1592/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Μαΐου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-7-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4714/1999 μη οριστική, 1390/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 103/2005, 9602/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 17-3-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 1-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης της 9602/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1592/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 321 ΚΠολΔ, δεδικασμένο, το οποίο, κατά το άρθρο 332 ΚΠολΔ, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, εμποδίζει δε το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι, δημιουργούν οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή οι τελεσίδικες.
Full text
Απόφαση 1592 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1592/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Ιωάννη Ιωαννίδη, Μίμη Γραμματικούδη και Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Μαΐου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Λύτρα.
Του αναιρεσίβλητου: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελίζα Βόζεμπεργκ με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-7-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4714/1999 μη οριστική, 1390/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 103/2005, 9602/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 17-3-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 1-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης της 9602/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 321 ΚΠολΔ, δεδικασμένο, το οποίο, κατά το άρθρο 332 ΚΠολΔ, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, εμποδίζει δε το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι, δημιουργούν οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή οι τελεσίδικες.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.16 του ίδιου Κώδικα, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Προς διαπίστωση του λόγου αυτού ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν ή όχι την έννοια του δεδικασμένου, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς των διαδίκων.
Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται μόνο σε διαδικαστικά έγγραφα, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται και η απόφαση από την οποία απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχεται με βάση αυτά η σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (άρθρ 561 παρ.2 ΚΠολΔ).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των παρακάτω διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής, τα οποία άλλωστε αποτελούν και παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης. Με την ένδικη, από 31-7-1998, αγωγή ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίσθηκε ότι με την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα πρώην σύζυγό του είναι συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ενός περιγραφόμενου στην αγωγή διαμερίσματος, ότι την συγκυριότητά τους την απέκτησαν δυνάμει του υπ΄ αριθμ. ....συμβολαίου αγοραπωλησίας της αναφερόμενης συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, και ότι η εναγομένη δεν συμφωνεί για τη διανομή του ακινήτου αυτού.
Με βάση τα περιστατικά αυτά ζήτησε να διαταχθεί η με πλειστηριασμό πώληση του ακινήτου και η λύση της κοινωνίας με τον τρόπο αυτό. Η εναγομένη, αποκρούοντας την άνω αγωγή ισχυρίσθηκε, κατ΄ ένσταση, με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης στο πρώτο βαθμό, ότι δεν υπάρχει συγκυριότητα, διότι, στη σύμβαση με την οποία φαίνεται να αποκτήθηκε η συγκυριότητα υποκρύπτεται και άλλη συμφωνία μεταξύ εκείνων που έχουν συμβληθεί, κατά την οποία αυτοί δέχθηκαν ότι φαινομενικά μόνο μεταβιβάσθηκε, αιτία πωλήσεως, στον ενάγοντα, το 1/2 εξ αδιαιρέτου του διαμερίσματος, ενώ στην πραγματικότητα μεταβιβάσθηκε το 100% σ΄ αυτήν και ότι, συνεπώς, εκείνη είναι αποκλειστική κυρία του ακινήτου.
Η εκκαλούμενη 1390/2004 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έκρινε ότι η αληθινή βούληση της συμβληθείσας ως πωλήτριας ήταν να μεταβιβάσει, αιτία δωρεάς, τη συγκυριότητα του ακινήτου, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, στον καθένα από τους διαδίκους, και όχι αποκλειστικά στην εναγομένη, και ακολούθως δέχθηκε την αγωγή.
Η τελευταία άσκησε κατά της απόφασης αυτής την από 30-6-2004 έφεση. Το Εφετείο, στο οποίο μεταβιβάσθηκε η υπόθεση, δέχθηκε, ότι η παραδοχή της αγωγής είναι εσφαλμένη, διότι, εφόσον το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ως εικονική την πώληση, έπρεπε να δεχθεί την αγωγή μόνο αν αυτή είχε επικουρική βάση, κατά την οποία υπό την εικονική δικαιοπραξία καλύπτεται άλλη έγκυρη δικαιοπραξία που ήθελαν τα μέρη και συνέτρεχαν οι όροι του νόμου, όμως τέτοια βάση δεν είχε η αγωγή.
Ωστόσο, δέχθηκε το Εφετείο, ότι με την έφεση δεν προσβάλλεται η εκκαλούμενη απόφαση ως προς το σφάλμα της αυτό, έτσι η απόφαση αυτή αποτελεί δεδικασμένο έναντι της εναγομένης ως προς την παραδοχή της συγκυριότητας των διαδίκων επί του διανεμητέου ακινήτου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου καθενός των διαδίκων, το οποίο εμποδίζει το Εφετείο να εξετάσει πάλι το ζήτημα τούτο.
Με τις παραδοχές αυτές και ενόψει του ότι, όπως έγινε δεκτό από το Εφετείο, με την έφεση δεν προβάλλεται αιτίαση για την κρίση της εκκκαλουμένης περί αδυναμίας διαίρεσης του επίκοινου διαμερίσματος σε δύο ίσα μέση χωρίς τη μείωση της αξίας του, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας. Με την έφεσή της όμως η τελευταία, ρητώς προσέβαλε την ανωτέρω απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ως προς το ζήτημα της υποκρυπτόμενης, υπό την εικονική δικαιοπραξία της πώλησης, δωρεάς, ισχυριζόμενη ότι από τα αποδεικτικά μέσα που είχε νομίμως προσκομίσει προέκυπτε ότι η αληθής βούληση των συμβαλλομένων ήταν η δωρεά του διαμερίσματος της φερόμενης ως πωλήτριας προς την ίδια μόνο και ότι η αναφορά του ονόματος του αντιδίκου της ήταν τυπική και όχι αληθινή, ζήτησε δε, κατά παραδοχή της έφεσής της, την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης και την απόρριψη της ένδικης αγωγής του αντιδίκου της.
Επομένως, με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάσθηκε στο Εφετείο και ως προς το ζήτημα αυτό της συγκυριότητας των διαδίκων επί του διανεμητέου ακινήτου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας (άρθρο 522ΚΠολΔ) και συνεπώς δεν αποτελούσε δεδικασμένο έναντι της εναγομένης η παραδοχή αυτή της εκκαλούμενης απόφασης, όπως εσφαλμένα έκρινε το Εφετείο.
Πρέπει, συνεπώς, κατά παραδοχή, ως βάσιμου, του μοναδικού λόγου αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.16ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η ανωτέρω πλημμέλεια, να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεσης προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 9602/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ