Supreme Court allows appeal against debt restructuring court ruling due to lack of evidence proving borrower's solvency.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court granted the appeal filed by the Debtors' Fund against a First Instance Court decision in a debt restructuring case. The borrower had taken multiple loans totaling over 341,000 euros without disclosing his income or proving repayment ability, despite being a public employee with limited earnings. The court found the first ground of appeal valid because the lower court failed to verify the borrower's solvency, rendering the remaining arguments unnecessary.
Legislator headnote
AI generatedΝ. 3869/2010, άρθρ. 560: When a debtor fails to prove solvency for multiple loans despite limited income, the court must verify repayment ability; failure to do so renders the decision voidable on appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1592 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1592/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταύρο Μάλαινο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και των αρχαιοτέρων της συνθέσεως Αρεοπαγιτών Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα), Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη, Ζωή Καραχάλιου και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Π. του Α., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) υπό ειδική εκκαθάριση τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον ειδικό εκκαθαριστή, εταιρεία με την επωνυμία "PQH Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση Ανώνυμη Εταιρεία, Ειδικός Εκκαθαριστής Πιστωτικών Ιδρυμάτων" και δ.τ. "PQH Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "AΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και δ.τ. "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια, ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "CITIBANK INTERNATIONAL PLC", που εδρεύει στο Λονδίνο, είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα (Αθήνα) και εκπροσωπείται νόμιμα και ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΝΤΑΙΝΕΡΣ ΚΛΑΜΠ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ" και δ.τ. "DINERS CLUB", οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-2-2013 αίτηση του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3747/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5950/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-7-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη, από 18-7-2022 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...-2022), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 5950/2022 αποφάσεως του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας και αφορά υπόθεση του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", εκδόθηκε ερήμην της δεύτερης και τρίτης των εφεσιβλήτων και ήδη τρίτης και τέταρτης των αναιρεσίβλητων.
Συνεπώς, για την παραδεκτή άσκηση της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να ερευνηθεί το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς τις ανωτέρω καθών η αίτηση, οι οποίες δικάσθηκαν ερήμην ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου.
Κατά την διάταξη του άρθρ. 553 παρ. 1, περ. β' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη την δίκη ή μόνο την δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι, η ύπαρξη ερήμην αποφάσεως, δηλαδή αποφάσεως που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στην συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.
Α.Π. 15/2001), ενεργοποιεί αυτομάτως την δυνατότητα ασκήσεως κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 του Κ.Πολ.Δ.), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως κατά της ερήμην αποφάσεως, η οποία, αν, παρ' όλα αυτά, ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513 παρ. 1, εδάφ.
β', περ. β' του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από την δημοσίευσή τους. Αντιθέτως, δηλαδή, με την καθιερούμενη με την διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της εφέσεως και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην αποφάσεως είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.
Α.Π. 11/1998), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των προβλεπομένων ενδίκων μέσων (Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 244/2023, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 1508/2022, Α.Π. 58/2020, Α.Π. 208/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία επιτρεπτώς επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως δικογράφου (άρθρο 577 παρ. 1, σε συνδ. με άρθρο 553 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι αυτή (απόφαση) εκδόθηκε ερήμην των δεύτερης και έκτης των καθών οι αιτήσεις, ήτοι της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας και ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης, με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας και ήδη τέταρτης αναιρεσίβλητης, με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", οι οποίες, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως (βλ. 3η επ. σελίδα αυτής), κλήθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, για να παραστούν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, στην δικάσιμο της 12-1-2021 και ότι η συζήτηση της υποθέσεως κατά την ανωτέρω δικάσιμο χώρησε σαν να ήταν και αυτές παρούσες (άρθρο 764 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, ως προς τις ανωτέρω αναιρεσίβλητες, εφόσον αυτές είχαν κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί πλέον τελεσίδικη, καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 244/2023, Α.Π 20/2023, Α.Π. 1508/2022, Α.Π. 1497/2022).
Συνακολούθως, η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί παραδεκτώς ως δικόγραφο, κατ' άρθρον 553 παρ. 1, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ. και ως προς τις ανωτέρω αναιρεσίβλητες και εφόσον, περαιτέρω, ασκήθηκε νομοτύπως, με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στην Γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. και 14 του Ν. 3.869/2010) και εμπροθέσμως (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 577, 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1-3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος, που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε ή, αν εμφανίσθηκε, δεν έλαβε μέρος στην συζήτηση με τον τρόπο, που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από εκείνον, που επισπεύδει την συζήτηση. Στην περίπτωση, κατά την οποία δεν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου, που έχει κλητευθεί (Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1674/2023, Α.Π. 988/2023, Α.Π. 808/2023, Α.Π. 606/2023, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 1683/2022). Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στην δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αιτήσεως κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν, όμως, αυτός κλητεύθηκε νομίμως είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανισθεί στην συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 244/2023, Α.Π. 1508/2022, Α.Π. 1437/2019, Α.Π. 1946/2017, Α.Π. 756/2017).
Τέλος, στην δίκη περί ρυθμίσεως οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της αποφάσεως, που θα εκδοθεί, εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρον 76 παρ. 1, περ.
β' του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 244/2023, Α.Π. 1508/2022, Α.Π. 516/2020, Α.Π. 757/2019, Α.Π. 1049/2017).
Από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη, από 18-7-2022 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...-2022), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 5950/2022 αποφάσεως του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων και αφορά υπόθεση του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", προσδιορίσθηκε για την δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, με αριθμό πινακίου 33, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 του Κ.Πολ.Δ.).
Περαιτέρω, από την υπ' αριθμ. ...-2022 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, Ο. Ε. και τις υπ' αριθμ. ...-2022, ...-2022 και ...-2022 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Δ. Π., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται νομίμως το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία της Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Μαρίας Γεωργιάδη, πληρεξουσίας αυτού (αναιρεσείοντος), το οποίο επισπεύδει την συζήτηση της αναιρέσεως, ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους αναιρεσιβλήτους.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα, ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση, πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, με την σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αλλά παραστάθηκε νομίμως και προσηκόντως μόνον το επισπεύδον την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως αναιρεσείον.
Επομένως, αφού οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, πρέπει, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2, περ. α' και γ' του Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η συζήτηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία τους.
Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με την διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, προκύπτει ότι ο αιτών και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος με την από 7-2-2013 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...-2013) αίτησή του, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, επικαλούμενος ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς τις καθ' ων η αίτηση πιστώτριες τράπεζες, ζήτησε την ρύθμισή τους από το Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 8 του Ν. 3869/2010 και να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία του, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 2 του ιδίου νόμου.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 3747/2018 οριστική απόφασή του, με την οποία απέρριψε την αίτηση, δεχόμενο ενδεχόμενο δόλο του αιτούντος στην περιέλευσή του σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των χρηματικών χρεών του. Κατά της αποφάσεως αυτής του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ο αιτών άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την από 8-1-2019 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 7407/216/21-2-2019) έφεσή του.
Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε αυτήν τυπικώς και κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε αυτήν κατ' ουσίαν, δέχθηκε την αίτηση ως βάσιμη κατ' ουσίαν, ρύθμισε τα χρέη του αιτούντος, με μηδενικές μηνιαίες καταβολές επί τριετία, εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία του και υποχρέωσε αυτόν να καταβάλει για την διάσωσή της στους πιστωτές του το ποσό των 26.331,48 ευρώ, που αντιστοιχεί σε ποσοστό 80% της αντικειμενικής αξίας αυτής, μηνιαίως, για 180 μήνες, ποσό 146,29 ευρώ, συμμέτρως κατανεμόμενο μεταξύ των πιστωτών.
Σύμφωνα με την διάταξη της παραγράφου 1 εδαφ. α' και β' του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.
Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, εφόσον η ένδικη από 7-2-2013 αίτηση του πρώτου αναιρεσίβλητου περί υπαγωγής του στις διατάξεις του Ν. 3869/2010, υποβλήθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης στις 11-2-2013, ήτοι πριν από την αντικατάστασή του με τον ως άνω νόμο 4336/2015], ορίζεται ότι "Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και, γι' αυτό, παραλείφθηκε στον νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (άρθρ. 262 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και να τον αποδείξει (Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 603/2023, Α.Π. 778/2022, Α.Π. 171/2022, Α.Π. 1050/2021, Α.Π. 59/2021).
Εξάλλου, ο Ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου, από την γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "Ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του.
Αμέλεια υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, τον δόλο και την αμέλεια.
Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και την νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι: "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.
Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός, που θέλει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.
Αντιθέτως, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος, που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το αποδέχεται (Ολ. Α.Π. 4/2010, Ολ. Α.Π. 8/2005, Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1054/2023). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και, έτσι, αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 603/2023, Α.Π. 677/2010).
Δόλο, κατά συνέπειαν, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη, κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και, τελικώς, το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η, απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη, αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή, γενικότερα, αδικοπραξία.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου, είναι και η πρόβλεψη του δράστη, ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματα του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται, σαφώς τουλάχιστον, στον βαθμό που δεν ανάγονται από τον νόμο σε κρίσιμα, για την ύπαρξη της ευθύνης, περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010, ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από την διατύπωση της παρ. 1, εδάφ. α' του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην περιέλευση του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά τον χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά τον χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.
Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του, με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενεστέρως σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν, δηλαδή, ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει, όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων, την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και, παρά ταύτα, αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας την διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσον του ίδιου, όσον και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στην σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από την χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών, που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.
Ο δόλος του οφειλέτη, στην μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του, περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην, όμως, είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτηση τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενεστέρως σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 603/2023, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 400/2020, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 65/2017).
Περαιτέρω, απαλλαγή του οφειλέτη, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου από τα χρέη του, όπως αυτά περιγράφονται στην αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 4, επιτρέπεται μόνο μία φορά. Απαίτηση πιστωτή, η οποία δεν έχει συμπεριληφθεί στην αίτηση, δεν επηρεάζεται από την διαδικασία διευθετήσεως των οφειλών του αιτούντος κατά τον παρόντα νόμο.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για την ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει ότι δεν οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας ελλείψεως ρευστότητας, δηλαδή ελλείψεως όσων χρημάτων απαιτούνται, για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα χρέη του, που καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά (όταν επέλθει ο χρόνος εκπληρώσεώς τους, όπως αυτός καθορίζεται από την δικαιοπραξία ή από τις περιστάσεις ή από την φύση της ενοχικής σχέσεως, κατ' άρθρον 323 και 340 του Α.Κ.), έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Δεν χρειάζεται να είναι όλες οι απαιτήσεις ληξιπρόθεσμες κατά την στιγμή της αδυναμίας των πληρωμών. Αρκεί να είναι έστω και μία, ως προϋπόθεση για την έναρξη της διαδικασίας του Ν. 3869/2010, με την εξαίρεση που θα αναπτυχθεί στην συνέχεια, εφόσον, βεβαίως, συντρέχει και η άλλη προαναφερθείσα προϋπόθεση της μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών, αλλιώς ο οφειλέτης ασκεί πρόωρα το δικαίωμά του και η αίτησή του θα απορριφθεί.
Για τον προσδιορισμό ρευστότητας λαμβάνεται υπ' όψιν το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του, κρίνεται συνολικώς με βάση την σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπ' όψιν, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του.
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπ' όψιν τόσον η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσον και αυτή που διαμορφώνεται κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων.
Επισημαίνεται ότι η εν λόγω αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβιώσεως του οφειλέτη και της οικογενείας του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με την βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακολούθως, την διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβιώσεως του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του (Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 603/2023, Α.Π. 1162/2022, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 257/2020, Α.Π. 1379/2019).
Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και την συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. (Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 257/2020, Α.Π. 882/2019, Α.Π. 551/2018). Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από την συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από την συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον. Πράξεις που φανερώνουν μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη, για την αντιμετώπιση ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του, μπορούν, ενδεικτικώς, να αποτελέσουν διαμαρτυρικά συναλλαγματικών για την μη πληρωμή, επιταγές που δεν πληρώθηκαν κατά την εμπρόθεσμη εμφάνιση τους προς πληρωμή, διαταγές πληρωμής πιστωτικών τίτλων, τελεσίδικες καταψηφιστικές δικαστικές αποφάσεις, αιτήματα του οφειλέτη που διατυπώνονται σε επιστολές προς δανειστές για φιλικό διακανονισμό κ.λπ. (Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 257/2020, Α.Π. 1208/2017, Α.Π. 951/2015).
Κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1, εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στον νόμο και ο λόγος αναιρέσεως αυτός ιδρύεται, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 1/2021, Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 608/2023, Α.Π. 1683/2022, Α.Π. 785/2022).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο του Ν. 4.335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ των άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), όπως είναι η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικώς αναφερόμενων, στο παραπάνω άρθρο, λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με τον Ν. 4335/2015. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ιδίου Κώδικα, κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για τον λόγο αυτόν καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπ' όψιν διατάξεως του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ. 19) του Κ.Πολ.Δ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1674/2023, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 257/2020). Για την διαδικαστική πληρότητα του λόγου αναιρέσεως αυτού πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως και, ειδικότερα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες της, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της, ενώ, στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (Ολ.
Α.Π. 20/2005, Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1674/2023, Α.Π. 1054/2023), καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως στην κρίση του αυτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1674/2023, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 302/2020, Α.Π. 112/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., το αναιρεσείον, παραθέτοντας τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως που ενδιαφέρουν στην παρούσα αναιρετική δίκη, προσάπτει στην απόφαση αυτή την αιτίαση της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, και, ειδικότερα, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνει, άλλως ότι ανεπαρκώς και αντιφατικώς διαλαμβάνει τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο αιτών και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος περιήλθε σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών των οφειλών του, ώστε να δύναται να υπαχθεί στις διατάξεις του ως άνω νόμου άνευ δόλου, δεδομένου ότι χωρίς αιτιολογία, απέρριψε ως αβάσιμη την σχετική ένσταση ενδεχόμενου δόλου, που αυτό (καθού η αίτηση και ήδη αναιρεσείον) είχε προτείνει με σχετικό λόγο εφέσεώς του.
Από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρον 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., της προσβαλλομένης, υπ' αριθμ. 5950/2022, αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, προκύπτει ότι το εν λόγω Δικαστήριο, ως προς την κρίση του που ενδιαφέρει την παρούσα αναιρετική δίκη, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο αιτών - εκκαλών, γεννηθείς το έτος 1960, είναι έγγαμος με την Κ.
Ρ., γεννηθείσα το έτος 1964, έχουν δε και ένα ανήλικο τέκνο που γεννήθηκε την ....2004. Είναι δημόσιος υπάλληλος - καθηγητής δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ζει από τα εισοδήματα που του προσφέρει η εργασία του και ειδικότερα εσοδεύει μηνιαίως το ποσό των 1.197,59 ευρώ (βλ. βεβαίωση αποδοχών 9ου 2021), ενώ η σύζυγός του είναι εκπαιδεύτρια γιόγκα που διατηρούσε κέντρο γιόγκα από το έτος 2005 έως το έτος 2010, ωστόσο είναι άνεργη τουλάχιστον από 2.11.2015 έως 16.9.2021 (βλ.
σχετική βεβαίωση ΟΑΕΔ με ημερομηνία έκδοσης 16.9.2021). Τα οικογενειακά εισοδήματα του αιτούντος - εκκαλούντος διαμορφώθηκαν ως εξής: το οικονομικό έτος 2003 13.422 ευρώ και από το επιμίσθιο λόγω απόσπασης σε ελληνικό σχολείο στη Γερμανία 24.719,99 ευρώ, το οικονομικό έτος 2004 ποσό 13.689,89 ευρώ και από το επιμίσθιο 13.689,89 ευρώ, το οικονομικό έτος 2005 ποσό 15.424,55 ευρώ και από το επιμίσθιο 24.720 ευρώ, το οικονομικό έτος 2006 15.912,69 ευρώ και από το επιμίσθιο 22.041,94 ευρώ, ενώ τα εισοδήματα της συζύγου ανέρχονταν σε 516,33 ευρώ, το οικονομικό έτος 2007 17.175,42 ευρώ και 16.068 ευρώ από το επιμίσθιο, ενώ τα εισοδήματα της συζύγου ανέρχονταν σε 2.573,56 ευρώ, το οικονομικό έτος 2008 18.946,90 ευρώ και 11.673,33 ευρώ από το επιμίσθιο, ενώ τα εισοδήματα της συζύγου ανέρχονταν σε 1.493,80 ευρώ, το οικονομικό έτος 2009 20.170,50 ευρώ μόνο του ιδίου, αφού η σύζυγος είχε ζημίες, το οικονομικό έτος 2010 20.414,15 ευρώ και αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό 300 ευρώ, ενώ τα εισοδήματα της συζύγου ανέρχονταν σε 2.365,04 ευρώ, το οικονομικό έτος 2011 18.760,48 ευρώ και της συζύγου 1.394,20 ευρώ, το οικονομικό έτος 2012 17.784,13 ευρώ, το οικονομικό έτος 2013 15.428,76 ευρώ, το φορολογικό έτος 2014 14.589,58 ευρώ, ενώ η σύζυγος είχε ζημίες, το φορολογικό έτος 2015 16.078,18 ευρώ, ενώ η σύζυγος είχε ζημίες 1.571,49 ευρώ, το φορολογικό έτος 2016 16.356,97 ευρώ και το φορολογικό έτος 2018 15.485,52 ευρώ.
Επίσης, ο αιτών - εκκαλών έχει στην κυριότητά του ένα διαμέρισμα του δεύτερου ορόφου οικοδομής κείμενης στην οδό ... στην Ξηροκρήνη Θεσσαλονίκης, εμβαδού 64,50 τ.μ., έτους κατασκευής 1972, το οποίο απέκτησε δυνάμει του υπ' αριθμ. ....2009 συμβολαίου αγοραπωλησίας ακινήτου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευδοκίας Στρογγύλη, νομίμως μεταγεγραμμένου, αντικειμενικής αξίας 32.914,35 ευρώ (βλ.
φύλλο υπολογισμού), το οποίο αποτελεί την κύρια κατοικία της οικογένειάς του. Άλλο περιουσιακό στοιχείο δεν διαθέτει ούτε αυτός ούτε η σύζυγός του. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης, ο αιτών - εκκαλών ανέλαβε τα παρακάτω δάνεια: 1. Από την πρώτη εφεσίβλητη την υπ' αριθμ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας, από την οποία οφείλει 395,97 ευρώ, την υπ' αριθμ. ...
σύμβαση καταναλωτικού δανείου, από την οποία οφείλει 49,794,66 ευρώ, την υπ' αριθμ. ... πιστωτική κάρτα, από την οποία οφείλει 4,59 ευρώ, την υπ' αριθμ. ... πιστωτική κάρτα, από την οποία οφείλει ποσό 4,90 ευρώ, ήτοι συνολικά 50.200,12 ευρώ, 2. Από τη δεύτερη εφεσίβλητη την υπ' αριθμ. .../2011 σύμβαση ρύθμισης πιστωτικών καρτών, από την οποία οφείλει 11.697,63 ευρώ, 3.
Από την τρίτη εφεσίβλητη την υπ' αριθμ. ... σύμβαση ρύθμισης οφειλών, από την οποία οφείλει 1.457,08 ευρώ, από το υπ' αριθμ. ... στεγαστικό δάνειο, ως εγγυητής, από το οποίο οφείλει 37.109,48 ευρώ, το υπ' αριθμ. ... στεγαστικό δάνειο, πάλι ως εγγυητής, από το οποίο οφείλει 1.085,40 ευρώ και 52.159,20 ευρώ, πιστωτική κάρτα από τη "CITIBANK INTERNATIONAL plc", από την οποία οφείλει 1.419,02 ευρώ, πιστωτική κάρτα από τη "ΝΤΑΙΝΕΡΣ ΚΛΑΜΠ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕΠΠ", από την οποία οφείλει 2.488,54 ευρώ, ήτοι συνολικά 101.299,70 ευρώ και 4.
στο τέταρτο ΝΠΔΔ, την υπ' αριθμ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου, από την οποία οφείλει 155.321,41 ευρώ και την υπ' αριθμ. ... σύμβαση επισκευαστικού - βελτιωτικού δανείου, από την οποία οφείλει 22.634,04 ευρώ, ήτοι συνολικά 177.955,45 ευρώ. Δηλαδή, ο αιτών - εκκαλών οφείλει συνολικά για όλες τις οφειλές του προς τους πιστωτές του το ποσό των 341.152,90 ευρώ.
Σημειώνεται ότι τα ανωτέρω δάνεια που κατά πλάσμα δικαίου θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα, υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά τον χρόνο κοινοποίησης της αίτησης, ενώ τα εμπραγμάτως εξασφαλισμένα, όπως αυτά του τέταρτου εφεσίβλητου, εκτοκίζονται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι τον χρόνο έκδοσης της οριστικής απόφασης (κατ' άρθρο 6 παρ. 3 ν. 3869/2010).
Εκ των ανωτέρω αναφερόμενων πραγματικών περιστατικών αποδεικνύεται ότι κατά την ανάληψη του πρώτου δανείου το έτος 2002 (στεγαστικού του αδερφού του ως εγγυητής), ο αιτών - εκκαλών είχε υψηλά εισοδήματα, ώστε μπορούσε να αναλάβει τέτοια υποχρέωση. Το έτος 2006 που ακολούθησε ο δανεισμός από την πρώτη εφεσίβλητη με σύμβαση καταναλωτικού δανείου, προκειμένου να ολοκληρωθεί η διαδικασία υιοθεσίας του τέκνου του (δικαστικά έξοδα, εξοπλισμός οικίας για τριμελή οικογένεια κτλ.), πάλι ήταν σε θέση να εξυπηρετεί τις δανειακές του υποχρεώσεις.
Το έτος 2009 που ανέλαβε τον κύριο όγκο των δανειακών υποχρεώσεών του (στεγαστικό δάνειο από τέταρτο εφεσίβλητο ΝΠΔΔ) για τη στέγαση της οικογένειάς του, επίσης μπορούσε να εξυπηρετεί τη δανειακή δόση, αν και είχε επιστρέψει στην Ελλάδα, καθώς τα εισοδήματά του εκείνη τη χρονιά ανέρχονταν σε 20.414,15 ευρώ και αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό 300 ευρώ, ενώ τα εισοδήματα της συζύγου του ανέρχονταν σε 2.365,04 ευρώ, όπως αναφέρεται και ανωτέρω για το οικονομικό έτος 2010.
Λόγω όμως της οικονομικής κρίσης στη χώρα και της μείωσης των μισθών από το έτος 2012 και μετά, ο αιτών - εκκαλών περιήλθε σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, αφού βέβαια προηγουμένως είχε προβεί σε προσπάθεια ρύθμισης των οφειλών του με τη δεύτερη και την τρίτη εφεσίβλητη, σύμφωνα και με τα ανωτέρω, σχετικά, αναφερόμενα.
Έκτοτε, δεν διαφαίνεται βελτίωση της οικονομικής του κατάστασης, σε συνδυασμό με την περαιτέρω αύξηση του κόστους ζωής και τις οικονομικές εν γένει συνθήκες, όπως διαμορφώνονται μετά την πανδημία του κορωνοϊού covid - 19. Σε κάθε περίπτωση, δεν ευθύνεται για την υπερχρέωσή του, αφού οδηγήθηκε στην κατάσταση αυτή ελλείψει αρχικού ή μεταγενέστερου δόλου, καθώς δεν ενήργησε ούτε εκ των προτέρων ούτε εκ των υστέρων στρατηγικά, για να εκμεταλλευθεί την υπερχρέωσή του και δεν επιδίωξε ούτε προέβλεψε ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών αποδεχόμενος το αποτέλεσμα των πράξεών του.
Εξάλλου, αποδεικνύεται ότι οι δανειακές του υποχρεώσεις δημιουργήθηκαν, κατά κύριο λόγο, προκειμένου να καλυφθούν οι στεγαστικές του ανάγκες και όχι για να απολαύσει επίπεδο διαβίωσης ανώτερο των οικονομικών του δυνατοτήτων, όπως εσφαλμένα δέχτηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Συνεπώς, απορριπτομένης ως ουσία αβάσιμης της πρωτοδίκως προβληθείσας εκ μέρους των πιστωτών ένστασης περί ύπαρξης δόλου του αιτούντος - εκκαλούντος ως προς την περιέλευση του τελευταίου σε αδυναμία πληρωμών, την οποία επαναφέρει και στην παρούσα διαδικασία το τέταρτο εφεσίβλητο ΝΠΔΔ, πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος έφεσης". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, μετά την εξαφάνιση της πρωτοδίκου αποφάσεως, με την οποία η αίτηση είχε απορριφθεί λόγω ενδεχόμενου δόλου του αιτούντος ως προς την περιέλευσή του σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των χρηματικών του υποχρεώσεων προς τους πιστωτές του, έκρινε ότι αυτός περιήλθε χωρίς δόλο σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών προς τους τελευταίους και δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την αίτηση για την υπαγωγή του αιτούντος στις διατάξεις του Ν. 3869/2010.
Έτσι που έκρινε το ανωτέρω Δικαστήριο, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 και διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της χωρίς δόλο περιελεύσεως του αιτούντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου σε αδυναμία πληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων.
Ειδικότερα, το ως άνω Δικαστήριο διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και δη, ότι η ανωτέρω περί δόλου ένσταση του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, χωρίς να διαλάβει καθόλου πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία του πραγματικού των ανωτέρω εφαρμοστέων ουσιαστικού δικαίου κανόνων για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε και, ειδικότερα, ότι η ως άνω προβληθείσα ένσταση περί δόλου είναι και αβάσιμη κατ' ουσίαν και, ως εκ τούτου, απορριπτέα για τον λόγο αυτόν.
Πιο συγκεκριμένα, ενόψει των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως για την σύναψη από τον τελευταίο δεκατεσσάρων (14) συμβάσεων δανείων και καταναλωτικών προϊόντων, συνολικού ύψους 341.152,90 ευρώ, από τέσσερα (4) διαφορετικά πιστωτικά ιδρύματα και τις μηνιαίες καθαρές αποδοχές του, ποσού 1.197,59 ευρώ, τις οικογενειακές υποχρεώσεις του και χωρίς να αναφέρονται τυχόν άλλα εισοδήματά του, ούτε οποιαδήποτε μείωση των εισοδημάτων του, δεν εκτίθεται στην προσβαλλόμενη, αν αυτός (πρώτος αναιρεσίβλητος) κατά την λήψη αυτών των δανείων πίστευε και με βάση ποια στοιχεία, ενόψει των προεκτεθέντων περιορισμένων εισοδημάτων του ως δημοσίου υπαλλήλου και της πρόδηλης αναντιστοιχίας αυτών με τις αναληφθείσες δανειακές του υποχρεώσεις, ότι είχε την οικονομική δυνατότητα να τα αποπληρώσει και ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση υπερδανεισμού του.
Συνεπώς, ο συναφής πρώτος λόγος της αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Τέλος, παρέλκει η έρευνα των δεύτερου και τρίτου των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., αναφορικώς με τις αιτιάσεις για την κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως περί μη καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος και περί ανειλικρινούς δηλώσεως των εισοδημάτων του αιτούντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, καθώς η αναιρετική εμβέλεια των πρώτου των αναιρετικών λόγων, που έγινε δεκτός, καταλαμβάνει και τα ανωτέρω κεφάλαια και καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των δευτέρου και τρίτου των αναιρετικών λόγων, που διατυπώνονται με την αίτηση αναιρέσεως και οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα.
Κατόπιν αυτών, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση, κατ' άρθρον 28 παρ. 4 του Ν. 2579/1998 (Α.Π. 1233/2024, Α.Π. 1229/2024, Α.Π. 1228/2024, Α.Π. 1100/2024). Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση, που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3, εδάφ.
β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει το άρθρο 8, παρ. 6, εδάφ. β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Ολ. Α.Π. 4/2023, Α.Π. 1233/2024, Α.Π. 1229/2024, Α.Π. 1228/2024, Α.Π. 1100/2024).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την από 18-7-2022 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 5950/2022 αποφάσεως του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαια.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5950/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Και Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ