Legislator Case Law & Legislation
1593/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling lower court bound by prior judgment on compensation unit.

Case Number 1593/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Lamia Court of Appeal's decision regarding the compulsory expropriation compensation unit. The appellants argued the lower court violated constitutional rights and fair trial principles by failing to conduct an independent investigation into their claims. The court rejected this, holding that the appellate court was legally bound by the existing precedent from the multi-member first-instance court, which precluded reopening the case for further fact-finding.

Legislator headnote

AI generated

Articles 17 of the Constitution; Article 6 § 1 of the ECHR; Article 1 of the First Protocol to the ECHR; The court established that a higher court is bound by a prior judgment establishing res judicata and cannot reopen proceedings to investigate facts when the lower court's decision was based on the existence of such binding precedent.

Keywords

AI generated
res judicata compulsory expropriation fair trial rights procedural binding appeal dismissal judicial precedent evidence gathering

Cited Legislation

AI generated
Article 17 of the Constitution
Article 6 § 1 of the ECHR
Article 1 of the First Protocol to the ECHR
β, 332 ΚΠολΔ και 18 § 1 εδ.
Article 26 §§ 11β and 12 of Law 2882/2001
Article 20 § 6 of the Code of Civil Procedure
Article 19 § 9 and 20 § 7 of Law 2882/2001
Article 222 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1593 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1593/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη, Ανδρέα Μαρκάκη και Ελένη Μαραμαθά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαϊου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. .... , 2. ..., 3. ..., 4. .... 5..... 6. .... , 7. ..., 8.... , 9. ..., μοναδικής κληρονόμου εξ αδιαθέτου της .... 10. .... , ως μοναδικού κληρονόμου της μητέρας του .... και 11. ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευθύμιο Παπαγεωργίου, ο οποίος δήλωσε ότι οι ως άνω αναιρεσείοντες παραιτούνται του δικογράφου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ως προς τον 6ο αναιρεσίβλητο (....)Των αναιρεσιβλήτων: 1. ... , που εκπροσωπείται νόμιμα από το Δήμαρχό του, 2. ... ως οριστικού κηδεμόνα της σχολάζουσας κληρονομιάς του ...., 3. ... 4. ...., 5. ...., 6. ... , 7. ... , 8. ... , 9. ... , 10. .... , 11. .... , 12. .... , 13. .... , 14. ...., 15. ...., 16. εταιρείας με την επωνυμία «ΑΘΗΝΑ – ΤΡΟΦΙΜΑ – Εμπόριο Αγροτικών Προϊόντων, ΕΠΕ», που εδρεύει στην Ιτέα και εκπροσωπείται νόμιμα, 17. ... 18. ..., 19...., 20. ... , 21. .... 22. ... , 23. ... , 24. .... 25. ...., 26. ...., 27. ....., 28. ...., 29. ... , 30. ..., 31. ...., 32. ...., 33. ..... , 34..... , 35. .... (ως ειδικής διαδόχου του .... ) και 36. Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού (Ε.Ε.Σ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαδημητρίου, οι 3ος, 4ος, 8η, 9ος, 13ος, 16η, 17η, 18η, 22ος, 25η, 26ος, 27ος, 28η και 33ος εκπροσωπήθηκαν από τούς πληρεξούσιους δικηγόρους τους Αθανάσιο Σανιδά και Σωτήριο Μπρέγιαννο, ο 36ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Σταθακοπούλου, ενώ οι λοιποί αναιρεσίβλητοι ( υπό στοιχεία 2, 5, 6, 7, 10, 11, 12, 14, 15, 18, 19, 20, 21, 23, 24, 29, 30, 31, 32, 34 και 35) δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Σεπτεμβρίου 2004 αίτηση προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε ενώπιον του Εφετείου Λαμίας.

Εκδόθηκε η 147/2005 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26 Οκτωβρίου 2005 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Κυριτσάκης, ανέγνωσε την από 9 Μαρτίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις 7305/20.12.2005, 7339, 7339/30.12.2005, 7335, 7337, 7336,29.12.2005, 7313, 7312, 7307/ 20.12.2005, 7317, 7316, 7315/22.12.200, 7308, 7309/ 20.12.2005, 7323, 7324/22.12.200, 33Γ΄, 32Γ'/20.12.2005, 8142/12.12.2005 και 7326/27.12.2005, εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών Δημητρίου Μπακογιάννη του Πρωτοδικείου ΄Αμφισσας ( οι πρώτες δεκαέξι και η εικοστή), Γρηγορίου Κ. Παππά του Πρωτοδικείου Βόλου (οι δέκατη εβδόμη και δέκατη ογδόη) και του Πρωτοδικείου Αθηνών Γιάννη Μαργαρίτη (η δέκατη ένατη) που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση καθώς και κλήση προς συζήτηση της αίτησης , επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους 2ο,5ο,6η, 10η, 11η, 12η, 14η, 15η, 18η, 19η, 20ο, 21ο, 23ο, 24η, , 29ο, 30η, 31ο, 32ο, 34ο, και 35η, από τους αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι όμως δεν εμφανίσθηκαν, κατά την ως άνω συνεδρίαση, κατά την οποία, η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της, από το πινάκιο.

Επομένως, πρέπει, σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση, που επισπεύδεται από τους αναιρεσείοντες παρά την απουσία των εν λόγω αναιρεσίβλητων. Επίσης ως προς τον 6ο, των αναιρεσιβλήτων ...., πρέπει να θεωρηθεί η αναίρεση ως μη ασκηθείσα, μετά τη γενόμενη νομοτύπως (άρθρα 294, 296 και 297 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση) στο ακροατήριο αυτού του δικαστηρίου προφορική δήλωση παραίτησης από μέρους του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων στον οποίο έχει δοθεί ειδική προς τούτο εντολή με τα 20743/3.4.2006, 1287/16.3.2006, 4963/124.2006, 5777/ 16.3.2006, 22584/13.3.2006 και 10/16.3.2006 πληρεξούσια, των συμβολαιογράφων Αθηνών Καλλιόπης Καρακαξίδου - Σαλάτα, του Γενικού Προξένου της Λειψίας, της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευγενίας Δάγλα, των επίσης συμβολαιογράφων Αθηνών Δομνίκης Βογιατζή-Αντιόχου, Χαρίλαο Παπασταθόπουλο και της συμβολαιογράφου Τολοφώνος Αικατερίνης Καραλιώτη, αντίστοιχα.

ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 26 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ν. 2882/2001) προκύπτει, ότι οποιοσδήποτε από τους διαδίκους στη δίκη της απαλλοτρίωσης έχει τη δυνατότητα να ζητήσει, πέραν από τον καθορισμό της προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης και να αναγνωριστεί δικαιούχος της αποζημίωσης με την ίδια απόφαση του αρμόδιου προς τούτο Μονομελούς Πρωτοδικείου, που δικάζει κατά τη διαδικασία του άρθρου 18 του ίδιου νόμου.

Εξ άλλου από το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ της Συμβάσεως της Ρώμης, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, και έχει κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, με το οποίο ορίζεται, ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του, προκύπτει, ότι η εφαρμογή κάθε μέτρου που συνιστά επέμβαση στο δικαίωμα του φυσικού ή νομικού προσώπου για σεβασμό της περιουσίας του, οφείλει να γίνεται με την τήρηση «δίκαιης και εύλογης ισορροπίας», μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου και της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων των ιδιωτών, και την εναρμονισμένη με τον παραπάνω κανόνα αρχή, που διέπει τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Αποφάσεις ΕΔΔΑ:

α) της 15.11.1996, Κατηκαρίδη κ.λπ. κατά Ελλάδος, β) Τσώμτσου κ.λπ. κατά Ελλάδος γ) της 19.9.2002 Αζάς κ.λπ. κατά Ελλάδος). ΄Ετσι, οι δυσμενείς για τον καθ' ου η απαλλοτρίωση συνέπειες της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, πρέπει, να εκτιμώνται συνολικά στο πλαίσιο ενιαίας διαδικασίας και υπό την έποψη αυτή κρίθηκε ανίσχυρη, ως προσκρούουσα, τόσο στη διάταξη του άρθρου 17 § 1, 2 και 4 του Συντάγματος, όσο και στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, η προβλεπόμενη στη διάταξη του άρθρου 20 του ίδιου νόμου 2882/2001 ρύθμιση, του περιορισμού της αρμοδιότητας του Εφετείου στη δίκη για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης, αποκλειστικά και μόνο στον προσδιορισμό της τιμής μονάδος αποζημίωσης (ΟλΑΠ 10/2004, 11/2004).

Επομένως, στην περίπτωση που το Εφετείο δικάζει κατά τη διαδικασία του πιο πάνω νόμου. 2882/2001, προκειμένου να καθορίσει την οριστική τιμή μονάδος του απαλλοτριούμενου ακινήτου, είναι, επί πλέον, αρμόδιο να εξετάσει ενιαίως, πέραν από τον εν λόγω καθορισμό της αποζημίωσης: α)την αναγνώριση των δικαιούχων αυτής, β) την ύπαρξη ή όχι ωφέλειας του ιδιοκτήτη, που αποκτά, με την απαλλοτρίωση, πρόσωπο σε διανοιγόμενη εθνική οδό, και γ) το αίτημα περί ορισμού της οφειλόμενης δικαστικής δαπάνης (ΟλΑΠ 10/2004 και 11/2004, ό.π.).

Η επιβαλλόμενη, όμως, ενιαία εκδίκαση των περισσοτέρων αυτών θεμάτων, προϋποθέτει αναγκαίως, ότι τα εν λόγω αιτήματα θα υποβληθούν ενώπιον του Εφετείου κατά τρόπο παραδεκτό, σύμφωνα με τα οριζόμενα στους ισχύοντες δικονομικούς κανόνες και δεν θα υπάρχει δέσμευση από τις δικονομικές διατάξεις περί εκκρεμοδικίας ή και δεδικασμένου, που ισχύουν για το κράτος μέλος.

Και τούτο διότι το ΕΔΔΑ δεν υποκαθιστά τον εθνικό νομοθέτη στη θέσπιση του εφαρμοστέου δικονομικού συστήματος, αλλά μόνο ελέγχει, με τα προβλεπόμενα μέσα, αν οι κανόνες αυτοί ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της κοινοτικής έννομης τάξης.

Συνεπώς, στην περίπτωση σώρευσης αιτήματος αναγνώρισης των δικαιούχων αποζημίωσης, ενώ είχε προηγηθεί απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, το οποίο δικάζοντας κατά τη διαδικασία του προσωρινού προσδιορισμού, είχε κρίνει παραδεκτή την εκεί σωρευθείσα αίτηση καθορισμού προσωρινής τιμής αποζημίωσης και αναγνώρισης δικαιούχων αυτής, αλλά απέσχε να εκδώσει απόφαση για την αναγνώριση δικαιούχων στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 26 παρ. 3 του ν. 2882/2001, εξαιτίας του ότι έκρινε, σύμφωνα με όσα ορίζονται στη διάταξη της παραγράφου 11 περ.

β του ίδιου ως άνω άρθρου 26 του ν. 2882/2001, ότι είναι δυσχερής η διακρίβωση του δικαιούχου της αποζημίωσης, λόγω των αναφυομένων δυσχερών νομικών ζητημάτων ή τη διεκδίκηση από περισσοτέρους της κυριότητας του απαλλοτριούμενου, το Εφετείο, επιλαμβανόμενο της αιτήσεως του οριστικού προσδιορισμού, δεσμεύεται να επιληφθεί του σχετικού αιτήματος αναγνώρισης δικαιούχων της αποζημίωσης, εν όψει του ότι η απόφαση περί αποχής του Μονομελούς Πρωτοδικείου, δεν προσβάλλεται με ένδικα μέσα ( άρθρο 26 παράγραφο 12 του ν. 2882/2001) διατηρεί κατά το σημείο τούτο την ισχύ της και δημιουργεί, εντεύθεν, δεδικασμένο ως προς το δικονομικό ζήτημα που με αυτή κρίθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 321 και 322 εδ.

β ΚΠολΔ, οι οποίες εφαρμόζονται κατά τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 1 εδ. β του ΚΠολΔ του ν. 2882/2001 και κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία. Το δικονομικό αυτό ζήτημα περί αποχής, δηλαδή, του Μονομελούς Πρωτοδικείου και της παραπομπής στην τακτική διαδικασία ενώπιον του καθ΄ ύλην και κατά τόπο αρμοδίου δικαστηρίου, που διατυπώνεται με οριστική διάταξη δημιουργεί δεδικασμένο και εμποδίζει την άσκηση της ίδιας αίτησης με το αυτό δικονομικό ζήτημα, ενώπιον του εφετείου δικάζοντος κατά την ίδια ειδική διαδικασία.

Και τούτο διότι το Μονομελές Πρωτοδικείο με την απόφαση του περί αποχής, απεκδύεται οριστικά της εξουσίας να προβεί στη διάγνωση του ουσιαστικού ζητήματος και δεσμεύει τους διαδίκους, αφού η προσφυγή στο εφετείο για τον οριστικό προσδιορισμό δεν έχει την έννοια του ενδίκου μέσου. Η, κατά τα ανωτέρω, ρύθμιση δεν προσκρούει στην προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 17 του Συντάγματος αλλ΄ ούτε και στις διατάξεις των άρθρων 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, με τις οποίες θεσπίζεται η αναφερόμενη παραπάνω αρχή, κατά την οποία οι συνέπειες της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης θα πρέπει να εκτιμώνται συνολικά στο πλαίσιο ενιαίας διαδικασίας με το κριτήριο της δίκαιης ισορροπίας, αφού η ενιαία κρίση τηρήθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο, αλλά δεν απέδωσε λόγω των δυσχερειών που ανέκυψαν στην εξέταση των θεμάτων ιδιοκτησίας.

Δεν αντιβαίνει, επίσης, στις πιο πάνω διατάξεις της ΕΣΔΑ, αφού σκοπός των τελευταίων είναι η προστασία όχι θεωρητικών και υποθετικών, αλλά συγκεκριμένων και υπαρκτών δικαιωμάτων των ιδιωτών για τα οποία υπάρχει σαφής και σπουδαία αμφισβήτηση από διάδικο των επικαλουμένων από τον αντίδικο του δικαιωμάτων του, ακριβώς διότι η υποχρέωση του Δικαστηρίου, για παροχή έννομης προστασίας μέσα από μια «δίκαιη δίκη», επιβάλλει να υπάρχουν τα εχέγγυα πλήρους και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, και για τα δύο διάδικα μέρη με δεδομένο, ότι η δίκη δεν είναι μονοσήμαντη.

Τούτο άλλωστε, κατοχυρώνεται από το άρθρο 20 του Συντάγματος, αλλ΄ είναι και σύμφωνο με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που επιβάλλει να εξασφαλίζεται εκείνη η διαδικασία η οποία λειτουργεί με βάση το σεβασμό της κατ' αντιμωλίαν παράστασης των διαδίκων και της δυνατότητάς τους να εκθέσουν όλα τα επιχειρήματα και τους ισχυρισμούς τους και να προσκομίσουν όσα αποδεικτικά μέσα είναι απαραίτητα για την ασφαλή διάγνωση της διαφοράς, καθώς και να ασκήσουν όλα τα τακτικά και έκτακτα ένδικα μέσα, αλλά παράλληλα να είναι σε θέση και το δικαστήριο να διαμορφώσει πλήρη δικανική πεποίθηση και κρίση για τα αμφισβητούμενα δικαιώματα.

Υπό την έννοια αυτή εχέγγυα πλήρους και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας παρέχει, προεχόντως, η τακτική διαδικασία στην οποία, κατά τα ανωτέρω, ρητά παραπέμπει η διάταξη του άρθρου 26 παρ. 11 εδ. β του ν. 2882/2001 ρυθμίζοντας, και μάλιστα διεξοδικά, την περίπτωση της διεκδίκησης από περισσότερους του δικαιώματος κυριότητας στο απαλλοτριούμενο ακίνητο.

Η δικονομικής φύσεως αυτή ρύθμιση δεν δύναται εκ των πραγμάτων να επηρεάσει την ουσία του δικαιώματος, αντίθετα, όμως, αποσκοπεί στο να εξασφαλίσει την ασφαλή διάγνωση αυτού εναρμονιζόμενη, έτσι, απολύτως με τις αναφερόμενες παραπάνω σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και τις υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις της ΕΣΔΑ.

Περαιτέρω, η προαναφερόμενη ρύθμιση, της παραπομπής στην τακτική διαδικασία, δεν πλήττει, ούτε την αρχή της εκδικάσεως των συνεπειών της απαλλοτρίωσης εντός εύλογου χρόνου στο πλαίσιο ενιαίας διαδικασίας, διότι δεν πρόκειται για παραπομπή, ως αποτέλεσμα θεσμικών δυσλειτουργιών του ισχύοντος δικονομικού συστήματος, που επιτρέπουν παρελκυστικές συμπεριφορές των διαδίκων ή ανοχής φαινόμενων καθυστερήσεων που υποθάλπουν πρακτικές αρνησιδικίας, αλλά έρχεται ως συνέπεια νομοθετικών επιλογών με σκοπό την πληρέστερη και ασφαλέστερη διερεύνηση της διαφοράς, η οποία άλλωστε μετά τη θέσπιση των νόμων 2915/2001 και 3043/2002 με τους οποίους επιταχύνθηκε η εκδίκαση των υποθέσεων που υπάγονται στην τακτική διαδικασία ολοκληρώνεται μέσα σε σύντομο σχετικά χρόνο, ενώ παράλληλα διευκολύνεται ο προσδιορισμός και καταβολή της αποζημίωσης σε σύντομο χρόνο για όλους τους λοιπούς θιγόμενους ιδιοκτήτες, που μπορεί να είναι εκατοντάδες, των οποίων οι ιδιοκτησίες δεν εμφανίζουν δυσχέρεια στη διερεύνηση των θεμάτων ιδιοκτησίας.

Περαιτέρω, όμως , και στην περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί, ότι η διάταξη περί ανέκκλητου των εκδιδόμενων επί αναγνωρίσεως δικαιούχων αποφάσεων, προσκρούει στις πιο πάνω διατάξεις του Συντάγματος και της διάταξης του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου και του άρθρ. 6 της ΕΣΔΑ, και πάλι το εφετείο αδυνατεί να επιληφθεί του σωρευόμενου κατά τα ανωτέρω αιτήματος, λόγω εκκρεμοδικίας, αφού ρητά ορίζεται στη διάταξη του άρθρ. 222 παρ. 1 ΚΠολΔ, ότι όταν επέλθει η εκκρεμοδικία και όσο αυτή διαρκεί, δεν μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε δικαστήριο νέα δίκη για την ίδια επίδικη διαφορά ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους, εφόσον εμφανίζονται με την ίδια ιδιότητα.

Και η τελευταία αυτή δικονομική ρύθμιση δεν αντιστρατεύεται τις ανωτέρω διατάξεις, διότι οι επιβαλλόμενες αρχές της δίκαιης δίκης επιβάλλουν να μη οδηγείται ο διάδικος ταυτοχρόνως σε διάφορα δικαστήρια για το ίδιο νομικό ζήτημα, με κίνδυνο, πέραν της οικονομικής του επιβάρυνσης, να εκδοθούν αντιφατικές κατ΄ αποτέλεσμα αποφάσεις.

Στην προκείμενη περίπτωση, το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, προέβη στον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτριωθείσας έκτασης, επί της οποίας διεκδικούν δικαιώματα κυριότητας οι αναιρεσείοντες αλλά με την ίδια κατά τα ανωτέρω περί δεδικασμένου κρίση του, αποφάνθηκε, επί του σωρευόμενου, με την αίτηση αιτήματος των αναιρεσειόντων για την αναγνώριση τους ως δικαιούχων της αποζημίωσης, ότι, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση ως απαράδεκτη, λόγω του δεδικασμένου(άρθρα 321, 322, εδ.

β, 332 ΚΠολΔ και 18 § 1 εδ. β του ν. 2882/2001), το οποίο πηγάζει από την 17/ΑΠΜ17/2002/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, με την οποία το τελευταίο απέσχε να εκδώσει απόφαση για την αναγνώριση των αιτούντων ως δικαιούχων, εξ αιτίας σαφούς και σπουδαίας αμφισβήτησης της κυριότητας των αναιρεσειόντων στο απαλλοτριούμενο ακίνητο από τον υπόχρεο της αποζημίωσης και τότε καθ΄ ού η αίτηση Δήμο Ιτέας, σε σημείο ώστε να καθίσταται ιδιαίτερα δυσχερής η διακρίβωση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος αυτού, ενόψει του ότι αμφισβητήθηκε και μάλιστα από όλους τους καθ΄ ών η αίτηση- αναιρεσιβλήτους, ο ιδιωτικός χαρακτήρας της επίδικης εδαφικής έκτασης, κρίνοντας επιπλέον ότι αρμόδιο να αποφανθεί για το συγκεκριμένο ζήτημα είναι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Άμφισσας κατά την τακτική διαδικασία (άρθρο 26 παρ. 11 περ.

β' του ν. 2882/2001). Δέχθηκε, επίσης, επιπρόσθετα το εφετείο, ότι δεν υφίσταται στην προκείμενη περίπτωση, κενό νόμου, το οποίο καλούνταν το Δικαστήριο με την εφαρμογή της ερμηνευτικής μεθόδου να καλύψει, διαπλάθοντας με τη νομολογία του κανόνα δικαίου, αλλά αντίθετα υπάρχει εκτενής και σαφής νομοθετική ρύθμιση του όλου ζητήματος στο ν. 2882/2001.

Με αυτά που δέχθηκε το εφετείο και απέρριψε το, κατά τα ανωτέρω, σωρευόμενο αίτημα, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού σε κάθε περίπτωση αδυνατούσε να επιληφθεί του θέματος της αναγνώρισης λόγω δεδικασμένου αλλά και σε κάθε περίπτωση εκκρεμοδικίας.

ΙΙ. Οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι ψευδώς ερμήνευσε και εσφαλμένα εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 6 § 1 της ΕΣΔΑ, 1 § 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, 17 §§ 1, 2, 4, άρθρο 20 § 1 και άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος και παραγνώρισε, ότι οι διατάξεις αυτές, όπως αυτόνομα ερμηνεύονται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) και την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ως υπερνομοθετικές, κατισχύουν των κοινών διατάξεων ουσιαστικών και δικονομικών, οι οποίες καθίστανται ανίσχυρες και ο δικαστής, μη δυνάμενος να απόσχει της εκδίκασης της υπόθεσης, οφείλει να ανεύρει το εφαρμοστέο κοινό δικονομικό δίκαιο, με τελολογική ερμηνεία των υπερνομοθετικών ευρωπαϊκών και εθνικών διατάξεων όπως έπραξαν τα υπερνομοθετικά δικαστήρια (ΕΔΔΑ και ΟλΑΠ), ορίζοντας ως αρμόδιο το Εφετείο, σε ενιαία διαδικασία, η άποψη των οποίων είναι υποχρεωτική για τα δικαστήρια της ουσίας και ότι, έπρεπε η προσβαλλόμενη απόφαση, ορθά εφαρμόζοντας τις παραπάνω ουσιαστικές διατάξεις να δεχθεί ότι, είναι ανίσχυρες στη διαδικασία της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, οι επικαλούμενες από αυτή διατάξεις των άρθρων 321, 322α, και 323 του ΚΠολΔ περί δεδικασμένου και του άρθρου 26 § 11β, § 12 του ν. 2882/2001, κατά το μέρος που αντίκεινται στις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 6 § 1 της ΕΣΔΑ και 1 § 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, όπως και των άρθρων 17 και 20 § 1 του Συντ.

όπως αυτές ερμηνεύθηκαν από το ΕΔΔΑ και τον ΑΠ και κατ' ακολουθίαν, να δεχθεί να δικάσει την αίτηση τους και να τους αναγνωρίσει δικαιούχους της αποζημίωσης. ΄Ετσι, όπως διατυπώνεται ο λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν παρέβλεψε τις πιο πάνω υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις και τη δεσμευτικότητα των αποφάσεων της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, ούτε και απέκλεισε την αντικειμενική σώρευση των περισσότερων αιτημάτων στο εφετείο, αλλά στηρίχθηκε στην υπάρχουσα δέσμευση του δεδικασμένου και σε κάθε περίπτωση της εκκρεμοδικίας, που το εμπόδιζαν να επιληφθεί του ζητήματος

ΙΙΙ. Με το δεύτερο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 5 του ΚΠολΔ λόγο της αιτήσεως αναίρεσης αποδίδεται, επίσης, στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι, όφειλε ερμηνεύουσα ορθώς τη διάταξη του άρθρου 28 § 1 του Συντάγματος το Εφετείο να δεχθεί ότι: α) οι δικονομικές διατάξεις δεν δύνανται να ανατρέπουν τις παραπάνω ισχύουσες ουσιαστικές υπερνομοθετικές διατάξεις εθνικές και διεθνείς, όπως αυτές ερμηνεύονται από τα αρμόδια δικαστήρια, β) η αίτηση στο Εφετείο καθορισμού της οριστικής αποζημίωσης και η αίτηση αναγνώρισης δικαιούχων δεν αποτελούν ένδικο μέσο και δεν περιέχουν ούτε εξετάζονται παράπονα κατά της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου (ΑΠ 176/1979, ΑΠ 911/1978, ΑΠ 823/1976), αλλά αποτελούν εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο.

Και γ) ότι η αναφορά σε προδικαστικό ερώτημα, δεν ανταποκρίνεται στο σύστημα δικαίου της ΕΣΔΑ, η οποία θέσπισε ως δικαιοδοτική εξουσία για την ερμηνεία και την εφαρμογή της ΕΣΔΑ το ΕΔΔΑ και ότι στην υπό κρίση περίπτωση, έπρεπε, να δεχθεί, την επί του σχετικού ζητήματος ad hoc ισχύουσα νομολογία του ΕΔΔΑ και της Ολομέλειας Αρείου Πάγου και να δικάσει την αίτηση αναγνώρισης δικαιούχων.

Ο λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι δεν στερούνται τα εθνικά δικαστήρια της δυνατότητας να εφαρμόζουν διατάξεις του εσωτερικού δικονομικού τους δικαίου και να παρεκκλίνουν της ενιαίας κρίσης σε επί μέρους θέματα, όταν λόγοι αντικειμενικοί και δυσχέρειας των αποδείξεων και επίλυσης ουσιαστικών ιδιοκτησιακών θεμάτων, επιβάλλουν την αποχή και την παραπομπή προς κρίση στο αρμόδιο δικαστήριο.

Εξ άλλου προέχον στοιχείο, σύμφωνα με το πνεύμα των διατάξεων της ΕΣΔΑ αλλά και των αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου , είναι η εξασφάλιση στους πολίτες δίκαιης δίκης, στόχος που επιτυγχάνεται με τη διερεύνηση και εξεύρεση από τα εθνικά δικαστήρια στις ενώπιόν τους επίδικες διαφορές, της όντως αντικειμενικής αλήθειας και όχι μόνο με την ταχεία περαίωση της δίκης.

ΙV. Με τον τρίτο από το άρθρο 559 αριθμ. 1, 5 και 16 του ΚΠολΔ λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται περαιτέρω στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι κατά παράβαση των πιο πάνω άρθρων 17 Συντάγματος, 6 § 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, δέχθηκε, ότι η προβλεπόμενη τελεσιδίκως από τις κοινές διατάξεις (άρθρο 26 §§ 11β και 12 του ν. 2882/2001) τακτική διαδικασία «όχι μόνο δεν προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 17 του Συντάγματος και εκείνες του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου και του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ, με τις οποίες θεσπίζεται η αναφερόμενη παραπάνω αρχή, κατά την οποία οι συνέπειες της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης θα πρέπει να εκτιμώνται συνολικά στο πλαίσιο της ενιαίας διαδικασίας με το κριτήριο της δίκαιης ισορροπίας, αλλά αντίθετα διευκολύνει, ενόψει του ότι ο σκοπός των ως άνω διατάξεων της ΕΣΔΑ είναι η προστασία συγκεκριμένων και υπαρκτών δικαιωμάτων...» αλλά «…… προστατεύει τα δικαιώματα αμφοτέρων των διαδίκων», και «παρέχει τα εχέγγυα πλήρους και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας», ενώ έπρεπε να δεχθεί, ενόψει, μάλιστα, και των διατάξεων των πιο πάνω άρθρων του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ, της τήρησης της προδικασίας του άρθρου 17 αυτού, ότι έχει στη διάθεση του όλα τα προβλεπόμενα από τον ΚΠολΔ, αποδεικτικά μέσα για τη διακρίβωση των δικαιωμάτων των διαδίκων δυνάμενο «εφόσον τούτο είναι αναγκαίο για τη διάγνωση της αλήθειας να διακόψει ή να παρατείνει τη συζήτηση σε περισσότερες συνεδριάσεις» (άρθρο 20 § 6), να ενεργήσει αυτοψία και να διατάξει πραγματογνωμοσύνη (άρθρο 19 § 9 και 20 § 7 του ν. 2882/2001), ώστε η ενιαία δίκη να εξασφαλίζει τα εχέγγυα για την ασφαλή διάγνωση της διαφοράς στα αντίδικα μέρη, και να αποφευχθεί η ρύθμιση της τακτικής διαδικασίας που παραβιάζει ευθέως την αρχή της ενιαίας διαδικασίας και ανατρέπει την επιδιωκόμενη «δίκαιη δίκη», με την σε εύλογο χρόνο δικαστική επίλυση της διαφοράς.

Ο λόγος είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι το εφετείο, δεν έκρινε με την απόφασή του, ότι στερείται της δυνατότητας να εξασφαλίσει τα αναγκαία αποδεικτικά μέσα για να διακριβώσει τα δικαιώματα των διαδίκων, αλλά ότι δεσμεύεται να επιληφθεί του αιτήματος, λόγω του υπάρχοντος δεδικασμένου από την παραπομπή του θέματος προς έρευνα ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου δικάζοντος κατά την τακτική διαδικασία, δέσμευση η οποία σε κάθε περίπτωση υπήρχε κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα στα πλαίσια της εκκρεμοδικίας (άρθρου 222 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει ν΄ απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Θεωρεί ως μη ασκηθείσα, την από 26.10.2005 αίτησή, για αναίρεση της 147/2005 απόφασης του Εφετείου Λαμίας, ως προς τον 6ο των αναιρεσίβλητων .....

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την πιο πάνω αίτηση αναίρεσης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων από τους αναιρεσίβλητους, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό εβδομήντα (1.170) Ευρώ, για κάθε χωριστή ομάδα παραστάντων.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Σεπτεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ