Legislator Case Law & Legislation
1592/2011 AI generated

1592/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1592/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1592/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η απορριπτική αυτής 861/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που διορθώθηκε με την 4425/2005 απόφασή του, και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 180/8.1.2007 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας, η 211/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση, την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1592 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1592/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: της εδρευούσης στην Αθήνα και νόμιμα εκπροσωπουμένης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ASPIS BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", καθολικής διαδόχου λόγω συγχωνεύσεως της ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε.Π.Ε.Υ" και ήδη με την επωνυμία "Τ. BANK Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θρασύβουλο Κάρλο, με δήλωση κατ'άρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξουσία δικηγόρο του Μαργαρίτα Δαλαμάγκα - Καλογήρου, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε 1) με την από 28 Νοεμβρίου 2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και 2) την από 19 Ιουνίου 2002 ανακοίνωση δίκης και προσεπίκληση σε κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο ίδιο Δικαστήριο και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 861/2004 οριστική του ιδίου δικαστηρίου όπως αυτή διορθώθηκε με την 4425/2005 απόφασή του και 211/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28 Απριλίου 2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 12 Σεπτεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 432/28-4-2010 αιτήσεως για αναίρεση της 211/17-1-2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Η πληρεξουσία του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 432/28.4.2010 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 211/17.1.2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 124602/11558/6.12.2000 αγωγή εφέρετο προς διάγνωση αξίωση της δι' αυτής ενάγουσας ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε.Π.Ε.Υ.", στην δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε, μετά τη συγχώνευσή της δι' απορροφήσεως, η ήδη αναιρεσείουσα, κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, απορρέουσα, κατά την ενδιαφέρουσα την παρούσα αναιρετική διαδικασία κύρια διατυπούμενη βάση της, από τη συνδέουσα τους διαδίκους σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών.

Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η απορριπτική αυτής 861/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που διορθώθηκε με την 4425/2005 απόφασή του, και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 180/8.1.2007 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας, η 211/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση, την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της.

Ειδικότερα, διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή τους, "Η ενάγουσα είναι ανώνυμη Χρηματιστηριακή εταιρία, μέλος του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών και έχει ως σκοπό τη σύναψη Χρηματιστηριακών συναλλαγών, διενεργώντας χρηματιστηριακές συναλλαγές για λογαριασμό τρίτων προσώπων, ήτοι αγορές και πωλήσεις χρηματιστηριακών πραγμάτων (μετοχών κλπ.) εκτελώντας τις σχετικές εντολές - παραγγελίες αγοράς και πώλησης που λαμβάνει είτε απευθείας από τον πελάτη - επενδυτή, είτε μέσω εταιρίας λήψης και διαβίβασης εντολών (ΕΛΔΕ).

Στις 5.10.1999 συνήψε με τον εναγόμενο την από 5.10.1999 έγγραφη σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και άνοιξε στο όνομα του τον με αριθμό ... χρηματιστηριακό κωδικό για την πραγματοποίηση των εντολών του για αγορές και πωλήσεις μετοχών στο όνομα και για λογαριασμό του. Σύμφωνα με τον όρο 2.2 και το παράρτημα Ι της εν λόγω σύμβασης οι εντολές του εναγόμενου προς την ενάγουσα θα ήταν δυνατό να δίνονταν μέσω ΕΛΔΕ και ειδικότερα μέσω της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΒΙΒΑΣΗΣ ΕΝΤΟΛΩΝ" και το διακριτικό τίτλο "ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΑΕΛΔΕ".

Με την τελευταία ο εναγόμενος είχε συνάψει την από 5.10.1999 σύμβαση παροχής υπηρεσιών λήψης και διαβίβασης εντολών, με την οποία την εξουσιοδοτούσε να διαβιβάζει τις εντολές του για τη διενέργεια συναλλαγών σε ανώνυμη Χρηματιστηριακή εταιρία ή οποιοδήποτε άλλο πιστωτικό ίδρυμα ή ΕΠΕ η οποία θα επιλεγόταν από την ίδια (ΑΕΛΔΕ) κατά την απόλυτη κρίση της (βλ.

όρο 3 εδ. β' της ως άνω σύμβασης). Την εν λόγω σύμβαση όμως με την ΑΕΛΔΕ αυτή ο εναγόμενος κατάγγειλε εγγράφως με την από 27.10.1999 επιστολή του, με την οποία την καλούσε να μην διαβιβάζει πλέον καμία εντολή διενέργειας χρηματιστηριακών πράξεων προς την ΑΣΠΙΣ ΑΧΕ για λογαριασμό του. Την επιστολή αυτή παρέλαβε σε δύο όμοια αντίτυπα αυθημερόν αρμόδιο όργανο της ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗΣ ΑΕΛΔΕ, όπως προκύπτει από σφραγίδα και υπογραφή του στο ίδιο το σώμα της επιστολής.

Ακολούθως, την 1.11.1999, η εν λόγω εταιρία λήψης και διαβίβασης εντολών έδωσε, δια του τότε Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της Δ. Ρ. προς την ενάγουσα την εντολή για αγορά 500 μετόχων της εταιρίας "ΑΒΑΞ" συνολικού τιμήματος 8.542.602 δρχ. στο όνομα και για λογαριασμό του εναγόμενου, εντολή την οποία εκτέλεσε η ενάγουσα, εκδίδοντας και τα αντίστοιχα πινακίδια με αριθμούς ..., .../1.11.99, τα οποία επικαλείται και προσκομίζει, χρεώνοντας και τον ως άνω λογαριασμό του εναγομένου με το ποσό των 8.542.602 δρχ.

Δεν αποδείχθηκε όμως, ότι μετά την 27.10.1999, ήτοι μετά την καταγγελία της μεταξύ αυτού και της ως άνω ΕΛΔΕ συμβάσεως, ο εναγόμενος έδωσε προς αυτήν οποιαδήποτε εντολή για να τη διαβιβάσει προς την ενάγουσα, να αγοράσει δηλαδή η τελευταία για λογαριασμό του τις ως άνω μετοχές, ούτε, ότι αυτός ενέκρινε, εκ των υστέρων έστω, την αγορά των ως άνω μετοχών.

Δεν αποδείχθηκε εξάλλου, ότι ο εναγόμενος ήταν υποχρεωμένος να καταγγείλει και τη μεταξύ αυτού και της ενάγουσας ΑΧΕ σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, όπως η τελευταία ισχυρίζεται με την προσθήκη των πρωτόδικων προτάσεων της, γεγονός που ούτε ο εναγόμενος επικαλέσθηκε πρωτοδίκως, ότι δηλαδή αυτός προέβη σε καταγγελία της μεταξύ αυτού και της ενάγουσας σύμβασης.

Ουδόλως δε, ο εναγόμενος υποχρεούτο να γνωστοποιήσει στην ενάγουσα ΑΧΕ την ως άνω καταγγελία της μεταξύ αυτού και της ΕΛΔΕ σύμβασης, δεδομένου ότι δεν προκύπτει ότι η ΕΛΔΕ αυτή ήταν αντιπρόσωπος του εναγομένου έναντι της ενάγουσας ΑΧΕ ώστε να υποχρεούτο να προβεί σε δήλωση ανάκλησης της πληρεξουσιότητας της ΕΛΔΕ και ως προς αυτήν (ενάγουσα) ως τρίτη, κατ' άρθρο 221 ΑΚ.

Η μόνη εξουσία που η ΕΛΔΕ αυτή είχε, όπως αποδεικνύεται από τη μεταξύ τους σύμβαση ήταν να διαβιβάζει μόνον τις εκάστοτε εντολές του εναγόμενου για αγορά και πώληση μετοχών προς την ενάγουσα ΑΧΕ (βλ. όρο 3 εδ. β' της από 31.8.1998 σύμβασης). Οι ΕΛΔΕ ενεργούν κατά κανόνα ως μεσίτες, δηλαδή διεκπεραιώνουν προς χρηματιστές εντολές και δεν δικαιοπρακτούν στο όνομα και για λογαριασμό των επενδυτών, ως άμεσοι αντιπρόσωποί τους.

Όπως σαφώς προκύπτει εξάλλου, από την μεταξύ αυτού και της ενάγουσας από 5.10.1999 σύμβαση (παράρτημα Ι), από τους τέσσερις προτεινόμενους, εκ μέρους της ενάγουσας, τρόπους επιλογής διαβίβασης των προς αυτήν εντολών του, ήτοι α) πελάτης απ' ευθείας, β) μέσω αντιπροσωπείας, γ) μέσω ΕΛΔΕ και δ) μέσω ΕΠΕΥ, ο εναγόμενος είχε επιλέξει τον τρίτο, "μέσω ΕΛΔΕ", ενώ από κανένα άλλο όρο της εν λόγω συμβάσεως, προκύπτεί ότι ο εναγόμενος είχε δώσει και μάλιστα με δήλωση προς την ενάγουσα ΑΧΕ, πληρεξουσιότητα προς την ως άνω ΕΛΔΕ, να τον αντιπροσωπεύει έναντι της ενάγουσας.

Επομένως, το επικαλούμενο από την ενάγουσα γεγονός (με την προσθήκη των πρωτόδικων προτάσεων) ότι ουδέποτε έλαβε γνώση της ως άνω επιστολής του εναγόμενου προς την ΕΛΔΕ ουδεμία επιρροή ασκεί, αβασίμως δε η ενάγουσα ισχυρίζεται με τους σχετικούς λόγους της έφεσης ότι η σχέση του εναγόμενου και της ΕΛΔΕ ήταν αυτή του αντιπροσώπου - αντιπροσωπευόμενου.

Το έτερο εξάλλου γεγονός που επικαλέσθηκε η ενάγουσα πρωτοδίκως (με την προσθήκη των πρωτόδικων προτάσεων) και επαναλαμβάνει με το δεύτερο λόγο της εφέσεως, ότι ο εναγόμενος εξακολουθούσε να έχει στο χαρτοφυλάκιο του τις ως άνω μετοχές χωρίς να τις έχει αντιποιηθεί, δεν αποδεικνύει τον αγωγικό ισχυρισμό της, ότι διενεργήθηκε πράγματι η επίδικη συναλλαγή με εντολή του εναγομένου.

Μη αποδειχθέντων επομένως, εκ μέρους της ενάγουσας, που φέρει το βάρος απόδειξης - ενόψει της αμφισβητήσεως του εναγόμενου - των γεγονότων ότι η ως άνω ΑΕΛΔΕ διαβίβασε πράγματι προς αυτήν εντολή του εναγόμενου για την αγορά των επίδικων μετοχών ούτε ότι η ενάγουσα ζήτησε και ο εναγόμενος ενέκρινε την επίδικη χρηματιστηριακή συναλλαγή, που έγινε μεν στο όνομά του, χωρίς όμως την πληρεξουσιότητά του, η συναλλαγή αυτή ήταν άκυρη ως προς τον εναγόμενο και ως εκ τούτου αυτός δεν υποχρεούτο για την καταβολή του ως άνω τιμήματος".

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα εκκαλούσα με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια ο διατυπούμενος δι' αυτής μοναδικός λόγος αναιρέσεως. Ειδικότερα, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφάρμοσε συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ν.2396/1996, η καθ' οιονδήποτε τρόπο κατ' επάγγελμα παροχή κυρίων επενδυτικών υπηρεσιών επιτρέπεται μόνο στις εταιρίες παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΕΠΕΥ), κατά δε την διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του ίδιου νόμου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την διάταξη του άρθρου 29 παρ. 5 του Ν. 2579/1998, η χρηματιστηριακή εταιρία είναι ανώνυμη εταιρία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με κύριο σκοπό την διεξαγωγή χρηματιστηριακών συναλλαγών.

Στις χρηματιστηριακές συναλλαγές, ήτοι στις δικαιοπραξίες που συνάπτονται χρηματιστηριακώς και έχουν ως αντικείμενο χρηματιστηριακά πράγματα (άρθρο 15 παρ. 1 του Ν. 3632/1928), που διενεργεί χρηματιστηριακή εταιρία, περιλαμβάνεται και η σύμβαση χρηματιστηριακής παραγγελίας για την αγορά ή την πώληση μετοχών ανωνύμων εταιριών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών.

Η σύμβαση αυτή υπάγεται στην κατηγορία της περιπτώσεως (γ) του άρθρου 20 παρ. 1 του Ν. 1806/1988, που αντικατέστησε την αντίστοιχη ρύθμιση του άρθρου 16 του Ν. 3632/1928, ως συναφής ή παρεπόμενη δικαιοπραξία με την διενέργεια της κύριας χρηματιστηριακής συμβάσεως για την αγορά ή την πώληση των πιο πάνω χρηματιστηριακών πραγμάτων.

Αντικείμενο της συμβάσεως χρηματιστηριακής παραγγελίας, η οποία αποτελεί σύμβαση εμπορικής παραγγελίας κατά το άρθρο 90 του ΕμπΝ και επί της οποίας εφαρμόζονται συμπληρωματικά οι περί εντολής διατάξεις του ΑΚ, είναι αφενός μεν η ανάληψη της υποχρεώσεως από τον παραγγελιοδόχο χρηματιστή (χρηματιστηριακή εταιρία) να εκτελέσει στο όνομα του, αλλά για λογαριασμό του παραγγελέα πελάτη του, την παραγγελία (εντολή) του τελευταίου, για την αγορά ή την πώληση μετοχών ανωνύμων εταιριών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο με την σύναψη της κύριας χρηματιστηριακής συναλλαγής, αφετέρου δε η ανάληψη της υποχρεώσεως από τον παραγγελέα-πελάτη να καταβάλει στον χρηματιστή (χρηματιστηριακή εταιρία) την αμοιβή (προμήθεια) για τη διενέργεια της κύριας χρηματιστηριακής συναλλαγής.

Της συμβάσεως παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας διαφέρει η μεταξύ της ΕΛΔΕ και του παραγγελέα σύμβαση. Ειδικότερα, με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 εδ. α', 3, 6, 3 παρ. 1 εδ. θ', 27 παρ. 2, 28 παρ. 1, 2, 30 παρ. 2-4 του ν.2396/1996 καθιερώθηκε ο θεσμός των εταιριών λήψεως και διαβιβάσεως εντολών (ΕΛΔΕ). Με τις εν λόγω διατάξεις καθορίσθηκε η λειτουργία των ΕΛΔΕ και ήδη ΑΕΕΔ (Ανώνυμες Εταιρείες Επενδυτικής Διαμεσολάβησης, άρθρο 41 ν.3371/2005), που δεν είναι μέλη του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών και δραστηριοποιούνται κυρίως στη λήψη και διαβίβαση για λογαριασμό επενδυτών εντολών για κατάρτιση συναλλαγών επί Χρηματοπιστωτικών μέσων.

Οι ΕΛΔΕ εξομοιώνονται με μεσίτες που διεκπεραιώνουν προς Χρηματιστές εντολές πελατών και παραδόσεις χρημάτων ή τίτλων και αντίστροφα προς τον πελάτη τίτλων και χρημάτων από τον Χρηματιστή. Όταν οι ΕΛΔΕ παρέχουν αποκλειστικά υπηρεσίες πληρεξουσίου τότε οι αντισυμβαλλόμενες ανώνυμες χρηματιστηριακές εταιρείες έχουν άμεση σχέση προς τον εντολέα τέτοιας ΕΛΔΕ.

Τέλος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 217 παρ. 1 και 221 ΑΚ η πληρεξουσιότητα μπορεί να δοθεί με δήλωση και προς τρίτο, περίπτωση κατά την οποία η δήλωση ανακλήσεως της πληρεξουσιότητας γίνεται μόνον προς εκείνον. Κατά τις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως (α) κατά τον σχετικό όρο της συνδέουσας τους διαδίκους συμβάσεως οι εντολές του αναιρεσιβλήτου προς την αρχικώς ενάγουσα θα ήταν δυνατό να δίδονται μέσω ΕΛΔΕ και ειδικότερα μέσω της ανώνυμης εταιρείας "ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΑΕΛΔΕ" και (β) κατά τον αντίστοιχο όρο της συνομολογηθείσης μεταξύ της τελευταίας και του αναιρεσιβλήτου συμβάσεως, σε έγγραφη καταγγελία της οποίας προέβη ο τελευταίος στις 27.10.1999 με γνωστοποίησή της στην εν λόγω ΑΕΛΔΕ, εξουσιοδοτήθηκε από εκείνον να διαβιβάζει τις εντολές του για τη διενέργεια συναλλαγών σε ανώνυμη Χρηματιστηριακή εταιρεία ή οποιοδήποτε άλλο πιστωτικό ίδρυμα ή ΕΠΕ, η οποία θα επιλεγόταν από την ίδια ΑΕΛΔΕ κατά την απόλυτη κρίση της.

Ο τελευταίος όρος (διαβίβαση εντολών του αναιρεσιβλήτου) δικαιολογεί την παραδοχή ότι η εν λόγω ΕΛΔΕ δεν ενεργούσε ως αντιπρόσωπος του αναιρεσιβλήτου, με εξουσία μάλιστα αντιπροσωπεύσεώς του, η οποία χορηγήθηκε με δήλωσή του προς την αρχικώς ενάγουσα, ώστε να απαιτείται για την ανάκλησή της η προς αυτήν γνωστοποίηση της σχετικής δηλώσεώς του με εντεύθεν δέσμευσή του για τις επενδυτικές υπηρεσίες που πραγματοποίησε στο όνομά του κατόπιν διαβιβάσεως σχετικών εντολών από την ΕΛΔΕ μετά την καταγγελία της μετ' αυτής συμβάσεως του αναιρεσιβλήτου, αλλά παρείχε υπηρεσίες διεκπεραιώσεως εντολών αυτού προς χρηματιστηριακές εταιρείες, ως διαμεσολαβούσα μεσίτρια.

Τα πραγματικά αυτά πραγματικά δικαιολογούσαν το κατ' ορθή εφαρμογή των αμέσως παραπάνω σημειούμενων διατάξεων καταληκτικό αποδεικτικό συμπέρασμα ότι ο αναιρεσίβλητος δεν δεσμευόταν έναντι της καθολικής διαδόχου της αρχικώς ενάγουσας αναιρεσείουσας από την διαβίβαση εντολών προς εκείνη από την ΕΛΔΕ στο όνομα και για λογαριασμό του αναιρεσίβλητου μετά την καταγγελία από τον τελευταίο της συνομολογηθείσης μετ' αυτής συμβάσεως, χωρίς σχετική εντολή του ή επακολουθήσασα έγκρισή του, το οποίο ασφαλώς στηρίζει το ορθό κατ' αποτέλεσμα διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως της αρνητικής αξιολογήσεως από ουσιαστική άποψη της αγωγής της αναιρεσείουσας, έστω και με διάφορες εν μέρει εσφαλμένες αιτιολογίες, από τις οποίες όμως δεν προκαλείται βλαπτικό για εκείνη δεδικασμένο ((ΚΠολΔ 578), με άμεση δικονομική συνέπεια η προβαλλόμενη με το μοναδικό λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την έννοια της (ευθείας) παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων, να ελέγχεται ως αβάσιμη.

Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που δεν κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 432/28.4.2010 αίτηση για αναίρεση της 211/17.1.2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Νοεμβρίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ