Legislator Case Law & Legislation
1592/2012 AI generated

1592/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1592/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-3-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5738/2003 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 31-5-2006 αίτησή του. Εκδόθηκε η 1260/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία παρέπεμψε την υπόθεση σε περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο. Εκδόθηκε η 1353/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την αναίρεση της ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-2-2009 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

1592/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, κατά το άρθρο 564 παρ.1 του ΚΠολΔ, η προθεσμία της αναιρέσεως, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως, ενώ, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναιρέσεως είναι τρία χρόνια και αρχίζει από τη δημοσίευση της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη.

Keywords

AI generated
threats against authorities contempt of court disobedience to an official order tort liability post-flight grounds previous political persecution
AI generated
989/2025
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-8-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 125/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 48/2021 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-5-2021 αίτηση και τους από 10-8-2023 πρόσθετους λόγους αυτής.
311/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Οκτωβρίου 2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4218/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3235/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8 Οκτωβρίου 2004 αίτησή του.
1444/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
830/2008
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
1819/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1592 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1592/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Μ. Χ. Μ. και 2. Γ. χας Χ. Μ., κατοίκων αμφοτέρων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ιωάννη Κωστόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Ζ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της ιδιότητός του ως δικηγόρος, αφού ανακάλεσε την δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις και προσθήκη - αντίκρουση.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-3-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5738/2003 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 31-5-2006 αίτησή του. Εκδόθηκε η 1260/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία παρέπεμψε την υπόθεση σε περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο. Εκδόθηκε η 1353/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την αναίρεση της ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-2-2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Ιωάννα Πετροπούλου, ανέγνωσε την από 1-1-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο αναιρεσίβλητος την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 555 ΚΠολΔ δεύτερη αναίρεση του ίδιου διαδίκου κατά της ίδιας απόφασης ως προς το ίδιο ή άλλο κεφάλαιο δεν επιτρέπεται. Σε περίπτωση όμως νομότυπης παραιτήσεως του διαδίκου από το δικόγραφο της αναιρέσεως δεν εμποδίζεται η άσκηση νέας αιτήσεως αναιρέσεως, διότι όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 295, 299 ΚΠολΔ, η παραίτηση έχει ως αποτέλεσμα ότι η αναίρεση θεωρείται πως δεν ασκήθηκε.

Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295, 297 και 299 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 573§1 του ΚΠολΔ και στη διαδικασία της δίκης για αναίρεση, προκύπτει ότι η παραίτηση από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου της αναίρεσης (άρθρ. 495 παρ.1 ΚΠολΔ) μπορεί να γίνει με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υποθέσεως, ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, έχει δε ως συνέπεια να θεωρείται ως μη ασκηθείσα η αναίρεση κατά την έκταση της παραίτησης από το δικόγραφο αυτής χωρίς να απαιτείται προς τούτο η έκδοση σχετικής απόφασης.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 564 παρ.1 του ΚΠολΔ, η προθεσμία της αναιρέσεως, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως, ενώ, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναιρέσεως είναι τρία χρόνια και αρχίζει από τη δημοσίευση της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη.

Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, καθορίζεται η διάρκεια της προθεσμίας της αναιρέσεως και το γεγονός που την κινεί, ενώ ο τρόπος υπολογισμού της προθεσμίας ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 144 παρ.1 ίδιου Κώδικα.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα υπ. αρ. 143/2010 πρακτικά Συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου οι και νυν αναιρεσείοντες παραιτήθηκαν του δικογράφου της από 22.6.2009 αίτησης αναιρέσεως κατά της υπ. αρ. 1353/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, της προσβαλλόμενης και με την ένδικη από 7.2.2011 αίτηση αναιρέσεως, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου τους δικηγόρου δυνάμει του υπ.

αρ. .../2007 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Αναστασίας Ρουμελιώτου και θεωρείται επομένως, σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 294, 296, 297 και 299 ΚΠολΔ που εφαρμόζονται κατ' άρθρο 573 παρ.1 ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, ως μη ασκηθείσα. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης ως ανωτέρω απόφασης, η τελευταία δημοσιεύθηκε στις 27.2.2009.

Η ένδικη από 7.2.2011 αίτηση αναιρέσεως κατ' αυτής κατατέθηκε στον αρμόδιο Γραμματέα στις 8.2.2011 δηλαδή, όπως προκύπτει από το σε χρήση ημερολόγιο, πριν παρέλθει τριετία από τη δημοσίευσή της (υπ' αρ. 1353/2009) απόφασης. Επομένως, και ενόσω δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης από τα διάδικα μέρη, η ένδικη από 7.2.2011 αίτηση αναιρέσεως κατ' αυτής έχει ασκηθεί εμπροθέσμως εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των τριών (3) ετών από την επομένη της δημοσιεύσεώς της (28.2.2009) σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 321, 553 παρ.1, 518 παρ.2, 564 παρ.3 και 144 παρ.1 του ΚΠολΔ και είναι παραδεκτή.

Όσα δε αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσίβλητος με τις από 24.11.2011 προτάσεις του είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Επειδή, το άρθρο 281ΑΚ ορίζει, ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως του άρθρου 281ΑΚ, η απαγόρευση της ασκήσεως του δικαιώματος υπό τους διαλαμβανόμενους σ' αυτή όρους είναι παραδεκτή, όταν πρόκειται για δικαιώματα που απορρέουν από διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και όχι από διατάξεις δικονομικού δικαίου. Τα όσα επομένως ο αναιρεσίβλητος υποστηρίζει με τις προτάσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης από 7.2.2011 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 1353/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Επειδή, κατά τη διάταξη του αριθμού 1 εδ.α του άρθρου 560 του ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας παραβιάζεται κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με τη μη ορθή εφαρμογή η οποία συντελείται όταν εφαρμόζεται κανόνας ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας ενώ έπρεπε, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένως. Εξ άλλου, η παραβίαση των ερμηνευτικών διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ προϋποθέτει δικαιοπραξία η σύμβαση της οποίας παραλείφθηκε ή ερμηνεία καίτοι διαπιστώθηκε ανελέγκτως, έστω και εμμέσως, κενό ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων είτε ερμηνεύτηκε κακώς. Στην περίπτωση αυτή οι εν λόγω κανόνες παραβιάζονται, όταν το δικαστήριο παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των συμβαλλόμενων ή όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους ή όταν παραλείπει ν' αναφέρει στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που εκδόθηκε επί εφέσεως κατά αποφάσεως του Ειρηνοδικείου, επισκοπείται δε παραδεκτά (άρθρο 561§2 ΚΠολΔ), δέχθηκε και τ' ακόλουθα: Δυνάμει του από 01.03.1998 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως, οι εναγόμενοι και ήδη εφεσίβλητοι, εκμίσθωσαν στον ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα μια αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία (γραφείο), της οποίας ετύγχαναν συγκύριοι κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος εξ αυτών, η οποία βρισκόταν στον πέμπτο (5°) πάνω από το ισόγειο όροφο πολυώροφης οικοδομής, κειμένης στην περιοχή της Αθήνας και συγκεκριμένα επί της οδού ...

αρ. 48, επιφανείας 30,65 τ.μ., προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως δικηγορικό γραφείο. Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε τετραετής και συγκεκριμένα από 01.03.1998 έως και 28.02.2002 και το μηνιαίο μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ποσό 66.000 δραχμών για το πρώτο έτος, στο ποσό των 70.620 δραχμών για το δεύτερο έτος, στο ποσό των 74.857 δραχμών για το τρίτο έτος και στο ποσό των 78.600 δραχμών για το τέταρτο έτος, πλέον του αναλογούντος σ' αυτό τέλους χαρτοσήμου εκ ποσοστού 3,6%, ενώ σε περίπτωση παρατάσεως συμφωνήθηκε ότι το μηνιαίο μίσθωμα θα προσαυξάνεται κατ' έτος και κάθε πρώτη (1η) του μηνός Μαρτίου εκάστου μισθωτικού έτους, κατά το ποσοστό του τιμαρίθμου του κόστους ζωής, όπως θα καθορίζεται από την Τράπεζα της Ελλάδος για τους αμέσως προηγούμενους 12 μήνες αυξημένο κατά 20%.

Στις 07.09.1999, κατά το σεισμό που έπληξε την Αττική, το μίσθιο ακίνητο υπέστη ζημιές και συγκεκριμένα ρωγμές με πολλές διακλαδώσεις σε όλους τους τοίχους του. Ειδικότερα και όπως ενόρκως βεβαίωσε ο Δ. Χ., οι τοίχοι του μισθίου ακινήτου υπέστησαν εκτεταμένες ζημιές, ήτοι: α) ο νοτιοανατολικός τοίχος υπέστη ρωγμές με διακλαδώσεις καθ' όλο το μήκος του (8,9 μ.) και ύψος του (2,7 μ.), περιβάλλοντας σχεδόν πλήρως τους δύο φέροντες κίονες και κατά ένα μέρος τον άκρο δεξιό, ήτοι τον νότιο φέροντα κίονα, β) υπέστη κάθετη ρωγμή στο αριστερό, ήτοι στο βόρειο άκρο του ύψους 1,00 μέτρου κατά το εμφανές του τμήμα, δεδομένου ότι δεν μπορεί να διαπιστωθεί ακριβώς το ύψος του καθόσον στο σημείο εκείνο υπάρχει ογκώδης βιβλιοθήκη που εμποδίζει τη διαπίστωση του, γ) υπέστη κάθετες ρωγμές ύψους 1,3 μέτρων περίπου ένθεν και ένθεν του αριστερού (βορείου) κίονα, όπως και ένθεν και ένθεν του μεσαίου κίονα ύψους 1,3 μέτρων περίπου προς το αριστερό μέρος του και 0,5 μέτρα προς το δεξιό μέρος του, δ) υπέστη κάθετη ρωγμή με διακλαδώσεις στο δεξιό, ήτοι τον νότιο φέροντα κίονα και καθ' όλο το ύψος αυτού 3,00 μέτρων, καθώς και δυο κάθετες ρωγμές (ύψους 0,5 μέτρων και 0,15 μέτρων) προς τα αριστερά του ως άνω κίονα, πολλές ρωγμές στο κάτω αριστερό μέρος του τοίχου και πληθώρα ρωγμών και αποκόλληση επιχρισμάτων (φούσκωμα σοβάδων) αριστερά του διαχωριστικού χωρίσματος (κάτω), ρωγμές δεξιά του εν λόγω χωρίσματος οι οποίες καλύπτουν επιφάνεια διαστάσεων 1,5 μέτρων Χ 0,2 μέτρα και λοξές ρωγμές προς τα δεξιά και κάτω του μεσαίου κίονα, ε) υπέστη ρωγμές και έντονη αποκόλληση επιχρισμάτων (φούσκωμα σοβάδων), τα οποία συγκρατούνται χαλαρώς μόνο από την "tapisserie" σε διάμετρο περίπου 0,75 μέτρων στο κάτω δεξιό μέρος του τοίχου και άλλες μικρορωγμές ή διακλαδώσεις μεγαλύτερων ρηγμάτων, γεγονότα ως προς τα οποία δεν προβάλλεται καμία αμφισβήτηση από τους εναγόμενους.

Για τις ζημιές αυτές διενεργήθηκε πραγματογνωμοσύνη από τον πολιτικό μηχανικό Γ. Μ., κατ' εντολή του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, για την οποία συντάχθηκε σχετική εκτίμηση επικινδυνότητας, σύμφωνα με την οποία για εργασίες τοιχοποιίας, σοβάδων και ελαιοχρωματισμών, απαιτούταν δαπάνη συνολικού ποσού 300.000 δραχμών.

Περαιτέρω, μετά το σεισμό ενημερώθηκαν οι εναγόμενοι, οι οποίοι επισκέφτηκαν μάλιστα το μίσθιο, ενώ μετά τη σύνταξη της ανωτέρω πραγματογνωμοσύνης - εκτίμησης επικινδυνότητας περί τα τέλη του μηνός Ιανουαρίου 2000, αφού ενημερώθηκαν εκ νέου από τον ενάγοντα για την έκταση της ζημιάς και την απαιτούμενη δαπάνη αποκατάστασης, υποσχέθηκαν στον ενάγοντα ότι θα αναλάβουν την αποκατάσταση των προαναφερομένων ζημιών, λόγος μάλιστα για τον οποίο έστειλαν δικό τους τεχνίτη για να επιμεληθεί των εργασιών επισκευής.

Πλην, όμως, στη συνέχεια οι εναγόμενοι αρνήθηκαν να αποκαταστήσουν τις ζημιές του μισθίου, για το λόγο ότι σύμφωνα με σχετικό όρο του μισθωτηρίου συμβολαίου, οι σχετικές δαπάνες βαρύνουν τον ενάγοντα. Τον ίδιο δε ισχυρισμό επανέλαβαν στον πρώτο βαθμό οι εναγόμενοι, προς απόκρουση της ένδικης αγωγής και επανέφεραν στο Δικαστήριο αυτό με τις έγγραφες προτάσεις τους και ειδικότερα ότι σύμφωνα με τον υπ' αριθ. 7 όρο του μισθωτηρίου συμφωνητικού, κατά τον οποίο: "...

Σε περίπτωση οποιαδήποτε φθοράς, βλάβης ή ζημίας, ο μισθωτής υποχρεούται να την επισκευάσει με έξοδα του αποκαθιστώντας αμέσως τα πράγματα στην προηγούμενη κατάσταση του, χωρίς να έχει δικαίωμα αφαίρεσης, αποζημίωσης, συμψηφισμού ή μείωσης του μισθώματος, κατά το ποσό που θα δαπανήσει. Οι εκμισθωτές δεν φέρουν ευθύνη για τυχόν φθορές, βλάβες ή ζημιές του μισθίου από οποιαδήποτε αιτία και αν προέρχονται και δεν υποχρεούνται κατά τη διάρκεια του χρόνου της μίσθωσης να επισκευάσουν ή αποκαταστήσουν αυτές αν εμφανιστούν" ο ενάγων είχε αναλάβει την αποκατάσταση και εκείνων ακόμη των ζημιών που προέρχονται από ανώτερη βία.

Σχετικά, βέβαια, με το περιεχόμενο του συμβατικού αυτού όρου περί επέκτασης της ευθύνης του μισθωτή, υπάρχει κάποια ασάφεια ως προς το κρίσιμο, από πλευράς έννομων συνεπειών, ζήτημα, αν τα συμβαλλόμενα μέρη είχαν τη βούληση να ευθύνεται ή μη ο μισθωτής για την αποκατάσταση και των ζημιών, που προέρχονται από ανώτερη βία.

Για την άρση της ασάφειας αυτής ανακύπτει κατ' ανάγκη θέμα ερμηνείας, με προσφυγή στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Έτσι, λοιπόν, από τις σχετικές δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων, ερμηνευόμενες με την αναζήτηση της αληθινής βούλησης τους, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, ακόμη δε και όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι αληθινή βούληση των συμβαλλομένων ήταν να μη ευθύνεται ο μισθωτής και για την αποκατάσταση ζημιών προερχομένων από ανώτερη βία αφού συνετοί συμβαλλόμενοι δεν αναλαμβάνουν συνήθως κινδύνους από απρόβλεπτα και αστάθμητα περιστατικά όπως είναι ο σεισμός.

Με τους πρώτο και δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1β του άρθρου 560 ΚΠολΔ, της παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, διότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών που δίκασε ως Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι ο μισθωτής δεν ευθύνεται για την αποκατάσταση ζημιών στο μίσθιο προερχομένων από ανωτέρω βία, εσφαλμένα προσέφυγε στους περιεχόμενους στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, προκειμένου να αποσαφηνίσει το νόημα του υπ.

αρ. 7 όρου του μισθωτηρίου, αν και ο όρος αυτός ήταν σαφής και δεν έχρηζε ερμηνείας, αφού σύμφωνα με αυτόν ο μισθωτής είχε αναλάβει την υποχρέωση να επισκευάζει τις φθορές και ζημιές του μισθίου από οποιαδήποτε αιτία και αν προέρχονταν. Οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προσέφυγε στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ καθ' όσον, διαπίστωσε ανελέγκτως ασάφεια στη διατύπωση του επίμαχου συμβατικού όρου (7ου) του μισθωτηρίου συμφωνητικού, αναφορικά με τη βούληση των συμβληθέντων να ευθύνεται ή μη ο μισθωτής για την αποκατάσταση των ζημιών στο μίσθιο σε περίπτωση πρόκλησης αυτών από ανωτέρω βία, διέλαβε δε περαιτέρω σε αυτή και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους.

Επειδή, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 7.2.2011 αίτηση αναιρέσεως της 1353/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου όπως στο διατακτικό (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7.2.2011 αίτηση αναιρέσεως της 1353/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 2012.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Νοεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ