Legislator Case Law & Legislation
1593/2014 AI generated

Supreme Court annuls appeal judgment and remands case for new substantive trial due to procedural irregularities.

Case Number 1593/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Athens Court of Appeal's judgment and remanded the case for a new substantive trial before a different panel. The appellant had died before submitting written submissions, while the respondent failed to file any proposals. The court ruled that holding a combined hearing for the appeal and the merits would unfairly burden the parties and violate procedural fairness, necessitating a fresh hearing after the appeal judgment. Consequently, the case was retained for a new substantive discussion following the appointment of a new advocate.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1)(b), 294, 297, 298, 299, 580, 581, 570, 237 of the Code of Civil Procedure; When an appeal judgment annuls a prior decision, the case must be retried substantively in a new hearing to ensure procedural fairness and avoid undue burden on parties.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal judgment annulment substantive trial remand new substantive hearing procedural fairness principle written submissions requirement legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Articles 294, 297, 298, 299 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 581 of the Code of Civil Procedure
Article 570 of the Code of Civil Procedure
Article 237 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 1163/2011
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1593 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1593/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Β. του Π., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΤΤΙΚΗΣ "ΔΡΟΜΟΚΑΪΤΕΙΟ"" που εδρεύει στο Χαϊδάρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λιβανό με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις. Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε ο δικηγόρος Δημήτριος Κοντογιάννης, ο οποίος, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο αναιρεσείων απεβίωσε στις 10/7/2012 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό Α130/11-7-2012 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Δήμου Ξυλοκάστρου, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εκ διαθήκης κληρονόμοι αυτού α) Α. Β. του Π., β) Β. Β. του Π., κάτοικοι ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/7/2007 αγωγή του αρχικά αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 220/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6233/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αρχικά αναιρεσείων με την από 27/11/2009 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 303/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 6233/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 6387/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε ο αρχικά αναιρεσείων με την από 14/2/2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 24/12/2013 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Αντωνίου Αθηναίου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου λόγου της αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη όλων των λοιπών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, τέτοιες δε δεν αποτελούν τα διαδικαστικά έγγραφα (αγωγή προτάσεις κ.λ.π) (ΑΠ 1163/2011). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 297, 298 και 299 του Κ.Πολ.Δ.

προκύπτει ότι, ο διάδικος που νικήθηκε μπορεί να αποδεχθεί την απόφαση που εκδόθηκε σε βάρος του, είτε πριν από την άσκηση του ενδίκου μέσου, είτε μετά την άσκησή του κατ' αυτής. Η αποδοχή της απόφασης, σημαίνουσα παραίτηση από του δικαιώματος ασκήσεως ενδίκων μέσων κατ' αυτής και επαγόμενη το απαράδεκτο των ενδίκων αυτών μέσων, όταν γίνεται πριν από την άσκηση του ενδίκου μέσου, δεν υποβάλλεται σε κανένα τύπο και συνεπώς μπορεί να γίνει και σιωπηρά, με πράξεις από τις οποίες προκύπτει σαφώς η αποδοχή της απόφασης.

Ακόμη, για την παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως ενδίκων μέσων και επομένως για την σημαίνουσα τέτοια παραίτηση αποδοχή της απόφασης ρητή ή σιωπηρά, απαιτείται ειδική πληρεξουσιότητα του δικηγόρου που υπογράφει την ρητή αποδοχή της απόφασης ή που προβαίνει στην πράξη από την οποία συνάγεται η σιωπηρή αποδοχή της απόφασης, διαφορετικά η (ρητή ή σιωπηρά) αποδοχή της απόφασης και συνεπώς και η παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως ενδίκων μέσων κατ' αυτής, η οποία δίδεται σύμφωνα με το άρθρο 96 παρ.1, 3 ΚΠολΔ είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, είναι ανίσχυρη (ΑΠ 1852/2011), Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, στη θέση του οποίου συνεχίζουν τη δίκη οι καθολικοί διάδοχοί του, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για το ότι παρά το νόμο απέρριψε τον ισχυρισμό του, που προέβαλε με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου, ότι η έφεση που άσκησε το αναιρεσίβλητο κατά της υπ'αριθμ.220/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία επιδικάσθηκε σ' αυτόν το ποσό των 99.930 ευρώ, είναι απαράδεκτη, ενόψει του ότι μετά τη δημοσίευση της ως άνω απόφασης και την επίδοση αυτής σ' εκείνο, το τελευταίο, με εξώδικη δήλωση που επέδωσε στο πρώτο, παραιτήθηκε σιωπηρά από το δικαίωμά του να ασκήσει έφεση, όπως από το περιεχόμενο αυτής προκύπτει, το οποίο έχει κατά λέξη ως εξής:"σας επιδικάσθηκε το κονδύλιο της αιτουμένης αποζημιώσεως και η σχετική δαπάνη ...

σας διαβεβαιώσαμε προφορικά με τον πληρεξούσιο δικηγόρο μας ότι η απαίτηση σας ουδόλως κινδυνεύει και θα ικανοποιηθεί πλήρως και εντόκως...προσπαθούμε να επισπεύσουμε την όλη διαδικασία ώστε να πληρωθείτε το συντομότερο δυνατό...να λάβετε υπόψη σας ότι συναινέσαμε στην παραδοχή της αγωγής σας να εκδοθεί η σχετική απόφαση...".

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δέχθηκε τα εξής: "Όμως από το περιεχόμενο της ως άνω προς τον ενάγοντα κοινοποιηθείσης εξωδίκου δηλώσεως του εκκαλούντος - εναγομένου που φέρει την υπογραφή του πληρεξουσίου του δικηγόρου Ανδρέα Κρυστάλλη, την οποία ο εφεσίβλητος προσκομίζει και επικαλείται προς απόδειξη της ως άνω περί απαραδέκτου της κρινομένης εφέσεως δικονομικής ενστάσεώς του, δεν προκύπτει κατά την κρίση του δικαστηρίου αυτού σαφώς και χωρίς επιφύλαξη δήλωση του εκκαλούντος για αποδοχή της εκκαλουμένης αποφάσεως και συμμόρφωσή του προς το περιεχόμενο αυτής, αλλά αντιθέτως, πρόθεσή του ν' αποτρέψει την επί τη βάσει αυτής διενέργεια εις βάρος του αναγκαστικής εκτελέσεως.

Παρεκτός, όμως, των ανωτέρω, ο εφεσίβλητος, που φέρει το βάρος της αποδείξεως της ενστάσεως αυτής, ουδέν αποδεικτικό στοιχείο προσκόμισε ή επικαλέστηκε, από το οποίο να αποδεικνύεται, ότι ο υπογράφων την άνω εξώδικη δήλωση πληρεξούσιος δικηγόρος του εναγομένου είχε την ειδική πληρεξουσιότητα του Διοικητικού Συμβουλίου του για την αποδοχή της εκκαλουμένης αποφάσεως και την συνακόλουθη παραίτηση του από του δικαιώματος ασκήσεως κατ' αυτής ενδίκου μέσου".

Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε τον άνω ισχυρισμό περί του απαραδέκτου της εφέσεως, ως κατ' ουσία αβάσιμο. Έτσι που έκρινε το άνω δικαστήριο, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να απορρίψει ως απαράδεκτη την εκτεθείσα έφεση και αυτό γιατί από το περιεχόμενο της ανωτέρω εξώδικης δήλωσης δεν προκύπτει με απόλυτη βεβαιότητα σαφής και χωρίς καμία επιφύλαξη αποδοχή εκ μέρους του αναιρεσίβλητου, της πρωτόδικης απόφασης, αλλά αντιθέτως πρόθεση αποτροπής της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του.

Περαιτέρω, ορθώς το Εφετείο απέρριψε τον ανωτέρω ισχυρισμό περί απαραδέκτου της έφεσης και για το λόγο, ότι δεν επικαλέστηκε ο αναιρεσείων, ούτε προσκόμισε κάποιο αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι ο υπογράφων την προαναφερθείσα εξώδικη δήλωση είχε λάβει ειδική πληρεξουσιότητα, που απαιτείται σ' αυτή την περίπτωση της παραίτησης από το δικαίωμα άσκησης ενδίκου μέσου από το διοικητικό συμβούλιο του αναιρεσιβλήτου, δοθείσα είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο είτε με προφορική δήλωση καταχωρηθείσα στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Δεν αποτελεί δε τέτοια (ειδική πληρεξουσιότητα) το γεγονός, ότι ο προαναφερθείς δικηγόρος, που υπογράφει την ανωτέρω εξώδικη δήλωση (και υπήρξε πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσιβλήτου στην πρωτόδικη δίκη) στις παραδεκτώς επισκοπούμενες πρωτόδικες προτάσεις που υπέγραψε με την ιδιότητά του αυτή και συγκεκριμένα στο αιτητικό αυτών, διαλαμβάνει αίτημα αποδοχής της ένδικης αγωγής του αναιρεσείοντος ως προς το ποσό της αποζημίωσης απόλυσης, επικαλούμενος την από 5-11-2007 εξουσιοδότηση, για τη μη λήψη υπόψη των οποίων από το Εφετείο παραπονείται επίσης ο αναιρεσείων, με τον ίδιο λόγο και κατά το πρώτο μέρος του, διατεινόμενος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11γ ΚΠολΔ, όχι όμως ορθώς, καθόσον οι προτάσεις της ενεστώσας δίκης, είτε πρωτόδικες είτε του δευτέρου βαθμού, δεν αποτελούν αποδεικτικά μέσα, η παρά το νόμο μη λήψη υπόψη των οποίων, να ιδρύει τον σχετικό λόγο αναίρεσης.

Επομένως πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά μεν το πρώτο μέρος από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως απαράδεκτος, κατά δε το δεύτερο μέρος του από τον αριθμό 14 του ιδίου άρθρου, ως αβάσιμος. Κατά το άρθρ. 94 παρ.1 του ΝΔ 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", η αποζημίωση που δικαιούται ο δικηγόρος, που προσφέρει τις υπηρεσίες του με πάγια περιοδική αμοιβή, σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως έμμισθης εντολής εκ μέρους του εντολέα υπολογίζεται με βάση τις τακτικές αποδοχές που καταβάλλονται σε αυτόν "σταθερώς υφ' οιανδήποτε μορφή" κατά τον τελευταίο πριν από την απόλυσή του μήνα.

Κατά την έννοια του άρθρου 648 ΑΚ ο συμφωνημένος μισθός περιλαμβάνει την πάγια μηνιαία αντιμισθία και κάθε άλλη παροχή που χορηγείται σταθερά και μόνιμα ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα των παρεχομένων υπηρεσιών, όπως είναι το αντίτιμο των παροχών σε είδος και ειδικότερα της τροφής. Επίσης, στις τακτικές αποδοχές συνυπολογίζονται και τα επιδόματα εορτών, που δικαιούνται οι δικηγόροι βάσει του άρθρου 2παρ.1 της ΥΑ 19040/81 καθώς και το επίδομα αδείας, που δικαιούνται βάσει του άρθρου 8παρ.4 του Ν. 4507/66 και συνεπώς το ποσό της αποζημιώσεως προσαυξάνεται κατά 1/6, όσο δηλαδή το πηλίκον διαιρέσεως των δύο επί πλέον μισθών (1/2 για επίδομα Πάσχα συν 1 για επίδομα Χριστουγέννων συν 1/2 για επίδομα αδείας), δια των 12 μηνιαίων αντιμισθιών του έτους (ΑΠ 1250/ 2009).

Στη προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων), ο οποίος είναι δικηγόρος, τοποθετήθηκε δυνάμει του υπ'αριθ.71/19-11-19549 (ΔΦΠ 248/22-11-1954) Πρακτικού του Κεντρικού Συμβουλίου απολυομένων Πολεμιστών του Υπουργείου Εργασίας στο εκκαλούν - εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο) νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, με την επωνυμία "ΨΝΑ ΔΡΟΜΟΚΑΪΤΕΙΟ" κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Α.Ν. 1836/1951 "Περί Πολεμιστών κ.λ.π." και συνεπώς ως προστατευόμενος από την ισχύουσα περί πολεμιστών νομοθεσία, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του, με την παραπάνω ιδιότητά του.

Ο ενάγων προσέφερε τις υπηρεσίες του στο εναγόμενο, μέχρι την 21-3-2007, οπότε αποχώρησε οικειοθελώς, έχοντας συμπληρώσει πενήντα τρία (53) χρόνια παροχής υπηρεσιών στο τελευταίο. Η πάγια μηνιαία περιοδική αμοιβή του ενάγοντος κατά τον τελευταίο πριν από την ως άνω αποχώρησή του μήνα, δηλαδή το Φεβρουάριο του έτους 2007,ανερχόταν στο ποσό των 2598,28 ευρώ, όπως προκύπτει από τα υπ' αριθ. 11, 12 και 13 χρηματικά εντάλματα πληρωμής, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν και οι δύο διάδικοι, από τα οποία επίσης συνάγεται σαφώς ότι στο προαναφερόμενο ποσό περιλαμβάνεται ό,τι σύμφωνα με το νόμο ήταν υποχρεωμένο να καταβάλει μηνιαίως το εναγόμενο στον ενάγοντα σταθερά και μόνιμα, ως αντάλλαγμα των παρεχομένων υπηρεσιών του.

Επομένως, ενόψει της υπερτριακονταετούς υπηρεσίας του ενάγοντος και κατ' εφαρμογή των αναφερομένων παραπάνω διατάξεων των άρθρων 94 παρ.1 του Ν Δ/τος 3026/1954, 4 του Ν. 1093/1980, 648 επ. και 713 επ. ΑΚ, η οφειλομένη σ' αυτόν, που ανήκει στην κατηγορία των προστατευομένων από την περί πολεμιστών νομοθεσία, αποζημίωση απόλυσης ανέρχεται στο ποσό των (2598,28 πάγια μηνιαία περιοδική αμοιβή Χ 30 = ) 77.948,40 ευρώ, δεδομένου ότι δεν συνυπολογίζονται για τον προσδιορισμό της πάγιας μηνιαίας αμοιβής αυτού οι προσαυξήσεις που αναλογούν στα επιδόματα εορτών και άδειας, κατά τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας (άρθρα 1 και 3 του ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παρ.1εδ.

α του ν. 3198/1955) οι οποίες, δεν εφαρμόζονται στη περίπτωση του ενάγοντος, σύμφωνα με την ως άνω ρητή διάταξη του άρθρου 4 του Ν 1093/1980, με την οποία ρυθμίζεται το ζήτημα του προσδιορισμού της ως άνω αποζημίωσης. Άλλωστε, και ο ίδιος ο ενάγων είχε εξωδίκως και πριν την άσκηση της ένδικης αγωγής ομολογήσει στην από 8-5-2007 έγγραφη δήλωσή του προς το εναγόμενο, που φέρει την υπογραφή του, η γνησιότητα της οποίας δεν αμφισβητήθηκε από τον ίδιο, ότι: "...Όθεν εκ των ανωτέρω δείκνυται ότι η αποζημίωση εκ της οικειοθελούς αποχωρήσεώς μου εκ της θέσεως της εμμίσθου εντολής παρά του ΨΝΑ "ΔΡΟΜΟΚΑΪΤΕΙΟ" ανέρχεται στο ποσό των 77.760Ε".

Σημειώνεται ότι για τον προσδιορισμό του ως άνω ποσού ελήφθη υπόψη ως μηνιαία πάγια αμοιβή του ενάγοντος ποσό 2.592 ευρώ (2592 Χ 30 = 77.760 ευρώ). Με βάση τα παραπάνω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του προσδιόρισε την οφειλόμενη στον ενάγοντα αποζημίωση απόλυσης στο ποσό των 90.930 ευρώ, συνυπολογίζοντας στην ως άνω πάγια μηνιαία αμοιβή αυτού των 2598,28 ευρώ και ποσό 433 ευρώ, το οποίο αποτελεί την αναλογία των επιδομάτων εορτών και άδειας, τα οποία κατά τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό της οφειλόμενης λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αποζημίωσης και έτσι προσδιόρισε εσφαλμένα την πάγια μηνιαία αμοιβή του ενάγοντος για τον καθορισμό του ύψους της οφειλομένης σ' αυτόν αποζημίωσης στο ποσό των (2598,28 + 433 = 3031 ευρώ χ 30 = 90.930 ευρώ), έσφαλε, όπως βάσιμα υποστηρίζεται από το εκκαλούν, με το δεύτερο λόγο της έφεσής του, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός.".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 94 παρ.1 ΝΔ 3026/1954, 4 Ν. 1093/1980, 2 παρ.1 της ΥΑ 19040/1981 και 8 παρ. 4 Ν. 4507/1966. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης, μετά ταύτα, της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης.

Από τις συνδυασμένες διατάξεις, του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 Κ.Πολ.Δ., το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 του ν. 4055/2012 και ορίζει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για παραπέρα εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει την ουσία της υπόθεσης, της παραγράφου 2 του άρθρου 570 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας και της παρ. 2 του άρθρου 581 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία η υπόθεση συζητείται στο δικαστήριο της παραπομπής μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις, κατά το άρθρο 237, προκύπτουν τα εξής:

Σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει ο ίδιος την υπόθεση κατ' ουσία, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δεν νοείται, υπό την ισχύ των προαναφερόμενων διατάξεων, ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης.

Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ' ουσία την υπόθεση, οφείλει να τηρεί και τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 237 Κ.Πολ.Δ.

και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις. Μπορεί, δηλαδή, να προβληθούν από τους διαδίκους στον Άρειο Πάγο, με κρίσιμη χρονική αφετηρία τη, μετά την αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης, κατ' ουσία νέοι ισχυρισμοί, υπό τους περιορισμούς των άρθρων 527 και 269 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ή και να ασκηθούν από τον εκκαλούντα πρόσθετοι λόγοι έφεσης υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 520 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ενδεχόμενη ταυτόχρονη εξέταση, ύστερα από μια ενιαία συζήτηση, τόσο της αίτησης αναίρεσης, όσο και της ουσίας της υπόθεσης, στην περίπτωση βέβαια που η πρώτη γίνει δεκτή, συνεπάγεται τη δυσχέρανση ή και τη ματαίωση ουσιαστικά της άσκησης εκ μέρους των διαδίκων των πιο πάνω ευχερειών και παράλληλα επιβάλλει σ' αυτούς, κατά παραγνώριση της αρχής της οικονομίας της δίκης, το υπέρμετρο και συχνά περιττό δικονομικό βάρος της κατάθεσης προτάσεων για την ουσία της υπόθεσης σε όλη τη δυνατή έκταση, αφού αυτοί δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν εκ των προτέρων αν θα αναιρεθεί και σε ποια έκταση η προσβαλλόμενη απόφαση και συνακόλουθα ποια είναι τα όρια της εκδίκασης της υπόθεσης στην ουσία.

Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο, από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 Κ.Πολ.Δ., υποχρέωσης για εκδίκαση, μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ' ουσία, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης, μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας, ύστερα από κλήση του επιμελεστέρου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή.

Εφόσον λοιπόν, στην κρινόμενη υπόθεση αναιρείται, η απόφαση του Εφετείου, που δίκασε μετά από αναίρεση της προηγούμενης υπ' αριθμ. 6233/2009 απόφασής του, πρέπει η υπόθεση να διακρατηθεί και να δικασθεί, από το Τμήμα τούτο, σε νέα συζήτηση, που θα λάβει χώρα μετά από κλήση του επιμελεστέρου των διαδίκων. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που δεν κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν εις βάρος του αναιρεσίβλητου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 6387/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Κρατεί την υπόθεση, προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση, μετά από επίσπευση του επιμελέστερου των διαδίκων. Και Επιβάλλει στο αναιρεσίβλητο τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, στη θέση του οποίου συνεχίζουν τη δίκη οι καθολικοί διάδοχοί του, που ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιουλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ