Supreme Court partially allows appeal in family law case regarding child support and custody enforcement.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against a final family court decision regarding child support and custody. The appellant successfully argued that the respondent failed to appear at the hearing despite proper summons, while the court rejected claims based on factual assessments of income and expenses. Consequently, the judgment was annulled only regarding the respondent's request to revoke parental custody, with the case remitted to a different judge at the Court of First Instance for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576, 580 of the Code of Civil Procedure; Articles 1489, 1493 of the Civil Code: If a party fails to appear at an appeal hearing despite proper summons, the court proceeds as if all parties were present, and the appeal is partially allowed if procedural defects are found, while factual assessments remain binding unless challenged on legal grounds.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1592 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1592/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Μ. του Ε., κατοίκου ..., ατομικά και με την ιδιότητα της έχουσας την οριστική επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων της Ι. Κουτσούτη και Α.ς Κουτσούτη, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Δαφνή, που ανακάλεσε την από 13/2/2020 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/6/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 820/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3897/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/11/2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ.2, 498 παρ.1, 568 παρ.1, 2, 4 και 576 παρ.1 έως 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. Αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της από 29-11-2018 αίτησης αναίρεσης στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, ο αναιρεσίβλητος δεν εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο από πληρεξούσιο δικηγόρο, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί στην παρούσα δικάσιμο, όπως αυτό προκύπτει από την 9786/26-3-2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Π. Ν.. Πρέπει, επομένως, να προχωρήσει η συζήτηση σαν να είναι παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από την οικογένεια, το γάμο και την ελεύθερη συμβίωση του άρθρου 592 ΚπολΔ, 3897/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε και κατ' ουσίαν την έφεση που είχε ασκήσει ο ήδη αναιρεσίβλητος κατά της ερήμην αυτού εκδοθείσας στον πρώτο βαθμό 820/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίφθηκε η από 22-6-2015 αγωγή της αναιρεσείουσας για την αφαίρεση του συνόλου της γονικής μέριμνας των δύο ανήλικων τέκνων αυτής και του αναιρεσίβλητου από τον τελευταίο και την ανάθεση αυτής αποκλειστικά στην ίδια, έγινε δεκτή εν μέρει κατά το κεφάλαιο της υποχρέωσης του αναιρεσίβλητου να καταβάλει διατροφή για τα ανήλικα τέκνα, επιδικάζοντας για καθένα τούτων το ποσό των 250 ευρώ μηνιαίως. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις (ΑΠ 1223/2015, ΑΠ 659/2015). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).
Επίσης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο ((ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 34/2016).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από το περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης της απόφασης δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 861/1984, ΑΠ 1376/2011).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1510, 1511, 1512, 1513, 1514 και 1518 ΑΚ συνάγεται, ότι η γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων αυτού οι οποίοι την ασκούν από κοινού και εξ ίσου, περιλαμβάνει, δε, την επιμέλεια του προσώπου του (η οποία εμπεριέχει την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευση του τέκνου, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου της διαμονής του), επί πλέον δε και την διοίκηση της περιουσίας του και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη που αφορά το πρόσωπο ή την περιουσία του.
Στην περίπτωση διακοπής της συζυγικής συμβίωσης, είτε λόγω διάστασης των συζύγων είτε λόγω διαζυγίου, όταν ανατρέπονται πλέον οι συνθήκες της ζωής της οικογένειας, καταργείται ο συζυγικός οίκος, και η οικογενειακή συνοχή, η γονική μέριμνα εξακολουθεί να ανήκει και στους δύο γονείς, ανεξάρτητα από το ότι το ανήλικο τέκνο τούτων, λόγω της χωριστής πλέον εγκατάστασής τους, διαμένει με τον ένα εξ αυτών.
Το δικαστήριο σ' αυτή την περίπτωση μπορεί να προβεί στη ρύθμιση της άσκησης (όχι του λειτουργήματος ΑΠ 229/2000) της γονικής μέριμνας καθώς και της επιμέλειας του ανήλικου τέκνου. Ως κατευθυντήρια γραμμή για την άσκηση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας στην περίπτωση διαφωνίας των γονέων του ανήλικου τέκνου και της προσφυγής τους στο δικαστήριο, αλλά και πυρήνας για τον προσδιορισμό της άσκησης της είναι το αληθινό συμφέρον του τέκνου, που αποσκοπεί στην ανάπτυξη αυτού σε μία ανεξάρτητη και υπεύθυνη προσωπικότητα (ΑΠ 952/2007).
Το συμφέρον του ανήλικου τέκνου συνιστά αόριστη νομική έννοια, με αξιολογικό περιεχόμενο, το οποίο εξειδικεύεται από το δικαστήριο αφού ληφθούν υπόψη όλες οι σχέσεις, όλα τα επωφελή και πρόσφορα για τον ανήλικο στοιχεία και περιστάσεις, προκειμένου να καταλήξει σε ρύθμιση τέτοια, που να εξυπηρετείται καλύτερα το συμφέρον του ανήλικου τέκνου.
Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 1532 ΑΚ, ορίζει ότι "αν ο πατέρας ή η μητέρα παραβαίνουν τα καθήκοντα που τους επιβάλλει το λειτούργημα τους για την επιμέλεια του προσώπου του τέκνου ή τη διοίκηση της περιουσίας του ή αν ασκούν το λειτούργημα καταχρηστικά ή δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν σ' αυτό, το δικαστήριο εφόσον το ζητήσουν ο άλλος γονέας ή οι πλησιέστεροι συγγενείς του τέκνου ή ο Εισαγγελέας μπορεί να διατάξει οποιοδήποτε πρόσφορο μέτρο.
Το δικαστήριο μπορεί ιδίως να αφαιρέσει από τον ένα γονέα την άσκηση της γονικής μέριμνας ολικά ή μερικά και να την αναθέσει αποκλειστικά στον άλλο ή αν συντρέχουν και στο πρόσωπο αυτού οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου να αναθέσει την επιμέλεια του τέκνου ολικά ή μερικά σε τρίτο ή να διορίσει επίτροπο".
Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 1533 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να διατάξει οποιοδήποτε πρόσφορο μέτρο, που να ανταποκρίνεται στο αληθινό συμφέρον του ανήλικου τέκνου, αν ο πατέρας ή η μητέρα αυτού δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν στα καθήκοντα που τους επιβάλλει το λειτούργημά τους για την επιμέλεια του προσώπου και τη διοίκηση της περιουσίας του τέκνου.
Το δικαστήριο, στην περίπτωση αυτή, μπορεί, ιδίως, να αφαιρέσει από τον ένα γονέα την άσκηση της γονικής μέριμνας ολικά ή μερικά και να την αναθέσει αποκλειστικά στον άλλο ή, αν συντρέχουν και στο πρόσωπο και του άλλου γονέα οι προϋποθέσεις που ανωτέρω αναφέρθηκαν, προς δε άλλα μέτρα έμειναν χωρίς αποτέλεσμα ή δεν επαρκούν στη συγκεκριμένη περίπτωση να αποτρέψουν τον κίνδυνο της σωματικής, πνευματικής ή ψυχικής υγείας του ανήλικου, να αναθέσει την πραγματική φροντίδα ή ακόμη και την επιμέλειά του ολικά ή μερικά σε τρίτον ή και να διορίσει επίτροπο.
Με την ανωτέρω διάταξη διακρίνονται τρεις περιπτώσεις κακής άσκησης από το γονέα της γονικής μέριμνας του ανήλικου τέκνου, η οποία ενδιαφέρει τη δημόσια τάξη και το κοινωνικό συμφέρον γενικότερα. Οι περιπτώσεις αυτές αποτελούν και προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν (διαζευκτικά) για την αφαίρεση της γονικής μέριμνας και είναι:
α) η παράβαση των καθηκόντων των γονέων, που τους επιβάλλει το λειτούργημά τους για την επιμέλεια του προσώπου του τέκνου ή τη διοίκηση της περιουσίας του β) η καταχρηστική άσκηση του λειτουργήματος τους, γ) η αδυναμία τους να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις του γονικού λειτουργήματος. Όμως, απόλυτος εννοιολογικός διαχωρισμός των ως άνω περιπτώσεων κακής άσκησης της γονικής μέριμνας είναι ως επί το πλείστον ανέφικτος, αφού οι πιο πάνω περιπτώσεις αλληλοεπικαλύπτονται.
Έτσι η κατάχρηση του γονικού λειτουργήματος αποτελεί ταυτοχρόνως και παράβαση των καθηκόντων του γονέα, που από αυτό (γονικό λειτούργημα) επιβάλλονται. Ως παράβαση των καθηκόντων που επιβάλλει στους γονείς το λειτούργημα της γονικής μέριμνας θεωρείται οποιαδήποτε συμπεριφορά των γονέων αντικειμενικά αντίθετη με τις επιταγές των διατάξεων των άρθρων που καθορίζουν τις γονικές υποχρεώσεις, είτε αυτή οφείλεται σε υπαιτιότητα είτε εκδηλώνεται χωρίς υπαιτιότητά τους, καθώς και η πλημμελής εκπλήρωση των καθηκόντων αυτών με μέτρο κρίσης το οικονομικό, κοινωνικό και πνευματικό επίπεδο των γονέων.
Μεταξύ των υποχρεώσεων αυτών είναι και η ρυθμιζόμενη χωριστά, αν και είναι μία από τις ειδικότερες υποχρεώσεις της επιμέλειας του προσώπου του, από τα άρθρα 1485 επ. ΑΚ, υποχρέωση του γονέα για τη διατροφή του ανήλικου τέκνου. Έτσι, η παράβαση της υποχρέωσης διατροφής από το γονέα που είναι φορέας και ασκεί τη γονική μέριμνα, συνιστά κακή άσκηση αυτής από μέρους του γονέα και έτσι συνεπάγεται την εφαρμογή γι' αυτόν του άρθρου 1532 ΑΚ.
Η αφαίρεση της άσκησης της γονικής μέριμνας από τον ένα γονέα λόγω παράβασης των γονικών του καθηκόντων, προϋποθέτει ότι από αυτή τη συγκεκριμένη μορφή της κακής άσκησης της γονικής μέριμνας, δημιουργείται ή επίκειται άμεσος και συγκεκριμένος κίνδυνος βλάβης του τέκνου σε σχέση με τα προσωπικά ή περιουσιακά συμφέροντά του (ΑΠ 1612/2017, ΑΠ 99/2014, ΑΠ 577/2014, ΑΠ 537/2012).
Στη συγκεκριμένη υπόθεση, από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο, δικάζοντας την από 22-6-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας με την οποία και για τους εκτιθέμενους στο δικόγραφο αυτής λόγους, ζητούσε να αφαιρεθεί η γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων αυτής και του αναιρεσίβλητου, Ι.
και Α., τα οποία, μετά τη λύση του γάμου αυτών διαμένουν μαζί της και στην οποία είχε ανατεθεί δικαστικά η επιμέλειά τους, από τον πατέρα τους αναιρεσίβλητο, εξαιτίας της με βάσει τα αποδιδόμενα πραγματικά περιστατικά κακής άσκησής της από αυτόν, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη επί των πραγμάτων κρίση του, τα εξής:<<Η ενάγουσα, μητέρα των ανηλίκων, τυγχάνει υπάλληλος της τράπεζας "Alpha Bank", ενώ ο εναγόμενος πατέρας τους τυγχάνει οδοντίατρος, ασκώντας ελεύτερο επάγγελμα σε δικό του ιατρείο στο ...
Αττικής. Ο σχετικά περιορισμένος κύκλος εργασιών του ιατρείου του, ιδίως κατά τα τελευταία έτη, έχει δημιουργήσει ορισμένα οικονομικά προβλήματα στον εναγόμενο, τα οποία, σε συνδυασμό με τις υποχρεώσεις του, που έχουν προκύψει από τη λήψη τραπεζικών δανείων χωρίς ασφαλή προϋπολογισμό των δυνατοτήτων του για σταδιακή εξόφλησή τους με δόσεις, τείνουν να προκαλέσουν σ' αυτόν μία γενικότερη απορρύθμιση, περιλαμβανομένης και της περιστασιακής, αλλ' εντελώς άστοχης και απερίσκεπτης συμμετοχής του σε τυχερά παίγνια.
Στην κατάσταση αυτή οφείλεται και το γεγονός ότι επανειλημμένα έχει φανεί ασυνεπής στην υποχρέωσή του προς εκπλήρωση της δικαστικά βεβαιωμένης υποχρεώσεώς του για καταβολή διατροφής σε χρήμα των δύο ανηλίκων τέκνων του, παρέχοντας έτσι την εντύπωση ότι αδιαφορεί γι' αυτά, πράγμα το οποίο δεν αποδείχθηκε ότι ανταποκρίνεται στα πραγματικά αισθήματά του ως πατέρα, που είναι αισθήματα στοργής και αγάπης για τα παιδιά του.
Από την άλλη πλευρά, η ενάγουσα, μητέρα των δύο ανηλίκων, που ως έχουσα την επιμέλειά τους, εντεύθεν δε το άμεσο και καθημερινό άγχος της φροντίδας γι' αυτά, ενίοτε αγανακτεί δικαιολογημένα από την αδυναμία του εναγομένου να φανεί συνεπής στις οικονομικές του υποχρεώσεις, έχει επανειλημμένα στραφεί εναντίον του με μηνύσεις για παραβίαση της προς διατροφή υποχρεώσεώς του, επιβαρύνοντας έτσι αρνητικά το κλίμα στις μεταξύ τους σχέσεις.
Μέσα σ' αυτό το πλέγμα τεταμένων σχέσεων, για το οποίο ασφαλώς και ο εναγόμενος έχει σημαντικές ευθύνες, προχώρησε εν προκειμένω η ενάγουσα στη διατύπωση του πρώτου αγωγικού αιτήματος, ζητώντας να αφαιρεθεί από τον εναγόμενο στο σύνολό της η γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους και να ανατεθεί αυτή εξ ολοκλήρου στην ίδια.
Υπό τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά εν τούτοις, το εν λόγω αίτημα δεν ευρίσκει επαρκές ουσιαστικό έρεισμα, αφού δεν προέκυψε κακή άσκηση των συνδεόμενων με τη γονική μέριμνα υποχρεώσεων του εναγομένου ή παραλείψεις του τελευταίου συνεπαγόμενες οποιασδήποτε μορφής κίνδυνο για τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων και για τα συμφέροντά τους.
Συνεπώς, το προκείμενο αίτημα της ένδικης αγωγής ελέγχεται ως αβάσιμο κατ' ουσία και πρέπει να απορριφθεί>>. Υπό τις ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές του και τη βάση αυτών διατυπωθείσα κρίση του, το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 1532 ΑΚ, στον κανόνα δικαίου της οποίας, με τα περιστατικά που επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα στην αγωγή της και το αίτημά της, στήριξε το νόμω βάσιμο αυτής.
Ειδικότερα, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι ο αναιρεσίβλητος πατέρας των δύο ανήλικων τέκνων, επανειλημμένα έχει φανεί ασυνεπής στην υποχρέωσή του για εκπλήρωση της δικαστικά βεβαιωμένης και προσδιορισμένης με τις αναφερόμενες αποφάσεις, υποχρέωσης καταβολής διατροφής σε χρήμα των δύο ανήλικων τέκνων του, συμπεριφορά που συνιστά τη ρυθμιζόμενη, εκ της εφαρμοσθείσας διάταξης του άρθρου 1532 ΑΚ, περίπτωση παράβασης βασικού καθήκοντος που επιβάλλεται από το λειτούργημά του και, συνεπώς, κακή άσκηση από μέρους του της γονικής μέριμνας των ανήλικων τέκνων του, και μάλιστα αποδίδεται, κατά το αιτιολογικό της, η παράβαση αυτού του γονικού καθήκοντος σε υπαιτιότητα αυτού, συνιστάμενη στη λήψη τραπεζικών δανείων χωρίς ασφαλή προϋπολογισμό των δυνατοτήτων σταδιακής εξόφλησης αυτών σε δόσεις, αλλά και στην περιστασιακή, άστοχη και απερίσκεπτη συμμετοχή του σε τυχερά παίγνια, δεχόμενο έτσι στην ουσία, με βάση αυτά τα χαρακτηριστικά (επανειλημμένη και υπαίτια παράλειψη), κατά το νοηματικό περιεχόμενό της, ότι πρόκειται για βαριά παράλειψη της υποχρέωσης, ακολούθως καταλήγει σε κρίση ότι δεν προέκυψε κακή άσκηση των συνδεόμενων με τη γονική μέριμνα υποχρεώσεων αυτού, θεωρώντας έτσι, εσφαλμένα, ότι η παράλειψη καταβολής της υποχρέωσης διατροφής των ανήλικων τέκνων, δεν πληροί την έννοια της παράβασης γονικού καθήκοντος και δεν συνιστά την προϋπόθεση κακής άσκησης της γονικής μέριμνας των ανήλικων τέκνων που επισύρει την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1532 ΑΚ.
Ενόψει, όμως, της παραδοχής περί της επανειλημμένης μη καταβολής της επιδικασθείσας δικαστικά διατροφής των ανήλικων τέκνων από τον αναιρεσίβλητο, δεν δικαιολογείται το καταληκτικό αποδεικτικό πόρισμα της απόφασης ότι δεν προέκυψε περίπτωση κακής άσκησης της γονικής μέριμνας και ακολούθως απόρριψης της αγωγής για την αφαίρεση της άσκησης αυτής.
Έτσι, το Εφετείο παραβίασε τον ως άνω κανόνα δικαίου με τη μη εφαρμογή του, μολονότι συνέτρεχαν με τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, οι προϋποθέσεις εφαρμογής του και υπέπεσε στην εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, η οποία προβάλλεται με το πρώτο μέρος του πρώτου λόγου της αναίρεσης, ο οποίος, συνεπώς, κρίνεται βάσιμος.
Εξάλλου, με τις εκτεθείσες ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση. Συγκεκριμένα διέλαβε ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες οι οποίες δεν δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα, κατά την έννοια της ορθής υπαγωγής των ανελέγκτως γενόμενων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, αναφορικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της κακής άσκησης της γονικής μέριμνας των ανήλικων τέκνων από τον αναιρεσίβλητο πατέρα τους, στο πραγματικό του έχοντος εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1532 ΑΚ, που καθορίζει τις προϋποθέσεις για την αφαίρεση από το γονέα της άσκησης της γονικής μέριμνας και οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ζήτημα αυτό και κατ' επέκταση εκείνων των διατάξεων που καθιστούν το συμφέρον των ανήλικων τέκνων προσδιοριστικό στοιχείο για την απόφαση σχετικά με το εάν επιβάλλεται από αυτό να ληφθούν πρόσφορα μέτρα και ιδίως το ζητούμενο της αφαίρεσης της άσκησης από τον αναιρεσίβλητο πατέρα των ανήλικων τέκνων της γονικής μέριμνας αυτών.
Ειδικότερα, αναφέρεται στο αιτιολογικό της απόφασης ότι δεν προέκυψαν παραλείψεις του αναιρεσίβλητου που να συνεπάγονται οποιασδήποτε μορφής κίνδυνο για τα ανήλικα τέκνα του και τα συμφέροντά τους, όμως, δεν διευκρινίζεται εάν η κρίση αυτή αφορά και στη διαπιστωθείσα παράβαση του γονικού καθήκοντός του για καταβολή της διατροφής των ανήλικων τέκνων, ή άλλες παραλείψεις ούτε διευκρινίζει την αποδεικνυόμενη ασυνέπεια αυτού στην εκπλήρωση της υποχρέωσης διατροφής αυτών εάν είναι ολική ή μερική, εάν ήταν διαρκής ή για πόσο χρονικό διάστημα εξακολούθησε, ούτε εκτίθενται πραγματικά περιστατικά που να δικαιολογούν την σχηματισθείσα κρίση ότι παρά τη μη καταβολή από αυτόν της διατροφής, δεν δημιουργήθηκε κατάσταση κινδύνου βλάβης των προσωπικών ή περιουσιακών συμφερόντων των τέκνων και ιδίως για την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση, την εκπαίδευση και την υγεία αυτών, λόγω της απαιτούμενης οικονομικής δαπάνης που έκρινε το Δικαστήριο αναγκαίο να δαπανηθεί για την κάλυψή τους.
Επομένως, το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες την εφαρμοσθείσα διάταξη του άρθρου 1532 ΑΚ και ο σχετικός πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται πλημμέλεια εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα υποστατά και, αναλόγως, έγκυρα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους, είτε για άμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 1614/2017).
Διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από την ως άνω διάταξη. Για την πληρότητα του άνω λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας κατά τέτοιο τρόπο ώστε να προκύπτει η ταυτότητά του. Με το δεύτερο μέρος του τρίτου λόγου της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι υπέπεσε στην εκ του αρ. 11 περ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι δεν έλαβε υπόψη της αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε νόμιμα. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του <<τα αποδεικτικά έγγραφα για τα ανελαστικά έξοδα για στέγαση, διατροφή, εκπαίδευση και ανατροφή τόσον για μένα, όσον και για τα τέκνα μου>>.
Με το εκτιθέμενο περιεχόμενο, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος τούτο, είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, καθόσον δεν περιγράφονται τα αποδεικτικά έγγραφα, τα οποία αποδίδεται ότι παρέλειψε να λάβει υπόψη του το Εφετείο, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους.
Από τις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486, 1489 και 1493 ΑΚ προκύπτει ότι οι γονείς, είτε υπάρχει μεταξύ τους γάμος και συμβιώνουν, είτε έχει διακοπεί η συμβίωση, είτε έχει εκδοθεί διαζύγιο, έχουν κοινή και ανάλογη με τις δυνάμεις τους, ήτοι με τις δυνατότητες που έχει καθένας τούτων να συνεισφέρει στην αντιμετώπιση των αναγκών του τέκνου, με την προσωπική του εργασία, τα εισοδήματα και την περιουσία του (ΑΠ 1198/2004), υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους, ακόμη και εάν αυτό έχει περιουσία, της οποίας, όμως, τα εισοδήματα ή το προϊόν της εργασίας του ή άλλα τυχόν εισοδήματά του δεν αρκούν για τη διατροφή του.
Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις, το μέτρο της διατροφής προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του ανήλικου δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του, η δε δικαιούμενη (ανάλογη) διατροφή του περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία για τη συντήρηση, ανατροφή και εν γένει εκπαίδευσή του έξοδα. Ως συνθήκες ζωής νοούνται οι συγκεκριμένοι όροι διαβίωσης, που ποικίλουν ανάλογα με την ηλικία, τον τόπο κατοικίας, την ανάγκη επιτήρησης, εκπαίδευσης και την κατάσταση υγείας του δικαιούχου, σε συνδυασμό με την περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου.
Για να καθοριστεί το ποσό της δικαιούμενης διατροφής αξιολογούνται κατ' αρχήν τα εισοδήματα των γονέων από οποιαδήποτε πηγή και στη συνέχεια προσδιορίζονται οι ανάγκες του τέκνου, καθοριστικό δε, στοιχείο είναι οι συνθήκες της ζωής του, δηλαδή οι όροι διαβίωσής του, χωρίς, όμως, να ικανοποιούνται οι παράλογες ή απλώς υπερβολικές αξιώσεις (ΑΠ 1250/2019, ΑΠ 174/2015,120/2013).
Η υποχρέωση διατροφής είναι κατά κανόνα χρηματική υποχρέωση, χωρίς όμως να αποκλείεται η εκπλήρωσή της και σε είδος. Παροχές σε είδος που συνυπολογίζονται στην υποχρέωση του γονέα για διατροφή του τέκνου, είναι, μεταξύ άλλων, η συνεισφορά της οικοκυράς, η παροχή οικίας, καθώς και η παροχή προσωπικών υπηρεσιών για την ανατροφή, περιποίηση, φροντίδα και επιμέλεια του τέκνου.
Έτσι ο γονέας, που συζεί με το ανήλικο τέκνο, μπορεί, κατά τον υπολογισμό του οφειλόμενου από αυτόν ποσού διατροφής του, να συνυπολογίσει ο,τιδήποτε συνδέεται με την εξαιτίας της συνοίκησης πραγματική διάθεση χρημάτων για τις ανάγκες του τέκνου, όπως ενοίκιο, κατανάλωση ρεύματος, ύδατος, θέρμανσης κλπ, καθώς και άλλες προσωπικές υπηρεσίες που απορρέουν από αυτή (ΑΠ 1016/2019, ΑΠ 1612/2017, ΑΠ 120/2013, ΑΠ 1412/2012).
Ο εναγόμενος γονέας προς καταβολή ολόκληρου του ποσού της διατροφής, μπορεί να επικαλεστεί κατ' ένσταση, κατά τα άρθρα 1489 παρ. 2 ΑΚ και 262 ΚΠολΔ, ότι και ο άλλος γονέας έχει την οικονομική δυνατότητα, σε σχέση με τη δική του και σε συνδυασμό με τις λοιπές υποχρεώσεις του, να καλύψει μέρος της ανάλογης διατροφής του ανήλικου τέκνου, οπότε, με την απόδειξη της ένστασης αυτής, περιορίζεται η υποχρέωση του εναγόμενου γονέα κατά το ποσό που αντιστοιχεί στην οικονομική δυνατότητα και στη βάση αυτής υποχρέωση συνεισφοράς του άλλου γονέα (ΑΠ 995/2019, ΑΠ 449/2019, ΑΠ 1156/2017, ΑΠ 541/2015).
Η δαπάνη για την εξυπηρέτηση στεγαστικών ή καταναλωτικών δανείων του γονέα δεν προαφαιρείται από τα εισοδήματα του υπόχρεου, όπως π.χ. από τον μισθό του, αλλά λαμβάνεται υπόψη, ως στοιχείο προσδιοριστικό της αξίας της περιουσίας του, η οποία πρέπει να εκληφθεί ότι μειώνεται κατά το ποσό του δανείου, καθώς και ως στοιχείο προσδιοριστικό των συνθηκών διαβιώσεώς του (ΑΠ 680/2010, ΑΠ 471/2005).
Για την πληρότητα της αιτιολογίας της απόφασης δεν απαιτείται ο αναλυτικός προσδιορισμός των διατροφικών αναγκών του τέκνου και το ποσό που χρειάζεται για την κάλυψη καθεμιάς, αφού με το συνηθισμένο και εύχρηστο νομικό όρο "διατροφή" νοείται σαφώς το χρηματικό ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των αναγκών του δικαιούχου, δηλαδή για την τροφή, τη στέγαση, το φωτισμό, τη θέρμανση, την ένδυση, την ψυχαγωγία και τη νοσηλεία αυτού, καθώς και για την ανατροφή και την εκπαίδευσή του και αρκεί η αναφορά του συνολικού ποσού της κατά μήνα χρηματικής δαπάνης που συνιστά την ανάλογη διατροφή του (ΑΠ 1761/2013, ΑΠ 2046/2013, ΑΠ 204/2010).
Από την παραδεκτά επισκοπούμενη απόφαση, προκύπτει ότι το Εφετείο, ύστερα από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν νόμιμα, δέχθηκε, αναφορικά με το αίτημα της αγωγής για καταβολή από τον αναιρεσίβλητο ανάλογης διατροφής για τα ανήλικα ως άνω τέκνα του, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <<Περαιτέρω, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του ίδιου, ως άνω, αποδεικτικού υλικού, αποδείχθηκε ότι τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων δεν διαθέτουν δική τους ατομική προσοδοφόρα περιουσία και εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή, λόγω δε της ανηλικότητάς τους και των αναγκών εκπαιδεύσεώς τους δεν μπορούν να ασκήσουν βιοποριστική εργασία, ώστε δεν έχουν τη δυνατότητα να καλύψουν εξ ιδίων τα έξοδα διαβιώσεώς τους.
Υπόχρεοι, επομένως, να καλύψουν τα έξοδα αυτά είναι οι διάδικοι γονείς τους κατά το λόγο της οικονομικής δυνατότητας εκάστου. Η ενάγουσα, μητέρα των ανηλίκων, εργάζεται ως υπάλληλος στην τράπεζα "Alpha Bank" και οι μηνιαίες αποδοχές της ανέρχονται στο ποσό των 1269,78 ευρώ. Είναι κυρία ενός διαμερίσματος στο ...
Αττικής, στο οποίο διαμένει με τα ανήλικα τέκνα της και ως εκ τούτου δεν επιβαρύνεται με δαπάνες καταβολής μισθώματος, βαρύνεται όμως με την ανάλογη συμμετοχή της στα λειτουργικά έξοδα της οικίας αυτής και στις κοινόχρηστες δαπάνες που είναι οι συνηθισμένες. Είναι κυρία ενός ιδιωτικής χρήσεως επιβατηγού αυτοκινήτου τύπου Opel Meriva 1598 cc.
Έχει επιτύχει την υπαγωγή της στις διατάξεις του Ν. 3869/2010 με την υπ' αριθμ.584/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας καταβάλλει το ποσό των 600 ευρώ μηνιαίως σε τράπεζες για μια πενταετία. Επιβαρύνεται περαιτέρω με την καταβολή ασφαλίστρων προς την εταιρία "..." καθώς έχει προβεί σε ασφάλεια ζωής υπέρ των τέκνων της, καταβάλλοντας μηνιαία στην εν λόγω εταιρία ποσό 28,50 ευρώ για την Α.
και ποσό 37,43 ευρώ για τον Ι.. Τα παραπάνω όμως ποσά δεν αφαιρούνται από το εισόδημά της, αλλά απλώς συνεκτιμώνται ως επιπλέον βιοτικές της ανάγκες. Άλλη περιουσία δεν αποδείχθηκε ότι διαθέτει ούτε εισοδήματα από οποιαδήποτε άλλη πηγή και δεν επιβαρύνεται κατά νόμο με την υποχρέωση διατροφής τρίτων προσώπων πλην των ανηλίκων τέκνων της.
Ο εναγόμενος ασκεί το επάγγελμα του οδοντιάτρου και τα μηνιαία έσοδά του υπολογίζονται κατά μέσο όρο στο καθαρό ποσό των 1100,00 ευρώ, ανεξάρτητα από τα σημαντικώς υποδεέστερα ποσά, που δηλώνει κατ' έτος στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. ως εισόδημα. Έχει την ψιλή κυριότητα ενός διαμερίσματος στο ..., όπου διαμένει και το οποίο χρησιμοποιεί και ως ιατρείο και ως εκ τούτου δεν επιβαρύνεται με δαπάνες καταβολής μισθωμάτων, βαρύνεται όμως με την ανάλογη συμμετοχή του στα λειτουργικά έξοδα της οικίας αυτής και της επαγγελματικής στέγης, αλλά και με τις κοινόχρηστες δαπάνες που είναι οι συνηθισμένες.
Όπως ήδη σημειώθηκε ανωτέρω, ο εναγόμενος έχει λάβει τραπεζικά δάνεια και η εντεύθεν συνολική οφειλή του ανέρχεται στο ποσό των τριακοσίων χιλιάδων (300.000,00) ευρώ περίπου, την οποία, από προδήλως εσφαλμένους δικούς του υπολογισμούς, αδυνατεί να εξυπηρετήσει και γι' αυτό έχει ζητήσει δι' αιτήσεώς του να ρυθμιστούν οι οφειλές του αυτές σύμφωνα με το Ν. 3869/2010.
Άλλη περιουσία δεν αποδείχθηκε ότι διαθέτει ούτε πρόσθετα εισοδήματα από οποιαδήποτε άλλη πηγή και δεν επιβαρύνεται κατά νόμο με την υποχρέωση διατροφής τρίτων προσώπων, πλην των ανηλίκων τέκνων του. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων διαμένουν με την ενάγουσα μητέρα τους σε ιδιόκτητη οικία της τελευταίας και ως εκ τούτου δεν επιβαρύνονται με την αναλογία καταβολής μισθώματος, αλλά μόνον με την αναλογία τους στις λειτουργικές δαπάνες.
Φοιτούν αμφότερα στο ιδιωτικό δημοτικό σχολείο "....", κατά το σχολικό έτος ... ο μεν Ι. στην …' τάξη και η Α. στην …' τάξη. Τα ετήσια δίδακτρα και για τα δύο τέκνα ανέρχονται στο ποσό των 8400,00 ευρώ συνολικά. Οι λοιπές δαπάνες διαβιώσεώς τους, αναφερόμενες στην υπό στενή έννοια διατροφή, ένδυση, υπόδηση, ψυχαγωγία, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, αγορά σχολικών ειδών και ατομικά λοιπά μικροέξοδα της καθημερινότητας, είναι οι συνήθεις δαπάνες παιδιών αντίστοιχης με αυτά ηλικίας.
Με βάση τις προαναφερόμενες οικονομικές δυνατότητες των διαδίκων και τις εν γένει περιστάσεις, τα συνολικά έξοδα διαβιώσεως των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων υπολογίζονται στο ποσό των 500,00 ευρώ μηνιαία για κάθε τέκνο. Το ποσό αυτό είναι ανάλογο με τις ως άνω συγκεκριμένες ανάγκες τους, όπως αυτές προκύπτουν από την κοινή πείρα και τις συνθήκες ζωής τους.
Στο ποσό αυτό περιλαμβάνονται και οι αποτιμητές σε χρήμα προσωπικές φροντίδες και περιποιήσεις, που παρέχονται στα ανήλικα από την ενάγουσα μητέρα τους ως συνδεόμενες με τη συγκατοίκηση. Με τα δεδομένα αυτά, ο εναγόμενος πρέπει και μπορεί να μετέχει στην ανάλογη διατροφή των ανηλίκων τέκνων, που προσδιορίζεται με τα κριτήρια που προαναφέρθηκαν, στο ποσό των 250,00 ευρώ για κάθε τέκνο για το επίδικο χρονικό διάστημα των τριών (3) ετών από την επίδοση της υπό κρίση αγωγής.
Κατά το υπόλοιπο ποσό των 250,00 ευρώ για κάθε τέκνο, που απαιτείται για τη διατροφή τους, συμμετέχει η ενάγουσα μητέρα τους με την αναλογία των εισοδημάτων της, την παροχή στέγης και την προσφορά των προσωπικών υπηρεσιών της και φροντίδων προς τα ανήλικα, που είναι αποτιμητές σε χρήμα>>. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1485, 1486 παρ.2, 1487, 1489 εδ.
β' και 1493 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους. Συγκεκριμένα, το Εφετείο δεχόμενο ότι τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων δεν διαθέτουν προσοδοφόρα περιουσία, ούτε εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή, ούτε μπορούν, λόγω της ανηλικότητάς τους και των αναγκών εκπαίδευσης, να εργαστούν και να αποκτήσουν εισοδήματα από την εργασία τους, ορθά δέχθηκε ότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την υποχρέωση του αναιρεσίβλητου στην παροχή διατροφής στα αναφερόμενα ανήλικα τέκνα του και καθόρισε στη συνέχεια το ποσό της οφειλόμενης διατροφής από τον αναιρεσίβλητο για καθένα από τα ανήλικα τέκνα, επιμερίζοντας την υποχρέωση διατροφής αυτών στους δύο γονείς τους, ενόψει του αιτήματος της αναιρεσείουσας μητέρας των ανήλικων να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος πατέρας τους στην καταβολή αναλογικής συμμετοχής στη δικαιούμενη διατροφή (θεωρώντας ως αιτιολογημένη άρνηση την υποβληθείσα ένσταση του αναιρεσίβλητου ότι και η αναιρεσείουσα μητέρα των ανήλικων έχει αμοιβαία υποχρέωση συνεισφοράς ανάλογα με τη δική της οικονομική δυνατότητα).
Για τον προσδιορισμό του χρηματικού ποσού της διατροφής, έλαβε υπόψη το σύνολο των αναφερόμενων οικονομικών δυνάμεων, δυνατοτήτων και υποχρεώσεων και λοιπών συνθηκών διαβίωσης και βιοτικών αναγκών αυτών, όπως επίσης, ως στοιχεία προσδιοριστικά του μέτρου της διατροφής, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλες τις ανάγκες των δικαιούχων τέκνων, όπως αυτές προσδιορίζονται στην ελάσσονα σκέψη της απόφασης ως προκύπτουσες από τις συνθήκες διαβίωσής τους και περιλαμβάνουν όλα τα αναγκαία για τη συντήρηση, διατροφή, εκπαίδευση και εν γένει ανατροφή αυτών.
Ειδικότερα, δε, το Εφετείο συνυπολόγισε ρητά για τον προσδιορισμό της οικονομικής δυνατότητας της αναιρεσείουσας συζύγου τα έξοδα και τις δανειακές υποχρεώσεις αυτής που ρυθμίστηκαν με την 574/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, καταβάλλοντας για την εξόφλησή τους ποσό 600,00 ευρώ μηνιαίως και την καταβολή από την αναιρεσείουσα ασφαλίστρων ζωής υπέρ των ανηλίκων τέκνων.
Αναφορικά με την αιτίαση του λόγου αναίρεσης ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα κοινής πείρας, αναφερόμενης, κατά την εκτίμηση του περιεχόμενου του λόγου αυτού, στην επαγγελματική ιδιότητα του αναιρεσίβλητου ως οδοντιάτρου, που έχει ιδιόκτητο ιατρείο, πλήρως και πολυτελώς εξοπλισμένο, και το ότι με τις αναφερόμενες δικαστικές αποφάσεις είχαν επιδικαστεί ως διατροφή για κάθε ένα από τα ανήλικα τέκνα μεγαλύτερα χρηματικά ποσά, αν και κατά τους προγενέστερους αυτούς χρόνους τα ανήλικα ήταν μικρότερης ηλικίας και συνεπώς για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα που είναι μεγαλύτερης ηλικίας οι δαπάνες τους είναι περισσότερες και το ποσό της απαιτούμενης διατροφής μεγαλύτερο, είναι απαράδεκτη καθόσον τα διδάγματα αυτά, τα οποία δεν αποτελούν αποδεικτικό μέσο, ώστε η μη λήψη υπόψη να θεμελιώνει αναιρετικό λόγο από τον αρ. 11 περ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1987/2009), δεν αφορούν την ερμηνεία των αντίστοιχων με τη διατροφή κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς πραγματικών γεγονότων, αλλά τη χρησιμοποίησή τους για την έμμεση διαπίστωση της βασιμότητας των αποδεικτέων πραγματικών γεγονότων σχετικά με την απόδειξη του προσδιορισμού του ύψους των εισοδημάτων του αναιρεσίβλητου πατέρα των ανήλικων και των αναγκών τούτων και συνεπώς δεν στοιχειοθετείται με βάση αυτά ο εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 309/2017, ΑΠ 43/2017, ΑΠ 2084/2017) γιατί στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 64/2017, ΑΠ 951/2015).
Ασφαλώς, όμως, η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη τα συναγόμενα από τις προγενέστερες αποφάσεις επιδίκασης διατροφής διδάγματα κοινής πείρας για την έμμεση απόδειξη σχετικά με τον προσδιορισμό του ύψους αυτής για το επίδικο χρονικό διάστημα, εφόσον ρητά μνημονεύει την έκδοση και λήψη υπόψη της 4966/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς και της 875/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για τον προσωρινό και οριστικό, αντίστοιχα, προσδιορισμό της καταβλητέας μηνιαίας διατροφής.
Όλες οι λοιπές περιεχόμενες στον λόγο αυτό της αναίρεσης αιτιάσεις, που αναφέρονται σε εσφαλμένη εκτίμηση από το Εφετείο των εισοδημάτων του αναιρεσίβλητου, το ύψος των κατά μήνα δαπανών που αναλογεί στα ανήλικα από τις εν γένει δαπάνες της κατοικίας και των υπηρεσιών (ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ, τηλεφωνία κινητή και σταθερή, κοινόχρηστα οικοδομής, τα συνηθισμένα έξοδα για τη διατροφή, την ένδυση, υπόδηση, δραστηριότητες, εκπαίδευση (ξένες γλώσσες), είναι απαράδεκτες, καθόσον αναφέρονται στην ουσιαστική εκτίμηση των πραγμάτων από το Δικαστήριο της ουσίας, την οποία η αναιρεσείουσα δεν θεωρεί ορθή, και δεν ιδρύουν λόγο αναίρεσης.
Κατ' ακολουθία τούτων, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβαλλόμενη πλημμέλεια και ο τρίτος λόγος κατά το μέρος με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1489 και 1493 ΑΚ, ως προς τον προσδιορισμό του μέτρου της διατροφής που οφείλει καθένας των γονέων των ανήλικων τέκνων, είναι αβάσιμος.
Επομένως, με παραδοχή του πρώτου λόγου της αναίρεσης, που καλύπτει με την αναιρετική εμβέλεια και το δεύτερο αναιρετικό λόγο, ως προς αμφότερες τις προβαλλόμενες εκ των αρ. 8 περ. α' και 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις, η έρευνα των οποίων είναι πλέον αλυσιτελής, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορά τη σωρευόμενη αγωγή αφαίρεσης από τον αναιρεσίβλητο της άσκησης της γονικής μέριμνας των δύο ανήλικων τέκνων του και να παραπεμφθεί κατά το μέρος τούτο η υπόθεση στο ίδιο εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ. Επίσης, ο αναιρεσίβλητος, λόγω της μερικής ήττας του, πρέπει να καταδικαστεί σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176,178 παρ. 1,183,189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3897/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει, κατά το μέρος τούτο, την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας που ορίζει σε δύο χιλιάδες (2000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης καθώς και των αρχαιοτέρων Αρεοπαγιτών από την Υπηρεσία, κωλυομένου και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου ο νεότερος αυτής Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου, ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ