Supreme Court annuls second appeal decision and remands case for substantive trial on labor contract acceptance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the second-instance court's decision regarding the plaintiff's claim for employment acceptance and ordered a new substantive hearing. The plaintiff argued that the state's delay in accepting her services constituted a legal obligation to hire her under labor law. The court ruled that while the second appeal required a full trial, the specific procedural defect necessitated remanding the case for a new hearing rather than immediate judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 580(3) and 581(1) of the Code of Civil Procedure; Upon a second appeal judgment, the Supreme Court must try the case substantively, requiring a new hearing after the appeal decision is rendered.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1592 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1592/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 20 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Λ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βασιλείου και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τους Υπουργούς Οικονομικών και Πολιτισμού που κατοικοεδρεύουν στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Μαρία Παπίδα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-3-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 531/2005 του ίδιου δικαστηρίου και 4162/2006 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 24-10-2007 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 82/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η τελευταία απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο.
Με κλήση της ενάγουσας η υπόθεση επαναφέρθηκε για συζήτηση στο Εφετείο Αθηνών, το οποίο εξέδωσε την 2102/2013 απόφασή του.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-2-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου ανέγνωσε την από 6-4-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσιβλήτου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 656 εδ. α Α.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 61 ν. 4139/2013 και, σύμφωνα με το άρθρο 98 παρ. 1 του ίδιου νόμου, οι διατάξεις του καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς υποθέσεις: "Αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική απασχόλησή του, καθώς και το μισθό για το διάστημα που δεν απασχολήθηκε".
Στην προκειμένη περίπτωση με την από 2-3-2004 αγωγή της η ήδη αναιρεσείουσα εξέθεσε τα εξής: Ότι κατά το έτος 1995 προσλήφθηκε από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο με σύμβαση που χαρακτηρίσθηκε ως σύμβαση έργου-εξωτερικής συνεργασίας, προκειμένου να απασχοληθεί στην Κρατική Ορχήστρα Αθηνών (Κ.Ο.Α.) ως μουσικός στο όργανο της βιόλας.
Ότι στη συνέχεια καταρτίσθηκαν μεταξύ αυτής και του εναγομένου νέες διαδοχικές ομοίου περιεχομένου συμβάσεις για τα διαστήματα: α) από 28-9-1995 έως 31-7-1996, β) από 29-9-1997 έως 31-7-1998, γ) από 15-10-1998 έως 31-7-1999, δ) από. 1-10-1999 έως 31-12-1999, ε) από 1-2-2001 έως 31-7-2001, στ) από 19-9-2001 έως 31-7-2002, ζ) από 1-10-2002 έως 31-7-2003, η) από 1-1-2003 έως 31-7-2003 και θ) από 10-9-2003 έως 31-7-2004.
Ότι οι ανωτέρω διαδοχικές συμβάσεις με το εναγόμενο στην πραγματικότητα συνιστούν μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου διότι αυτή εργαζόταν όπως και οι μόνιμοι υπάλληλοι στην ανωτέρω ορχήστρα υπό τις εντολές και οδηγίες των οργάνων του εναγομένου, κάλυπτε δε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του.
Ότι οι ανωτέρω συμβάσεις της με το εναγόμενο χαρακτηρίσθηκαν από αυτό ως συμβάσεις έργου προς καταστρατήγηση των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, 5 π.δ. 81/2003, 178 και 179 Α.Κ. και της οδηγίας 1999/70 ΕΚ. Ότι το Φεβρουάριο του έτους 2004 και πριν λήξει η ισχύς της τελευταίας φερομένης ως ορισμένου χρόνου συμβάσεώς της που κατά τα προεκτεθέντα είχε διάρκεια από 10-9-2003 έως 31-7-2004, ο διευθυντής της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών έπαυσε αιφνιδίως να αποδέχεται τις υπηρεσίες της, με αποτέλεσμα το εναγόμενο να καταστεί υπερήμερο ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών της.
Ζήτησε δε, όπως το αίτημα της αγωγής εκτιμάται από το παρόν δικαστήριο, να αναγνωρισθεί ότι συνδεόταν με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται την προσφερόμενη σ’ αυτό εργασία της με απειλή χρηματικής ποινής σε περίπτωση αρνήσεώς του.
Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η 531/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη, μετά δε από έφεση της ενάγουσας εκδόθηκε η 4162/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση. Η τελευταία όμως αυτή απόφαση αναιρέθηκε με την 82/2012 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε ότι το εφετείο, δεχόμενο ότι η αγωγή της και τότε αναιρεσείουσας ήταν μη νόμιμη, παραβίασε με την εσφαλμένη μη εφαρμογή τους τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 ν 2112/1920, 281, 671 Α.Κ.
και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος. Στη συνέχεια η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση ενώπιον του εφετείου, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεχόμενο ότι η αγωγή ήταν νόμιμη κατά το αίτημά της να αναγνωρισθεί ότι η ενάγουσα συνδεόταν με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου σύμφωνα με την πιο πάνω δεσμευτική γι’ αυτό απόφαση του Αρείου Πάγου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που την είχε κρίνει κατά τούτο μη νόμιμη και αφού κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε την αγωγή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη κατά το μέρος της αυτό.
Όμως στη συνέχεια, αφού εκτίμησε ότι περαιτέρω αίτημα της αγωγής δεν ήταν (όπως εκτιμήθηκε με την προγενέστερη 82/2012 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου και εκτιμάται και με την παρούσα) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να απασχολεί την ενάγουσα, αλλά ότι περαιτέρω αίτημα της αγωγής ήταν να αναγνωρισθεί:
α) η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας εκ μέρους του εναγομένου (το οποίο αίτημα υποβλήθηκε ως εκ περισσού, αφού η ενάγουσα ισχυριζόταν ότι μεταξύ των διαδίκων υπήρχε ενεργή σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου) και β) η λόγω αυτής (ακυρότητας της καταγγελίας) υποχρέωση του εναγομένου να απασχολεί την ενάγουσα, απέρριψε συλλήβδην και τα δύο αιτήματα αυτά ως μη νόμιμα με την αιτιολογία ότι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 60 παρ. 2 α.ν. 1846/1951, όπως αυθεντικά ερμηνεύθηκε με το άρθρο 48 παρ. 2 ν.δ. 2698/1953, και 55 π.δ. 410/1988 "σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου μισθωτού εκ μέρους του πρώτου εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, δεν επέρχεται ακυρότητα αυτής από τη μη τήρηση των νομίμων διατυπώσεων, δηλαδή του εγγράφου τύπου και της καταβολής της προσήκουσας αποζημιώσεως, αλλά θεμελιώνεται μόνο αξίωση για καταβολή της αποζημιώσεως απολύσεως".
Με την κρίση του αυτή το εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα απέρριψε το αίτημα να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να απασχολεί την ενάγουσα κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και κατ’ εσφαλμένη μη εφαρμογή εκείνης του άρθρου 656 εδ.
α Α.Κ. Τούτο διότι, αφού δέχθηκε ότι είναι νόμιμο το αίτημα να αναγνωρισθεί ότι υφίσταται μεταξύ των διαδίκων έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η υποχρέωση του εναγομένου για αποδοχή των υπηρεσιών της ενάγουσας ήταν αυτονόητη εκ του νόμου υποχρέωση του τελευταίου, ενόψει και της επικαλούμενης υπερημερίας του ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών της.
Συνακόλουθα ο μόνος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. (και όχι εκείνη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ., αφού με αυτόν η αναιρεσείουσα παραπονείται για την παρά το νόμο απόρριψη ως μη νομίμου του αιτήματός της για την υποχρέωση του εναγομένου να την απασχολεί), είναι βάσιμος.
Συνεπώς πρέπει, κατά παραδοχή του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το προαναφερθέν μέρος της.
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει, 570 παρ. 2 και 581 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής αποφάσεως για την ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος οφείλει να κρατήσει και να δικάσει την υπόθεση κατ’ ουσίαν, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της αποφάσεως στην ουσιαστική εκδίκαση της υποθέσεως, αφού δεν υφίσταται και δεν νοείται, υπό την ισχύ των προαναφερόμενων διατάξεων, ενοποιημένο στάδιο συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως και της ουσίας της υποθέσεως. Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. γ Κ.Πολ.Δ. υποχρεώσεως του Αρείου Πάγου για εκδίκαση της υποθέσεως κατ’ ουσίαν μετά τη δεύτερη αναίρεση, θα πρέπει μετά την έκδοση της αναιρετικής αποφάσεως να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας ύστερα από κλήση του επιμελεστέρου από τους διαδίκους σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή.
Συνεπώς, εφόσον στην κρινόμενη υπόθεση αναιρείται κατά το αναφερόμενο μέρος η απόφαση του δικαστηρίου που δίκασε μετά από αναίρεση προηγούμενης αποφάσεώς του, πρέπει η υπόθεση να διακρατηθεί και να δικασθεί κατά το μέρος αυτό από το τμήμα τούτο, σε νέα συζήτηση που θα λάβει χώρα μετά από κλήση του επιμελεστέρου των διαδίκων. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένη κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 περ. 18 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και 2 της 134423 Οικ/1992 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη 2102/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση κατά το μέρος της αυτό σε νέα συζήτηση, μετά από επίσπευση του επιμελεστέρου των διαδίκων.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
& νυν Πρόεδρος Αρείου