηστά ήθη την ενάγουσα.

Και πράγματι πέτυχαν την επιδίωξη τους αυτή αφού πώλησαν στην εταιρία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ... Α.Ε." την επίδικη ποσότητα εμπορεύματος, αντί πολλαπλάσιου τιμήματος. Η τακτική δε που ακολούθησαν οι_εναγόμενες και ήδη εκκαλούσες εταιρίες, ήτοι, αφενός, της αποσιώπησης της πρόθεσης μη τήρησης της σύμβασης, της επίκλησης ανύπαρκτων πρόσκαιρων προβλημάτων (προβλήματα στο διυλιστήριο ή στο λιμάνι φόρτωσης) και, αφετέρου, της προσέγγισης της πελάτισσας εταιρίας της ενάγουσας με σκοπό να γίνουν οι ίδιες προμηθεύτριές της, συνιστούν αθέμιτη συμπεριφορά, που προσκρούει στα χρηστά ήθη.

Όσο αφορά την 1η εναγόμενη θα πρέπει να επισημανθεί ότι είχε πλήρη γνώση της πορείας της σύμβασης με την ενάγουσα και εν γνώσει αυτών των στοιχείων, ενήργησε από κοινού με την 2η εναγόμενη για να "αποσπάσουν" την πελάτισσα της ενάγουσας, κάνοντας την (την ενάγουσα) να φανεί αναξιόπιστη και να μεγιστοποιήσουν το κέρδος τους, με πρακτικές αθέμιτες, κατά τα αναφερόμενα ανωτέρω.

Αν η 2η εναγόμενη εταιρία είχε τηρήσει τη συμφωνία με την ενάγουσα και της είχε παραδώσει εγκαίρως την επί δίκη ποσότητα των 3.000 μετρικών τόνων θειαφιού στη συμφωνηθείσα τιμή των 120.000 ευρώ, η ενάγουσα θα είχε εκπληρώσει τη δική της παροχή προς την εταιρεία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ... Α.Ε.", από την από 18.09.2007 συμφωνία, έναντι συνολικού τιμήματος 283.680 ευρώ (το τίμημα των 3.000 μετρικών τόνων προς 94,56 ευρώ, ήτοι το συναλλαγματικό ισοδύναμο των 139 δολαρίων ΗΠΑ κατά το συμφωνημένο χρόνο εκτέλεσης).

Παράλληλα η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη θα είχε επιβαρυνθεί, με την καταβολή του τιμήματος, ήτοι του ποσού των 120.000 ευρώ, με το ποσό των 52.000 ευρώ για έξοδα μεταφοράς και έξοδα τραπέζης. Ήτοι, συνολικά, η ενάγουσα θα είχε αποκομίσει, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, κέρδος 111.670 ευρώ, κατά το οποίο και ζημιώθηκε από τις υπαίτιες και αθέμιτες ενέργειες των εναγόμενων.

Το ποσό αυτό αποτελεί, αφενός, την ζημία, με την έννοια του διαφυγόντος κέρδους, που υπέστη η ενάγουσα, ως αποτέλεσμα της αθέτησης της σύμβασης εκ μέρους της 2ης εναγόμενης και η οποία δεν υπερβαίνει τη ζημία, την οποία η 2η εναγόμενη, ήτοι το μέρος που παρέβη τη σύμβαση όφειλε να είχε προβλέψει, ως δυνατή συνέπεια της αθέτησης της σύμβασης κατά τον χρόνο κατάρτισης της, εν όψει των γεγονότων και των συνθηκών, που τότε γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει.

Αφετέρου αποτελεί (το ως άνω ποσό των 111.670 ευρώ) τη ζημία που υπέστη η ενάγουσα από την κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη και υπαίτια κοινή συμπεριφορά των εναγόμενων, η οποία έλαβε χώρα με πρόθεση επαγωγής ζημίας στην ενάγουσα. Η αντίθεση της συμπεριφοράς των εναγόμενων - εκκαλουσών εταιριών προς τα χρηστά ήθη, προκύπτει από την συνεκτίμηση των κινήτρων των ίδιων των εναγόμενων εταιριών και του σκοπού τους, που ήταν η επίτευξη του μέγιστου κέρδους χωρίς τήρηση των αναληφθέντων συμβατικών υποχρεώσεων, το είδος των μέσων και οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του σκοπού, ήτοι η χρήση ψευδών παραστάσεων για τη μη εκπλήρωση της παροχής και η εκμετάλλευση πληροφοριών για την εμπορική δραστηριότητα του αντισυμβαλλομένου τους (γνώση και προσέγγιση του πελάτη του αντισυμβαλλομένου τους) και γενικά από το σύνολο των περιστάσεων, υπό τις οποίες εκδηλώθηκε η συμπεριφορά των εναγόμενων - εκκαλουσών εταιριών, σε συνδυασμό και με την συναλλακτική συμπεριφορά της ενάγουσας, η οποία τήρησε τα συμφωνηθέντα, ενώ από τη σύγκριση των αντίστοιχων συμπεριφορών προκύπτει ότι αυτές τελούν μεταξύ τους σε προφανή αποφατική αναλογία.

Περαιτέρω η ενάγουσα - εφεσίβλητη εταιρία υπέστη ηθική βλάβη, αφού τρώθηκε η φήμη της στην οικεία ομάδα συναλλασσόμενων και εμφανίσθηκε ως αναξιόπιστη και ως μη εκπληρούσα τις συμβατικές της υποχρεώσεις. Για την ως άνω ηθική βλάβη η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη εταιρία δικαιούται χρηματική ικανοποίηση, την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο προσδιόρισε στο εύλογο ποσό των 3.000 ευρώ.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που κατέληξε στα ίδια συμπεράσματα με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και εφάρμοσε το νόμο και πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και έκτος λόγος της έφεσης των εναγομένων.". Το Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης, που έκρινε τα ίδια και έκανε δεκτή την αγωγή της αναιρεσίβλητης σε βάρος και της αναιρεσείουσας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914, 919, 926 και 281 του Α.Κ., ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά και υπήχθησαν στις εν λόγω διατάξεις καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της υπαίτιας συμπεριφοράς από την οποία προκλήθηκε ζημία στην αναιρεσίβλητη, κατά τρόπο που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη και δικαιολογούν την απόρριψη της έφεσης και την αποδοχή της αγωγής της αναιρεσίβλητης.

Ειδικότερα σύμφωνα με τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως συντρέχουν οι νόμιμες προυποθέσεις για την εφαρμογή των ανωτέρω άρθρων, όπως παρακάτω εκτίθεται. Περαιτέρω, το Εφετείο διέλαβε σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες, χωρίς λογικά κενά, καλύπτουν το πραγματικό των προδιαληφθεισών διατάξεων και ως προς την θεμελίωση του νομίμου λόγου της, κατά το άρθρο 926 ΑΚ, εις ολόκληρον ενοχής της αναιρεσείουσας, αφού κατά τα γενόμενα ως άνω δεκτά η ζημία της αναιρεσίβλητης προήλθε από την κοινή πράξη και των δύο εναγομένων.

Οι παραδοχές δε αυτές, που συνήγαγε το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του και αιτιολογούν επαρκώς το πόρισμα της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, είναι: α) ότι με ενέργειες της αναιρεσείουσας-1ης εναγομένης, αντιπροσώπου της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία Α... Α.Ε, η αναιρεσίβλητη εταιρεία, δραστηριοποιούμενη στο χώρο εμπορίας και παραγωγής λιπασμάτων, συμφώνησε με την τελευταία να αγοράσει και αυτή να της πωλήσει και παραδώσει συνολικά 6.000 μετρικούς τόνους θειαφιού προς 40 ευρώ ανά μετρικό τόνο και συνολικά αντί 240.000 ευρώ, παραδοτέο στην ...

της ...ς, τμηματικά σε δύο δόσεις, η πρώτη, 3.000 μετρικοί τόνοι, τον Σεπτέμβριο 2007 και η δεύτερη, 3.000 μετρικοί τόνοι, περί τα τέλη Δεκεμβρίου 2008, υπό τους ειδικότερα συμφωνηθέντες όρους εξόφλησης του τιμήματος, β) ότι, σε υλοποίηση των συμφωνηθέντων η αλλοδαπή εταιρεία-2η εναγομένη, εξέδωκε το 168/3-8-2007 προτιμολόγιο πώλησης 6.000 μετρικών τόνων θειαφιού, το οποίο κοινοποίησε προς γνώση της στον νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσείουσας, γ) ότι, η ενάγουσα, έχοντας εξασφαλίσει την αγορά της ως άνω ποσότητος θειαφιού, την 18-9-2007 συμφώνησε με την εταιρεία με την επωνυμία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ...

Α.Ε", την πώληση σ' αυτή της ως άνω ποσότητος θειαφιού, τμηματικώς, η πρώτη από 15-10-2007 και η άλλη ή άλλες μέχρι τα τέλη Δεκεμβρίου 2007, δ) ότι, την 12-10-2007 η ενάγουσα προέβη στην έκδοση ενέγγυας πίστωσης υπέρ της πωλήτριας, για το αντίστοιχο τίμημα των πρώτων 3.000 μετρικών τόνων θειαφιού, ε) ότι, η πρώτη ποσότητα παραδόθηκε κανονικά και το τίμημά της εξοφλήθηκε κατά τα συμφωνηθέντα, η δε ενάγουσα μεταπώλησε την ποσότητα αυτή στην προαναφερθείσα εταιρεία, η οποία και της κατέβαλε το τίμημα ποσού 270.790,42 ευρώ, στ) ότι, την 16-11-2007 η αλλοδαπή εταιρεία γνωστοποίησε στην ενάγουσα, ότι η επόμενη παράδοση θα ολοκληρωνόταν τον Ιανουάριο του 2008, ζ) ότι, ακολούθως, η ενάγουσαα με μήνυμα, που κοινοποίησε στην 1η εναγομένη, ζήτησε από την αλλοδαπή εταιρεία ενημέρωση σχετικά με τον ακριβή χρόνο παράδοσης της δεύτερης ποσότητος θειαφιού, η) ότι, ενώ η αλλοδαπή εταιρεία απάντησε ότι δεν υπήρχαν καθόλου στοιχεία σχετικά με την φόρτωση του μηνός Φεβρουαρίου, επικαλούμενη επισκευές στο διυλιστήριο παραγωγής του εμπορεύματος και προβλήματα παραγωγής, υποσχόμενη ταυτοχρόνως άμεση ενημέρωση της ενάγουσας, την 12-2-2008 και 13-2-2008 η 1η εναγομένη-αναιρεσείουσα υπέβαλε προς την προαναφερθείσα εταιρεία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ...

Α.Ε." προσφορά πώλησης της επίδικης δεύτερης ποσότητος θειαφιού, από την οποία τελικώς η εταιρεία αυτή αγόρασε 1.493,45 μετρικούς τόνους στην τιμή των 256 ευρώ ανά μετρικό τόνο και 1.401 μετρικούς τόνους θειαφιού στην τιμή των 331,50 ευρώ ανά μετρικό τόνο, θ) ότι, η 2η εναγομένη, πωλήτρια, και η 1η εναγομένη-αναιρεσείουσα, η οποία μεσολάβησε για λογαριασμό της, γνώριζαν ότι η εταιρεία αυτή ήταν η τελική αγοράστρια της πρώτης ποσότητος θειαφιού, για την οποία η 2η εναγομένη είχε εκδώσει την από 31-10-2007 φορτωτική και ότι η ενάγουσα αδυνατούσε, εξ υπαιτιότητος των ιδίων, να της προμηθεύσει και την επόμενη ποσότητα θειαφιού, που της ήταν αναγκαία, και επέλεξαν, η μεν 2η εναγομένη να μην εκπληρώσει την συμβατική υποχρέωση , που είχε αναλάβει έναντι της ενάγουσας, η δε 1η εναγομένη, να μεσολαβήσει και προωθήσει την επιλογή της αυτή και τελικά από κοινού να πωλήσουν τη δεύτερη ποσότητα, ως άνω αναφέρεται, επιδιώκοντας να μεγιστοποιήσουν το κέρδος, χωρίς καμία ενημέρωση της ενάγουσας και επιδίωξη τροποποίησης της σχετικής τους συμφωνίας, παραπλανώντας μάλιστα αυτήν, υπό την επίκληση ανύπαρκτων δυσχερειών και υφαρπάζοντας την πελάτισσα της ενάγουσας και τελική αποδέκτρια του προιόντος, να τη ζημιώσουν κατά το ποσό των 111.670 ευρώ, πέραν της ηθικής βλάβης που της προκάλεσαν, αφού, έναντι της τελικής αποδέκτριας, η ενάγουσα εμφανίστηκε ως αναξιόπιστη, μη τηρούσα τα μετ' αυτής συμφωνηθέντα και ι) ότι, οι ως άνω ενέργειες των εναγομένων και η τακτική που ακολούθησαν, για την επίτευξη του σκοπού τους, συνιστά συμπεριφορά αθέμιτη, που προσκρούει στα χρηστά ήθη, όπως προκύπτει από την συνεκτίμηση των κινήτρων των εναγομένων, του σκοπού που επεδίωξαν, χωρίς την τήρηση των συμφωνηθέντων με την ενάγουσα, του είδους των μέσων και των μεθόδων που χρησιμοποίησαν, με τη χρήση ψευδών παραστάσεων περί δήθεν δυσχερειών στον τόπο παράδοσης, της εκμετάλλευσης πληροφοριών για την εμπορική δραστηριότητα της ενάγουσας και της υφαρπαγής της πελάτισσάς της και γενικά από το σύνολο των περιστάσεων υπό τις οποίες εκδηλώθηκε η συμπεριφορά τους, σε συνδυασμό με την συναλλακτική συμπεριφορά της ενάγουσας, η οποία τήρησε τα συμφωνηθέντα, από τη σύγκριση δε των ως άνω συμπεριφορών προκύπτει ότι αυτές τελούν σε προφανή δυσαναλογία μεταξύ τους.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο (πρώτο σκέλος αυτού) του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως και τον δεύτερο λόγο, (με αρίθμηση α' περίπτωση αυτού) του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.1 και 19 του αρθρ. 559 του KΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα.

Ο αναιρετικός λόγος, που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση που συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά ή εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε τις διατάξεις, που επικαλείται ο αναιρεσείων, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του KΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 584/2019, ΑΠ 412/2019, ΑΠ 403/2019, ΑΠ 1668/2008, ΑΠ 325/2007, ΑΠ 269/1993).

Περαιτέρω, από τη διάταξη δε του άρθρου 561 παρ. 1 του KΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση, από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του KΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή οσάκις υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 587/2020, 573/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα προβάλλει κατά της προσβαλομένης αποφάσεως τις ακόλουθες πλημμέλειες: α) με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως, την από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Π.Δ. 219/1991 "Περί εμπορικών αντιπροσώπων", δεχθέν ότι αυτή είχε την ιδιότητα του εμπορικού αντιπροσώπου της αλλοδαπής εταιρείας-2ης εναγομένης β) με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως, την από τον αρ. 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 513 και 340 επομ.

ΑΚ, δεχθέν ότι, κατά τη συνήθη (στον κύκλο των ομοειδών συναλλαγών) συναλλακτική πρακτική τραπεζική πίστωση υπέρ του πωλητή ανοίγεται από τον αγοραστή μόλις το προιόν είναι έτοιμο προς παράδοση, γ) με τον έκτο λόγο της αιτήσεως, την από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 513 επομ.

καθώς και αυτές του άρθρου 2 παρ. 1 περ. β της οδηγίας 94/45/ΕΚ του Συμβουλίου, που ενσωματώθηκε με το Π.Δ. 40/1997, δεχθέν ότι, μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της 2ης εναγομένης συνήφθη σύμβαση πωλήσεως, ενώ ουδέποτε συνήφθη τέτοια σύμβαση και η οποία θα μπορούσε να συναφθεί μόνο με την ελβετική εταιρεία Τ... S.A (εταιρεία κοινών συμφερόντων με την αναιρεσίβλητη), δ) με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου πρόσθετου λόγου αναιρέσεως, την από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον δεν έλαβε υπόψη τον εμπορικό χαρακτήρα των ενδίκων πωλήσεων, ισχυρισμό που άμεσα ή έμμεσα προβλήθηκε από όλους τους διαδίκους, ε) με το τρίτο σκέλος του αυτού προσθέτου λόγου, την από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον στερείται νόμιμης, επαρκούς και σαφούς αιτιολογίας ως προς το αμέσως ανωτέρω αναφερθέν ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, στ) με το τέταρτο σκέλος του αυτού προσθέτου λόγου, την από τον αρ. 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον υπέπεσε στα προαναφερθέντα τρία, υπό αρίθμηση γ, δ, ε, σφάλματα κατά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας και της λογικής αντιλήψεως, κατά τα οποία, στις εμπορικές πωλήσεις ουσιώδες κριτήριο προσδιορισμού της τιμής πωλήσεως δεν είναι μόνον η κατά την σύναψη της πωλήσεως αξία του, αλλά κυρίως, η δυναμένη στον ίδιο χρόνο να προβλεφθεί αξία αντικαταστάσεως του πωλουμένου, αξία κρίσιμη για την συνέχιση της εμπορικής δραστηριότητας μεταπωλήσεως προιόντων, ζ) με το πρώτο σκέλος του τρίτου προσθέτου λόγου αναιρέσεως, την από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον εσφαλμένα εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 211 ΑΚ, 1 παρ. 2 του π.δ. 219/1991 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 513, 281, 914, 919, 926, 932 ΑΚ, δεχθέν ιδία δική της ευθύνη από τις διατάξεις των άρθρων 914, 919, 281 ΑΚ, καθόσον αυτή ενήργησε ως ανεξάρτητος επαγγελματίας εμπορικός αντιπρόσωπος για λογαριασμό της 2ης εναγομένης, η) με το δεύτερο σκέλος του αυτού προσθέτου λόγου, την από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον στερείται επαρκούς, σαφούς και μη αντιφατικής βάσεως ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ιδιαίτερης δικής της ευθύνης ως αντιπροσώπου/μεσολαβήτριας στις πωλήσεις.

Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με την εφαρμογή ή μη των εν λόγω διατάξεων των άρθρων 211, 513 επομ. ΑΚ, του π.δ. 219/1991 και της οδηγίας 94/45/ΕΚ, τις οποίες δεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, ούτε και τέθηκε θέμα υπαγωγής πραγματικών γεγονότων από την προσβαλλομένη στους ως άνω κανόνες ουσιαστικού δικαίου αλλά στήριξε την ευθύνη της αναιρεσείουσας για αποζημίωση της αναιρεσιβλήτου στις διατάξεις περί αδικοπραξιών (914, 919, 297, 298, 330, 932 ΑΚ).

Σε κάθε περίπτωση, όλοι οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως (κύριοι και πρόσθετοι), με πρόσχημα την απλή επίκληση αναιρετικών πλημμελειών, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) Κατά την έννοια του άρθρ. 388 ΑΚ, προϋποθέσεις υπό τις οποίες παρέχεται στον έναν από τους συμβαλομένους σε αμφοτεροβαρή σύμβαση το δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο την αναγωγή της οφειλόμενης παροχής στο μέτρο που αρμόζει ή και την λύση ολόκληρης της σύμβασης, εφόσον αυτή δεν έχει ακόμη εκτελεσθεί, είναι (α) μεταβολή των περιστατικών, στα οποία κυρίως, ενόψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, τα μέρη στήριξαν την σύναψη της αμφοτεροβαρούς σύμβασης (β) η μεταβολή να οφείλεται σε λόγους που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν, να είναι δηλ.

απρόβλεπτη και ανυπαίτια και (γ) από την μεταβολή αυτήν η παροχή του οφειλέτη, ενόψει και της αντιπαροχής, να καθίσταται υπέρμετρα επαχθής (ΑΠ 1377/2018, ΑΠ 588/2016, ΑΠ 1114/2013). Περαιτέρω, το παρεχόμενο δικαίωμα από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 388 ΑΚ είναι διαπλαστικής φύσεως, όπως διαπλαστική είναι και η εκδοθησόμενη απόφαση (ΑΠ 1377/2018, ΑΠ 298/2018, ΑΠ 463/2017,ΑΠ 588/2016, ΑΠ 1114/2013), ώστε μπορεί να ασκηθεί με αγωγή ή ανταγωγή (ΑΠ 69/2021, ΑΠ 1035/2001), δηλαδή, με επιθετική πράξη.

Προβολή του δικαιώματος από το άρθρο 388 Α.Κ. με ένσταση επιτρέπεται, όχι προς διάπλαση μιας έννομης κατάστασης, αλλά απλώς προς μερική ή ολική απόρριψη της αγωγής (ΑΠ 69/2021, ΑΠ 1035/2001).

Συνεπώς, προκειμένης αγωγής από αδικοπραξία, με την οποία επιδιώκεται η καταβολή αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπρακτική συμπεριφορά αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, ο εναγόμενος δεν μπορεί, προς μερική ή ολική κατάλυση της αγωγής, να προβάλλει κατ' ένσταση το παρεχόμενο από τη διάταξη του άρθρου 388 ΑΚ δικαίωμα.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).

Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 KΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 271/2012, ΑΠ 1351/2011).

Ο λόγος, όμως, αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, χωρίς να εισέλθει στην ουσία της διαφοράς και να διατυπώσει αποδεικτικό πόρισμα, απέρριψε την αγωγή, την ανακοπή ή την ένσταση ως μη νόμιμη ή για κάποιο τυπικό λόγο (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 312/2019, ΑΠ 1419/2019, ΑΠ 1284/2017, ΑΠ 295/2017, ΑΠ 701/2011, ΑΠ 121/2009, ΑΠ 1821/2008, ΑΠ 893/2008) Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα, αμυνόμενη κατά της ως άνω και εναντίον της αγωγής, είχε προτείνει ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, την εκ του άρθρου 388 ΑΚ ένσταση, με την οποία ισχυρίστηκε ότι η επίδικη σύμβαση πωλήσεως (αναφέρεται στη μη εκτελεσθείσα σύμβαση που αφορούσε την μη παραδοθείσα δεύτερη ποσότητα θειαφιού), πρέπει να λυθεί και να απορριφθεί η αγωγή, διότι, λόγω της απότομης αύξησης της τιμής του θειαφιού στις αρχές του έτους 2008, η αντιπαροχή που θα ελάμβανε, δηλαδή το τίμημα των 40 ευρώ ανά μετρικό τόνο, θα ήταν ιδιαίτερα επαχθής σε σχέση με την παροχή της προς την ενάγουσα, δεδομένου ότι η τιμή αγοράς του ανωτέρω προιόντος είχε αυξηθεί στο ποσό των 185 ευρώ ανά μετρικό τόνο.

Τον ισχυρισμό αυτό, τον οποίο απέρρριψε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως μη νόμιμο, επανέφερε η αναιρεσείουσα με σχετικό λόγο εφέσεως και ενώπιον του Εφετείου, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφασή του, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, έκρινε αυτόν ως μη νόμιμο, αφού η ένδικη αγωγή στηρίζεται στις περί αδικοπραξιών διατάξεις και στη συνέχεια απέρριψε τον λόγο εφέσεως ως αβάσιμο κατ' ουσία.

Η ένσταση αυτή, με το ανωτέρω περιεχόμενο ήταν, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, μη νόμιμη, αφού, επί αγωγής που στηρίζεται στις διατάξεις περί αδικοπραξιών (άρθρα 914, 919 ΑΚ), όπως εν προκειμένω, ο εναγόμενος δεν μπορεί, για την μερική ή ολική κατάλυση αυτής, να προτείνει το εκ του άρθρου 388 ΑΚ προβλεπόμενο δικαίωμα.

Επομένως, το Εφετείο που απέρριψε τον πιο πάνω ισχυρισμό ως μη νόμιμο, ορθώς ερμήνευσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 388 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 914, 919 ΑΚ.

Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο τέταρτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα επικαλούμενη την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 KΠολΔ, ισχυρίζεται τ` αντίθετα. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος κατά τα λοιπά τρία σκέλη αυτού και ο πρώτος λόγος αναίρεσης , κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, με τους οποίους η αναιρεσείουσα αποδίδει πλημμέλειες από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 KΠολΔ ως προς την απόρριψη ως μη νομίμου του άνω ισχυρισμού, είναι απαράδεκτοι, καθόσον απαραίτητη προϋπόθεση για την ίδρυσή του λόγου αυτού, είναι η ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και η διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος, συνεπώς, δεν έχει εφαρμογή όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή, ανακοπή, ανταγωγή ή ένσταση ως μη νόμιμη ή αόριστη (Ολ. ΑΠ 44/1990, ΑΠ 252/2019, 1419/2019), όπως στην προκείμενη περίπτωση, που η ένσταση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη. Επίσης απαράδεκτος είναι ο ίδιος ως άνω πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, κατά το ειδικότερο μέρος του τετάρτου σκέλους αυτού, με το οποίο, προβάλλεται η από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την απλή και μόνο επίκληση του αριθμού της διατάξεως αυτής, δοθέντος ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του δεν προέβη στην ουσιαστική έρευνα του ισχυρισμού και στην σύνταξη αποδεικτικού πορίσματος.

Ο λόγος αναιρέσεως για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου προβλέπεται γενικά στο άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, κατά το οποίο επιτρέπεται αναίρεση όταν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορα αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, Ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία, κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που έκανε δεκτά το δικαστήριο της ουσίας. Εξάλλου, το άρθρο 559 ΚΠολΔ καθορίζει περιοριστικά τους λόγους αναίρεσης και δεν περιλαμβάνει σ' αυτούς την εσφαλμένη από το δικαστήριο εκτίμηση δικογράφων, όπως η αγωγή, το δε άρθρο 561 παρ. 2 του Κώδικα δεν καθιερώνει ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης, αλλά επιτρέπει την εξέταση, αν από την εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικού εγγράφου ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τους αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ.

Έτσι, αν από την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής προκύψει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του πραγματικούς ισχυρισμούς, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, μολονότι δεν περιέχονται στο δικόγραφο αυτής ή αντίθετα ότι δεν έλαβε υπόψη του τέτοιους ισχυρισμούς, αν και περιλαμβάνονταν, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 (και όχι 8) του ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο ή αξίωσε για την εφαρμογή της διατάξεως που εφάρμοσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά τη διάταξη αυτή ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (ΑΠ 1230/2017, 1734/2009, 231/2004).

Περαιτέρω, η αθέτηση μιας συμβάσεως, καθ' αυτή, δεν συνιστά αδικοπραξία. Βέβαια, αποτελεί πράξη παράνομη, όμως οι έννομες συνέπειες της παραβάσεως ρυθμίζονται όχι από τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, αλλά από τις διατάξεις για τη μη εκπλήρωση της παροχής (αδυναμία παροχής, υπερημερία του οφειλέτη, πλημμελής εκπλήρωση της συμβάσεως κλπ).

Πλην όμως, μερικές φορές είναι δυνατό ένα και το αυτό βιοτικό γεγονός να συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις τόσο της αντισυμβατικής συμπεριφοράς, όσο και της αδικοπραξίας. Έτσι, η υπαίτια (από δόλο ή αμέλεια) και ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται μία σύμβαση και γεννάται ενδοσυμβατική ευθύνη του οφειλέτη, μπορεί, πέρα από την αξίωση που πηγάζει από τη σύμβαση, να θεμελιώσει ευθύνη και από αδικοπραξία, αν, και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν καθαυτή παράνομη, ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μη ζημιώνει κάποιος υπαιτίως άλλον (ΟλΑΠ 967/1973, ΑΠ 587/2020, 184/2020, 1734/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση με την από 14-4-2008 αγωγή της η αναιρεσίβλητη-ενάγουσα είχε εκθέσει: " Ότι η ίδια δραστηριοποιείται στο χώρο διανομής χημικών, λιπασμάτων και συναφών ειδών, τα οποία προμηθεύεται από τρίτους και μεταπωλεί σε πελάτες της. Ότι η 1η των εναγόμενων, που εδρεύει στην Ελλάδα, είναι εμπορικός αντιπρόσωπος της 2ης των εναγόμενων, η οποία εδρεύει στη ...

και δεν διατηρεί εγκατάσταση στην Ελλάδα. Ότι στις 03.08.2007, κατόπιν διαπραγματεύσεων που έλαβαν χώρα μεταξύ της ίδιας και των δύο εναγόμενων, καταρτίστηκε μεταξύ της ίδιας (ως αγοράστριας) και της 2ης των εναγόμενων (ως πωλήτριας) σύμβαση πώλησης 6.000 μετρικών τόνων στερεού θειαφιού, προελεύσεως ...ς, με τιμή 40 ευρώ ανά μετρικό τόνο και συνολικό τίμημα 240.000 ευρώ, η δε συγκεκριμένη τιμή αφορούσε παράδοση ΡΟΒ στο λιμάνι της ....

Ότι συμφωνήθηκε τμηματική παράδοση του εμπορεύματος, με ποσότητα 3.000 τόνων να παραδίδεται στο τέλος Σεπτεμβρίου και ποσότητα άλλων 3.000 τόνων να παραδΐδεται αρχές Δεκεμβρίου 2007. Ότι συμφωνήθηκε το αντίτιμο της πώλησης να καταβληθεί με ανέκκλητη και επιβεβαιωμένη πίστωση υπέρ της πωλήτριας σε συγκεκριμένη αλλοδαπή τράπεζα στην Αυστρία.

Ότι, κατόπιν της ως άνω συμφωνίας και δη στις 18.09.2007, η ίδια (ενάγουσα) υπέβαλε προς την εταιρεία Βιομηχανία ... Α.Ε, που εδρεύει στην ..., προσφορά να πωλήσει προς την τελευταία της ως άνω ποσότητα στερεού θειαφιού, αντί τιμήματος 139 δολαρίων ΗΠΑ ανά μετρικό τόνο, η οποία προσφορά έγινε αποδεκτή αυθημερόν και καταρτίστηκε η σχετική σύμβαση.

Ότι στις 12.09.2007 η 2η εναγόμενη ενημέρωσε την 1η εναγόμενη, η οποία στη συνέχεια ενημέρωσε την ενάγουσα ότι η πρώτη ποσότητα στερεού θειαφιού, ήτοι ποσότητα 2.871,280 μετρικών τόνων θα ήταν έτοιμη προς παράδοση την εβδομάδα 43 στο λιμάνι της .... Ότι πράγματι στις 31.10.2007 η 2η εναγόμενη παρέδωσε την ως άνω πρώτη παρτίδα στερεού θειαφιού στην ενάγουσα, κατά τα συμφωνηθέντα, και η ενάγουσα κατέβαλε προς τη 2η εναγόμενη το συμφωνηθέν τίμημα, ποσού 114.851,20 ευρώ.

Ότι την ίδια ποσότητα η ενάγουσα πώλησε προς την εταιρεία "Βιομηχανία ... Α.Ε", προς 94,31 ευρώ ανά μετρικό τόνο, λαμβάνοντας ως τίμημα το ποσό των 270.790,42 ευρώ πλέον ΦΠΑ. Ότι ενώ η ίδια (ενάγουσα) ανέμενε πλέον την παράδοση και της δεύτερης ποσότητας στερεού θειαφιού, προκειμένου να την παραδώσει η ίδια περαιτέρω στην εταιρεία "Βιομηχανία ...

Α.Ε", τής γνωστοποιήθηκε από τις εναγόμενες εταιρίες ότι η παράδοση θα λάμβανε χώρα τον Ιανουάριο του 2008 και όχι τον Δεκέμβριο του 2007. Ότι στο τέλος Ιανουάριου 2008, με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που η 2η εναγόμενη απέστειλε στην ενάγουσα και κοινοποίησε στην 1η εναγόμενη, γνωστοποιήθηκε στην ενάγουσα ότι εξαιτίας προβλημάτων στο λιμάνι φόρτωσης δεν ήταν δυνατόν να παραδοθεί η δεύτερη παρτίδα θειαφιού.

Ότι λόγω των υποχρεώσεων που είχε αναλάβει έναντι της εταιρείας "Βιομηχανία ... Α.Ε", η ενάγουσα πίεζε τις εναγόμενες για την παράδοση του θειαφιού, πλην όμως χωρίς ανταπόκριση των τελευταίων στις διάφορες προτάσεις που τους υπέβαλε. Ότι η 2η εναγόμενη, με τη μεσολάβηση της 1ης εναγόμενης απευθύνθηκε στην εταιρεία "Βιομηχανία ...

Α.Ε", αν και γνώριζε ότι ήταν η τελική παραλήπτρια της πρώτης παρτίδας θειαφιού που παρέλαβε η ενάγουσα, και αφού υπέβαλε σχετική προσφορά, που έγινε δεκτή, πώλησε στην ως άνω εταιρία, περί τα μέσα Φεβρουάριου του έτους 2008, έναντι υψηλότερου τιμήματος, την υπόλοιπη ποσότητα στερεού θειαφιού που είχε αναλάβει την υποχρέωση να παραδώσει στην ενάγουσα.

Ότι η υπαίτια συμπεριφορά των εναγόμενων εταιριών υπήρξε αθέμιτη και αντίθετη στα χρηστά και συναλλακτικά ήθη και είχε ως αποτέλεσμα να προκληθεί ζημία στην ίδια (ενάγουσα), αφού αν δεν είχε μεσολαβήσει η ανωτέρω συμπεριφορά των εναγόμενων εταιριών, η ενάγουσα θα αποκόμιζε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, το ποσό των 111.680 ευρώ ως κέρδος από την ήδη καταρτισθείσα σύμβαση πώλησης των υπολοίπων 3.000 μετρικών τόνων στερεού θειαφιού προς την εταιρεία Β… ΑΕ, ενώ υπέστη (η ενάγουσα) πλήγμα στην εμπορική της πίστη, στην επαγγελματική τιμή και υπόληψη της ως εταιρία από το γεγονός ότι δεν κατάφερε να ανταποκριθεί στις συμβατικές της υποχρεώσεις.

Με βάση τα ανωτέρω η ενάγουσα ζήτησε με την αγωγή της να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, ευθυνόμενες εις ολόκληρο κάθε μία από αυτές, να της καταβάλουν: α) το ποσό των 111.680 ευρώ, το οποίο θα κέρδιζε, κατά τα προαναφερόμενα, από τη μεταπώληση των 3.000 μετρικών τόνων στερεού θειαφιού και β) το ποσό των 50.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη, ήτοι να της καταβάλουν το συνολικό ποσό των 161.680 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής", Το Εφετείο, ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου της ένδικης αγωγής έκρινε ότι : " Με τον πέμπτο λόγο της υπό κρίση έφεσης οι εκκαλούσες παραπονούνται κατά της εκκαλουμένης ισχυριζόμενες ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, δέχθηκε συρροή νόμιμων αγωγικών βάσεων, ερειδόμενων τόσο στις διατάξεις που διέπουν τη συγκεκριμένη επίδικη σύμβαση, όσο και στις διατάξεις περί αδικοπραξίας και απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό τους που πρόβαλαν με αίτημα την απόρριψη της αγωγής.

Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι η εφεσίβλητη έπρεπε να στηρίξει τις αξιώσεις της ή στη σύμβαση που ισχυρίζεται ότι καταρτίστηκε μεταξύ τους ή στην αδικοπραξία και όχι και στα δύο και κατ' επέκταση εσφαλμένα δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο την αγωγή. Ωστόσο ο συγκεκριμένος λόγος της έφεσης τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος, αφού, κατά τα αναφερόμενα στην άνω μείζονα σκέψη, όταν τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά δύνανται να υπαχθούν στο πραγματικό, τόσο, των κανόνων που ρυθμίζουν μία συγκεκριμένη συμβατική σχέση, όσο, και της αδικοπραξίας, παραδεκτά σωρεύονται στο ίδιο δικόγραφο και μόνο η τυχόν ικανοποίηση συγκεκριμένης αξίωσης κάποιας από αυτές τις βάσεις μπορεί να οδηγήσει στη μη εφαρμογή της δεύτερης βάσης και αυτό μόνο στο βαθμό που οι αξιώσεις αυτές ταυτίζονται.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του κατέληξε στην ίδια κρίση και απέρριψε σιωπηρά τον σχετικό ισχυρισμό των εναγόμενων και ήδη εκκαλουσών, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, γι' αυτό πρέπει ο ως άνω λόγος της έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμος".

Από το, ως άνω εκτεθέν, περιεχόμενο η ένδικη αγωγή περιέχει σωρευτικά βάσεις περί ευθύνης από σύμβαση πωλήσεως και περί ευθύνης από αδικοπραξία, δοθέντος ότι το αυτό βιοτικό συμβάν συγκεντρώνει τις προυποθέσεις τόσο της αντισυμβατικής συμπεριφοράς, όσο και της αδικοπραξίας. Ειδικότερα υπό τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, η συμπεριφορά της αναιρεσείουσας (και της 2ης εναγομένης αλλοδαπής εταιρείας) και χωρίς την συμβατική σχέση διαπραττόμενη, είναι καθ' αυτή παράνομη, ως αντικειμένη στις διατάξεις των άρθρων 914, 919 ΑΚ, στις οποίες και μόνο στηρίζεται η αγωγή αυτή, ως προς τα αιτούμενα χρηματικά ποσά λόγω αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως από την ηθική βλάβη που υπέστη η ενάγουσα και βάσει των οποίων επέλεξε η ίδια την ικανοποίηση της παροχής.

Συνεπώς, υπό τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, υφίσταται συρροή ενδοσυμβατικής και αδικοπρακτικης ευθύνης, από τις σχετικές δε αξιώσεις η ενάγουσα επέλεξε να ασκήσει την δεύτερη, την οποία και μόνο ερεύνησε το Εφετείο και έκανε δεκτή αυτήν, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, απορρίπτοντας τον σχετικό λόγο έφεση της αναιρεσείουσας ως αβάσιμο κατ' ουσία.

Επομένως, το Εφετείο ορθά έκρινε, όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται από την αναιρεσείουσα με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεώς της κρίνονται ουσιαστικά αβάσιμα και απορριπτέα. Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 KΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Ο λόγος αυτός, ο οποίος στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει, όταν για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά, χωρίς να απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη.

Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αρ. 8 KΠολΔ. Δηλαδή, ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 944/2020, 1864/2017, ΑΠ 97/2016, ΑΠ 677/2015).

Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ` αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 638/2016, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1304/2012), ανεξάρτητα αν ύστερα από την εκτίμησή τους καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2148/2007).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β` KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Εξάλλου, οι αποδείξεις που παρά το νόμο ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να είναι κρίσιμες για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού των διαδίκων, αφού μόνο ένας τέτοιος ισχυρισμός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 34/2021, ΑΠ 511/2016, ΑΠ 911/2002).

Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, στα οποία περιλαμβάνεται και η δικαστική ομολογία.

Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 KΠολΔ, δικαστική ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, συνιστά μόνο εκείνη που γίνεται γραπτώς ή προφορικώς ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή και αφορά την παραδοχή επιβλαβούς για τον ομολογούντα πραγματικού γεγονότος (ΑΠ 1124/2017, ΑΠ 1407/2014, ΑΠ 115/2007, ΑΠ 414/2000).

Συνακόλουθα δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, εάν το πραγματικό γεγονός για το οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι, το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν και ειδικότερα δικαστική ομολογία, δεν ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια του άρθρου 335 του KΠολΔ, αφού μόνο ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 42/2002).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση τις ακόλουθες πλημμέλειες: Α) την εκ του αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα δέχθηκε τον αγωγικό ισχυρισμό της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης, χωρίς να προσκομίσει κανένα αποδεικτικό μέσο, ότι η ίδια αποτελούσε εμπορικό αντιπρόσωπο της 2ης εναγομένης, αλλοδαπής εταιρείας, με περιοχή ευθύνης την Ελλάδα, δεχθείσα προφανώς, την δικαστική ομολογία αυτής, όπως από την σχετική περικοπή της ελάσσονος σκέψης του συνάγεται "..τις ρητές ή συναγόμενες ομολογίες των διαδίκων....", και η οποία περιεχόταν στις υποβληθείσες ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου από 16-9-20014 προτάσεις της αναιρεσείουσας, η οποία όμως δεν συνιστούσε δικαστική ομολογία, αλλά απλά μια εσφαλμένη διατύπωση και σε κάθε περίπτωση χωρίς να εννοείται εννοιολογικά η εν λόγω νομική σχέση της εμπορικής αντιπροσωπείας, με άμεσο αποτέλεσμα να εφαρμόσει τις διατάξεις του π.δ. 219/1991, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες και να οδηγηθεί σε εσφαλμένο διατακτικό καταδικάζοντας την σε εις ολόκληρον ευθύνη με την 2η εναγομένη, Β) την εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ.

β' Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν και συγκεκριμένα την προαναφερθείσα δικαστική της ομολογία, για την απόδειξη του ως άνω αγωγικού ισχυρισμού της ενάγουσας παρά το γεγονός ότι με σχετικό λόγο της εφέσεώς της, αμφισβήτησε το πρώτον ενώπιον του Εφετείου την ύπαρξη της ως άνω δικαστική ομολογίας της.

Με το περιεχόμενο αυτό ο ως άνω αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος. Τούτο διότι, α) όσον αφορά την υπό στοιχείο Α πλημμέλεια, ο προαναφερόμενος αγωγικός ισχυρισμός της ενάγουσας δεν είναι υπό την προεκτεθείσα έννοια "πράγμα", δηλαδή αυτοτελής ισχυρισμός θεμελιωτικός της εκ της αδικοπραξίας βάσεως της αγωγής, β) όσον αφορά την υπό στοιχείο Β πλημμέλεια, η παραδοχή της αναιρεσείουσας που περιλαμβάνεται στις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου υποβληθείσες προτάσεις της , ότι "....η εμπλοκή της α' από εμάς στην υπό κρίση υπόθεση έγινε υπό την ιδιότητά της, της αντιπροσώπου δηλαδή της β'από εμάς....", δεν συνιστά δικαστική ομολογία, αλλά αποδοχή-αναγνώριση της εννόμου σχέσεως της εμπορικής αντιπροσώπευσης της 2ης εναγομένης από την αναιρεσείουσα, και γ) όσον αφορά αμφότερες τις ως άνω πλημμέλειες, ενόψει των αναφερομένων κατά την έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως και προσθέτων λόγων αυτής, ο αγωγικός αυτός ισχυρισμός δεν είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, σχετικά με την απόδειξη της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς και ευθύνης της αναιρεσείουσας, όπως αυτή εκτίθεται στις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, που αναφέρονται κατά την έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως και προσθέτων λόγων αυτής.

Επομένως το Εφετείο δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες με τον αναιρετικό αυτό λόγο πλημμέλειες και πρέπει να απορριφθεί. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ` ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008).

Πρέπει, όμως, για την ίδρυση του προκειμένου λόγου, το αποδεικτικό μέσο να ήταν χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση δια τεκμηρίων απόδειξη (ΑΠ 1134/1993) γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 173/2015). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ` ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφαση του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 34/2021, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1349/2017, ΑΠ 1204/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ` Κ.Πολ.Δ., αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιον του προσκομισθέντα ουσιώδη αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα:

α) το από 3-7-2007 ηλεκτρονικό μήνυμα της αναιρεσείουσας προς την εταιρεία "S... Α.Ε.", β) το προτιμιλόγιο πώλησης που εξέδωσε η 2η εναγομένη προς την εταιρεία "T... S.A." και γ) την ένορκη επ' ακροατηρίω κατάθεση του μάρτυρά της Λ. Κ.. Από τη βεβαίωση, όμως, του Εφετείου, που περιέχεται στην απόφασή του (11 φύλλο αυτής), ότι ελήφθησαν υπόψη, μεταξύ άλλων, τόσο οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όσο και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα ως άνω, φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα και μαρτυρική κατάθεση, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.

Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Τέλος ο ίδιος λόγος κατά τις λοιπές αιτιάσεις του, με τις οποίες πλήττεται η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των αναφερομένων παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης που διαλαμβάνονται επιλεκτικά και αποσπασματικά, ως κατ' ουσίαν εσφαλμένη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η επ' αυτών κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο κατ' άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ.

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 KΠολΔ (παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας διαφοράς. Επομένως, ελέγχεται αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ ΑΠ 7, 8/2011, ΑΠ 96/2018, ΑΠ 214/2006).

Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, εκτός των άλλων, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε από την άσκησή του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι τότε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Τούτο συμβαίνει ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο και μάλιστα ευλόγως η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη δε η αδράνεια του δικαιούχου για μακρό χρονικό διάστημα και πάντως μικρότερο απ` αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και ευρισκόμενες σε αιτιώδη συνάφεια μεταξύ τους, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και έχει διατηρηθεί για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των διαγραφομένων από την ανωτέρω διάταξη ορίων.

Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει απλώς δυσμενείς (Ολ ΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 10/2012, ΑΠ 1248/2018, ΑΠ 909/2017). Περαιτέρω, μεταξύ των προϋποθέσεων για τη θεμελίωση της από την ανωτέρω διάταξη ένστασης είναι και η επίκληση της ύπαρξης δικαιώματος, καθόσον μόνον υπαρκτού δικαιώματος μπορεί να νοηθεί καταχρηστική άσκηση.

Εάν αυτός που προτείνει το σχετικό ισχυρισμό αρνείται τα περιστατικά που στηρίζουν το σχετικό δικαίωμα, δεν μπορεί να θεμελιωθεί η από το ως άνω άρθρο ένσταση, αφού μόνο υπαρκτό δικαίωμα είναι λογικώς δυνατό να ασκηθεί, ώστε να νοείται καταχρηστική άσκησή του (Ολ ΑΠ 17/1995, ΑΠ 914/1987, ΑΠ 489/1976, ΑΠ 544/1972, ΑΠ 999/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τις κατατεθείσες προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου πρότεινε τον ισχυρισμό περί καταχρηστικής άσκησης της υπό κρίση αγωγής από την ενάγουσα, τον οποίο επανέφερε και ενώπιον του Εφετείου με λόγο έφεσης. Για τη θεμελίωση δε του ισχυρισμού της αυτού εκθέτει ότι η αναιρεσίβλητη-ενάγουσα άσκησε καταχρηστικά την υπό κρίση αγωγή, διότι, α) η ενάγουσα είχε προσυμφωνήσει να μεταπωλήσει την δεύτερη παρτίδα των υπολοίπων 3.000 μετρικών τόνων αντί 139 δολαρίων ΗΠΑ ανά μετρικό τόνο και με την τότε ισοτιμία 1 ευρώ = 1,47 δολάρια ΗΠΑ, αντί 94,51 ευρώ ανά μετρικό τόνο β) η εν λόγω ποσότητα 3.000 μετρικών τόνων θα στοίχιζε στην ενάγουσα 172.000 ευρώ, δηλαδή 57,33 ευρώ ανά μετρικό τόνο, ήτοι θα αποκόμιζε κέρδος 37,18 ευρώ ανά μετρικό τόνο ή 55%, γ) για να αποκομίσει η ενάγουσα το ως άνω υπερβολικό κέρδος 65% θα έπρεπε η 2η των εναγόμενων να της πωλήσει την ως άνω ποσότητα των απολειπόμενων 3.000 μετρικών τόνων με τίμημα 40 ευρώ ανά μετρικό τόνο, ενώ την εποχή εκείνη, δηλαδή τον Ιανουάριο του 2008, η 2η εναγόμενη θα έπρεπε να προμηθευτεί την εν λόγω ποσότητα θειαφιού για να την μεταπωλήσει στην ενάγουσα με τίμημα 295 ευρώ περίπου ανά μετρικό τόνο, ήτοι με ζημία 740%, δ) ότι την αλματώδη αύξηση της τιμής του θειαφιού την εποχή εκείνη γνώριζε πολύ καλά η ενάγουσα ως εκ της δραστηριότητας της με την εμπορία χημικών, ε) ότι ούτε η εταιρεία Τ..., αλλά ούτε και η ενάγουσα άνοιξαν εγκαίρως (δηλαδή μέσα στο 2007) την προβλεπόμενη τραπεζική ενέγγυο πίστωση για την πληρωμή του τιμήματος των υπόλοιπων 3.000 μετρικών τόνων, έτσι ώστε να δοθεί η δυνατότητα στη 2η εναγόμενη να "κλείσει" έγκαιρα συμφωνία για την αγορά της αντίστοιχης ποσότητας από το εργοστάσιο παραγωγής στην αρχική προταθείσα μειωμένη τιμή, στ) ότι ποτέ η εταιρία με την επωνυμία "Βιομηχανία ...

Α.Ε." δεν ήγειρε κάποια αξίωση κατά της ενάγουσας για αθέτηση της υποτιθέμενης υποχρέωσής της να της πωλήσει την εν λόγω ποσότητα θειαφιού, που, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα, είχε συμφωνήσει με αυτή, αλλά αντίθετα, την εποχή εκείνη η Βιομηχανία ..., γνωρίζουσα τις τότε ανοδικά κινούμενες τιμές του θειαφιού, προσυμφώνησε να προμηθευτεί θειάφι από τις εναγόμενες αντί πολλαπλάσιας τιμής, ζ) ότι η μεταξύ της ενάγουσας και της εταιρίας "Βιομηχανία ...

ΑΕ" συνεργασία δεν διακόπηκε από το ανωτέρω γεγονός, αλλά συνεχίσθηκε έκτοτε κανονικά. Ότι η εκ μέρους της ενάγουσας άσκηση της υπό κρίση αγωγής υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά και συναλλακτικά ήθη και έθιμα, καθώς και ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, δεδομένου ότι με την αγωγή της αυτή η ενάγουσα επιδιώκει να εισπράξει από τις εναγόμενες αξίωσή της ύψους 161.680 ευρώ, η υλοποίηση της οποίας, πέραν της εν λόγω εκταμίευσης θα δημιουργήσει στις εναγόμενες ζημία συνολικού ύψους 765.000 ευρώ, που είναι η διαφορά ανάμεσα στη τιμή του τόνου προσδιορισμένη στο ποσό των 295 ευρώ μείον το ποσό των 40 ευρώ ανά τόνο που είναι η συμφωνημένη τιμή με την ενάγουσα.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό δεχόμενο τα εξής: " Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα η συγκεκριμένη ένσταση τυγχάνει απορριπτέα ως μη νόμιμη. Ειδικότερα, τα επικαλούμενα από τις εναγόμενες πραγματικά περιστατικά δεν είναι ικανά να στοιχειοθετήσουν συμπεριφορά της ενάγουσας ικανή να χαρακτηριστεί ως κακόπιστη και/ή ανήθικη κατά τις συναλλαγές, ούτε ότι ο τρόπος άσκησης των ένδικων δικαιωμάτων της ενάγουσας, με βάση και την προηγηθείσα συμπεριφορά της ενάγουσας, έγινε σε προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος.

Ακόμα και η πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε από την αύξηση της τιμής του εμπορεύματος, σε συνδυασμό με την συμπεριφορά των εναγόμενων, δεν καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή των δικαιωμάτων της ενάγουσας, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, κατέληξε στην ίδια κρίση και απέρριψε την σχετική ένσταση ως μη νόμιμη, αφού δέχθηκε ότι τα επικαλούμενα από τις εναγόμενες πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούν την άσκηση της υπό κρίση αγωγής αντίθετη στα αντικειμενικά όρια της καλής πίστεως ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τις εκκαλούσες - εναγόμενες με τον σχετικό λόγο της έφεσής τους, κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα στην ουσία τους".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, που απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης ως αβάσιμο, δεχόμενο ότι ο σχετικός ισχυρισμός από το άρθρο 281 ΑΚ είναι μη νόμιμος, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου εν λόγω διάταξη με εσφαλμένη ερμηνεία ή τη μη εφαρμογή της, διότι πράγματι τα εκτιθέμενα περιστατικά δεν ήταν ικανά να θεμελιώσουν, κατά νόμο την προβαλλόμενη ένσταση κατά την έννοια που εκτέθηκε παραπάνω.

Τούτο δε διότι, η αναιρεσείουσα, ανεξαρτήτως του ότι επικαλείται κυρίως περιστατικά που συνιστούν άρνηση του ασκουμένου δικαιώματος, η επικαλούμενη, δυσμενής ως προς αυτήν, συνέπεια από την αύξηση της τιμής του θειαφιού δεν τελεί σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, όπως εκτίθεται, και είναι άσχετη προς αυτήν.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο έβδομος λόγος αναίρεσης και ο πέμπτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1α` του άρθρου 559 KΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα.

Κατ` ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 29-8-2019 αίτηση για αναίρεση της 3394/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, καθώς και οι από 18-7-2020 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, και να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 KΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Εξάλλου, η αναιρεσείουσα που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 KΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-8-2019 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Λ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ-ΕΜΠΟΡΙΟ-ΕΡΕΥΝΑ-ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΕΣ", καθώς και τους από 18-7-2020 πρόσθετους λόγους αναίρεσης, για αναίρεση της 3394/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ