Legislator Case Law & Legislation
1592/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on traffic accident liability, upholding 50% fault allocation for the defendant driver.

Case Number 1592/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's judgment regarding a fatal traffic accident. The court found the defendant driver (X2) 50% liable for the collision, while the other drivers bore 30% each, based on the defendant's negligent behavior and the victim's partial fault. The court rejected the appellant's arguments regarding insufficient reasoning, confirming the lower court's clear and adequate justification for the liability distribution.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 560 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on insufficient or contradictory reasoning is inadmissible when the lower court's decision contains clear and adequate motives establishing the facts and legal basis for the liability allocation.

Keywords

AI generated
traffic accident liability contributory negligence appeal admissibility insufficient reasoning fault allocation Code of Civil Procedure fatal accident

Cited Legislation

AI generated
Articles 559(19) and 560 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1592 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1592/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη, Ανδρέα Μαρκάκη και Ελένη Μαραμαθά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαϊου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των καλούντων - αναιρεσειόντων: .....

Των καθών η κλήση-αναιρεσιβλήτων : 1. X1 2. ... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, 3. X2 4. ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «... Ο.Ε.», που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Παπδημητρίου, 5. Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων με την επωνυμία «Εθνική Πρώτη Ασφαλιστική - Ανώνυμη Ελληνική Εταιρία Γενικών Ασφαλίσεων», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο, 6. Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία «Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Βάνια - Δέδε, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 7. Αλλοδαπής Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία «MIC - MOTOR INSURANCE COMPANY», που εδρεύει στην Σόφια Βουλγαρίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς έκθ. κατάθεσης 43547/1993, 2769/1998, 8703/1995, 1970/1997, 17097/1998, 17098/1998, 19609/1994, 8704/1995, 1971/1997, 3739/1998, 17100/1998 και 17099/1998 κύριες και παρεμπίπτουσες αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8371/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3071/2000 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 5 Μαρτίου 2001 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1015/2002 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η υπόθεση επανήλθε για συζήτηση με την από 2 Σεπτεμβρίου 2002 κλήση των αναιρεσειόντων, επί της οποίας εκδόθηκε η 827/2003 απόφαση, με την οποία κηρύχθηκε και πάλι απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης. Η υπόθεση επανήλθε εκ νέου για συζήτηση με την από 6 Νοεμβρίου 2003 κλήση των ήδη αναιρεσειόντων, επί της οποίας εκδόθηκε η 748/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η υπόθεση επανέρχεται τώρα για συζήτηση με την από 4 Νοεμβρίου 2005 κλήση των ήδη αναιρεσειόντων.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όλοι πλην των 1ου, 2ου και 7ης εκ των αναιρεσίβλητων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης ανάγνωσε την από 20-11-2001 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κρητικού, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. και την απόρριψη των λοιπών. Οι πληρεξούσιοι των 3ου, 4ης και 5ης εκ των παραστάντων αναιρεσίβλητων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις με αριθμό 1604Β, 1605Β και 1606 Β/28.2.2006 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Αντ. Πάπαρη προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε συνδυασμό και με τις προσκομιζόμενες στη βουλγαρική και σε επίσημη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα, βεβαιώσεις επίδοσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης και της από 4.11.2005 κλήσης των αναιρεσειόντων, με πράξη κατάθεσης και ορισμού ως δικασίμου της αναφερομένης στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκαν νόμιμα στους πρώτο και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων κατοίκους Βουλγαρίας και έβδομη αυτών που εδρεύει στη Σόφια Βουλγαρίας. Επομένως αφού αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την άνω δικάσιμο κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο στη σειρά της, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση αυτής παρά την απουσία τους (576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 556 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά του νικητή αντιδίκου του αναιρεσείοντος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όχι δε και κατά μη διαδίκου στην εν λόγω δίκη, ή κατά του απλού ομοδίκου του αναιρεσείοντος ως προς τους οποίους αυτή είναι απαράδεκτη, ειδικότερα ως προς τον τελευταίο για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, εφόσον η απόφαση δεν περιέλαβε διάταξη υπέρ αυτού που βλάπτει τον αναιρεσείοντα.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 523 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά την οποία ο εφεσίβλητος μπορεί και αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης, να ασκήσει αντέφεση ως προς τα κεφάλαια της απόφασης που προσβάλλονται με την έφεση και ως προς εκείνα που συνέχονται αναγκαστικά με αυτά, και αν ακόμη αποδέχτηκε την απόφαση ή παραιτήθηκε από την έφεση προκύπτει ότι στην αντέφεση η οποία στη διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητα κ.λ.π.

ασκείται και με τις προτάσεις (άρθρ. 681Α και 674 παρ. 1 ΚΠολΔ), νομιμοποιείται ενεργητικά μόνο ο εφεσίβλητος και παθητικά μόνο ο εκκαλών. Στη προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή, κατά το μέρος που αφορά τους αναιρεσείοντες, εκδόθηκε επί των από 13.7.199, 22.7.1999 και 20.7.1999 εφέσεων των πέμπτης, έκτου και τρίτου και τέταρτης των αναριεσιβλήτων αντίστοιχα, απευθυνομένων κατά των αναιρεσειόντων και άλλων διαδίκων, μεταξύ των οποίων ο πρώτος και δεύτερος των αναιρεσιβλήτων, και επί της δια των 5.10.2000 προτάσεων των αναιρεσειόντων ασκηθείσα αντέφεση αυτών απευθυνομένης κατά των άνω εκκαλούντων και των συνεφεσιβλήτων τους πρώτου και δευτέρου των αναιρεσιβλήτων καθώς και κατά της μη εκκαλούσας και μη εφεσιβλήτου έβδομης των αναιρεσιβλήτων.

Ενόψει αυτών η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά των πρώτου, δευτέρου και έβδομης των αναιρεσιβλήτων οι οποίοι δεν ήσαν και ούτε κατέστησαν αντίδικοι των αναιρεσειόντων από μόνο το γεγονός ότι η άνω αντέφεση αυτών, απευθύνθηκε και κατ΄ εκείνων, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 10 παρ. 1-2 του ν. 489/1976 το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής, ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή. Η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο δύο (2) ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και διακοπή της παραγραφής».

Εξάλλου κατά το άρθρo 261 ΑΚ «την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου». Περαιτέρω κατά το άρθρο 263 ΑΚ «κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς.

Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι (6) μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή». Σημειώνεται ότι η διαληφθείσα και ισχύουσα για τον ασφαλιστή του ζημιογόνου αυτοκινήτου διετής παραγραφή της αξιώσεως του δικαιούχου τρίτου ισχύει και όταν ενάγεται, στις καθοριζόμενες από το νόμο περιπτώσεις (άρθρ. 26 επ.

Ν. 489/1976) το Γραφείο Διεθνούς Ασφαλίσεως. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, προκειμένου να διατηρηθεί το αποτέλεσμα της διακοπής της παραγραφής που επήλθε με την άσκηση της αγωγής, όταν επακολούθησε παραίτηση του ενάγοντος από αυτή, πρέπει η άσκηση της νέας αγωγής, όμοιας κατά την ιστορική και νομική αιτία με την προηγούμενη, να επιχειρηθεί μέσα σε διάστημα έξι (6) μηνών από την παραίτηση.

Πάντως επιτρεπτή κατά νόμο θεωρείται η άσκηση από τον ενάγοντα της δεύτερης αγωγής πριν από την παραίτηση από την πρώτη, εφόσον η παραίτηση απ΄ αυτή δηλωθεί μέχρι τη συζήτηση της δεύτερης αγωγής.

IV. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναίρεσης από τους αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη απόφαση.

Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, επιπλέον δε πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι υποβλήθηκε στο Εφετείο ισχυρισμός για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένα εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε ο επικαλούμενος κανόνας δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.

ΑΠ 20/2005). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: οι κύριες αγωγές με αριθμούς κατάθεσης Α) 2769/1997 , Β) 29901/1998 και Γ) 17099/1998 κατατέθηκαν στις 25.8.1997, 26-1-1998 και 15.1.1998, αντίστοιχα (βλ. εκθέσεις καταθέσεως) και επιδόθηκαν οπωσδήποτε αργότερα από την άνω ημεροχρονολογία κατάθεσής τους.

Το ατύχημα έλαβε χώρα στις 2-7-1993 και επομένως οι άνω αγωγές για το λόγο ότι επιδόθηκαν στους από τους εναγομένους : 1) ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ» και β) στο γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης (ΓΔ.Α.) μετά τη συμπλήρωση διετίας από το ατύχημα οι δι΄ αυτών ασκούμενες αξιώσεις των εναγόντων υπέκυψαν στην προβλεπόμενη από την προπαρατεθείσα διάταξη διετή παραγραφή και επομένως η υπό των εν λόγω εναγομένων προβληθείσα ένσταση παραγραφής πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ΄ ουσίαν βάσιμη και απορριφθούν οι εν λόγω αγωγές ως προς τους παραπάνω εναγομένους ως κατ' ουσίαν αβάσιμες.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε την ένσταση παραγραφής και στη συνέχεια δέχθηκε ως κατ' ουσία βάσιμες ως προς τους άνω εναγομένους τις κύριες αγωγές, έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή της διαληφθείσης διατάξεως του άρθρ. 10 παρ.1 Ν. 489/1976, αφού ο χρόνος παραγραφής των εν λόγω αξιώσεων είχε συμπληρωθεί πριν να τεθεί σε ισχύ το άρθρ. 10 Ν. 2496/1997.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμες τις εφέσεις της «ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΕΓΑ» και του Γραφείου Διεθνούς Ασφαλίσεως, εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε τις αγωγές ως προς τους άνω εναγομένους. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες ότι με τις ως άνω παραδοχές η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις διατάξεις της παρ. 1 και 2 του άρθρου 10 του ν. 489/1976 περί παραγραφής και υπέπεσε στη πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με το να δεχθεί ότι οι αξιώσεις τους υπέπεσαν στη προβλεπόμενη υπό του άρθρου αυτού 2ετή παραγραφή, ενώ όφειλε, όπως και η πρωτόδικη απόφαση έπραξε, να απορρίψει τον σχετικό λόγο έφεσης των αναιρεσιβλήτων περί παραγραφής των αγωγικών αξιώσεών τους.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος διότι δεν καθορίζεται το νομικό σφάλμα του δικαστηρίου σε σχέση με την ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων που εφάρμοσε. Αν δε αυτό εντοπίζεται στα όσα με την αναίρεση ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, ότι δηλαδή είχαν ασκήσει εμπρόθεσμα και είχαν ομοίως επιδόσει στους άνω εναγομένους, δηλαδή μέσα στη διετία από το ατύχημα, την με αριθμό κατάθεσης 907/1995 αγωγή τους από την οποία παραιτήθηκαν κατά την συζήτηση της εν συνεχεία ασκηθείσας με αριθμό καταθέσεως 3739/1998 ομοίου περιεχομένου και αιτήματος αγωγής τους και έτσι η διακοπή της παραγραφής που επήλθε με την άσκηση της πρώτης αγωγής αναβίωσε με την άσκηση της δεύτερης αγωγής μετά την κατά τα΄ άνω παραίτηση από την πρώτη, ο άνω λόγος είναι επίσης απορριπτέος ως αόριστος, αφού στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι ο περί διακοπής της παραγραφής ισχυρισμός των αναιρεσειόντων προβλήθηκε παραδεκτώς στο Εφετείο.

V. Από τις διατάξεις των άρθρων 10 Ν.Γ ΠΝ/1911, 297, 300, 330 και 914 Α.Κ. προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση της ευθύνης προς αποζημίωση σε περίπτωση σύγκρουσης αυτοκινήτων είναι η υπαιτιότητα του οδηγού του αυτοκινήτου που προκάλεσε τη ζημία καθώς και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως του οδηγού και της σύγκρουσης από την οποία προκλήθηκαν οι ζημίες.

Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ' αρχήν από το γεγονός ότι στο αποτέλεσμα της σύγκρουσης των αυτοκινήτων συντέλεσε και συνυπαιτιότητα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Η ύπαρξη συνυπαιτιότητος και ο βαθμός του συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος δεν αναιρούνται από μόνο το γεγονός ότι ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου παραβίασε τις διατάξεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, ούτε επίσης θεμελιώνονται σε μόνη την παραβίαση των διατάξεων τούτου από τον ζημιωθέντα, αφού η παράβαση τούτων δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παράβασης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Εξάλλου κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για την εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε όπως όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης με συνέπεια να μη μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικά, αν ορθώς ή όχι εφαρμόσθηκε ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου.

Αντιθέτως δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος και την ευθύνη των οδηγών των εμπλακέντων σ' αυτό αυτοκινήτων: «Η άνω εθνική οδός στο σημείο του ατυχήματος είναι διπλής κατευθύνσεως και έχει πλάτος οδοστρώματος 8 μ., είναι δε ευθεία σε απόσταση άνω των 500 μ..

Οι δύο ως άνω βούλγαροι οδηγοί, οδηγώντας τα άνω αυτοκίνητά τους, συνταξίδευαν, κινούμενοι προς Έδεσσα. Ο X1 προπορεύετο και ακολουθούσε ο .... Στο 33ο χιλιόμετρο της εν λόγω E.Ο. το αυτοκίνητο του X1 έπαθε βλάβη και συγκεκριμένα έσπασαν τα λάστιχα των δύο αριστερών τροχών του δεύτερου άξονα του ρυμουλκού (τράκτορα), και έτσι ο εν λόγω οδηγός σταμάτησε το αυτοκίνητό του στο δεξιό άκρο του δρόμου για να αλλάξει τα λάστιχα.

Σε πολύ μικρή απόσταση πίσω από το αυτοκίνητο αυτό σταμάτησε το αυτοκίνητο του ο .... Τα δύο αυτά φορτηγά αυτοκίνητα, αν και μετακινήθηκαν από τους οδηγούς τους στο δεξιό, σε σχέση με την πoρεία τους, άκρο του δρόμου, κατελάμβαναν εξ αιτίας των πολύ μεγάλων διαστάσεων τους το μεγαλύτερο μέρος του.οδοστρώματος του προς Έδεσσα ρεύματος πορείας της οδού, με αποτέλεσμα να δημιουργείται κίνδυνος για τα κινούμενα προς Έδεσσα αυτοκίνητα.

Παρ' όλα αυτά οι άνω οδηγοί των άνω αυτοκινήτων δεν τοποθέτησαν, όπως από το νόμο είχαν υποχρέωση, πίσω από το δεύτερο κατά σειρά σταματημένο αυτοκίνητο και σε απόσταση πάνω από 50 μ. την ανακλαστική τριγωνική προειδοποιητική του κινδύνου πινακίδα, αλλά περιορίστηκαν μόνον στo να ανάψουν τα μικρής εμβέλειας φώτα θέσεως των οχημάτων τους και ασχολήθηκαν με την αλλαγή των ελαστικών.

Τη στιγμή που είχαν ολοκληρώσει την αντικατάσταση των ελαστικών και ετοιμάζονταν για αναχώρηση, πλησίαζε στο σημείο που ήταν σταματημένα τα δύο άνω αυτοκίνητα το οδηγούμενο από τον X2 υπ' αριθμ. .... αυτοκίνητο, κινούμενο προς την ίδια κατεύθυνση, ήτοι προς Έδεσσα. Ο X2 αν και τελούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος και για τα λόγο αυτό δεν ήταν σε θέση να ασκεί τον αρμόζοντα έλεγχο και εποπτεία στο όχημα του, δεν φρόντισε τουλάχιστον να κινείται με κανονική ταχύτητα, ώστε να μπορεί να αντιδράσει σε περίπτωση κινδύνου, ενόψει της σαφώς περιορισμένης δυνατότητάς του να οδηγεί.

Αντίθετα εκινείτο με ταχύτητα 87 χ/ω (βλ. σχετική επισημείωση έκθεση αυτοψίας, κατά την οποία από το δίσκο του ταχογράφου προέκυψε ταχύτητα 81 χ/ω, καθώς και την από 3-7-1993 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ..., σύμφωνα με την οποία ο ταχογράφος κατέγραψε ταχύτητα μικρότερη κατά έξι (6) χιλιόμετρα της πραγματικής), η οποία όχι μόνον ήταν υπερβολική για τις συνθήκες που επικρατούσαν (νύκτα - έλλειψη εξωτερικού τεχνητού φωτισμού), αλλά υπερέβαινε και το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των 80 χ/ω.

Λόγω της κατάστασης στην οποία ευρίσκετο ο X2 , αντιλήφθηκε καθυστερημένα, από απόσταση 20 - 25 μ. περίπου (βλ. έκθεση αυτοψίας και σχεδιάγραμμα κατά τα οποία το αυτοκίνητό του άφησε ίχνη τροχοπέδησης μήκους 17 μ.) τα σταματημένα φoρτηγά των βουλγάρων οδηγών, αλλά και όταν αντιλήφθηκε τον κίνδυνο, εξαιτίας αφ΄ ενός μεν της περιορισμένης ικανότητας του για αντίδραση, αφ' ετέρου δε της αυξημένης ταχύτητας δεν μπόρεσε να αντιδράσει κατάλληλα πραγματοποιώντας ελιγμό προς τα αριστερά για να προσπεράσει ακίνδυνα τα σταματημένα φορτηγά, αλλά περιορίστηκε στο να τροχοπεδήσει, πλην όμως δεν μπόρεσε να ακινητοποιήσει το αυτοκίνητο του πίσω από τα σταματημένα φορτηγά με αποτέλεσμα να προσκρούσει με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου του στο πίσω αριστερό μέρος του τελευταίου από τα σταματημένα, ως άνω, φορτηγά και στη συνέχεια να αλλάξει πορεία προς τα αριστερά.

Για να αποτρέψει την εκτροπή του αυτοκινήτου του από το οδόστρωμα ο X2 έστριψε απότομα προς τα δεξιά με αποτέλεσμα να επιπέσει με το εμπρόσθιο μέρος του πρώτου κατά σειρά σταματημένου φορτηγού και να ακινητοποιηθεί έτσι στο οδόστρωμα, με διαγώνια αριστερή κατεύθυνση, αποκλείοντας έτσι και τα δύο ρεύματα πορείας της οδού, συνεπεία της διαδοχικής πρόσκρουσης του αυτοκινήτου του X2 στα δύο φορτηγά, ήταν να κοπεί σε τρία τουλάχιστον σημεία, η ευρισκόμενη στο εμπρόσθιο δεξιό μέρος του πλεξούδα των ηλεκτρικών καλωδίων, γεγονός που προκάλεσε τη θέση εκτός λειτουργίας ολοκλήρου σχεδόν του ηλεκτρικού συστήματος (βλ.

την πιο πάνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, του ...). Αμέσως μετά την ακινητοποίηση του αυτοκινήτου του, ο X2 κατέβηκε απ' αυτό κατευθύνθηκε στα δύο σταθμευμένα φορτηγά και προσπάθησε να συνεννοηθεί με τους οδηγούς τους. Τη στιγμή εκείνη μετά την παρέλευση ελάχιστου χρόνου, που δεν μπορεί να προσδιοριστεί επακριβώς (κατά την έκθεση αυτοψίας από 2 έως 10 λεπτά της ώρας) προσήγγισε στον τόπο του ατυχήματος το με αριθμ. ....

αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο στρατιώτης Ζ1 και στο οποίο επέβαιναν οι συνάδελφοι του ...,..., .. και ... . Ο Ζ1 αντιλήφθηκε έγκαιρα τα σταθμευμένα στο δεξιό άκρο του oδoστρώματος φορτηγά αυτοκίνητα και κατέλαβε το μέσο του δρόμου για να προσπεράσει τα σταματημένα αυτοκίνητα από αριστερά. Δεν αντιλήφθηκε όμως, λόγω της παντελούς έλλειψης φωτισμού, το ακινητοποιημένο στο μέσο του οδοστρώματος αυτοκίνητο του Χ2 .

Έτσι το αυτοκίνητο του επέπεσε με σφοδρότητα στο παραπάνω ακινητοποιημένο όχημα. Συνέπεια της σφοδρής αυτής σύγκρουσης ήταν να θανατωθούν οι Ζ1 ..., ..., ..., ... και να τραυματιστεί ο ...

« ... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στην έκταση του επιδίκου ατυχήματος συνετέλεσε και η αυξημένη ταχύτητα του αυτοκινήτου που οδηγούσε Ζ1 η οποία λόγω μη υπάρξεως ιχνών τροχοπεδήσεως δεν μπορεί να υπολογισθεί επακριβώς, αλλά από την έκταση των ζημιών του αυτοκινήτου του (κατεστράφη ολοσχερώς) φαίνεται ότι υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 90 χ/ω, η οποία ενόψει του γεγονότος ότι το αυτοκίνητο ήταν φορτωμένο με πέντε άτομα, κρίνεται υπερβολική.

Το ποσοστό συνυπαιτιότητας που βαρύνει τον θανατωθέντα ως άνω οδηγό του ΙΧΕ αυτοκινήτου κατά την κρίση του Δικαστηρίου ανέρχεται σε 20%. Τα υπόλοιπα ποσοστά συνυπαιτιοτητας (80%) πρέπει να κατανεμηθούν μεταξύ των δύο Βουλγάρων οδηγών και του X2 .Σταθμίζοντας την αμελή συμπεριφορά των παραπάνω το δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι η αμελής συμπεριφορά του X2 παραβιάζει εντονότερα τις διατάξεις του Κ.Ο.Κ, λόγω δε της βαρύτητας αυτής το ποσοστό συνυπαιτιότητας αυτού καθορίζεται σε 50% και των δύο Βουλγάρων οδηγών σε 30%».

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες σε σχέση με το ζήτημα της συνυπαιτιότητας στο επελθόν ατύχημα του οδηγού του, ΙΧΕ αυτοκινήτου Ζ1 , που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων. Ειδικότερα την συνυπαιτιότητα του εν λόγω οδηγού αποδίδει στην αυξημένη ταχύτητα του υπ΄αυτού οδηγούμενου ΙΧΕ αυτοκινήτου για την οποία, από την ολοκληρωτική ως δέχεται, καταστροφή του αυτοκινήτου, συμπεραίνει ότι αυτή πρέπει να υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των 90 χ/ω στην περιοχή του ατυχήματος και την οποία χαρακτηρίζει ως υπερβολική με βάση και το γεγονός ότι στο αυτοκίνητο αυτό επέβαιναν πέντε άτομα.

Επομένως ο δεύτερος εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, σε σχέση με την άνω παραδοχή της, η ύπαρξη ανεπαρκώς και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά συνέπεια η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-

Απορρίπτει την από 5.3.2001 αίτηση των ....... κ.λ.π. για αναίρεση της 3071/2000 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Και

-

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παρόντων αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ για τους τρίτο και τέταρτη και σε ίσο ποσό για έκαστο των παραστάντων λοιπών αναιρεσιβλήτων.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Σεπτεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ