1593/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1593/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μετά από πολυετείς έρευνες και δοκιμές που ολοκληρώθηκαν το έτος 2001, επινόησε μία νέα και πρωτότυπη μέθοδο παραγωγής αλλαντικών, που της έδωσε τη δυνατότητα να παράγει μια εντελώς νέα σειρά προϊόντων, τα αλλαντικά με ελαιόλαδο. Τα αλλαντικά αυτά χαρακτηρίζονται από την άμεση ενσωμάτωση ελαιόλαδου σ' αυτά, με μέγιστη δυνατή υποκατάσταση του ζωικού λίπους.
Full text
Απόφαση 1593 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1593/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΔΕΣΜΑ Α.Ε.Β.Ε - Παραγωγή και εμπορία τροφίμων", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Ε. Μ. του Ν., κατοίκου ... και 3. Δ. Χ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Καλαβρό.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΡΕΤΑ ΦΑΡΜ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στον Πρίνο (περιοχή Λατζιμιάς) Δήμου Αρκαδίου, Νομού Ρεθύμνης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ρούσση.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 24623/23-6-2005, 24624/23-6-2005, 24625/23-6-2005, 24626/23-6-2005, 50783/14-11-2006, 50784/14-11-2005, 50785/14-11-2006 και 50786/14-11-2006 αγωγές της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 840/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 724/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7 Ιουνίου 2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 12 Σεπτεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 173/7-6-2010 αιτήσεως για αναίρεση της 742/15-4-2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 173/7-6-2010 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 742/15-4-2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με τις (α) 24623/23-6-2005, (β) 24624/23-6-2005, (γ) 24625/23-6-2005, (δ) 24626/23-6-2005, (ε) 50783/14-11-2006, (στ) 50784/14-11-2005, (ζ) 50785/14-11-2006 και (η) 50786/14-11-2006 αγωγές η δι' αυτών ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εδίωκε να βεβαιωθεί ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες από πρόθεση παραβίασαν κατά το από 30-7-2004 έως και 12-5-2005 χρονικό διάστημα το διατακτικό της εκδοθείσης κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων 14372/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απαγορεύθηκε στην πρώτη τούτων ανώνυμη εταιρεία, της οποίας οι συνεναγόμενοί της είναι πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος αυτής, αντίστοιχα, η παραγωγή και διάθεση αλλαντικών με ελαιόλαδο, σύμφωνα με την περιγραφόμενη στο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας της ενάγουσας μέθοδο, και η καταδίκη της δεύτερης και τρίτης των εναγομένων σε χρηματική ποινή και προσωπική τους κράτηση.
Επί των εν λόγω και με στοιχ.(α)-(η) χαρακτηριζομένων αγωγών, συνεκδικαζομένων, εκδόθηκε, κατά παραδοχή τους, η 840/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, παράλληλα με την βεβαίωση της παραβιάσεως, καταδικάσθηκαν η δεύτερη και τρίτος των εναγομένων σε χρηματική ποινή (600,00) ευρώ και προσωπική κράτηση διάρκειας (1) μηνός έκαστος, και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 771/18-2-2008 έφεση των εναγομένων, με τους με ιδιαίτερο, 4396/4-11-2009, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, και την διά των προτάσεων αντέφεση της ενάγουσας, η 724/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με απορριπτική επ' αυτών κατ' ουσίαν κρίση, την οποία στήριξε στις ακόλουθες νομικές κατ' ουσιαστικές παραδοχές της, που ενδιαφέρουν του ερευνώμενους στη συνέχεια λόγους αναιρέσεως.
Ειδικότερα διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή τους, "Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη-αντεκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΚΡΕΤΑ ΦΑΡΜ Ανώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρία", που εδρεύει στον Πρίνο περιοχή Λατζιμάς, Δήμου Αρκαδίου Νομού Ρεθύμνης, είναι μια από τις σημαντικότερες ελληνικές βιομηχανίες του κλάδου παραγωγής, επεξεργασίας και εμπορίας κρέατος και αλλαντικών και γενικότερα του κλάδου των τροφίμων.
Μετά από πολυετείς έρευνες και δοκιμές που ολοκληρώθηκαν το έτος 2001, επινόησε μία νέα και πρωτότυπη μέθοδο παραγωγής αλλαντικών, που της έδωσε τη δυνατότητα να παράγει μια εντελώς νέα σειρά προϊόντων, τα αλλαντικά με ελαιόλαδο. Τα αλλαντικά αυτά χαρακτηρίζονται από την άμεση ενσωμάτωση ελαιόλαδου σ' αυτά, με μέγιστη δυνατή υποκατάσταση του ζωικού λίπους.
Για την ανωτέρω εφεύρεση της απονεμήθηκε από τον Οργανισμό Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας, το υπ' αριθμ. 1.003.784/30-1-2002 Δίπλωμα Ευρεσιτεχνίας, η ισχύς του οποίου εκτείνεται μέχρι 20-2-2021. Με βάση τη μέθοδο η ενάγουσα - εφεσίβλητη - αντεκαλούσα παράγει και διαθέτει σ' ολόκληρη την Ελλάδα μια ολόκληρη σειρά αλλαντικών με ελαιόλαδο (πάριζα, παριζάκι, λουκάνικα χωριάτικα και Φρανκφούρτης, κλπ).
Χάρις στην πρωτοτυπία και την ποιότητα των αλλαντικών με ελαιόλαδο της τελευταίας, καθώς και χάρις στη σε πανελλαδική εμβέλεια διαφημιστική προβολή των, τα ως άνω νέα και πρωτότυπα- προϊόντα της, έτυχαν γενικής αποδοχής και προτίμησης από το καταναλωτικό κοινό. Η πρώτη εναγομένη - εκκαλούσα - αντεφεσίβλητη εταιρία με την επωνυμία "Ανώνυμη Εμπορική Βιομηχανική Εταιρία - Παραγωγή και Εμπορία Τροφίμων" και με τον διακριτικό τίτλο "ΕΔΕΣΜΑ", που εδρεύει στην ΒΙ.ΠΕ. (Τομέας Α5) Σίνδου Θεσσαλονίκης, της οποίας Πρόεδρος του Διοικητικού της Συμβουλίου είναι η δεύτερη εναγομένη - εκκαλούσα - αντεφεσίβλητη Ε.
Μ. και Διευθύνων Σύμβουλος ο τρίτος εναγόμενος - εκκαλών - αντεφεσίβλητος Δ. Χ., είναι ανταγωνίστρια της ενάγουσας -εφεσίβλητης - αντεκκαλούσας στην Ελληνική αγορά, αφού και αυτή ασχολείται με την παραγωγή και εμπορία αλλαντικών ικανό χρονικό διάστημα. Μάλιστα, από τις αρχές του έτους 2004 άρχισε να παράγει και να τροφοδοτεί την αγορά της Θεσσαλονίκης, όπου και η έδρα αυτής, όσο και ευρύτερα την αγορά ολόκληρης της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας, με αλλαντικά με ελαιόλαδο.
Η ενάγουσα - εφεσίβλητη - αντεκκαλούσα, υποστηρίζοντας ότι τα ανωτέρω αλλαντικά ήταν της ίδιας ακριβώς φύσης και σύστασης με τα δικά της, και ότι η πρώτη εναγομένη -εκκαλούσα -αντεφεσίβλητη τα παρήγαγε χρησιμοποιώντας τη μέθοδο παραγωγής που περιγράφεται στο ανωτέρω υπ' αριθ. 1.003.784/30-1-2002 Δίπλωμα Ευρεσιτεχνίας, το οποίο εκδόθηκε επ' ονόματι της, άσκησε κατ' αυτής την από 10-2-2004 και με αριθμ.
εκθ. κατ. 4904/2004 αίτηση της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ζήτησε την παροχή δικαστικής προστασίας κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων έναντι των κατά τους ισχυρισμούς της, αθέμιτων μεθοδεύσεων των εναγομένων - εκκαλούντων - αντεφεσίβλητων στην παραγωγή και διάθεση των αλλαντικών με ελαιόλαδο, επικαλούμενη τόσο τις περί προστασίας των Ευρεσιτεχνιών διατάξεις του Ν. 1733/1987, όσο και τις διατάξεις του Ν. 146/1914 περί Αθεμίτου Ανταγωνισμού.
Επί της αιτήσεως της αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 14.372/16-6-2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απαγορεύθηκε στην πρώτη εναγομένη - εκκαλούσα -αντεφεσίβλητη να παράγει αλλαντικά με ελαιόλαδο (παρίζα, παριζάκι, χωριάτικα λουκάνικα και οποιοδήποτε άλλο είδος αλλαντικού), σύμφωνα με την περιγραφόμενη στο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας της ενάγουσας - εφεσίβλητης - αντεκκαλούσας μέθοδο, και να τα διαθέτει στην αγορά.
Ακόμη, υποχρέωσε την παραπάνω εταιρία να αποσύρει ολοσχερώς από την αγορά όλες ανεξαιρέτως τις ποσότητες αλλαντικών με ελαιόλαδο δικής της παραγωγής, που ήδη είχε διαθέσει, μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από την κοινοποίηση προς αυτήν, της ως άνω απόφασης. Επί πλέον, απειλήθηκε με την ίδια απόφαση, σε βάρος της δεύτερης και του τρίτου των εναγομένων - εκκαλούντων - αντεφεσίβλητων, Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγομένης - εκκαλούσας - αντεφεσίβλητης εταιρίας αντίστοιχα, χρηματική ποινή εξακοσίων (600,00) ευρώ και προσωπική κράτηση ενός (1) μηνός στον καθένα, για κάθε περίπτωση παράβασης του διατακτικού της.
Αντίγραφο της απόφασης αυτής με επιταγή προς συμμόρφωση με το διατακτικό της επιδόθηκε νόμιμα στους εναγόμενους - εκκαλούντες - αντεφεσίβλητους στις 14.7.2004 (βλ. την ως άνω απόφαση και τις υπ' αριθμ. 6430, 6431 και 6432/14.7.2004 εκθέσεις επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ..., που επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα η ενάγουσα - εφεσίβλητη- αντεκκαλούσα).
Παρά ταύτα οι εναγόμενοι -εκκαλούντες - αντεφεσίβλητοι δεν συμμορφώθηκαν με το διατακτικό της παραπάνω απόφασης. Ειδικότερα, η εναγομένη - εκκαλούσα - αντεφεσίβλητη εταιρία, δεν διέκοψε την παραγωγή και διάθεση των αλλαντικών με ελαιόλαδο, ούτε απέσυρε από την αγορά, όλες τις ποσότητες των ως άνω προϊόντων, που είχε διαθέσει σε πελάτες της, μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από την κοινοποίηση προς αυτήν της ως άνω απόφασης, ήτοι μέσα στο ένδικο χρονικό διάστημα από 15-7-2004 μέχρι 29-7-2004.
Για το λόγο αυτό η ενάγουσα - εφεσίβλητη - αντεκκαλούσα έδωσε εντολή στους παρακάτω δικαστικούς επιμελητές, οι οποίοι μετά από έρευνα στην εγχώρια αγορά συνέταξαν τις παρακάτω εκθέσεις, με τις οποίες κατέσχεσαν τα αναφερόμενα σ'αυτές αλλαντικά προϊόντα της πρώτης εναγομένης - εκκαλούσας - αντεφεσίβλητης.
Επομένως η πρώτη εναγομένη - εκκαλούσα - αντεφεσίβλητη εταιρεία εκπροσωπούμενη από τους δεύτερο και τρίτο εναγομένους -εκκαλούντες - αντεφεσίβλητους, με τις ενέργειες της αυτές, παρά το ότι τουλάχιστον από 14-7-2004 γνώριζε τις απαγορεύσεις που της είχαν επιβληθεί με την ως άνω υπ' αριθμ. 14.372/16-6-2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία της απαγορεύθηκε να παράγει αλλαντικά με ελαιόλαδο (παρίζα, παριζάκι, χωριάτικα λουκάνικα και οποιοδήποτε άλλο είδος αλλαντικού), σύμφωνα με την περιγραφόμενη στο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας της ενάγουσας - εφεσίβλητης - αντεκκαλούσας μέθοδο και να τα διαθέτει στην αγορά, και υποχρεώθηκε να αποσύρει ολοσχερώς από το εμπόριο όλες ανεξαιρέτως τις ποσότητες αλλαντικών με ελαιόλαδο δικής της παραγωγής, που ήδη είχε διαθέσει, μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από την κοινοποίηση της προς αυτήν, παραβίασε επανειλημμένα τις διατάξεις της, κατά το χρονικό, διάστημα από 14-7-2004 μέχρι και την 12-5-2005.
Συγκεκριμένα αυτή εκπροσωπούμενη από τους ως άνω ομοδίκους της, από πρόθεση (γνώση και θέληση), η οποία συνίσταται στο ότι η τελευταία γνωρίζοντας την προαναφερθείσα απαγόρευση προέβη στις ενέργειες της αυτές γιατί ήθελε την παραγωγή των πραγματικών περιστατικών που συνιστούν αντικειμενικά την παραβίαση του διατακτικού της ως άνω απόφασης, προβλέποντας και αποδεχόμενη ως αναγκαία άλλως ως ενδεχόμενη συνέπεια της συμπεριφοράς της το ανωτέρω παράνομο αποτέλεσμα.
Επομένως, οι εναγόμενοι - εκκαλούντες - αντεφεσίβλητοι με την ιδιότητα που προαναφέρθηκε, ενεργώντας με ενιαίο δόλο από απείθεια δεν συμμορφώθηκαν με την απόφαση αυτή και εξακολούθησαν τη βλαπτική συμπεριφορά που τους είχε απαγορευθεί και μάλιστα για όλο το ένδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από την ημέρα που τους επιδόθηκε η απόφαση (14-7-2004) μέχρι και την 12-5-2005.
Ειδικότερα, η πρώτη εξ αυτών εκπροσωπούμενη από τους λοιπούς, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα όχι μόνον δεν σταμάτησε την παραγωγή τους και δεν απέσυρε τα επίδικα προϊόντα από τα εμπορικά καταστήματα, στα οποία τα είχε ήδη διαθέσει, αλλά συνέχισε τη διάθεση τους. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός των εναγομένων- εκκαλούντων - αντεφεσίβλητων, με τον οποίο υποστηρίζουν ότι δεν παραβίασαν το διατακτικό της εν λόγω απόφασης καθότι τα ανωτέρω προϊόντα που κατασχέθηκαν με τις ως άνω εκθέσεις κατάσχεσης παρασκευάστηκαν με δύο νέες και πρωτότυπες δικές τους μεθόδους παραγωγής, εντελώς διαφορετικές της μεθόδου παραγωγής της ενάγουσας - εφεσίβλητης -αντεκκαλούσας, για τις οποίες χορηγήθηκε στην πρώτη εξ αυτών από τον Οργανισμό Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας, το υπ' αριθμ. 1.004.620/25-6-2004 Δίπλωμα Ευρεσιτεχνίας, για την πρώτη μέθοδο, και το υπ' αριθμ. 1.005.4942/13-6-2008 Δίπλωμα Ευρεσιτεχνίας για τη δεύτερη, και όχι με τη μέθοδο της αντιδίκου τους, ώστε η παραγωγή και διάθεσή τους δεν εμπίπτει στην ως άνω απαγόρευση, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Και τούτο διότι αντικείμενο της εν λόγω δίκης για τη βεβαίωση της παράβασης δεν μπορούν να αποτελέσουν οι ισχυρισμοί που αμφισβητούν το ουσιαστικό δικαίωμα της ενάγουσας - εφεσίβλητης - αντεκκαλούσας, δηλαδή τις προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες υποχρεώθηκε, έστω και προσωρινά, η πρώτη εναγομένη - εκκαλούσα - αντεφεσίβλητη στην παράλειψη των ανωτέρω πράξεων, καθόσον ο ισχυρισμός αυτός που προτάθηκε στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων, αντίκειται προς το δεδικασμένο έστω και προσωρινό που πηγάζει από την πρώτη απόφαση, και επομένως είναι απαράδεκτος.
Πρέπει να σημειωθεί ότι δεν αποτελεί οψιγενές περιστατικό το γεγονός ότι μετά την έκδοση υπ' αριθμ. 14.372/16-6-2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, στην πρώτη εναγομένη - εκκαλούσα - αντεφεσίβλητη, για τη δεύτερη μέθοδο παραγωγής που επικαλείται, χορηγήθηκε από τον Οργανισμό Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας, το υπ' αριθμ. 1.005.4942/13-6-2008 Δίπλωμα Ευρεσιτεχνίας, και τούτο διότι νομική σημασία τόσο στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων όσο και στην παρούσα δίκη είναι η ταυτότητα των μεθόδων παραγωγής των ανωτέρω προϊόντων, η οποία και κρίθηκε στην πρώτη δίκη τελεσιδίκως, πριν από τη χορήγηση του ανωτέρω διπλώματος.
Το γεγονός δε αυτό, της ταυτότητας των μεθόδων που χρησιμοποίησε η πρώτη εναγομένη - εκκαλούσα - αντεφεσίβλητη, με τη μέθοδο που χρησιμοποιεί η ενάγουσα - εφεσίβλητη - αντεκκαλούσα, το οποίο κρίθηκε τελεσιδίκως υπ' αριθμ. 14.372/16-6-2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, από τη γνώση τους με την επίδοση της στους εναγομένους - εκκαλούντες -αντεφεσίβλητους, στερεί τη δυνατότητα από αυτούς να υποστηρίξουν πειστικά:
α) ότι στην προκειμένη περίπτωση ενήργησαν χωρίς πρόθεση παραβίασης του διατακτικού της, γιατί όπως υποστηρίζουν, είχαν την απόλυτη πεποίθηση ότι ενεργούν νόμιμα καθότι παρήγαγαν προϊόντα χρησιμοποιώντας τη δική τους κατοχυρωμένη μέθοδο, για την οποία μάλιστα ήταν απόλυτα σίγουροι ότι διέφερε ουσιωδώς από αυτήν της αντιδίκου τους, και επικουρικά ότι ενόψει των ανωτέρω βρίσκονταν σε πραγματική άλλως σε νομική πλάνη ως προς την παραβίαση του διατακτικού της, και β) ότι τα ανωτέρω διαπιστωθέντα πραγματικά περιστατικά δεν συνιστούν παραβίαση του διατακτικού της υπ' αριθμ. 14.372/16-6-2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, καθότι με αυτήν απαγορεύθηκε στην πρώτη εξ αυτών η παραγωγή και διάθεση αλλαντικών που κατασκευάστηκαν σύμφωνα με την περιγραφόμενη στο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας της ενάγουσας - εφεσίβλητης - αντεκκαλούσας μέθοδο, ενώ τα προϊόντα τους που κατασχέθηκαν με τις ως άνω εκθέσεις κατάσχεσης με επίσπευση της αντιδίκου τους, τα είχαν παρασκευάσει χρησιμοποιώντας τη δική τους κατοχυρωμένη μέθοδο, για την οποία μάλιστα ήταν απόλυτα σίγουροι ότι διέφερε ουσιωδώς από αυτήν της τελευταίας.
Επομένως, οι ανωτέρω ισχυρισμοί των εναγομένων - εκκαλούντων - αντεφεσιβλήτων είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Η κρίση ότι οι εναγόμενοι - εκκαλούντες - αντεφεσίβλητοι παραβίασαν με πρόθεση το διατακτικό της ως άνω απόφασης, ενόψει των ανωτέρω, δεν μπορεί να ανατραπεί από τα σαράντα έξι (46) δελτία αποστολής των πελατών της πρώτης εναγομένης - εκκαλούσας -αντεφεσίβλητης προς αυτήν, που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι εναγόμενοι - εκκαλούντες -αντεφεσίβλητοι, από τα οποία αποδεικνύεται ότι ένα μέρος των αλλαντικών τους με ελαιόλαδο, συμμορφούμενοι προς το διατακτικό της υπ' αριθμ. 14.372/16-6-2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα το απέσυραν από την αγορά.
Και τούτο διότι οι ποσότητες των αλλαντικών που κατασχέθηκαν με επίσπευση της ενάγουσας - εφεσίβλητης- αντεκκαλούσας επειδή δεν αποσύρθηκαν, υπερβαίνουν κατά πολύ των ποσοτήτων των αλλαντικών που αποσύρθηκαν από τους εναγομένους - εκκαλούντες -αντεφεσίβλητους, απόσυρση στην οποία προέβησαν για να προετοιμάσουν την ευδοκίμηση του σχετικού ισχυρισμού τους.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έστω με ελλιπή αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα, απέρριψε τους ανωτέρω ισχυρισμούς των εναγομένων - εκκαλούντων - αντεφεσίβλητων, και συγκεκριμένα τον πρώτο εξ αυτών ως απαράδεκτο και το δεύτερο, τόσο κατά το πρώτο όσο και κατά δεύτερο σκέλος του ως ουσιαστικά αβάσιμο, δεν έσφαλε στην ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου, ούτε και στην εκτίμηση των αποδείξεων και όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι εναγόμενοι με τον πρώτο λόγο της έφεσης τους και τον πρώτο και δεύτερο πρόσθετους λόγους αυτής, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, αποδείχτηκε ότι από πρόθεση, η οποία συνίσταται στο ότι η πρώτη εναγόμενη - εκκαλούσα- αντεφεσίβλητη εκπροσωπούμενοι από τους λοιπούς ομοδίκους της, οι οποίοι ενεργούσαν με ενιαίο προς αυτήν δόλο, ήθελε την παραγωγή των πραγματικών περιστατικών που συνιστούν αντικειμενικά την παραβίαση της ως άνω απόφασης προβλέποντας και αποδεχόμενη ως αναγκαία άλλως ως ενδεχόμενη συνέπεια της συμπεριφοράς της το ανωτέρω παράνομο αποτέλεσμα, από απείθεια δεν συμμορφώθηκε με την απόφαση αυτή και εξακολούθησε τη βλαπτική συμπεριφορά που της είχε απαγορευθεί και μάλιστα για όλο το ένδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από την ημέρα που της επιδόθηκε η απόφαση (14-7-2004) μέχρι και την 12-5-2005.
Ειδικότερα κατά το ως άνω χρονικό διάστημα δεν σταμάτησε την παραγωγή τους και δεν απέσυρε τα επίδικα προϊόντα από τα εμπορικά καταστήματα στα οποία τα είχε ήδη διαθέσει, αλλά συνέχισε τη διάθεση τους. Πρέπει να σημειωθεί ότι από τα ως άνω αναφερθέντα σαράντα έξι (46) δελτία αποστολής των πελατών της πρώτης εναγομένης - εκκαλούσας - αντεφεσίβλητης προς αυτήν, που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι εναγόμενοι - εκκαλούντες - αντεφεσίβλητοι, αποδεικνύεται ότι ένα μέρος των αλλαντικών τους με ελαιόλαδο, συμμορφούμενοι προς το διατακτικό της υπ' αριθμ. 14.372/16-6-2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα το απέσυραν από την αγορά.
Όμως παρά την απόσυρση από μέρους τους των ανωτέρω αλλαντικών τους με ελαιόλαδο, ενόψει της από αυτούς επανειλημμένης παραβίασης του διατακτικού της ως άνω απόφασης κατά το ένδικο χρονικό διάστημα με την παραγωγή και διάθεση στους πελάτες τους των προαναφερομένων μεγάλων ποσοτήτων αλλαντικών με ελαιόλαδο παραγωγής τους, καθίσταται αναγκαία η εφαρμογή του διατακτικού της ως άνω απόφασης και η επιβολή ποινής στους εναγομένους -εκκαλούντες - αντεφεσίβλητους που το παραβίασαν με πρόθεση κατ' επανάληψη δεκάδες φορές κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, κυρίως επειδή το παραβίασαν με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, αλλά και για να παύσουν να το παραβιάζουν στο μέλλον.
Και τούτο διότι τότε μόνο θα υφίστατο απουσία ανάγκης συμμόρφωσης των εναγομένων - εκκαλούντων -αντεφεσίβλητων με το διατακτικό της ως άνω απόφασης, εφόσον αυτοί, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος από την κοινοποίηση της ως άνω απόφασης, είχαν αποσύρει ολοσχερώς από την αγορά όλες ανεξαιρέτως τις ποσότητες αλλαντικών με ελαιόλαδο δικής τους παραγωγής, που ήδη είχαν διαθέσει, και δεν είχαν παρασκευάσει και διαθέσει άλλες.
Στις ενέργειες όμως αυτές δεν αποδείχτηκε ότι προέβησαν οι τελευταίοι, ώστε ο ισχυρισμός τους περί απουσίας ανάγκης συμμόρφωσης τους με το διατακτικό της ανωτέρω απόφασης είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έστω με ελλιπή αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα, απέρριψε τον ανωτέρω ισχυρισμό των εναγομένων-εκκαλούντων-αντεφεσίβλητων ως ουσιαστικά αβάσιμο, δεν έσφαλε στην ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου, ούτε και στην εκτίμηση των αποδείξεων και όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι τελευταίοι με το δεύτερο λόγο της έφεσής τους, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Συνακόλουθα, με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδείχτηκε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 947 παρ.1 ΚΠολΔ". Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνονται οι ηττηθέντες εκκαλούντες με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι'αυτής λόγοι αναιρέσεως.
Ειδικότερα, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, το οποίο προέβη αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους σε έρευνα για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.
Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας τόσο για το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και για το αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα τα οποία προσέδωσε σ' αυτό η απόφαση όσο και η κρίση για τη συνδρομή ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ίδιου Κώδικα, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Τότε μόνο η κρίση αυτή δεν υπόκειται σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου όταν στηρίχθηκε και μόνο κατά το μέρος κατά το οποίο στηρίχθηκε και σε άλλα μη διαδικαστικά έγγραφα και αποδεικτικά εν γένει μέσα, εφόσον στην περίπτωση αυτήν πρόκειται για μη δυνάμενη να ελεγχθεί αναιρετικώς εκτίμηση, από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων.
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτοί από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφάρμοσε συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.
Εξάλλου, κατά τους ορισμούς του άρθρου 947 παρ.1 ΚΠολΔ, "όταν ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να παραλείψει ή να ανεχθεί πράξη, το δικαστήριο, για την περίπτωση που παραβεί την υποχρέωση του, απειλεί για κάθε παράβαση χρηματική ποινή έως δύο εκατομμύρια δραχμές υπέρ του δανειστή και προσωπική κράτηση. Αν η απειλή της χρηματικής ποινής και της προσωπικής κράτησης δεν περιέχεται στην απόφαση που καταδικάζει τον οφειλέτη να παραλείψει ή να ανεχθεί πράξη, απαγγέλλεται από το μονομελές πρωτοδικείο.
Το δικαστήριο αυτό είναι αρμόδιο να βεβαιώσει την παράβαση και να καταδικάσει στη χρηματική ποινή και στην προσωπική κράτηση. Στην τελευταία περίπτωση δικάζει κατά τη διαδικασία των άρθρων 670 έως 676". Από τη διάταξη αυτή, η οποία κατά το μέρος της που προβλέπει ποινές έχει χαρακτήρα κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον με αυτή θεσπίζεται ενοχή από αδικοπραξία, προκύπτει ότι η διαδικασία της έμμεσης αυτής αναγκαστικής εκτέλεσης διέρχεται δύο στάδια και απαιτεί την έκδοση δύο δικαστικών αποφάσεων.
Κατά το πρώτο στάδιο βεβαιώνεται με την απόφαση η υποχρέωση του εναγομένου σε παράλειψη ή ανοχή της πράξης, απειλούνται εναντίον του, για την περίπτωση παράβασης της σχετικής υποχρέωσης του, οι ποινές αθροιστικά και καθορίζονται το ποσό της χρηματικής ποινής και ο χρόνος της προσωπικής κράτησης. Κατά το δεύτερο στάδιο γίνεται διάγνωση της παράβασης, βεβαιώνεται δηλαδή η εκ μέρους του καθ' ου η εκτέλεση παραβίαση της υποχρέωσης του προς παράλειψη (με την επιχείρηση του παραλειπτέου) ή ανοχή και καταδικάζεται ο οφειλέτης στην καταβολή της χρηματικής ποινής και σε προσωπική κράτηση.
Κατά το δεύτερο αυτό στάδιο το δικαστήριο δεσμεύεται από το δεδικασμένο της κατά το πρώτο στάδιο εκδοθείσας απόφασης, που μπορεί να είναι και προσωρινό αν η σχετική απόφαση εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με την έννοια ότι δεν επιτρέπονται και είναι απαράδεκτοι ισχυρισμοί που τείνουν σε αμφισβήτηση των προϋποθέσεων, υπό τις οποίες υποχρεώθηκε ο οφειλέτης σε παράλειψη ή ανοχή.
Είναι δε διάφορο ζήτημα ο έλεγχος της διαγνωστικής κρίσης του δικαστηρίου κατά το στάδιο της βεβαίωσης της παράβασης, για την οποία απειλήθηκε χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση, αν δηλαδή τα διαπιστωθέντα πραγματικά περιστατικά συνιστούν την παράβαση της διαταχθείσας υποχρέωσης προς παράλειψη ή ανοχή και επομένως αν αυτά ορθά υπήχθησαν στην ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 947 παρ.1 ΚΠολΔ.
Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως διαλαμβάνεται, ιδία (α)ότι επί σχετικής αιτήσεως της ήδη αναιρεσίβλητης, απευθυνομένης κατά των αναιρεσειόντων, εκδόθηκε, κατά παραδοχή της, κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, η 14372/16-6-2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απαγορεύθηκε στην πρώτη των αναιρεσειόντων ανώνυμη εταιρεία η παραγωγή και διάθεση αλλαντικών με ελαιόλαδο, σύμφωνα με την μέθοδο που περιγράφεται στο ισχύον μέχρι 20-2-2001 1003.784/30-1-2002 δίπλωμα ευρεσιτεχνίας της αναιρεσίβλητης, με παράλληλη υποχρέωση της πρώτης των αναιρεσειόντων αποσύρσεως από την αγορά των ποσοτήτων αλλαντικών με ελαιόλαδο παραγωγής της εντός προθεσμίας (15) ημερών από της κοινοποιήσεως στις 14-7-2004 της εν λόγω αποφάσεως, και επιπρόσθετα απειλήθηκε κατά της δεύτερης και τρίτου των αναιρεσειόντων, προέδρου του διοικητικού συμβουλίου της πρώτης τούτων και διευθύνοντος συμβούλου αυτής, αντίστοιχα, χρηματική ποινή 600,00 ευρώ και προσωπική κράτηση διάρκειας ενός (1) μηνός για έκαστο τούτων για κάθε παράβαση των διατάξεων της, (β) ότι η πρώτη των αναιρεσειόντων, ενεργούσα με την προδιαληφθείσα ιδιότητα εκάστου των λοιπών, δεν συμμορφώθηκε με το διατακτικό της εν λόγω αποφάσεως και ειδικότερα από πρόθεση ενεργούντες, τελούντες σε γνώση της απαγορεύσεως, κατά το από 14-7-2004 έως 12-5-2005 χρονικό διάστημα συνέχισε την παραγωγή και διάθεση αλλαντικών με ελαιόλαδο σύμφωνα με την περιγραφόμενη στο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας της αναιρεσίβλητης μέθοδο και παράλληλα παρέλειψε να ανταποκριθεί στην υποχρέωσή της αποσύρσεως από την αγορά της παραγωγής της με την αυτή μέθοδο αλλαντικών με ελαιόλαδο, τα οποία είχε διαθέσει, καταλήγοντας (γ) περαιτέρω ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων ότι τα προϊόντα που κατασχέθηκαν με τις αναφερόμενες στις αιτιολογίες της εκθέσεις κατασχέσεως έχουν παραχθεί με νέες πρωτότυπες μεθόδους παραγωγής, για τις οποίες χορηγήθηκαν στην πρώτη τούτων τα 1.004.620/25-6-2004 και 1.005.4942/13-6-2008 διπλώματα ευρεσιτεχνίας, διαφορικές εκείνης της αναιρεσίβλητης, και επομένως η παραγωγή και η διάθεση αυτών δεν εμπίπτει στην απαγόρευση της αποφάσεως, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, ως προσκρούον στο από την εκδοθείσα κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων προσωρινό δεδικασμένο.
Από την εκτίμηση και αξιολόγηση των παραδοχών αυτών και των λοιπών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι τον εν λόγω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, στον οποίο ερείδονται και οι αρνητικοί των αγωγών ισχυρισμοί τους (ταυτότητα μεθόδου παραγωγής και πρόθεση παραβιάσεως) και οι ενστάσεις του περί πραγματικής και νομικής πλάνης ως προς την παραβίαση, που αρνητικά αξιολογήθηκαν από ουσιαστική άποψη, απέρριψε με βάση την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα προϊόντα των κατασχέσεων εμπίπτουν στο πραγματικό των παραδοχών της εκδοθείσης κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων αποφάσεως και με την έννοια αυτή καλύπτονται από το απορρέον από την εν λόγω απόφαση προσωρινό δεδικασμένο, η παραβίαση του οποίου επομένως αβασίμως αποδίδεται με τον προβαλλόμενο πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως με αναφορά στο άρθρο 559 αρ.16 ΚΠολΔ, οι προϋποθέσεις ιδρύσεως του οποίου δεν συντρέχουν.
Περαιτέρω τα αμέσως παραπάνω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά δικαιολογούσαν την κατ' ορθή εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 947 παρ.1 ΚΠολΔ παραδοχή των απευθυνομένων κατά των αναιρεσειόντων αγωγών της αναιρεσίβλητης, με άμεση δικονομική συνέπεια η προβαλλόμενη με τον απομένοντα προς έρευνα δεύτερο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 557 αρ.1 ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως της εν λόγω διατάξεως, να ελέγχετε ως αβάσιμη.
Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2700,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 173/7-6-2010 αίτηση για αναίρεση της 742/15-4-2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ