1592/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-6-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:4964/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 488/2013 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-10-22013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης ανέγνωσε την από 31-1-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή των πρώτου (κατά το β' και γ' μέρος του) τρίτου και τέταρτου λόγων της αναίρεσης και την απόρριψη του δεύτερου λόγου και του πρώτου μέρους του πρώτου λόγου αυτής. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1592/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά της απόφασης αυτής άσκησε ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος την από 10.5.2012 και με αριθμό κατάθεσης 567/2012 έφεση, με την οποία παραπονούνταν για κακή εκτίμηση των αποδείξεων όσον αφορά την επί του άρθρου 388 ΑΚ ερευνηθείσα και απορριφθείσα βάση της αγωγής, ενώ δεν προέβαλε παράπονο για την μη έρευνα της συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 288 ΑΚ.
Full text
Απόφαση 1592 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1592/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. χήρας Γ. Σ., το γένος Μ. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Μελιτά και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-6-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:4964/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 488/2013 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-10-22013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης ανέγνωσε την από 31-1-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή των πρώτου (κατά το β' και γ' μέρος του) τρίτου και τέταρτου λόγων της αναίρεσης και την απόρριψη του δεύτερου λόγου και του πρώτου μέρους του πρώτου λόγου αυτής. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί..- Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. .../2.12.2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά Ι.
Γ. Τ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο. Επομένως, εφόσον αυτός δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 § 2 Κ.Πολ.Δ.- II.- Από την κατ' άρθρο 561 § 2 του Κ.Πολ.Δ.
παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει, ότι, η με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 488/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής :
Ο ήδη αναιρεσίβλητος είχε εγείρει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 17.6.2010 και με αριθμό κατάθεσης 6567/2010 αγωγή, στρεφομένη κατά της ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία ιστορούσε ότι δυνάμει σύμβασης μίσθωσης η οποία καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού και της εναγόμενης με το από 20.11.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, η τελευταία εξεμίσθωσε σ' αυτόν, για το από 1.11.2007 μέχρι 31.10.2016 χρονικό διάστημα και αντί αρχικού μηνιαίου μισθώματος 3.300 ευρώ, αναπροσαρμοζομένου μετά την πρώτη διετία από την έναρξη της μίσθωσης κατά ποσοστό 7% ετησίως, το εις αυτήν ειδικότερα περιγραφόμενο κατάστημα, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από αυτόν για την άσκηση της εμπορίας του ως τοιούτο πώλησης ζαχαρωδών προϊόντων, ειδών ζαχαροπλαστείου και συναφών ειδών.
Ότι, σύμφωνα με τα εις αυτήν (αγωγή) ειδικότερον εκτιθέμενα, από την κατάρτιση της σύμβασης μέχρι την άσκηση της αγωγής επήλθε ουσιώδης μεταβολή των οικονομικών συνθηκών στις οποίες τα μέρη στήριξαν τη σύναψη της μίσθωσης και ότι με βάση τις συνθήκες αυτές η εξακολούθηση της καταβολής του μισθώματος των 3.300 ευρώ είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές, γι' αυτό και επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, η αναπροσαρμογή του μισθώματος στο επίπεδο εκείνο το οποίο αίρει την δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών.
Με βάση δε αυτό το ιστορικό ζήτησε να αναπροσαρμοσθεί το μηνιαίο μίσθωμα του μισθίου ακινήτου στο ποσό των 3.000 ευρώ για την χρονική περίοδο Απριλίου - Σεπτεμβρίου κάθε έτους και στο ποσό των 2.000 ευρώ για την χρονική περίοδο Οκτωβρίου - Μαρτίου κάθε έτους. Επί της αγωγής αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, το οποίο δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, η υπ' αριθμ. 4964/2011 οριστική απόφαση, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 388, 288, 361, 574 ΑΚ και 5 ΠΔ 34/1995, απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσία μόνον όσον αφορά την θεμελίωσή της επί του άρθρου 388 ΑΚ, κριθέντος ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναπροσαρμογής του μισθώματος κατ' εφαρμογή του εν λόγω άρθρου, ενώ δεν ερευνήθηκε για να κριθεί αν συνέτρεχαν ή όχι οι ουσιαστικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 288 ΑΚ.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος την από 10.5.2012 και με αριθμό κατάθεσης 567/2012 έφεση, με την οποία παραπονούνταν για κακή εκτίμηση των αποδείξεων όσον αφορά την επί του άρθρου 388 ΑΚ ερευνηθείσα και απορριφθείσα βάση της αγωγής, ενώ δεν προέβαλε παράπονο για την μη έρευνα της συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 288 ΑΚ.
Επί της έφεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε από το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς, το οποίο δίκασε ομοίως κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, η υπ' αριθμ. 488/2013 οριστική απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή αυτή, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, κρατήθηκε και δικάσθηκε η υπόθεση κατ' ουσία και έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως και μερικώς κατ' ουσία βάσιμη, κριθέντος ότι συνέτρεχε νόμιμη κατ' ουσία περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ και καθορισθέντος μετά ταύτα του μηνιαίου μισθώματος κάθε έτους για μεν την χρονική περίοδο Απριλίου - Σεπτεμβρίου σε 3.000 ευρώ, για δε την χρονική περίοδο Οκτωβρίου - Μαρτίου σε 2.500 ευρώ.
Κατά της απόφασης αυτής εναντιώνεται η εναγόμενη - εφεσίβλητη με την ένδικη αίτηση αναίρεσης και με τους διατυπούμενους δι' αυτής λόγους, οι οποίοι και ερευνώνται στη συνέχεια κατά τα παρακάτω για ένα έκαστο τούτων ειδικότερον εκτιθέμενα.- III.- Κατά την σαφή έννοια του άρθρου 388 ΑΚ, η οποία κατά την ρητή διάταξη του άρθρου 7 § 4 του ΠΔ/τος 34/1995 εφαρμόζεται και στις εμπορικές μισθώσεις, προϋποθέσεις υπό τις οποίες παρέχεται στον ένα από τους συμβαλλόμενους σε αμφοτεροβαρή σύμβαση το διαπλαστικό δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο την αναγωγή της οφειλόμενης παροχής στο μέτρο που αρμόζει ή και τη λύση ολόκληρης της σύμβασης, εφόσον η τελευταία δεν έχει ακόμη εκτελεσθεί, είναι α) η μεταβολή των περιστατικών στα οποία κυρίως, ενόψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, τα μέρη στήριξαν την σύναψη της αμφοτεροβαρούς σύμβασης, β) η μεταβολή να είναι μεταγενέστερη από την κατάρτιση της σύμβασης και να οφείλεται σε λόγους που ήταν έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν και γ) από τη μεταβολή αυτή η παροχή του οφειλέτη, ενόψει και της αντιπαροχής, να καθίσταται υπέρμετρα επαχθής.
Επομένως, για να είναι ορισμένος και νόμιμος ο ισχυρισμός που στηρίζεται στην προεκτιθέμενη διάταξη, είτε αυτός προβάλλεται με αγωγή, είτε με ανταγωγή, είτε με ένσταση για να αποκρουσθεί η αγωγή εκτέλεσης της σύμβασης, πρέπει να έχει σαφή και ευσύνοπτη ιστορική βάση, να περιέχει δηλαδή αναφορά όλων των προαναφερομένων στοιχείων που απαιτεί ο νόμος (ΑΠ 850/2010, ΑΠ 676/1994).
Ειδικότερα δε τα περιστατικά στα οποία οι συμβαλλόμενοι στήριξαν τη μισθωτική σύμβαση πρέπει, για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, να αναφέρονται με ακρίβεια σ' αυτό και ότι η σύμβαση στηρίχθηκε στα περιστατικά αυτά, αλλιώς θα είναι αυτή αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης. Περαιτέρω, απρόοπτη μεταβολή των περιστατικών στα οποία στηρίχθηκαν τα μέρη μπορεί να αποτελέσει και η επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της Χώρας, όταν είναι έκτακτης φύσης και τόσο μεγάλη ώστε να υπερβαίνει τις συνήθεις ή λογικά προβλεπόμενες διακυμάνσεις της σταθερότητας και να ανατρέπει τους υπολογισμούς των μερών κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Για να στοιχειοθετηθεί, όμως, περίπτωση εφαρμογής του προαναφερόμενου άρθρου δεν αρκεί μόνη η κατά τα άνω επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της Χώρας, αλλά θα πρέπει να κριθεί σε σχέση και με τις υπόλοιπες συνθήκες και ιδίως το αναμενόμενο κέρδος από την σύμβαση, την οικονομική κατάσταση των μερών, την εξυπηρετούμενη ανάγκη αυτών με την σύμβαση και τις υποχρεώσεις προς τρίτους που εξαρτώνται από τη σύμβαση, έτσι ώστε οι συνέπειες από την επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της Χώρας να έγιναν δυσβάστακτες για το ένα των συμβληθέντων μερών και να υπερβαίνουν τον κίνδυνο που, κατά τις συνηθισμένες συνθήκες, αναλαμβάνει κάθε συμβαλλόμενος, όταν μάλιστα αποφασίζει σύναψη σύμβασης που πρόκειται να εκτελεσθεί στο μέλλον.
Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται αναιρετικώς ως παράβαση του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να κρίνει το σύννομο της αγωγής αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από όσα πράγματι ο νόμος απαιτεί ή αρκέσθηκε σε λιγότερα.
Η τυχόν περαιτέρω ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, που ανάγεται στην παράθεση στο αγωγικό δικόγραφο των πραγματικών περιστατικών, τα οποία εξειδικεύουν την ασκούμενη αξίωση και το με βάση αυτά προβαλλόμενο αίτημα, ώστε το τελευταίο, ως λογικό επακόλουθό τους, να είναι σαφές, ελέγχεται, αντίστοιχα, ως παράβαση προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δ.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ένδικη αγωγή, το δικόγραφο της οποίας, ως διαδικαστικό έγγραφο, εκτιμάται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 § 2 Κ.Πολ.Δ.), εκτίθενται σ' αυτήν τα ακόλουθα :
Δυνάμει σύμβασης μίσθωσης η οποία καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων με το από 20.11.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα είχε εκμισθώσει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο, για το από 1.11.2007 έως 31.10.2016 χρονικό διάστημα και αντί αρχικού μηνιαίου μισθώματος 3.300 ευρώ, το οποίο θα αναπροσαρμοζόταν μετά την πάροδο διετίας από την σύναψη της μίσθωσης κατά ποσοστό 7% ετησίως, ένα ισόγειο κατάστημα, επιφανείας 25 τ.μ., κείμενο στη Χώρα της νήσου Μυκόνου, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από αυτόν ως τοιούτο πώλησης ζαχαρωδών προϊόντων, ειδών ζαχαροπλαστείου και συναφών ειδών.
Ότι το εν λόγω μίσθωμα, κατόπιν προφορικής συμφωνίας μεταξύ αυτού και της εναγόμενης, δεν αναπροσαρμόσθηκε αλλά παρέμεινε σταθερό στο προαναφερόμενο ποσό των 3.300 ευρώ. Ότι από την κατάρτιση της σύμβασης και μέχρι την άσκηση της αγωγής επήλθε ουσιώδης μεταβολή των συνθηκών στις οποίες τα μέρη στήριξαν την σύναψη της μίσθωσης και ιδίως το ύψος του μισθώματος, οφειλομένη στην υφισταμένη οικονομική κατάσταση της Χώρας, που υπερβαίνει κατά πολύ τις συνήθεις διακυμάνσεις της οικονομίας, επέφερε μεταβολή των οικονομικών συνθηκών της αγοράς και δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθεί.
Ότι η τοιαύτη επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης είχε ως επακόλουθο την μείωση των ακαθαρίστων εσόδων της επιχείρησης την οποία ασκεί ο ενάγων στο μίσθιο κατάστημα, η οποία είναι εποχιακή, λειτουργούσα μόνο κατά την τουριστική περίοδο, ήτοι κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ των μηνών Απριλίου έως Οκτωβρίου εκάστου έτους και ότι υπό τις συνθήκες αυτές η καταβολή του συμφωνηθέντος ως άνω μηνιαίου μισθώματος των 3.300 ευρώ είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές και επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, η αναπροσαρμογή του μισθώματος στο επίπεδο εκείνο το οποίο αίρει την δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών.
Με βάση δε αυτά ζήτησε όπως αναπροσαρμοσθεί το μηνιαίο μίσθωμα του επιδίκου μισθίου ακινήτου στο ποσό των 3.000 ευρώ για την χρονική περίοδο των μηνών Απριλίου έως και Σεπτεμβρίου εκάστου έτους και στο ποσό των 2.000 ευρώ για την χρονική περίοδο των μηνών Οκτωβρίου έως και Μαρτίου εκάστου έτους. Αυτό το περιεχόμενο και αίτημα έχουσα η αγωγή είναι απαράδεκτη και απορριπτέα λόγω αοριστίας του δικογράφου της, συνισταμένης στο ότι, πέραν της απλής επανάληψης της διατύπωσης του νόμου (ΑΚ 388), δεν γίνεται μνεία σ' αυτήν των περιστατικών στα οποία - ρητώς ή σιωπηρώς - οι συμβαλλόμενοι στήριξαν τη σύναψη της επίδικης σύμβασης μίσθωσης του καταστήματος στη Μύκονο και στην μη μεταβολή των οποίων πρέπει να απέβλεψαν αυτοί, υπό την έννοια ότι αν την πρόβλεπαν δεν θα κατάρτιζαν τη σύμβαση, ούτε και περιέχονται περιστατικά αναγόμενα στην οικονομική κατάσταση των μερών, την εξυπηρετούμενη ανάγκη αυτών με τη σύμβαση και τις υποχρεώσεις τους προς τρίτους, ώστε να δύναται να κριθεί η επέλευση ή μη της επικαλούμενης μεταβολής και να συγκριθούν στο σύνολό τους η παροχή και η αντιπαροχή και να καταστεί έτσι δυνατή η περαιτέρω κρίση αν οι συνέπειες για τον ενάγοντα μισθωτή έγιναν πράγματι δυσβάστακτες και υπερβαίνουν τον κίνδυνο που κατά τις συνηθισμένες συνθήκες αυτός ανέλαβε.
Ούτε δε καλύπτεται η εν λόγω αοριστία με την παράθεση στην αγωγή της προς το χειρότερο εξέλιξης της ασκούμενης στο μίσθιο επιχείρησης του ενάγοντος μισθωτή κατά τα έτη 2007 έως και 2010,έτσι ώστε μόνη αυτή να δύναται να επισύρει την εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 388 ΑΚ, ενόψει μάλιστα και του ότι όπως είναι κοινώς γνωστό κατά το έτη 2007 - 2009 δεν είχε εκδηλωθεί η οικονομική κρίση της Χώρας.
Το Εφετείο, συνεπώς, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η αγωγή είναι ορισμένη υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ.1 Κ.Πολ.Δ., εφόσον για την νομική θεμελίωσή της αξίωσε λιγότερα στοιχεία από εκείνα τα οποία ο νόμος απαιτεί, όπως και στην πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του ίδιου ως άνω άρθρου, εφόσον, παρά τον νόμο δέχθηκε σιωπηρώς ότι γινόταν εξειδίκευση των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής της ως άνω διάταξης.
Κατά συνέπεια ο πρώτος κατά σειρά λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος του (υπό τα αλφαβητικά στοιχεία β' και γ'), με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι παραπάνω πλημμέλειες, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Δεδομένου δε ότι η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού της αναίρεσης εκτείνεται στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται αλυσιτελής η εξέταση των διατυπούμενων με αυτήν λοιπών λόγων αναίρεσης.- IV.- Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και δεδομένου ότι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, (πρέπει) να κρατηθεί και να δικασθεί αυτή από το Δικαστήριο τούτο κατ' ουσία (άρθρ. 580 § 3 Κ.Πολ.Δ., όπως η § 3 ισχύει μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο 12 § 4 του Ν. 4055/2012 και ισχύει - σύμφωνα με το άρθρο 113 του νόμου αυτού - από 2.4.2012).
Στη συνέχεια δε και επειδή το ως εφετείο δικάζον πλέον Δικαστήριο τούτο δικαιούται και υποχρεούται, ως εκ του μεταβιβαστικού κατά το άρθρο 522 Κ.Πολ.Δ. αποτελέσματος της έφεσης και ως εκ του ότι ο ενάγων - εκκαλών παραπονείται για την κατ' ουσία απόρριψη της αγωγής, να ερευνήσει την νομική βασιμότητα και το ορισμένο της αγωγής και να θεωρήσει αυτήν απορριπτέα ως νομικά αβάσιμη ή ως αόριστη, πρέπει α) να γίνει δεκτή τυπικά και κατ' ουσία η από 10.5.2012 έφεση του ενάγοντος - μισθωτή, β) να εξαφανισθεί η με την έφεση προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4964/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και γ) να κρατηθεί και να δικασθεί κατ' ουσία η υπόθεση, να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω της προαναφερόμενης αοριστίας της η από 17.6.2010 αγωγή (άρθρ. 535 § 1 Κ.Πολ.Δ.) και τούτο διότι η απόφαση αυτή είναι επωφελέστερη για τον εκκαλούντα ενάγοντα και απλή αντικατάσταση της αιτιολογίας της πρωτοδίκως απορριφθείσας ως ουσιαστικά αβάσιμης αγωγής δεν αρκεί (άρθρ. 534 Κ.Πολ.Δ.), γιατί η απόρριψη της αγωγής για τον τυπικό αυτό λόγο (αοριστία) οδηγεί σε διαφορετικό κατά το αποτέλεσμα διατακτικό.
Τέλος, πρέπει, α) να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του εκ τριακοσίων (300) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατατέθηκε από αυτή για την άσκηση της αναίρεσης και για το οποίο εκδόθηκαν τα υπ' αριθμ. 1057065 και 2817558, σειρά Α, δύο παράβολα του Δημοσίου, συνολικού ποσού 120 ευρώ, και τα υπ' αριθμ. 051702, 051703, 051704, σειρά Α, τρία παράβολα του ΤΑΧΔΙΚ, των 60 ευρώ εκάστου, και β) να καταδικασθεί ο ηττώμενος ενάγων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας και της κατ' αναίρεση δίκης, της έχουσας καταθέσει και προτάσεις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου εναγόμενης - εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας (άρθρ. 106, 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), τα οποία ανέρχονται για τους πρώτο και δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ (300 για τον α' βαθμό και 500 για τον β') και για την κατ' αναίρεση δίκη στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ και συνολικά στο ποσό των τριών χιλιάδων εκατό (3.100) ευρώ.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 488/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, ειδικής διαδικασίας μισθωτικών διαφορών.
Κρατεί και δικάζει κατ' ουσία την υπόθεση.- Δέχεται τυπικά και κατ' ουσία την από 10.5.2012 και με αριθμό κατάθεσης 567/2012 έφεση.
Εξαφανίζει την υπ' αριθμ. 4964/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ειδικής διαδικασίας μισθωτικών διαφορών.
Κρατεί και δικάζει κατ' ουσία την υπόθεση.-
Απορρίπτει την από 17.6.2010 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 6567/2010 αγωγή του Σ. Σ. κατά της Μ. χήρας Γ. Σ., ως απαράδεκτη, κατά τα εις το σκεπτικό ειδικότερον εκτιθέμενα.- Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του εκ τριακοσίων (300) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατέθεσε αυτή για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και για το οποίο εκδόθηκαν τα υπ' αριθμ. 1057065 και 2817558, σειρά Α, δύο παράβολα του Δημοσίου, συνολικού ποσού 120 ευρώ, και τα υπ' αριθμ. 051702, 051703, 051704, σειρά Α, τρία παράβολα του ΤΑΧΔΙΚ, των 60 ευρώ εκάστου.- Και
Καταδικάζει τον ενάγοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της εναγόμενης, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας και της κατ' αναίρεση δίκης, τα οποία ανέρχονται συνολικά στο ποσό των τριών χιλιάδων εκατό (3.100) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ