Supreme Court dismisses appeal on appealable error grounds, ruling appellate court's fact-finding review is not reviewable.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding child support. The appellant argued the appellate court erred in its evaluation of evidence and the appointment of a judicial representative, but the court rejected this as a non-appealable matter. The court held that the appellate court's assessment of evidence and fact-finding constitutes an exercise of judicial discretion that cannot be reviewed on appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(10), 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the alleged error of the appellate court in the evaluation of evidence and the analysis of facts is inadmissible as it does not constitute a reviewable ground under the law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1591 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1591/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Ε. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κυριακή Πακιρτζίδου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Σ. του Ι. και 2) Ι. Σ. του Κ., κατοίκων ..., εκ των οποίων ο 1ος, ατομικά και ως δικαστικού συμπαραστάτη και για λογαριασμό του δικαστικώς συμπαραστατούμενου υιού του Ι. Σ. (2ου), παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ι. Νανούση.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-3-2021 τριτανακοπή του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14712/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1224/2022 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-7-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 29-7-2022 (αρ. έκθ. κατ. 2253/240/2022) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 1224/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ. σε συνδ. 801 έως 805 Κ.Πολ.Δ.) κεκλεισμένων των θυρών, όπως ορίζει το άρθρο 802 παρ.3 Κ.Πολ.Δ., έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 564 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), η οποία έλαβε χώρα, όπως επικαλείται η αναιρεσείουσα και δεν αμφισβητείται, στις 30-6-2022, η δε αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στις 29-7-2022 (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 1 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ενώ επίσης, για το παραδεκτό αυτής, έχει κοινοποιηθεί στον αρμόδιο Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και στον δικαστικώς συμπαραστατούμενο, Ι.
Σ. (β'αναιρεσίβλητο), σύμφωνα με όσα ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 747 παρ. 4, 748 παρ. 5 και αυτές σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 802 παρ.1 και 2 Κ.Πολ.Δ., όπως ειδικότερα προκύπτει από τις προσκομιζόμενες, μετ' επικλήσεως, υπ' αριθμ. ...-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Π.
Ε. Γ. και υπ' αριθμ. ...-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, Χ. Σ. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά και νόμιμα ως δικόγραφο και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ.1 και 3 Κ.Πολ.Δ.).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 583, 586 παρ. 1 και 588 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι κάθε τρίτος, ο οποίος δεν συμμετέχει στη δίκη μεταξύ άλλων - με την έννοια της μη ουσιαστικής συμμετοχής του είτε εκουσίως είτε μετά την πρόσκληση άλλου - ούτε προσεπικλήθηκε, ούτε ανακοινώθηκε σ'αυτόν η δίκη από την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο (με την έννοια της πρόσκλησης για τη συμμετοχή στη συγκεκριμένη δίκη η οποία προέρχεται από ενέργεια άλλου, δηλαδή δυνατότητας γνώσης της ύπαρξης εκκρεμούς δίκης και συμμετοχής σ' αυτήν, χωρίς να είναι απαραίτητη η μετά από πρόσκληση συμμετοχή σε αυτήν) μπορεί να ασκήσει τριτανακοπή κατά της εκδοθείσας απόφασης, η οποία πρέπει να είναι οριστική.
Ειδικότερα, η τριτανακοπή στην εκουσία δικαιοδοσία (αρθ. 773 Κ.Πολ.Δ.) αποκτά ιδιαίτερη πρακτική σημασία, καθώς αποτελεί το κύριο μέσο κατοχύρωσης του δικαιώματος έννομης προστασίας και δικαστικής ακρόασης κάθε μη συμμετασχόντος στην διαδικασία τρίτου, ο οποίος μάλιστα, δεν αποκλείεται να είναι και το άμεσα επηρεαζόμενο από την απόφαση πρόσωπο.
Η έννοια του τρίτου στην προκειμένη διάταξη προσδιορίζεται, αρνητικά σε σχέση, με τους διαδίκους της εκουσίας δικαιοδοσίας. Αντιδιαστέλλονται, έτσι, τα νομιμοποιούμενα προς άσκηση τριτανακοπής πρόσωπα από τους διαδίκους της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως και η τριτανακοπή καθεαυτήν, από τα ένδικα μέσα, που αποτελούν τη μοναδική δυνατότητα ανατροπής της απόφασης από τους διαδίκους. 'Ετσι, τα πρόσωπα, που δικαιούνται να ασκήσουν τριτανακοπή, εντοπίζονται σε όσους δεν συμμετείχαν στη δίκη ως αιτούντες ή με ένα από τους αναφερόμενους στα άρθρα 748 παρ.3, 752 και 753 τρόπους.
Μεταξύ αυτών συγκαταλέγεται και εκείνος εναντίον του οποίου απευθύνθηκε η αίτηση, χωρίς να το επιβάλλει ο νόμος (Α.Π. 1040/2009, Α.Π. 646/1975) ή αυτός που κλητεύθηκε με πρωτοβουλία του αιτούντος, χωρίς διαταγή του δικαστηρίου, εφόσον δεν έλαβαν μέρος εκουσίως, με την άσκηση παρέμβασης, στη δίκη (Α.Π. 1040/2009). Αίτημα της τριτανακοπής είναι η ως προς αυτόν ακύρωση ή κήρυξη ανενεργού της απόφασης, εφόσον προκαλεί βλάβη ή θέτει σε κίνδυνο τα έννομα συμφέροντά του και εφόσον ο ίδιος έχει κατά το χρόνο έκδοσης της τριτανακοπτόμενης απόφασης κεκτημένο ή προστατεύσιμο δικαίωμα, κατά το άρθρο 69 Κ.Πολ.Δ., με βάση το οποίο θα μπορούσε να ασκήσει, αγωγή ή παρέμβαση.
Ο τρίτος που δεν συμμετέχει στη δίκη, ούτε δεσμεύεται από το δεδικασμένο, μπορεί να ασκήσει τριτανακοπή χωρίς άλλη προϋπόθεση, ενώ δεν είναι υποχρεωμένος να επικαλεστεί δόλο ή συμπαιγνία των διαδίκων, δεδομένου ότι περιορισμοί στην άσκηση της τριτανακοπής προβλέπονται μόνο α) για τους διαδίκους και τους διαδόχους τους, που ταυτίζονται μ' αυτούς, όπως οι καθολικοί διάδοχοι, οι οποίοι δεν μπορούν να ασκήσουν τριτανακοπή, παρά μόνο μπορούν να προσβάλλουν την απόφαση στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες επιτρέπεται αναψηλάφηση (άρθρ. 333 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και β) για εκείνους που δεσμεύονται από το δεδικασμένο, οι οποίοι μπορούν να ασκήσουν τριτανακοπή, μόνο αν επικαλούνται κοινό δόλο ή συμπαιγνία των διαδίκων (άρθρ. 586 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), οι οποίοι είχαν λάβει μέρος στη δίκη που εκδόθηκε η τριτανακοπτόμενη απόφαση.
Η τριτανακοπή δεν είναι ένδικο μέσο, αλλά ένδικο βοήθημα, που δεν υπόκειται σε ορισμένη προθεσμία, δεν ασκείται με αυτήν κάποιο ουσιαστικό δικαίωμα ούτε επιδιώκεται η διάγνωσή του, αλλά η ενέργειά της εξαντλείται στην ανενέργεια ή ακύρωση της απόφασης απέναντι στον τριτανακόπτοντα.
Συνεπώς, και επί των υποθέσεων της εκουσίας δικαιοδοσίας, ο τρίτος που δεν κλητεύθηκε μετά από διαταγή του δικαστηρίου ή δεν προσεπικλήθηκε ή δεν άσκησε παρέμβαση κατά την εκδίκαση της σχετικής υπόθεσης, είναι μεν υποχρεωμένος να δεχθεί την διάπλαση της έννομης σχέσης που έγινε με την εκδοθείσα απόφαση, πλην όμως, εφ` όσον έχει έννομο συμφέρον, δικαιούται να ασκήσει κατ` αυτής τριτανακοπή και να ζητήσει την ακύρωση της τριτανακοπτόμενης απόφασης, επικαλούμενος ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την έκδοση της ή ότι, εάν οι απόψεις του ετίθεντο ενώπιον του εκδόσαντος την τριτανακοπτόμενη απόφαση, δικαστηρίου, το τελευταίο θα έκρινε διαφορετικά, στο πλαίσιο της διακριτικής του ευχέρειας (Α.Π. 477/2013).
Έννομο συμφέρον για την άσκηση τριτανακοπής έχει εκείνος που βλάπτεται άμεσα ή έμμεσα από τις έννομες συνέπειες της τριτανακοπτόμενης απόφασης ή εκείνος για τα συμφέροντα του οποίου δημιουργείται άμεσος ή ενδεχόμενος κίνδυνος από την έκδοση αυτής και τις έννομες συνέπειές της (Α.Π. 41/2003, Α.Π. 128/1991). Οι λόγοι δε, της τριτανακοπής δεν αναφέρονται ασφαλώς σε σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά αποτελούν οιονεί αιτιάσεις, με τις οποίες προβάλλονται νομικοί λόγοι ή πραγματικά περιστατικά, που παριστούν την εκφρασθείσα με την τριτανακοπτόμενη δικαστική κρίση βλαπτική των εννόμων συμφερόντων του τριτανακόπτοντος για την άσκηση της τριτανακοπής (Α.Π. 429/2024, Α.Π. 1513/2018).
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 761, 748 παρ. 3, 753 παρ. 1 και 2 K.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι η έννοια του διαδίκου στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, η οποία χαρακτηρίζεται από την ελαστικότητα της διαδικασίας, έχει άλλο περιεχόμενο από ό,τι έχει στο πεδίο της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας και τούτο, διότι στη διαδικασία αυτή δεν υφίσταται, κατά κανόνα, αντιδικία και για το λόγο αυτό δεν υπάρχουν αντιδικούντα πρόσωπα, αλλά πρόσωπα που "ενδιαφέρονται" θετικώς ή αρνητικώς ως προς τη ρύθμιση που θα αποφασιστεί και που αποτελεί το αντικείμενο της αίτησης.
Τα πρόσωπα αυτά αποκτούν την ιδιότητα του διαδίκου: α) με την υποβολή της αίτησης για την εκδίκαση ορισμένης υπόθεσης της εκούσιας δικαιοδοσίας, β) με την κλήτευσή τους στη διαδικασία αυτή κατόπιν διαταγής του αρμοδίου δικαστηρίου (άρθρ. 748 παρ. Κ.Πολ.Δ. - Α.Π. 564/2021, Α.Π. 2130/2014, Α.Π. 41/2003), γ) με την άσκηση κύριας ή πρόσθετης παρέμβασης (άρθρ. 752 Κ.Πολ.Δ.), δ) με την προσεπίκλησή τους που γίνεται με πρωτοβουλία κάθε διαδίκου ή αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθρ. 753 Κ.Πολ.Δ.).
Έτσι, ο καθού η αίτηση δεν προσλαμβάνει την ιδιότητα του διαδίκου με μόνη την απεύθυνση της αίτησης εναντίον του, αν δεν κλητεύθηκε ύστερα από διαταγή του δικαστηρίου, δεν προσεπικλήθηκε ή δεν άσκησε παρέμβαση, ακόμη και όταν, χωρίς πάντως να ασκήσει παρέμβαση, παραστεί στη δίκη. Επομένως, ως μη διάδικος, σε περίπτωση που η απόφαση είναι εκκλητή δεν έχει δικαίωμα έφεσης κατά της απόφασης που θα εκδοθεί, αλλά σε κάθε περίπτωση, αν η απόφαση αυτή προκαλεί σε αυτόν βλάβη ή εκθέτει σε κίνδυνο τα συμφέροντα του, μπορεί να την τριτανακόψει (Α.Π. 41/2003).
Ούτε άλλωστε, ο από τον δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου, ορισμός, κατά την κατάθεση της αίτησης, απλώς της προθεσμίας για την τυχόν κοινοποίησή της στον Εισαγγελέα και στους καθών για να ασκήσουν παρέμβαση ή να προστατεύσουν κατά άλλο, ενδεχομένως, τρόπο τα πιθανά συμφέροντα τους, συνιστά ή μπορεί να αναπληρώσει την προβλεπόμενη από το άρθρο 748 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.
κλήτευση, με διαταγή του αρμόδιου δικαστή, εκείνου που έχει έννομο συμφέρον από τη δίκη, ώστε να προσδίδει στον καθού η αίτηση ιδιότητα διαδίκου (Α.Π. 429/2024, Α.Π. 564/2021, Α.Π. 1305/1994, Α.Π. 646/1975). Τα παραπάνω αφορούν στις γνήσιες υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, οι οποίες χαρακτηρίζονται ως τέτοιες από την απουσία κατ' αρχήν του στοιχείου της αντιδικίας και έχουν ως αντικείμενο την δημοσίου δικαίου αξίωση του αιτούντος κατά της πολιτείας να προβεί στην επιδιωκόμενη διαπίστωση ή διάπλαση.
Αντίθετα, μη γνήσιες υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, χαρακτηρίζονται οι γνήσιες ιδιωτικού δικαίου διαφορές, όπου εμφανίζεται κανονικά το στοιχείο της αντιδικίας, οι οποίες κατά παραπομπή του νόμου εκδικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 741 επ. Κ.Πολ.Δ. Πρόκειται κυρίως για διαφορές διαπλαστικού χαρακτήρα, τις οποίες ο νομοθέτης για λόγους σκοπιμότητας υπάγει προς εκδίκαση στην εκούσια δικαιοδοσία, αντί της περισσότερο δύσκαμπτης διαδικασίας της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, δηλαδή εκείνες όπου απαντάται το στοιχείο της διαφοράς και αν δεν είχαν από το νομοθέτη υπαχθεί στη διαδικασία αυτή, που προτιμήθηκε λόγω της ελαστικότητάς της, θα δικάζονταν με την κατ' αντιδικία διαδικασία (Α.Π. 564/2021).
Με βάση την ως άνω διάκριση, στις γνήσιες υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας συγκαταλέγεται η υπόθεση που αφορά τη θέση προσώπου υπό δικαστική συμπαράσταση βάσει του άρθρου 1666 επ. του Α.Κ., (η οποία, μετά τη σιωπηρή κατάργηση του άρθρου 681 Β παρ.1 Κ.Πολ.Δ. με το άρθρο 1 του ν.4335/2015, υπάγεται πλέον στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας κατ' άρθρο 121 ΕισΝΑΚ) (Α.Π. 429/2024).
Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανίσχυρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ.ΑΠ 2/2001, Α.Π. 1181/2022, Α.Π. 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ.ΑΠ 2/2001, Α.Π. 1181/2022, Α.Π. 480/2020, Α.Π. 175/2019. Α.Π. 1496/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Με τον λόγο αυτό ελέγχεται, αν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτή διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές (ΟλΑ.Π. 3/2022, ΟλΑ.Π. 2/2019, ΟλΑ.Π. 25/2008). Το έννομο συμφέρον και η νομιμοποίηση των διαδίκων αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας.
Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου, ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές, ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΟλΑ.Π. 25/2008, ΑΠ 1916/2022, ΑΠ 262/2022, ΑΠ 772/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι, η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 17-3-2021 (αριθ.
έκθ. κατ. 3895/3197/23-3-2021) τριτανακοπή που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, απευθυνόμενη κατά της ήδη αναιρεσείουσας, ιστορούσε ότι με την καθ' ης έχει αποκτήσει ένα τέκνο, τον Ι., ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο, την επιμέλεια του οποίου έχει ο ίδιος με την υπ' αριθμ. 529/2020 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Ότι, επειδή ο Ι. πάσχει από διάχυτη αναπτυξιακή διαταραχή στο φάσμα του αυτισμού, μόλις ενηλικιώθηκε, τόσο ο ίδιος όσο και η καθ'ης ζήτησαν, με ξεχωριστές αιτήσεις, να τεθεί υπό πλήρη δικαστική συμπαράσταση και να διοριστούν δικαστικοί συμπαραστάτες του. Ότι το παραπάνω Δικαστήριο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 796/2021 απόφαση, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της δικής του αίτησης, ενώ επί της αιτήσεως της καθ' ης εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 797/2021 απόφαση, με την οποία, αφού τέθηκε ο ενήλικος πλέον υιός τους σε πλήρη δικαστική συμπαράσταση, διορίστηκε αυτή προσωρινή και οριστική συμπαραστάτριά του, της ανατέθηκε η επιμέλεια του προσώπου του και ορίστηκε εποπτικό συμβούλιο, αποτελούμενο, μεταξύ άλλων, από τον τριατανακόπτοντα.
Ότι ο ίδιος δεν κλήθηκε στη συζήτηση της αίτησης της καθ' ης, με αποτέλεσμα να μην έχει συνεισφέρει τα αναφερόμενα στην τριτανακοπή του ουσιώδη στοιχεία για τη ζωή του Ι., τα οποία εάν είχαν ληφθεί υπόψη από το παραπάνω Δικαστήριο, θα διαφοροποιούσαν την απόφασή του και θα αποφαινόταν ότι η καθ' ης δεν είναι το κατάλληλο πρόσωπο για να διορισθεί ως δικαστική συμπαραστάτρια του Ι., αλλά ως τέτοιο θα έπρεπε να διοριστεί ο ίδιος.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε να ακυρωθεί η υπ' αριθμ. 797/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά το σκέλος που όρισε την καθ' ης δικαστική συμπαραστάτρια του υιού τους και να διορισθεί ο ίδιος δικαστικός συμπαραστάτης αυτού. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 14712/2021 απόφασή του, δέχθηκε την τριτανακοπή και αφού ακύρωσε την υπ' αριθμ. 797/2021 απόφασή του, κατά το μέρος που αφορά το διορισμό δικαστικού συμπαραστάτη και εποπτικού συμβουλίου, διόρισε τον τριτανακόπτοντα προσωρινό και οριστικό συμπαραστάτη του υιού των διαδίκων, αναθέτοντας σ' αυτόν την επιμέλειά του, ενώ διόρισε τριμελές εποπτικό συμβούλιο, αποτελούμενο από την καθ' ης- μητέρα του (ως πρόεδρο), την Ε.
Σ. και Α. Σ. (αδελφές του τριτανακόπτοντος). Κατά της απόφασης αυτής η καθ' ης, ήδη αναιρεσείουσα, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την από 1-12-2021 (αριθμ. έκθ. κατ. 25887/2070/2021) έφεση, η οποία με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1224/2022 απόφαση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν. Ειδικότερα, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τον ισχυρισμό που προέβαλε πρωτοδίκως η καθ' ης η τριτανακοπή, ήδη αναιρεσείουσα, τον οποίο επανέφερε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με τον πρώτο λόγο της έφεσής της, με τον οποίο ισχυριζόταν ότι ο τριτανακόπτων, ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, δεν νομιμοποιείται στην άσκηση της κρινόμενης τριτανακοπής κατά της υπ' αριθμ. 797/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δεχόμενο, επί λέξει, ότι: "...
η εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα) με τον πρώτο λόγο της έφεσής της ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι ο τριτανακόπτων (ήδη α'αναιρεσίβλητος) νομιμοποιείται στην άσκηση της κρινόμενης τριτανακοπής κατά της υπ' αριθμ. 797/2021 αποφάσεως, κρίνοντας εσφαλμένα ότι είναι τρίτος ως προς την επίδικη διαφορά, καθώς συμμετείχε στη δίκη ως διάδικος, αφού στις 10-12-2020, όταν συζητήθηκαν από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο οι δύο αιτήσεις των διαδίκων, ήτοι η υπ' αριθμ. 18752/15290/2020 αίτηση του τριτανακόπτοντα και η υπ' αριθμ. 18502/15106/2020 αίτηση της καθ' ης, με αντικείμενο την υποβολή του υιού τους σε καθεστώς πλήρους δικαστικής συμπαράστασης και ορισμού δικαστικού συμπαραστάτη, το Δικαστήριο ερεύνησε και αξιολόγησε τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν από αμφότερους τους διαδίκους καταλήγοντας στην καταλληλότητα της καθ' ης η τριτανακοπή.
Ο παραπάνω ισχυρισμός της εκκαλούσας δεν είναι βάσιμος, καθώς επί της αιτήσεως του τριτανακόπτοντος εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 796/2021 απόφαση που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αιτήσεως, λόγω ελλείψεως κλητεύσεως του καθ' ου η αίτηση, Ι. Σ., και επομένως δεν εξετάσθηκαν οι ισχυρισμοί του αιτούντος, ενώ επί της αιτήσεως της καθ' ης εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 797/2021 απόφαση στην οποία δεν ήταν διάδικος ο τριτανακόπτων, ούτε προσέλαβε, σύμφωνα με τους αναφερόμενους στη μείζονα σκέψη τρόπους, την ιδιότητα του διαδίκου, καθώς ούτε κλητεύθηκε ύστερα από διαταγή του δικαστηρίου, ούτε προσεπικλήθηκε, ούτε άσκησε παρέμβαση κατά τη συζήτηση της αίτησης της καθ' ης.
Επειδή δε η διαπίστωση της έλλειψης κλήτευσης του καθ' ου στην πρώτη αίτηση έλαβε χώρα μετά τη συνεκφώνηση των δύο υποθέσεων, το Δικαστήριο αποφάσισε τη μη συνεκδίκαση των αιτήσεων, εκδίδοντας δύο ξεχωριστές αποφάσεις, επιπλέον δε στην υπ' αριθμ. 797/2021 απόφασή του αποσαφήνισε στο σκεπτικό του ότι "δεν έλαβε υπόψιν του αυτεπαγγέλτως, στο πλαίσιο ανακριτικού συστήματος, τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν από τον πατέρα του καθ' ου και αιτούντα της με αριθμό κατάθεσης 18752/15290/26.11.2020 αίτησης, ούτε την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος που εξετάστηκε με επιμέλειά του.
Η μη λήψη υπόψιν των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων, τα οποία βρέθηκαν στη διάθεση του δικαστηρίου λόγω της συνεκφώνησης των δύο αιτήσεων, αποφασίστηκε γιατί το παρόν δικαστήριο έκρινε πως σε αντίθετη περίπτωση θα παραβιαζόταν το θεμελιώδες δικαίωμα ακροάσεως του καθ' ου". Επομένως, εφόσον οι ισχυρισμοί και τα αποδεικτικά μέσα του τριτανακόπτοντος δεν λήφθηκαν υπόψη από το ως άνω Δικαστήριο, ο τριτανακόπτων δικαιούται να ασκήσει κατά της υπ' αριθμ. 797/2021 αποφάσεως τριτανακοπή και να ζητήσει την ακύρωση της απόφασης.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε νόμιμη την τριτανακοπή, ορθώς εφάρμοσε το νόμο και ο σχετικός λόγος της έφεσης τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος".
'Ετσι που έκρινε το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης και με όσα δέχθηκε, ενόψει όσων αναλυτικά προεκτέθηκαν στη μείζονα νομική σκέψη, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 (και όχι και από τον αριθμό 14) του Κ.Πολ.Δ., δεδομένου ότι στη δίκη εκείνη, ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν προσέλαβε την ιδιότητα του διαδίκου (δεν κατέστη υποκείμενο της δίκης), καθώς ούτε απευθύνθηκε κατ'αυτού η αίτηση της αναιρεσείουσας, ούτε κλητεύθηκε από την τελευταία ή μετά από διαταγή του δικαστηρίου να παραστεί στη δίκη, ούτε προσεπικλήθηκε, ούτε άσκησε παρέμβαση κατά την εκδίκαση της σχετικής υπόθεσης επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 797/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ.ΑΠ 1/2020, Ολ.ΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006, Α.Π. 6/2022, Α.Π. 1217/2020).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Α.Π. 453/2022, Α.Π. 1217/2020). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 68/2020, Α.Π. 12/2020, Α.Π. 1217/2020).
Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005, Α.Π. 58/2023, Α.Π. 325/2022, Α.Π. 57/2022, Α.Π. 64/2022, Α.Π. 68/2022, Α.Π. 1096/2021).
Στην περίπτωση αυτή (άρθρ. 559 αριθ. 19), δεν αρκεί η μνεία μεμονωμένων και αποσπασματικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ.ΑΠ 28/1998, Α.Π. 58/2023, Α.Π. 57/2022, Α.Π. 109/2020, Α.Π. 22/2020).
Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο με πληρότητα και όχι αποσπασματικά είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενό του αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό (Ολ.ΑΠ 1/2016, 2/2013, 20/2005, Α.Π. 58/2023, Α.Π. 1198/2023, Α.Π. 109/2020).
Συνακόλουθα, η εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ.19 του Κ.Πολ.Δ.), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στη κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (Α.Π. 1198/2023, Α.Π. 109/2020, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.
Αυτό διότι ο Άρειος Πάγος για τη διαπίστωση της παράβασης, ελέγχει μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων και συνεπώς, η έκθεση αυτή, είναι αναγκαία προκειμένου να αποβεί εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα, δε, και ο έλεγχος του διατακτικού της απόφασης, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης.
Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (Ολ.ΑΠ 27/1998, Ολ.ΑΠ 32/1996, Α.Π. 109/2020, Α.Π. 1217/2020, Α.Π. 24/2019), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος. Με το λόγο αυτόν, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 57/1990, Α.Π. 1217/2020).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., δηλαδή ότι δεν έχει νόμιμη βάση. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι δεν έχει αιτιολογίες, όσον αφορά το αποδεικτικό της πόρισμα ότι το συμφέρον του συμπαραστατούμενου επιτάσσει να ανατεθεί η ιδιότητα του δικαστικού συμπαραστάτη και η επιμέλεια του προσώπου του στον αναιρεσίβλητο πατέρα του, ότι δεν υπάρχει ουδεμία αναφορά αρνητικού περιστατικού ή μεμπτής συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας γενικότερα ή κατά την άσκηση των γονεϊκών καθηκόντων της, ότι δεν αναφέρει για ποιο λόγο θα έπρεπε να αλλάξει το πρόσωπο που ασκεί την επιμέλεια του συμπαραστατούμενου Ι., καθώς λόγω του αυτισμού και της συνοδεύουσας νοητικής υστέρησης από την οποία πάσχει έχει απόλυτη ανάγκη από σταθερό περιβάλλον, ενώ έχει αντιφατικές αιτιολογίες σε άλλα ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ότι το Εφετείο καταλήγοντας στο αποδεικτικό του πόρισμα και διορίζοντας τον αναιρεσίβλητο πατέρα του δικαστικό συμπαραστάτη του υιού τους, υπέπεσε στη πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
Ο προαναφερθείς λόγος, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, η οποία καθιστά, εν προκειμένω, ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Αυτό δε διότι, για τη θεμελίωση του λόγου αυτού, αφενός δεν αναφέρονται οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκαν και το περιεχόμενο αυτών, αφετέρου δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, με πληρότητα, όπως είναι αναγκαίο, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το διορισμό του α' αναιρεσίβλητου ως δικαστικού συμπαραστάτη και για την ανάθεση σ' αυτόν της επιμέλειας του συμπαραστατούμενου, ούτε επισημαίνονται στο αναιρετήριο, με βάση τις σχετικές κρίσιμες παραδοχές (μη κατά τα προεκτεθέντα διαλαμβανόμενες), οι κατά την αναιρεσείουσα υπάρχουσες ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
λόγου αναίρεσης, παρά μόνο ελάχιστα αποσπάσματα αυτής, τα οποία επέλεξε, κατά το δοκούν, η αναιρεσείουσα, αλλά με βάση αυτά και μόνο δεν είναι εφικτός ο έλεγχος της βασιμότητάς του. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα, περιορίζεται στο να παραθέσει τους λόγους για τους οποίους, κατ`αυτήν, εσφαλμένα το Εφετείο έκρινε τον πρώτο αναιρεσίβλητο καταλληλότερο ως δικαστικό συμπαραστάτη από την ίδια και να αναφέρει περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι η ίδια, όπως ισχυρίζεται, είναι η πλέον κατάλληλη.
Και αυτό ανεξάρτητα του ότι με τις αιτιάσεις της, στο σύνολό τους, η αναιρεσείουσα δεν πλήττει τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά πλήττει μόνο την αξιολόγηση και εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ (Α.Π. 1198/2023, Α.Π. 1226/2023, Α.Π. 1442/2021, Α.Π. 319/2017).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του K.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.
του K.Πολ.Δ., εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει, ως προς το έγγραφο, σε σφάλμα ανάγνωσής του, όταν δηλαδή αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από αυτό που πράγματι έχει, δηλαδή, ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και, στη συνέχεια, εξαιτίας της παραμόρφωσης αυτής, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κυρίως στο έγγραφο που κατά τον τρόπο αυτό παραμορφώθηκε.
Επομένως, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ αναγιγνώσκει ορθώς, όπως αυτό έχει, το περιεχόμενο του εγγράφου, εκτιμά ακολούθως αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, αφού η εκτίμησή του αυτή είναι, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του K.Πολ.Δ., αναιρετικώς ανέλεγκτη, αλλά ούτε και όταν το Δικαστήριο της ουσίας, ακόμη και αν παραμόρφωσε το έγγραφο, περιορίσθηκε να το συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτό για το σχηματισμό της κρίσης του, χωρίς, δηλαδή, να στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σε αυτό (Ολ.ΑΠ 2/2008, Α.Π. 687/2024, Α.Π. 70/2022, Α.Π. 78/2022, Α.Π. 8/2021).
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, για να είναι ορισμένος, θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται μεταξύ άλλων: α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, κατά λέξη παρατιθέμενου, β) το διαφορετικό περιεχόμενο που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι έχει το έγγραφο αυτό, ούτως ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, με εκείνο που φέρεται να δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση να υπάρχει η δυνατότητα κρίσης από τον Άρειο Πάγο περί της ύπαρξης διαγνωστικού σφάλματος κατά την ανάγνωση του εγγράφου, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, δ) η επιρροή που είχε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου και ε) να εκτίθεται (ή να προκύπτει) ότι πρόκειται για έγγραφο από εκείνα που προβλέπονται στα άρθρα 339 ή 432 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 14/2022, Α.Π. 816/2022).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, η αναιρεσείουσα, με επίκληση της παραπάνω διάταξης του αριθμού 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αποδίδει, με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου εγγράφου, καθώς με το δεχθεί ότι: "... η αυξημένη καταλληλότητα του πατέρα έχει επίσης διαγνωστεί, τόσο με την υπ' αριθμ. 529/2020 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, όσο και με την υπ' αριθμ. 44/2020 απόφαση του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου, στο πλαίσιο της διερεύνησης της ύπαρξης κινδύνου για τον τότε ανήλικο, όπου καθοριστικά εκτιμήθηκαν η συνολική συμπεριφορά και το ενδιαφέρον του προς τον ανήλικο, καθώς και τα οφέλη αυτής, των προσπαθειών που καταβάλει για τον τελευταίο, ενώ αντίθετα, παρά τα περί του αντιθέτου ισχυριζόμενα από την εκκαλούσα, ουδόλως επηρέασε την κρίση του αυτή η προαναφερθείσα ποινική διαδικασία με κατηγορούμενο τον εξάδελφο της μητέρας , η οποία τότε βρισκόταν σε στάδιο προκαταρκτικής εξέτασης...", παραμόρφωσε: 1) το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 529/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ανατέθηκε η αποκλειστική άσκηση της επιμέλειας του τέκνου των διαδίκων, στον πατέρα του, ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο, καθώς η απόφαση αυτή εκδόθηκε υπό τη σκιά της ποινικής δικογραφίας που σχηματίσθηκε εις βάρος συγγενικού προσώπου της αναιρεσείουσας, υποβολέας και υπεύθυνος για το σχηματισμό της οποίας ήταν (όπως ισχυρίζεται) ο α' αναιρεσίβλητος, ο οποίος υπέβαλε στο τέκνο τους, όπως αποκάλυψε στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας, να αναφέρει ενώπιον των Αρχών ότι κακοποιήθηκε σεξουαλικά από τον εξάδελφό της Μ.
Ε., ενόσω ήταν υπό την επιμέλειά της, το γεγονός δε αυτό και η στάση αμφοτέρων των γονέων στο ζήτημα που διερευνάτο ακόμη ποινικά, βάρυνε στην κρίση του Δικαστηρίου να αναθέσει την επιμέλεια του προσώπου του στον πατέρα του και 2) το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 44/2020 απόφασης του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο, η οποία εκδόθηκε επί αιτήσεως της αναιρεσείουσας για αναστολή της εκτέλεσης της υπ' αριθμ. 529/2020 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ενόψει της αίτησης αναίρεσης που άσκησε, η οποία επρόκειτο να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 4-11-2020.
Από την επισκόπηση της προσκομιζόμενης μετ' επικλήσεως υπ' αριθμ. 529/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, προκύπτει ότι στο σκεπτικό της γίνεται ρητή αναφορά στη διενεργούμενη προκαταρκτική εξέταση, αναφορικά με τις καταγγελλόμενες από τον πρώτο αναιρεσίβλητο ασελγείς πράξεις σε βάρος του τότε ανήλικου τέκνου του από συγγενικό πρόσωπο της αναιρεσείουσας, ωστόσο αναφέρει, σχετικά με τον ισχυρισμό της μητέρας, ότι τα καταγγελλόμενα είναι προϊόν υποβολής από τον πατέρα του, ότι: "...
Ανεξάρτητα από τη βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού, που είναι αντικείμενο ποινικής έρευνας που ήδη εκκρεμεί, αμφότεροι οι γονείς, παρά το διαφορετικό τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται και προσεγγίζουν τις ανάγκες του ανήλικου Ι., τρέφουν ειλικρινή αισθήματα αγάπης για το τέκνο τους και επιθυμούν να του προσφέρουν ένα ασφαλές και ομαλό περιβάλλον διαβίωσης [... ].
Με βάση όλα τα παραπάνω το Δικαστήριο αφού έλαβε υπόψη επιπροσθέτως την ηλικία του Ι., το φύλλο του, την εγγύτητα της οικίας του εκκαλούντος στο σχολείο του ανηλίκου, γεγονός που περιορίζει αισθητά το χρόνο μετάβασης και επιστροφής και κατ'επέκταση την ταλαιπωρία του Ι., τον ιδιαίτερο δεσμό που έχει αναπτυχθεί ανάμεσα σ'αυτόν και τον πατέρα του, την ικανότητα του τελευταίου να ανταπεξέλθει στο γονεϊκό του ρόλο και τη στάση αμφοτέρων των γονέων στο ζήτημα που διερευνάται ακόμη ποινικά, κρίνει με γνώμονα πάντα το συμφέρον του ανηλίκου ότι η επιμέλεια του προσώπου του πρέπει να ανατεθεί στον εκκαλούντα πατέρα του...".
Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού δεν υπάρχει παραμόρφωση, καθώς το Δικαστήριο, αξιολογώντας το αληθινό περιεχόμενο της υπ'αριθμ. 529/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, οδηγήθηκε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό η αναιρεσείουσα, πέραν του ότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στην απόφαση αυτή, για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα, αλλά από τη συνεκτίμηση και όλων των άλλων αποδεικτικών μέσων.
Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που αναφέρεται στην αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου της ως άνω απόφασης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθ' όσον πρόκειται για αιτίαση που ανάγεται σε εσφαλμένη εκτίμηση αυτής, που δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ..- Α.Π. 1044/2013).
Κατά το δεύτερο σκέλος του, ο ίδιος ως άνω λόγος, είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού, κατά την προδιαληφθείσα νομική σκέψη, δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 44/2020 απόφασης του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο, που φέρεται ότι παραμόρφωσε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους (Ολ.ΑΠ 8/2016, Ολ.ΑΠ 2/2008, Α.Π. 687/2024, Α.Π. 1230/2023, Α.Π. 136/2022). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 380/2023, Α.Π. 889/2020, Α.Π. 498/2018).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, όπως εκτιμάται, από τον αριθμό 11 περ. γ` ( και όχι και από τον αριθμό 19, όπως αναφέρει η αναιρεσείουσα) του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη και δεν αξιολόγησε τα νομίμως προσκομισθέντα έγγραφα και ειδικότερα: 1) την υπ' αριθμ. 31-35/2021 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Κατερίνης, 2) την ψυχολογική πραγματογνωμοσύνη της ψυχολόγου Α.
Π. και 3) την παιδοψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη της παιδοψυχιάτρου Φ. Σ., από το περιεχόμενο των οποίων προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος, πατέρας του Ι., ήταν αυτός που οδήγησε στο σχηματισμό ποινικής δικογραφίας, υποβάλλοντας στον ανήλικο τότε να καταθέσει ενώπιον των Αρχών, ότι δήθεν κακοποιήθηκε σεξουαλικά από συγγενικό της πρόσωπο, το οποίο δεν ήταν αληθές.
Επίσης, με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, όπως εκτιμάται, από τον αριθμό 11 περ. γ` ( και όχι και από τους αριθμούς 8 και 19, όπως αναφέρει η αναιρεσείουσα) του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη και δεν αξιολόγησε τα παρακάτω προσκομισθέντα έγγραφα, από τα οποία προκύπτει ότι το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο Ι.
διέμενε με τον πατέρα του, ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο, λόγω της έλλειψης λογοθεραπείας, εργοθεραπείας και συνεδριών ειδικής αγωγής, απώλειας σταθερότητας, της ισορροπίας του περιβάλλοντος του και της απομάκρυνσης από την αναιρεσείουσα μητέρα του, είχε εμφανίσει επιθετική συμπεριφορά που εκδηλώθηκε σε βάρος συμμαθητών του, ήτοι: 1) την κλήση αμφοτέρων των γονέων ενώπιον του Εισαγγελέα Ανηλίκων Θεσσαλονίκης για τη διενέργεια παιδοψυχιατρικής εξέτασης, 2) το έγγραφο με αρ.
σχετικού 81, το οποίο υπογράφει ο κ. Β. και από το οποίο προκύπτει ότι στις 18-10-2016 χτύπησε συμμαθητή του, 3) το από 18-11-2016 έγγραφο από το οποίο προκύπτει ότι ο Ι. χτύπησε με κλωτσιά το γόνατο του εκπαιδευτικού Δ. Μ., 3) την υπ' αριθμ. πρ. ΔΥ/09-12-2016 "Μερική Έκθεση σχετικά με αναφορές συμβάντων από μαθητή της Α'Τάξης του ΕΕΓ", από την οποία προκύπτει ότι στις 7-12-2016 επιτέθηκε σε συμμαθητή του, 4) το υπ' αριθμ. ...-2016 έγγραφο του Ειδικού Επαγγελματικού Γυμνασίου Θεσσαλονίκης και 5) την υπ' αριθμ. ...-2017 "Έκθεση του σχολείου με αναφορά συμβάντος από μαθητή...", για συμβάν που έλαβε χώρα την 1-3-2017.
Περαιτέρω, με τον έκτο αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα αποδίδει την προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, αληθώς από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (και όχι και από τους αριθμούς 8 και 19 , που αναφέρει η αναιρεσείουσα), με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη και δεν αξιολόγησε νομίμως προσκομισθέντα έγγραφα, από τα οποία προκύπτει ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος επί σειρά ετών αρνούνταν την κατάσταση υγείας του συμπαραστατούμενου υιού τους, ήτοι: 1) την από 23-5-2017 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων του α'αναιρεσίβλητου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, 2) το από 16-6-2017 σημείωμα του α'αναιρεσίβλητου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, 3) την από 13-3-2019 προσθήκη- αντίκρουση του α'αναιρεσίβλητου, 4) την από 23-11-2018 έκθεση ένορκης εξέτασης του α'αναιρεσίβλητου ενώπιον του Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών, 5) την από 14-4-2021 Περιγραφική Έκθεση που υπογράφει η ψυχολόγος Ι.
Ρ., 6) την με αριθμ. πρ. διαβιβαστικού εγγράφου ...-2021 Έκθεση για τον μαθητή Σ. Ι., 7) την με αρ. πρ. διαβιβαστικού εγγράφου ...-2021 'Εκθεση για τον μαθητή Σ. Ι. και 8) την υπ' αριθμ. ...-2022 ένορκη βεβαίωση του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δ. Κ., στην οποία περιέχονται οι καταθέσεις των Π. Ε., Δ. Ε. και Μ. Π. Όπως, όμως, προκύπτει από την ενυπάρχουσα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης διαβεβαίωση, ότι "από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος Δ.
Ε. και τη χωρίς όρκο κατάθεση του τριτανακόπτοντος Κ. Σ., που εξετάσθηκαν ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά της κεκλεισμένων των θυρών συνεδριάσεως, από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, έστω και για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 529 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων καταλέγονται ως έγγραφα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και όλες οι προσκομιζόμενες από αμφότερους τους διαδίκους ένορκες βεβαιώσεις οι οποίες δόθηκαν για τις ανάγκες άλλων δικών μεταξύ τους (...)...,οι προσκομιζόμενες από τον τριτανακόπτοντα υπ'αριθμ. ...
και ....2022 ένορκες βεβαιώσεις του Ι. Π. και της Α. Σ. αντίστοιχα ενώπιον του δικηγόρου Θεσσαλονίκης Θεόδωρου Νασιούδη (άρθρο 74 παρ. 6 του ν. 4690/2020), χωρίς προηγούμενη κλήτευση της καθ' ης η τριτανακοπή, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη καθώς το δικαστήριο στην εκούσια δικαιοδοσία, δύναται να λάβει υπόψη του, κάθε πρόσφορο αποδεικτικό στοιχείο, ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα, μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 ΚΠολΔ αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης (άρθρα 744 και 759 ΚΠολΔ) (...), την προσκομιζόμενη από τον τριτανακόπτοντα υπ' αριθμ. ....2022 ένορκη βεβαίωση της Γ.
Ζ. ενώπιον του δικηγόρου Θεσσαλονίκης Θωμά Τζώτζου (κατ' άρθρο 74 παρ.6 του ν.4690/2020), η οποία προσκομίστηκε με την προσθήκη στο πλαίσιο αντίκρουσης των ισχυρισμών της καθ' ης, μετά από κλήτευση της τελευταίας με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου κατά την ημερομηνία συζήτησης της κρινόμενης έφεσης (βλ.
πρακτικά συνεδριάσεως), την προσκομιζόμενη από την καθ' ης υπ' αριθμ. ....2022 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δ. Κ., η οποία λήφθηκε μετά από κλήτευση του ανακόπτοντος (βλ. την υπ' αριθμ. ....2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Χ. Σ.), η οποία εμπεριέχει πέντε καταθέσεις, πλην όμως θα ληφθούν υπόψη οι τρεις πρώτες, ήτοι των Δ.
Ε., Π. Ε. και Μ. Π., καθώς, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 422 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως αυτή τροποποιήθηκε ως προς τον αριθμό των ενόρκων βεβαιώσεων, δυνάμει του ν.4842/2021 και ισχύει από 1η.1.2022, "δεν επιτρέπεται η λήψη ενόρκων βεβαιώσεων πάνω από τριών (3) για κάθε διάδικο και δύο (2) για την αντίκρουση για κάθε βαθμό δικαιοδοσίας", η οποία (διάταξη) εφαρμόζεται εν προκειμένω, διότι κατά τη γενικότερη αρχή του διαχρονικού δικονομικού δικαίου, που εκφράζεται από τις διατάξεις των άρθρων 12, 21 εδ.
β και 24 παρ.1 εδ. α του ΕισΝΚΠολΔ, οι διαδικαστικές πράξεις απόδειξης του ΚΠολΔ (άρθρα 415 έως 420 και 421 έως 431) ρυθμίζονται και διέπονται από το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο διενέργειάς τους, έστω και αν οι σχετικές αγωγές ή τα ένδικα βοηθήματα ή τα ένδικα μέσα έχουν ασκηθεί προς της εν λόγω ημερομηνίας (...) και συνεπώς, αν προσκομισθούν από ένα διάδικο μέρος περισσότερες από τρεις ένορκες βεβαιώσεις, το δικαστήριο υποχρεούται να λάβει υπόψη του τις τρεις πρώτες κατά τη σειρά επίκλησής τους, γιατί οι πέραν των τριών πρώτων προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (...) και συνεπώς ούτε στην εκούσια δικαιοδοσία λαμβάνονται υπόψη, καθώς, όπως προαναφέρθηκε, στην εν λόγω διαδικασία λαμβάνονται υπόψη άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και ανεπίτρεπτα (...), τις φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται (άρθρα 444 παρ. 1 στοιχ.
γ, 448 παρ.2 και 457 παρ.4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της απόφασης, καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα , έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα παραπάνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, χωρίς να υποχρεούται το Δικαστήριο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών και καθενός εγγράφου, με την επισημείωση ότι στη προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται ρητή αναφορά στην υπ' αριθμ. ...-2022 ένορκη βεβαίωση.
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη με τους ως άνω λόγους αναίρεσης (τέταρτο, πέμπτο και έκτο λόγους) πλημμέλεια από τον αριθμό 11 εδ. γ` του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., δηλ. της μη λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου, νομίμως προσκομισθέντος και επικληθέντος. Η δε προβαλλόμενη περαιτέρω αιτίαση, ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κρίνεται απαράδεκτη, καθόσον με την επίκλησή της πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην ως άνω νομική σκέψη.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του Κ.Πολ.Δ., ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντίστοιχου όρου του άρθρου 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ., δηλαδή, πράγματα θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι' αυτά, όχι όμως και οι αρνητικοί, των ουσιωδών κατά τα άνω ισχυρισμών, ισχυρισμοί του διαδίκου ή τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα του δικαστηρίου και των διαδίκων από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Ο ανωτέρω λόγος θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται "πράγματα", χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι` αυτά. Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη και μάλιστα σε σχέση με συγκεκριμένο ισχυρισμό, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (Ολ.ΑΠ 25/2003, Ολ.ΑΠ 3/1997, Α.Π. 605/2023, Α.Π. 23/2023, Α.Π. 1209/2023, Α.Π. 18/2021, Α.Π. 255/2020).
Ο λόγος είναι αβάσιμος, αν από την απόφαση του δικαστηρίου προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα τούτο στηρίχτηκε στις αποδείξεις που προσήχθησαν, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ή να αντικρούει, ειδικά, κάθε αποδεικτικό μέσο (Α.Π. 23/2023, Α.Π. 1101/2023, Α.Π. 1209/2023, Α.Π. 1343/2022).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, η αναιρεσείουσα, με τον έβδομο αναιρετικό λόγο, προσάπτει στη προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση, ότι το Εφετείο με την παραδοχή ότι "...Από τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων και μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2016 ο Ι.
κατοικούσε με τη μητέρα του, η οποία είχε αναλάβει το δύσκολο ρόλο της προσωπικής φροντίδας του, καθώς ο ανήλικος είχε ανάγκη από εξατομικευμένη ειδική λογοθεραπευτική βοήθεια, ειδική βοήθεια διαπαιδαγώγησης και ειδική εργοθεραθεραπευτική βοήθεια μέσω συνεδριών λογοθεραπείας, εργοθεραπείας και ψυχοθεραπείας, με την οικονομική όμως συνδρομή του πατέρα, όπως αμφότεροι οι διάδικοι συνομολογούν...", δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, διότι, όπως ισχυρίζεται, ουδέποτε συνομολόγησε, ότι υπήρξε οικονομική συνδρομή του αναιρεσίβλητου, αντίθετα ανέφερε στην έφεσή της, ότι από το έτος 2007 (ότε ο α'αναιρεσίβλητος εγκατέλειψε την οικογενειακή στέγη με πρόθεση οριστικής διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης) έως το έτος 2017 δεν κατέβαλε διατροφή για την κάλυψη των αναγκών του, όταν δε προσέφυγε δικαστικά για να τον υποχρεώσει σε καταβολή διατροφής, αυτός απάντησε με προβολή ένστασης ιδίας διακινδύνευσης, ενώ ούτε και κατά το χρονικό διάστημα από 27-11-2020 έως 5-12-2021, που τελούσε σε δικαστική συμπαράσταση κατέβαλε κάποιο ποσό για την κάλυψη των αναγκών του, με αποτέλεσμα να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι δήθεν ο αναιρεσίβλητος είναι ο καταλληλότερος να διοριστεί δικαστικός συμπαραστάτης και να του ανατεθεί η επιμέλεια του προσώπου του συμπαραστατούμενου.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν ο επικαλούμενος από την αναιρεσείουσα ισχυρισμός δεν συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια του αριθμού 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αλλά επιχείρημα αναγόμενο στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, υπό την επίφαση δε της αναιρετικής πλημμέλειας από το λόγο αυτό, προβάλλεται αιτίαση για τη, κατ` άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες η αναιρεσείουσα έχει διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση.
Σε κάθε περίπτωση όμως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι για το σχηματισμό του ως άνω πορίσματός του, το Εφετείο έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία ειδικά μνημονεύονται σ` αυτήν, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και τα οποία συνεκτιμήθηκαν, δηλαδή μαρτυρικές καταθέσεις, έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις και φωτογραφίες, χωρίς να δεχθεί πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συνεπώς δεν υπέπεσε στην από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
προβαλλόμενη πλημμέλεια.
Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.),όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 29-7-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 2253/ 240/29-7-2022), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 1224/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα, για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ