Supreme Court quashes lower court ruling on equal pay claim, remanding case due to missing statutory conditions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece quashed the Thessaloniki Peace Court's judgment awarding back pay to a public hospital employee. The plaintiff argued that withholding her salary increase violated constitutional equality principles compared to other public sector workers. The Court found the lower court erred because the plaintiff did not meet the specific statutory requirement of belonging to the same unified salary framework as the other beneficiaries. Consequently, the case was remanded for retrial with a different judge, and the plaintiff was ordered to pay the defendant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 4(1) and 22(1) of the Constitution; The principle of equal pay for equal work does not mandate identical treatment for all public employees, as the legislature may establish distinct salary regimes for different categories of public servants based on specific conditions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1593 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1593/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΧΕΠΑ", το οποίο εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα από το Διοικητή του. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θωμά Πετρίδη.
Της αναιρεσείουσας: ..., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης και εκδόθηκε η 1392/2008 του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 2-6-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 14-5-2009 έκθεσή του, με την οποία πρότεινε την παραδοχή της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από την προσκομιζόμενη με επίκληση... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Σερρών ... προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή επεδόθη νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη. Επομένως, εφόσον η τελευταία δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο ούτε κατέθεσε, κατ'άρθρ. 576§2 του ίδιου κώδικα, να προχωρήσει στη συζήτηση της αιτήσεως παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης.
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 4 παράγραφος 1 και 22 παράγραφος 1β του Συντάγματος, η δεύτερη των οποίων αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της θεσπιζομένης με την πρώτη αρχής της ισότητας και εφαρμόζεται επί μισθωτών απασχολουμένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, επιβάλλεται στον νομοθέτη η θέσπιση ίσης αμοιβής για τους εργαζομένους, ανεξαρτήτως φύλου ή άλλης διακρίσεως, εφόσον όμως παρέχουν την ίδια ποιοτική και ποσοτική εργασία, εργαζόμενοι κάτω από τις ίδιες συνθήκες και με τα αυτά προσόντα (Ολ.
ΑΠ 13/2003). Δεν αντίκειται, συνεπώς στη συνταγματική αρχή της ισότητας και δεν αποκλείει στον νομοθέτη τη δυνατότητα διαφορετικής ρύθμισης περιπτώσεων που τελούν υπό διαφορετικές ή ειδικές συνθήκες, δηλαδή περιπτώσεων ανομοίων, καθώς και όταν άλλος είναι ο ρυθμιστικός παράγοντας που καθορίζει τη μισθολογική κατάσταση μιας κατηγορίας υπαλλήλων από εκείνον που ρυθμίζει την ίδια κατάσταση άλλης κατηγορίας υπαλλήλων, αφού η ρύθμιση του πιο πάνω θέματος από τον ένα παράγοντα, μη δυναμένη να υπερβεί το πεδίο ισχύος της, δεν μπορεί να θεωρηθεί με την παράλειψη ρύθμισης του ίδιου θέματος άλλης κατηγορίας ως παραβιάζουσα την αρχή της ισότητας (Ολ.
ΑΠ 13/1997). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13 παράγραφος 1 του Ν. 2738/99, (ο οποίος εισήγαγε τον θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων), η συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου, λόγω συνταγματικών περιορισμών, (όπως ιδίως είναι τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κλπ), μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία.
Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ: α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμισθούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρυθμίσεως των θεμάτων της συμφωνίας.
Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση. Με το αρθρ. 14 του Ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "1.
Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμοδίου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του αρθρ. 13 του Ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν κατά το έτος 2001. 2.
Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.
Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α. και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ., περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.
Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους...
Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002". Δυνάμει της προαναφερθείσας εξουσιοδοτικής διατάξεως και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων (όπως προαναφέρθηκε, με την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη του αρθρ. 14 § 2 του Ν. 3016/2002, η ρύθμιση της παράγραφος 1, δηλαδή της χορήγησης της ειδικής παροχής, μπορούσε να επεκτείνεται και στο προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών, του αρθρ. 13 του Ν. 2738/1999), εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω χρηματική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, σε όλους σχεδόν τους επί σχέσει δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", ήδη δε στο ισχύον από 1.1.2004 μισθολογικό καθεστώς του Ν. 3205/2003 "μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες διατάξεις".
Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των Κοινών Υπουργικών Αποφάσεων, μοναδική προϋπόθεση για τη χορήγηση της πιο πάνω μηνιαίας ειδικής παροχής, ύψους 88 ευρώ από 1.1.2002 και 176 ευρώ από 1.7.2002, προς τους αναφερομένους σε αυτές υπαλλήλους ήταν η υπαγωγή τους στο ενιαίο μισθολογικό καθεστώς των Ν. 2470/1997 και 3205/2003, αδιακρίτως του φορέα, της φύσης, του είδους και των συνθηκών εργασίας.
Με το άρθρο 24 παράγραφος 2 του τελευταίου αυτού νόμου ορίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμοδίου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου του άρθρου 12 του παρόντος νόμου, ενώ με το άρθρο 28 παράγραφος 4 και πάλι ορίσθηκε ότι από της ενάρξεως ισχύος του νόμου αυτού, δηλαδή από 1.1.2004, καταργούνται το άρθρο 14 του ν. 3016/2002 και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότησή του.
Στις διατάξεις του ΜΕΡΟΥΣ Α' του Ν. 3205/2003 (άρθρα 1 έως 28) που φέρει τον υπέρτιτλο "ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟΥ, ΝΠΔΔ ΚΑΙ ΟΤΑ", υπάγονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 1 αυτού οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι, α. του Δημοσίου, β. της Γραμματείας των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών, των Εμμίσθων Υποθηκοφυλακείων και Κτηματολογικών Γραφείων της Χώρας, γ.
των οργανισμών της τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) καθώς και δ. οι ιατροί υπηρεσίας υπαίθρου και μόνιμοι αγροτικοί ιατροί. Κατά την παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου, δεν υπάγονται στις διατάξεις του Μέρους Α' του παρόντος νόμου, α. κατηγορίες πολιτικών υπαλλήλων που δεν εμπίπτουν ευθέως στις διατάξεις του Ν. 2470/1997 και β.
λοιπές κατηγορίες υπαλλήλων και λειτουργών που αμείβονται με ειδικά μισθολόγια. Η τελευταία περίπτωση αναφέρεται σε συγκεκριμένες κατηγορίες υπαλλήλων που περιλαμβάνονται στο ΜΕΡΟΣ Β' του νόμου αυτού "ΛΟΙΠΑ ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΑ" (Κεφ. Β' - Θ'). Για αυτές τις κατηγορίες υπαλλήλων προβλέπεται ειδική κατά περίπτωση μισθολογική μεταχείριση, ενόψει του διαφορετικού τρόπου πρόσληψης, των εκτελουμένων από αυτούς καθηκόντων και της εν γένει υπηρεσιακής των κατάστασης.
Οι υπάλληλοι των κατηγοριών αυτών, επομένως, ως μη υπαγόμενοι στο ενιαίο μισθολογικό καθεστώς των Ν. 2470/1997 και 3205/2003, Μέρος Α', δεν πληρούν τη μοναδική απαιτούμενη προϋπόθεση χορήγησης της μισθολογικής παροχής του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002. Όσον αφορά τους ιατρούς του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ), αυτοί περιλαμβάνονται στην κατηγορία των υπαλλήλων για τους οποίους ισχύει ειδικό μισθολόγιο, σύμφωνα με το άρθρο 30 του Ν. 1397/1983 "Εθνικό Σύστημα Υγείας" και ήδη με το Κεφ.
Γ' του Ν. 3205/2003, που φέρει τον τίτλο "ΙΑΤΡΟΙ ΕΘΝΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΥΓΕΙΑΣ", στα άρθρα 43-45 του οποίου ρυθμίζονται τα μισθολογικά θέματα των ιατρών του ΕΣΥ, ενώ εξαιρούνται από την υπαγωγή τους στο ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων εν γένει υπαλλήλων τόσο με το άρθρο 1 παράγραφος 2 περ. δ' του Ν. 2470/1997 όσο και με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 1 παράγραφος 2 περ.
β' του Ν. 3205/2003. Στους ιατρούς του ΕΣΥ περιλαμβάνονται και οι ειδικευόμενοι ιατροί, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Ν. 1397/1983, καθώς και το άρθρο 43 παράγραφος 1 περ. δ' του Ν. 3205/2003, η σχέση δε εργασίας που τους συνδέει με το Νοσοκομείο είναι ιδιωτικού δικαίου, κατ' άρθρο 1 παράγραφος 2 του Ν. 123/1975 (ΑΠ 1084/1998). Στα πλαίσια του διαμορφωθέντος με τις προαναφερθείσες διατάξεις για τους ιατρούς του ΕΣΥ ειδικό μισθολογίου δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 4 παράγραφος 1 του Συντάγματος η μη πρόβλεψη για τη χορήγηση και σε αυτούς της ένδικης μισθολογικής παροχής, αφού οι ιδιαίτερες συνθήκες υπό τις οποίες εργάζονται και για τις οποίες ειδικώς αμείβονται, καθιστούν τη ρύθμιση αυτή συμβατή με τους ορισμούς του άρθρου 4 του Συντάγματος και δεν συνιστά άνιση δυσμενή μεταχείρισή τους έναντι των υπολοίπων ως άνω υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, που λαμβάνουν την παροχή αυτή, διότι δεν πρόκειται για κατηγορίες προσώπων που τελούν υπό ουσιωδώς όμοιες συνθήκες, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία δημοσίων λειτουργών ως προς τη μισθολογική τους μεταχείριση και την υπηρεσιακή τους εν γένει κατάσταση.
Εξάλλου, ο από το άρθρο 560 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η παραβίαση δε αυτή εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη προσλήφθηκε από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Νοσοκομείο με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ως ειδικευόμενη ιατρός στη βιοπαθολογία στο ...Εργαστήριο του τελευταίου από 11.8.2005.
Ότι υπαγόταν στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο που διέπει τον ευρύτερο τομέα του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, όπως καθιερώθηκε και ισχύει από 1.1.1984 και εντεύθεν με τον Ν. 1505/1984, από 1.1.1997 με τον Ν. 2470/1997 και από 1.1.2004 με τον Ν. 3205/2003, τελεί σε μισθολογική αντιστοιχία με τους εργαζομένους στο Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και στα ΝΠΔΔ που εποπτεύονται από αυτό (ΠΕΣΥΠ κλπ), οι οποίοι λαμβάνουν τη μισθολογική παροχή του άρθρου 14 παράγραφος 2 του Ν. 3016/2002 δυνάμει των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών ΚΥΑ (2/44212/0022 και 2/34586/0022 αντίστοιχα), ποσού 88 ευρώ από 1.1.2002 και 176 ευρώ από 1.7.2002 και η οποία παροχή, που έχει χορηγηθεί χωρίς ειδικές προϋποθέσεις σε πλείστες κατηγορίες των εργαζομένων στη Δημόσια Διοίκηση και στα ΝΠΔΔ, αποτελεί ουσιαστικά γενική προσαύξηση των τακτικών αποδοχών των εν λόγω εργαζομένων.
Και ότι, ως εκ τούτου, η μη χορήγηση της πιο πάνω μισθολογικής παροχής και στην αναιρεσίβλητη συνιστά παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας σε συνδυασμό με την αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία (άρθρα 4 παράγραφος 1 και 22 παράγραφος 1 του Συντάγματος). Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Ειρηνοδικείο δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης και υποχρέωσε το αναιρεσείον να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 1812,81 ευρώ, που αναλογεί στην ένδικη μισθολογική παροχή του χρονικού διαστήματος από 11.8.2005 έως 31.12.2006, κατά τα εκτιθέμενα αναλυτικά στην απόφαση.
Έτσι που έκρινε το Ειρηνοδικείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παράγραφος 1 και 22 παράγραφος 1 του Συντάγματος και 14 παράγραφος 2 του Ν. 3016/2002, τις οποίες εσφαλμένα εφάρμοσε στην προκειμένη περίπτωση, διότι, σύμφωνα με όσα έχουν προεκτεθεί, η αναιρεσίβλητη δεν πληροί τη μοναδική προϋπόθεση χορήγησης της ένδικης μισθολογικής παροχής, δηλαδή δεν υπάγεται στο ίδιο ενιαίο μισθολογικό καθεστώς με τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, που την έλαβαν και η μη χορήγηση της παροχής αυτής και στην αναιρεσίβλητη, η οποία υπάγεται σε ιδιαίτερη κατηγορία δημοσίων λειτουργών με ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση, δεν ενέχει παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης έναντι των λοιπών ως άνω εργαζομένων.
Επομένως, ο από το άρθρο 560 αριθμός 1 του ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι παραπάνω αιτιάσεις, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρ. 580§3 του Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη 1392/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Και,
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ