Legislator Case Law & Legislation
1593/2017 AI generated

1593/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1593/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 20 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1593/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 25-2-2015 αίτησή του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1593 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1593/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 20 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Μαρία Παπίδα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Λ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βασιλείου και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-3-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 531/2005 του ίδιου δικαστηρίου και 4162/2006 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 24-10-2007 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 82/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η τελευταία απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο.

Με κλήση της ενάγουσας η υπόθεση επαναφέρθηκε για συζήτηση στο Εφετείο Αθηνών, το οποίο εξέδωσε την 2102/2013 απόφασή του.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 25-2-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου ανέγνωσε την από 6-4-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ. που ορίζει ότι "Οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", προκύπτει ότι οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου είναι δεσμευτικές για όλα τα δικαστήρια που επιλαμβάνονται της ίδιας υποθέσεως, δηλαδή και για τον ίδιο τον Άρειο Πάγο, αν επανέλθει σ’ αυτόν η υπόθεση ύστερα από νέα αναίρεση κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου της παραπομπής.

Εξ άλλου από τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία "Είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης κατά απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, εφόσον με το λόγο αυτό προσβάλλεται η απόφαση κατά το τμήμα της εκείνο κατά το οποίο συμμορφώθηκε προς την αναιρετική", προκύπτει ότι το ουσιαστικό δικαστήριο της παραπομπής δεν έχει δικαίωμα διαφωνίας με την αναιρετική απόφαση του Αρείου Πάγου αλλά υποχρεούται να συμμορφωθεί προς αυτή ως προς το νομικό ζήτημα που έλυσε, διότι διαφορετικά η απόφαση του υπόκειται σε αναίρεση κατά το άρθρο 559 αριθ. 18 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.

Α.Π. 15/2011). Περαιτέρω κατά μεν το άρθρο 579 παρ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε το άρθρο 581 παρ. 2 του ίδιου κώδικα στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση.

Τέλος κατά το άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως, καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση όταν η αναιρετική απόφαση κατά το διατακτικό της δεν περιορίζει με σχετική διάταξή της την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνο από τους διαδίκους (Ολ.

Α.Π. 27/2007). Ειδικότερα, μετά την αναίρεση της αποφάσεως στο σύνολό της, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, με συνέπεια να αναβιώνει η σχετική αίτηση παροχής έννομης προστασίας (αγωγή ή έφεση, αναλόγως αν η αναιρεθείσα απόφαση εκδόθηκε στον πρώτο ή δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας), της οποίας επιλαμβάνεται το δικαστήριο της παραπομπής μετά από κλήση (Α.Π. 845/2010).

Το εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 3, 581 παρ. 2 και 3, 579 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., επανεκδικάζει την έφεση ως προς το κεφάλαιο στο οποίο αναφέρεται η παράβαση και δεν περιορίζεται στο νομικό ζήτημα περί του οποίου έγινε δεκτός ο λόγος αναιρέσεως, αλλά η υπόθεση επανεκδικάζεται κατά το εκκληθέν, επί του οποίου με την απόφασή του αποφαίνεται το δικαστήριο της παραπομπής.

Το τελευταίο δεσμεύεται ως προς το νομικό ζήτημα που έλυσε η παραπεμπτική απόφαση (Α.Π. 698/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση με την από 2-3-2004 αγωγή της η ήδη αναιρεσίβλητη εξέθεσε τα εξής: Ότι κατά το έτος 1995 προσλήφθηκε από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με σύμβαση που χαρακτηρίσθηκε ως σύμβαση έργου-εξωτερικής συνεργασίας, προκειμένου να απασχοληθεί στην Κρατική Ορχήστρα Αθηνών (Κ.Ο.Α.) ως μουσικός στο όργανο της βιόλας.

Ότι στη συνέχεια καταρτίσθηκαν μεταξύ αυτής και του εναγομένου νέες διαδοχικές ομοίου περιεχομένου συμβάσεις για τα διαστήματα: α) από 28-9-1995 έως 31-7-1996, β) από 29-9-1997 έως 31-7-1998, γ) από 15-10-1998 έως 31-7-1999, δ) από 1-10-1999 έως 31-12-1999, ε) από 1-2-2001 έως 31-7-2001, στ) από 19-9-2001 έως 31-7-2002, ζ) από 1-10-2002 έως 31-7-2003, η) από 1-1-2003 έως 31-7-2003 και θ) από 10-9-2003 έως 31-7-2004.

Ότι οι ανωτέρω διαδοχικές συμβάσεις με το εναγόμενο στην πραγματικότητα συνιστούν μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου διότι αυτή εργαζόταν όπως και οι μόνιμοι υπάλληλοι στην ανωτέρω ορχήστρα υπό τις εντολές και οδηγίες των οργάνων του εναγομένου, κάλυπτε δε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του.

Ότι οι ανωτέρω συμβάσεις της με το εναγόμενο χαρακτηρίσθηκαν από αυτό ως συμβάσεις έργου προς καταστρατήγηση των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, 5 π.δ. 81/2003, 178 και 179 Α.Κ. και της οδηγίας 1999/70 ΕΚ. Ότι το Φεβρουάριο του έτους 2004 και πριν λήξει η ισχύς της τελευταίας φερομένης ως ορισμένου χρόνου συμβάσεώς της που κατά τα προεκτεθέντα είχε διάρκεια από 10-9-2003 έως 31-7-2004, ο διευθυντής της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών έπαυσε αιφνιδίως να αποδέχεται τις υπηρεσίες της, με αποτέλεσμα το εναγόμενο να καταστεί υπερήμερο ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών της.

Ζήτησε δε, όπως το αίτημα της αγωγής εκτιμάται από το παρόν δικαστήριο, να αναγνωρισθεί ότι συνδεόταν με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται την προσφερόμενη σ’ αυτό εργασία της με απειλή χρηματικής ποινής σε περίπτωση αρνήσεώς του.

Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η 531/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη, μετά δε από έφεση της ενάγουσας εκδόθηκε η 4162/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση. Η τελευταία όμως αυτή απόφαση αναιρέθηκε με την 82/2012 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε ότι το εφετείο, δεχόμενο ότι η αγωγή της τότε αναιρεσείουσας ήταν μη νόμιμη, παραβίασε με την εσφαλμένη μη εφαρμογή τους τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 ν 2112/1920, 281, 671 Α.Κ.

και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος. Στη συνέχεια η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση ενώπιον του εφετείου, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεχόμενο ότι η αγωγή ήταν νόμιμη κατά το αίτημά της να αναγνωρισθεί ότι η ενάγουσα συνδεόταν με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου σύμφωνα με την πιο πάνω δεσμευτική γι’ αυτό απόφαση του Αρείου Πάγου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που την είχε κρίνει κατά τούτο μη νόμιμη και αφού κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε την αγωγή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη κατά το μέρος της αυτό.

Ήδη με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 8 ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 671 Α.Κ. και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, ενώ έπρεπε να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 ν. 2190/1994 σύμφωνα με την οποία η σύμβαση της ενάγουσας ήταν υποχρεωτικώς εκ του νόμου ορισμένης διάρκειας.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 562 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) αφού, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή της παρούσης, το εφετείο δεσμευόταν ως προς την κρίση του για το νόμιμο της αγωγής από την προαναφερθείσα 82/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.

θεμελιώνει η προσβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έχει νόμιμη βάση (άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.) εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο να παρατίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη πλημμέλεια.

Επί πλέον πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ. Α.Π. 20/2005). Δεν αρκεί δε η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου διότι μόνο με παράθεση των πραγματικών κρίσιμων παραδοχών (όχι μεμονωμένων και κατ’ επιλογή αποσπασματικών) μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναιρέσεως κατά το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1909/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο κατά το πρώτο σκέλος του λόγο αναιρέσεως, κατά την επιτρεπτή νοηματική του απόδοση, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια, για τη θεμελίωσή του δε εκθέτει το κατά τις απόψεις πραγματικό μέρος της υποθέσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που κατά τις απόψεις του θα έπρεπε να δεχθεί το εφετείο, ενώ δεν παραθέτει τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε το εφετείο για να στηρίξει την κρίση του για τη μερική ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής.

Επομένως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ.

Α.Π. 25/2003), όχι όμως οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 524/2014). Εξ άλλου για την πληρότητα του προαναφερθέντος λόγου αναιρέσεως πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ποια ήταν τα πράγματα τα οποία, μολονότι προτάθηκαν παραδεκτά δεν ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο και ποια επίδραση ασκούσαν αυτά στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 447/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο κατά το δεύτερο σκέλος του λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια, χωρίς να προσδιορίζει συγκεκριμένο ισχυρισμό του που προτάθηκε νομίμως και δεν ελήφθη υπόψη από το εφετείο αλλά μόνο προβάλλοντας πραγματικά επιχειρήματα που το ίδιο πρότεινε ως προκύπτοντα από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι δεν προσδιορίζεται ο ισχυρισμός (πράγμα) που προτάθηκε από το αναιρεσείον και δεν ελήφθη υπόψη από το εφετείο, ενώ κατά τα προεκτεθέντα δεν συνιστούν πράγματα τα επιχειρήματα του αναιρεσείοντος που πηγάζουν από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Ενόψει όλων αυτών πρέπει ν’ απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένη κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 περ. 18 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και 2 της 134423 Οικ/1992 κοινής υπουργικής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-2-2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 2102/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

& νυν Πρόεδρος Αρείου Πάγου