Legislator Case Law & Legislation
1591/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds and procedural errors regarding compensation unit valuation.

Case Number 1591/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Third Panel Court of Patras regarding the determination of the final compensation unit price. The appellants argued for specific compensation adjustments, but the court found the lower court had fully exercised its jurisdiction by considering all technical reports and documents. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible and without merit, with the appellants ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286(a), 287(1), 291, 292 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if it challenges a final judgment on matters not subject to appeal, and the appeal is rejected if the lower court fully exercised its jurisdiction and considered all evidence.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal compensation unit price exhaustion of jurisdiction technical reports legal costs final judgment procedural error

Cited Legislation

AI generated
Articles 286(a), 287(1), 291, 292 of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1591 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1591/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταύρο Μάλαινο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και των αρχαιοτέρων της συνθέσεως Αρεοπαγιτών Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα), Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη, Ζωή Καραχάλιου και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Λ. Β. του Ε., κατοίκου ... (αρ.ιδ. ΑΝ_259 & 260), 2) Κ. Β. του Ε., κατοίκου ... (αρ.ιδ. ΑΝ_259 & 260), 3) Β. χας Δ. Μ., το γένος Κ. Κ. (αρ.ιδ. ΙΔ_17, 18 & 19), που δεν παραστάθηκε, 4) Κ. Μ. του Δ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. ΙΔ_17, 18 & 19), 5) Ι. Μ. του Δ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. ΙΔ_17, 18 & 19), 6) Π. Μ. του Δ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. ΙΔ_17, 18 & 19) και 7) εταιρείας με την επωνυμία "Σ.Κ.Ο.Σ. Α.Σ.Ε.", που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα (αρ.ιδ. ΑΝ_214), εκ των οποίων οι 1ος και 2ος εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Κλεονίκη Γκουβίτσα και Γεώργιο Βλάχο, ενώ οι 4η, 5η, 6η και 7η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κλεονίκη Γκουβίτσα, που με σχετικό σημείωμά της που κατέθεσε στο Γραμματέα, καθώς και με τις προτάσεις της δήλωσε ότι η Β. χα Δ. Μ. (3η) απεβίωσε και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικές κληρονόμοι της Κ. Μ., Ι. Μ. και Π. Μ. -4η, 5η και 6η-, αντίστοιχα, εκπροσωπούμενες από την ίδια.

Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδος", που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ειρήνη Ανδρονοπούλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-9-2019 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου (μετά την έκδοση της 220/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Τριμελές Εφετείο Πατρών και συνεκδικάστηκε με τις αυτοτελείς αιτήσεις προσώπων, μεταξύ των οποίων και των ήδη αναιρεσειόντων, καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.

Εκδόθηκε η 40/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-7-2022 αίτησή τους και οι 1ος και 2ος των αναιρεσειόντων με τους από 24-1-2024 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και επιπρόσθετα ο πληρεξούσιος των 1ου και 2ου την παραδοχή των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287 παρ. 1, 291 και 292 του Κ.Πολ.Δ., [όπως το άρθρο 287 αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α' 87/23-7-2015) και, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου ενάτου του άρθρου 1 του ως άνω νόμου, ισχύει από 1-1-2016, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις], οι οποίες εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από την γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου αυτής, με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξεως. Η δίκη που διακόπηκε, μπορεί να επαναληφθεί, είτε εκουσίως, με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, είτε αναγκαστικώς, με πρόσκληση του αντιδίκου του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, ο οποίος μπορεί να επισπεύσει την επανάληψή της, κοινοποιώντας στον διάδικο, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, δικόγραφο για επανάληψη της δίκης.

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 62 εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ., όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, η οποία, κατά το άρθρο 73 του Κ.Πολ.Δ., ως διαδικαστική προϋπόθεση, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με τον θάνατό του (άρθρο 35 του Α.Κ.). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 313 παρ. 1 εδάφ. δ' του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη διεξαχθείσα στο όνομα ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που απεβίωσε, δεν έχει υπόσταση και ρητώς χαρακτηρίζεται και αυτή ως ανύπαρκτη. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι διαδικαστική πράξη, που ασκήθηκε στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου, είναι απαράδεκτη και πρέπει αυτή να είχε ασκηθεί από τους κληρονόμους του, όπως για την αναίρεση, ειδικότερα, ορίζει το άρθρο 556 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

Συνεπώς, η αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε στο όνομα διαδίκου, ήδη αποβιώσαντος κατά την άσκησή της, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη για έλλειψη αναγκαίας διαδικαστικής προϋποθέσεως, δηλαδή του ίδιου του υποκειμένου της διαδικαστικής πράξεως (Α.Π. 681/2022, Α.Π. 1611/2011, Α.Π. 448/2011, Α.Π. 1641/2006). Στάδιο δε συνεχίσεως της δίκης από τους κληρονόμους τού ήδη αποβιώσαντος αναιρεσείοντος, είτε αυτοβούλως, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου ότι συνεχίζουν την δίκη, είτε με κλήτευση αυτών εκ μέρους του αντιδίκου τους, δεν υφίσταται στην ως άνω περίπτωση, διότι οι διατάξεις των άρθρων 286, 287, 290 και 291 του Κ.Πολ.Δ. προϋποθέτουν επελθόντα θάνατο του διαδίκου μετά την άσκηση της διαδικαστικής πράξεως, ήτοι, εν προκειμένω, της αιτήσεως αναιρέσεως, και, κατά συνέπειαν, αυτοί απαραδέκτως συμμετέχουν στην δίκη, ως κληρονόμοι του προαποβιώσαντος διαδίκου (Α.Π. 681/2022, Α.Π. 1083/2020, Α.Π. 536/2020, Α.Π. 1446/2019, Α.Π. 177/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, η πληρεξουσία δικηγόρος των παρισταμένων αναιρεσειόντων, Κλεονίκη Γκουβίτσα, με προφορική δήλωσή της στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου η οποία καταχωρίσθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως, δήλωσε ότι η τρίτη των αναιρεσειόντων, Β. χήρα Δ. Μ., το γένος Κ. Κ., απεβίωσε και την βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμες εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, θυγατέρες της, τέταρτη, πέμπτη και έκτη των αναιρεσειόντων. Η τρίτη, όμως, των αναιρεσειόντων, όπως προκύπτει από την καταχωρισθείσα στα πρακτικά δήλωση της ανωτέρω πληρεξουσίας δικηγόρου, αποδεικνύεται δε και από το προσκομιζόμενο απόσπασμα ληξιαρχικής πράξεως θανάτου αυτής, απεβίωσε στις ...-2020, ήτοι σε χρόνο πριν την άσκηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία κατατέθηκε στην γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 19-9-2022.

Συνεπώς, ως προς αυτήν πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως διαδικαστικής προϋποθέσεως και δη, του ιδίου του υποκειμένου του δικογράφου της, η δε κατά την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δήλωση της ως άνω πληρεξουσίας δικηγόρου των προαναφερθεισών κληρονόμων της θανούσας, ότι αυτές συνεχίζουν την δίκη, ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη.

Η κρινόμενη, από 30-7-2022 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 30/19-9-2022), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 40/2022 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001 - Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, κατ' άρθρον 22 του νόμου αυτού (ΚΑΑΑ), ήτοι εντός ενός έτους από την δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως του Εφετείου, η οποία έγινε στις 13-2-2022, δεδομένου ότι, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, ότι έλαβε χώραν επίδοση της ανωτέρω αποφάσεως. Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. "Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση. Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση... Τα ίδια εφαρμόζονται και όταν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος ή άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 568 παρ. 2, 3 και 570 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι για την παραδεκτή άσκηση των προσθέτων λόγων αναιρέσεως προσαπαιτείται η αθροιστική πλήρωση δύο προϋποθέσεων, ήτοι η κατάθεση του δικογράφου αυτών στην γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την συζήτηση της αναιρέσεως και η επίδοση του δικογράφου αυτών, στην ίδια ως άνω προθεσμία, πριν από την συζήτηση της αναιρέσεως (Α.Π. 1333/2024, Α.Π. 1232/2024, Α.Π. 1064/2024, Α.Π. 882/2021, Α.Π. 372/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, φέρονται προς συζήτηση και οι από 24-1-2024 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, ασκηθέντες από τους δύο πρώτους των αναιρεσειόντων. Το δικόγραφο των προσθέτων λόγων κατατέθηκε στην γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 26-1-2024 (βλ. την υπ' αριθμ. 19/26-1-2024 πράξη καταθέσεως προσθέτων λόγων της αρμοδίου γραμματέως του Αρείου Πάγου που υπάρχει κάτω από το δικόγραφο αυτό).

Συνεπώς, το δικόγραφο των προσθέτων λόγων κατατέθηκε εμπροθέσμως, ήτοι τριάντα και πλέον πλήρεις ημέρες πριν από την συζήτηση της αναιρέσεως και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στο αναιρεσίβλητο (βλ. την υπ' αριθμ. ...-2024 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πατρών, με έδρα το Πρωτοδικείο Πατρών, Δ. Δ.). Συνακολούθως, αυτοί είναι παραδεκτοί και πρέπει να συνεκδικασθούν με την αίτηση, εν όψει του ότι οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως δεν έχουν αυθυπαρξία, αλλά συμπληρώνουν την αίτηση αναιρέσεως και αποτελούν ενιαίο σύνολο με αυτήν και να ερευνηθούν, περαιτέρω ως προς την νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους.

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με το διαδικαστικό ιστορικό της υποθέσεως, προκύπτει ότι η, ως άνω, προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 41/30-9-2019 αίτηση ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, το αναιρεσίβλητο νπδδ, με την επωνυμία "Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδος", ζήτησε να καθορισθεί οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως για τις εκτάσεις και τα επικείμενά τους, που περιγράφονται στο δικόγραφό της και απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικώς, υπέρ και με δαπάνες της τελευταίας, με την υπ' αριθμ. 46/2016 απόφαση του Περιφερειακού Συμβουλίου της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, που δημοσιεύθηκε νομίμως στην ΕτΚ (ΦΕΚ 92/26-5-2016, τεύχος Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων και Πολεοδομικών Θεμάτων), για λόγους δημοσίας ωφελείας και, ειδικότερα, για την κατασκευή του έργου "ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΟΔΟΥ ...", εκτάσεως συνολικού εμβαδού 129.532,07 τετραγωνικών μέτρων, όπως απεικονίζεται στο από Ιουλίου 2014 κτηματολογικό διάγραμμα κλίμακας 1:1000 και στον αντίστοιχο τροποποιημένο κτηματολογικό πίνακα που συνετάγησαν από τον ανάδοχο της μελέτης "Σίγμα Μελετών ΑΕ - Γ.

Ν. Φ." και εγκρίθηκαν με την υπ' αριθμ. ...-2015 απόφαση του Προϊσταμένου του Τμήματος Συγκοινωνιακών Έργων της Διεύθυνσης Τεχνικών Έργων της Π.Ε. Ηλείας. Επί της αιτήσεως αυτής, η οποία συνεκδικάσθηκε με ανταιτήσεις μερικών των καθών η κυρία αίτηση, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία καθορίσθηκε οριστική τιμή μονάδος απαλλοτριώσεως για τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα καθώς και ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα τμήματα αυτών.

Από τις διατάξεις των άρθρων 15 παρ. 2, 18 παρ. 6 και 20 παρ. 5 του Ν. 2882/2001 συνάγεται ότι αντίθετη αίτηση (ανταίτηση) για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως μπορεί να ασκηθεί με τις προτάσεις και μετά την πάροδο της εξάμηνης προθεσμίας της παρ. 2 εδάφ. γ' του άρθρου 20 του ως άνω νόμου, με την προϋπόθεση ότι αφορά το αντικείμενο της απαλλοτριώσεως, για την οποία έχει εισαχθεί αίτηση στο Εφετείο, δηλαδή εφόσον η ανταίτηση αναφέρεται στα ίδια ακριβώς κεφάλαια με την κύρια αίτηση, διότι, διαφορετικά, αν αναφέρεται σε άλλα, ως προς τα οποία δεν ασκήθηκε εμπρόθεσμη αίτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως, είναι απαράδεκτη.

Περαιτέρω, το κεφάλαιο της αποζημιώσεως για το έδαφος του ακινήτου που απαλλοτριώθηκε, είναι διαφορετικό από τα κεφάλαια για τον καθορισμό της αποζημιώσεως για τα επικείμενα του απαλλοτριωθέντος, για την αποζημίωση του εναπομείναντος και την άρση του τεκμηρίου της ωφελείας.

Συνεπώς, αν ασκηθεί στο Εφετείο αίτηση μόνο για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως μόνο για το απαλλοτριωθέν, ο αντίδικος του αιτούντος δεν μπορεί να ζητήσει με ανταίτηση τον προσδιορισμό της αποζημιώσεως, για το τμήμα που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση, τον καθορισμό της αποζημιώσεως για τα επικείμενα του απαλλοτριωθέντος ή την άρση του τεκμηρίου της ωφελείας και τα αιτήματα που υποβάλλονται με ανταίτηση, χωρίς αυτά να έχουν υποβληθεί με εμπρόθεσμη αίτηση, είναι απαράδεκτα (Α.Π. 372/2021, Α.Π. 1291/2012, Α.Π 1424/2010, Α.Π. 300/2008, Α.Π. 82/2002).

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020).

Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006, Α.Π. 1232/2024, Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 1095/2024).

Περαιτέρω, από τα άρθρα 118 αριθμ. 4, 559 αριθμ. 1 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως περί της από το δικαστήριο της ουσίας παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει σε αυτόν να καθορίζεται, πλην άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη (όπως ορισμένο άρθρο ορισμένου νόμου) του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ. Α.Π. 18/2005, Α.Π. 322/2023, Α.Π. 1330/2022).

Εξάλλου, τα διδάγματα κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της αποδείξεως είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες.

Για την θεμελίωση του λόγου αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ. για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει η παραβίαση να αφορά την ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτόν, ενώ ο ως άνω λόγος δεν θεμελιώνεται, όταν η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αφορά την εκτίμηση αποδείξεων (Ολ.

Α.Π. 2/2008, Ολ. Α.Π. 8/2005, Α.Π. 1096/2024, Α.Π. 1087/2024, Α.Π. 1084/2024, Α.Π. 1060/2024, Α.Π. 1055/2023, Α.Π. 1053/2021, Α.Π. 551/2020). Ειδικότερα, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 1550/2023, Α.Π. 508/2020, Α.Π. 90/2020, Α.Π. 22/2020).

Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπ' όψιν πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νομίμου προτάσεώς τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, όχι δε και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (Ολ.

Α.Π. 14/2011, Ολ. Α.Π. 25/2003, Α.Π. 1231/2024, Α.Π. 1095/2024, Α.Π. 1087/2024, Α.Π. 1068/2024, Α.Π. 1064/2024). Για το ορισμένο (παραδεκτό) του λόγου αναιρέσεως αυτού πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να γίνεται ο προσδιορισμός των "πραγμάτων" (Α.Π. 1330/2022). Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπ' όψιν τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της αποφάσεως (Ολ.

Α.Π. 11/1996, Α.Π. 1087/2024, Α.Π. 34/2023, Α.Π. 617/2020, Α.Π. 268/2019, Α.Π. 824/2010). Επίσης, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 9 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρείται η αίτηση, που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία, τέτοια δε αίτηση είναι, ιδίως, η της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρεμβάσεως, της αυτοτελούς προσθέτου παρεμβάσεως, κάθε ενδίκου μέσου, της ανακοπής, της τριτανακοπής, όχι, όμως και εκείνη της ενστάσεως, της αντενστάσεως και, γενικώς, κάθε αποφάσεως σε κάθε άλλου είδους "πράγματα", υπό την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ., αφετέρου δε και κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί την ενέργεια του δικαστηρίου και έτσι συντελεί στην εξέλιξη της διαδικασίας για τον σκοπό εκδόσεως οριστικής αποφάσεως και εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης (Ολ.

Α.Π. 25/2003, Α.Π. 181/2023, Α.Π. 1550/2021, Α.Π. 682/2019, Α.Π. 224/2015, Α.Π. 1479/2013, Α.Π. 2226/2009). "Αίτηση", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 9 του Κ.Πολ.Δ., αποτελεί και η αίτηση, ενώπιον του Εφετείου, προς καθορισμό οριστικής αποζημιώσεως για απαλλοτριωθέντα ακίνητα, με τα επ' αυτών επικείμενα και συστατικά (Α.Π. 588/2014). Αντιθέτως, ο ανωτέρω εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

λόγος αναιρέσεως, απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψιν και απέρριψε, για οιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, την αίτηση δικαστικής προστασίας (Ολ. Α.Π. 25/2003, Α.Π. 1550/2021, Α.Π. 1586/2008), έστω και εάν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως και, ειδικότερα, από το ότι το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει κατ' ουσίαν εκ των πραγμάτων την "αίτηση" αυτή, δεχόμενο ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς εκείνα που την συγκροτούν ή που αποτελούν προϋπόθεση της έρευνας ή βασιμότητάς της (Ολ.

Α.Π. 11/1996, Α.Π. 1550/2021, Α.Π. 323/2017, Α.Π. 761/2017, Α.Π. 1434/2010) ή όταν από την μη απάντηση στο αίτημα συνάγεται "σιγή" απόρριψη αυτού (Α.Π. 1550/2021, Α.Π. 353/2020, Α.Π. 143/2017). Ακόμη, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψιν αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αναιρέσεως αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για την λήψη υπ' όψιν από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπ' όψιν, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.

Α.Π. 14/2011, Ολ. Α.Π. 2/2008, Α.Π. 1231/2024, Α.Π. 1096/2024, Α.Π. 1087/2024, Α.Π. 1067/2024, Α.Π. 556/2024, Α.Π. 1564/2023).

Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετικός λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως. Αναφέρεται, αποκλειστικώς, σε εκπτώσεις, ακυρότητες και δικαιώματα από το δικονομικό, αποκλειστικώς, δίκαιο (Ολ. Α.Π. 1/2019, Ολ. Α.Π. 2/2001). Δικονομικές ακυρότητες είναι όσες αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, που απαγγέλλονται για παράβαση διατάξεων, που ρυθμίζουν την διαδικασία και, κυρίως, τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων, δηλαδή οι ακυρότητες, κατά την έννοια των άρθρων 159-161 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 1/2019, Ολ. Α.Π. 8/2017, Α.Π. 1890/2023, Α.Π. 278/2023). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως αυτός, πρέπει, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 παρ. 4, 502 παρ. 2, 506 παρ. 3, 577 παρ. 3 και 578 του Κ.Πολ.Δ., να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο δικονομικός κανόνας που παραβιάσθηκε, ο τρόπος με τον οποίο συντελέσθηκε η παραβίαση, αλλά και ότι προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας το απαράδεκτο ή η ακυρότητα (Α.Π. 34/2023, Α.Π. 327/1996), εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δημοσίας τάξεως (άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) (Α.Π. 34/2023, Α.Π. 449/2012).

Τέλος, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικώς με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ. Α.Π. 14/2011, Ολ. Α.Π. 2/2008, Α.Π. 1095/2024, Α.Π. 1092/2024, Α.Π. 1085/2024, Α.Π. 1084/2024, Α.Π. 1068/2024).

Για να είναι, εξάλλου, ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως αυτός, πρέπει, εκτός από την εξειδίκευση του συγκεκριμένου εγγράφου, να προσδιορίζεται επαρκώς ποιο ακριβώς περιεχόμενου του εγγράφου δέχθηκε το δικαστήριο, να παρατίθεται κατά λέξη το περιεχόμενο του εγγράφου και να προκύπτει, έστω και εμμέσως, από το αναιρετήριο, ο ουσιώδης ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο (Α.Π. 1095/2024, Α.Π. 1092/2024, Α.Π. 1085/2024, Α.Π. 1084/2024, Α.Π. 1068/2024, Α.Π. 1564/2023, Α.Π. 34/2023).

Με τον κύριο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες, με την επίκληση των πλημμελειών του άρθρου 559 αριθμ. 1, 8 περ. γ', 9 περ. γ', 11 περ. γ', 14, 19 και 20 του Κ.Πολ.Δ., προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2002, 17 παρ. 2 του Σ., 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και του Π.Δ. 24/1985, επειδή στο σκεπτικό της ουδέν αναφέρει για την καταστροφή των επιχειρήσεων των δύο πρώτων και της έβδομης των αναιρεσειόντων και για την συνένωση των απαλλοτριούμενων ακινήτων των έξι πρώτων αναιρεσειόντων σε μια ιδιοκτησία (αριθμ. 1, 9γ και 19) και δεν έλαβε υπ' όψιν τις προσκομισθείσες τεχνικές εκθέσεις (αριθμ. 11γ).

Τα οικεία σκέλη του κυρίου αναιρετικού λόγου από τους αριθμούς 8, 14 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτα, καθόσον, οι ανωτέρω ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγμα", οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο, ούτε ποιου εγγράφου παραμορφώθηκε από το Εφετείο το περιεχόμενό του.

Περαιτέρω, με τους προσθέτους λόγους αναιρέσεως οι δύο πρώτοι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, με τον πρώτο πρόσθετο αναιρετικό λόγο ότι περιέχει ελλιπείς αιτιολογίες, ως προς τα αιτήματα που προέβαλαν με την από 5-3-2022 ανταίτηση - προτάσεις για διόρθωση κτηματολογικών πινάκων, καθορισμό ιδιαιτέρας αποζημιώσεως και απομειώσεως της αξίας του οικοπέδου τους, με τον δεύτερο πρόσθετο αναιρετικό λόγο ότι περιέχει ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον χαρακτηρισμό των απαλλοτριωθέντων ακινήτων στην περιοχή Βυτινέϊκα, όπου κείνται οι υπ' αριθμ. 259 και 260 απαλλοτριωθείσες ιδιοκτησίες τους, με τον τρίτο πρόσθετο αναιρετικό λόγο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την κρίση της για τον προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν έλαβε υπ' όψιν τα προσκομισθέντα 12 συγκριτικά στοιχεία, ήτοι αποφάσεις, έγγραφα κ.λπ.

και περιέχει ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη, ως προς τον καθορισμό του οριστικού προσδιορισμού της μονάδος αποζημιώσεως, με τον τέταρτο πρόσθετο αναιρετικό λόγο ως προς τον καθορισμό του οριστικού προσδιορισμού της μονάδος αποζημιώσεως των απαλλοτριωθεισών ιδιοκτησιών τους, με τον πέμπτο πρόσθετο αναιρετικό λόγο ότι το Εφετείο, κατά τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως, παραβίασε ευθέως το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και του άρθρου 17 του Συντάγματος, ενώ δεν όρισε τιμή για παραληφθέντα επικείμενα και με τους έκτο και έβδομο των προσθέτων αναιρετικών λόγων ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και του άρθρου 17 του Συντάγματος, δεν καθόρισε τιμή για τα εναπομείναντα τμήματα των ακινήτων τους και δεν όρισε τιμή για παραληφθέντα επικείμενα.

Σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην νομική σκέψη, αφού το αναιρεσίβλητο άσκησε αίτηση μόνο για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως και οι δύο πρώτοι των αναιρεσιβλήτων δεν υπέβαλαν σχετική αντίθετη αίτηση, όπως οι ίδιοι αποδέχονται, αλλά μόνο ανταίτηση με τις έγγραφες προτάσεις τους, οι εκ των προσθέτων αναιρετικών λόγων πρώτος, από τον αριθμό 19, έκτος και έβδομος από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθόσον το Εφετείο, χωρίς αίτηση των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων δεν υποχρεούτο να ασχοληθεί και να αποφανθεί για τα αιτήματα αυτών για επιδίκαση ιδιαιτέρας αποζημιώσεως για τα εναπομείναντα τμήματα των απαλλοτριωθεισών ιδιοκτησιών τους και την απομείωση της αξίας αυτών.

Τέλος, οι πρώτος, δεύτερος και πέμπτος των προσθέτων αναιρετικών λόγων από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού δεν αναφέρεται ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα.

Περαιτέρω, ο τρίτος πρόσθετος αναιρετικός λόγος, κατά το οικείο σκέλος του, με τον οποίον προσάπτεται η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 περ. β' του Κ.Πολ.Δ., ότι Εφετείο, κατά τον προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι οι δύο πρώτοι των αναιρεσειόντων δεν επικαλούνται παραβίαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα δικαίου, ενώ η κατ' αυτούς παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αφορά την εκτίμηση αποδείξεων, αναφορικώς με την εκτίμηση από το Εφετείο των προσαχθέντων αποδεικτικών στοιχείων.

Από την επιτρεπτή (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση της προσβαλλομένης, υπ' αριθμ. 40/2022, αποφάσεως προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, προκειμένου να προβεί στον οριστικό προσδιορισμό της τιμής μονάδας αποζημιώσεως των ακινήτων των ήδη αναιρεσειόντων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα δίκη, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της υπ' αριθμ. 46/2016 απόφασης του Περιφερειακού Συμβουλίου της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας, κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων για την κατασκευή του έργου "ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΟΔΟΥ ...", η οποία έχει δημοσιευτεί την 26η-05-2016 στο ΦΕΚ με αριθμό 92 (Τεύχος Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων και Πολεοδομικών θεμάτων).

Η κήρυξη αναγκαστικής απαλλοτρίωσης για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή του έργου "ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΟΔΟΥ ...", συνολικής έκτασης 129.532,07 τετραγωνικών μέτρων, όπως εικονίζεται στα από Ιούλιο 2014 Κτηματολογικά Διαγράμματα (σε κλίμακα 1:1000) και στον αντίστοιχο τροποποιημένο Κτηματολογικά Πίνακα που συντάχθηκαν από τον ανάδοχο μελέτης "ΣΙΓΜΑ ΜΕΛΕΤΩΝ ΑΕ - Γ.

Ν. Φ." και εγκρίθηκαν με την υπ' αριθμ. ...-2014 απόφαση του Προϊσταμένου του Τμήματος Συγκοινωνιακών έργων της Διεύθυνσης Τεχνικών Έργων της Π.Ε. Ηλείας, όπως τροποποιήθηκαν στην συνέχεια με τις Α.Π. 333155/5840/08-12-2014 και 95337/1433/12-04-2016 αποφάσεις του, ως δε φερόμενοι ιδιοκτήτες της απαλλοτριωτέας έκτασης αναγράφονται οι αναφερόμενοι στα εγκεκριμένα κτηματολογικά διαγράμματα και πίνακες, τα οποία βρίσκονται στα γραφεία της Διεύθυνσης Τεχνικών Έργων Π.Ε.

Ηλείας, Διοικητήριο, 27100 Πύργος. Η προειρημένη απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, εκπροσωπουμένης από τα αρμόδια όργανα (άρθρο 113 τον Ν. 3852/2010) της Περιφέρειας Δ.Ε. και με δαπάνες αυτής και των παρόδιων ιδιοκτητών, που ωφελούνται κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 τον Ν. 653/1977 "Περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για την διάνοιξη οδών κλπ" (ΦΕΚ 214 Α') και το Π.Δ. 929/1979 (ΦΕΚ 929 Α') όπως αυτές έχουν τροποποιηθεί και συμπληρωθεί με τις διατάξεις του άρθρου 62 τον Ν. 947/1979 (ΦΕΚ 169 Α') του άρθρου 9 του Ν. 960/1979 (ΦΕΚ 194 Α'), του άρθρου 4 παρ. 14 κεφ.

Β τον Ν. 2052/1992 (ΦΕΚ 94 Α') και ισχύουν σήμερα. Η δαπάνη απαλλοτρίωσης, που υπολογίζεται περίπου στο ποσό των 795.000,00€ και αφορά συνολική απαλλοτριούμενη έκταση 129.532,07 τετραγωνικών μέτρων, θα καλυφθεί από πιστώσεις τον έργου "ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΟΔΟΥ ..." που είναι εγγεγραμμένο στην Συλλογική Απόφαση ΕΠΟΟΙ8 με Κ.Α. 2012ΕΠ001800011 και εγκεκριμένο Π/Υ 10.898.640€.

Ακολούθως, δια της υπ' αριθμ. .../2017 απόφασης του Περιφερειακού Συμβουλίου της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας, η οποία έχει δημοσιευτεί στο ΦΕΚ με αριθμό 177 της 7πς-8-2017 (Τεύχος Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων και Πολεοδομικών θεμάτων), τροποποιήθηκε η ανωτέρω υπ' αριθ. 46/2016 (ΦΕΚ 92/2016 τ.ΑΑΠ) απόφαση τον Περιφερειακού Συμβουλίου Δυτικής Ελλάδας με Θέμα κήρυξη αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτων για την κατασκευή του έργου: "ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΟΔΟΥ ...", ως εξής:

Α) Στα έχοντας υπόψη της υπ' αριθμ. 46/2016 (ΦΕΚ 92/2016 τ. ΑΑΠ ) και μετά την παρ. 9 της 46/2016 απόφασης προστίθεται νέα παράγραφος ως ακολούθως: "9α. Την Α.Π. 162303/1937/15-6-2017 απόφαση του Δ/ντή Τεχνικών Έργων Π.Ε. Ηλείας της Περιφέρειας Δ.Ε. με την οποία έγινε τροποποίηση τον κτηματολογικού πίνακα της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης όσον αφορά τους φερόμενους ιδιοκτήτες των απαλλοτριούμενων ακινήτων για την υλοποίηση τον έργου: "Κατασκευή οδού Λαστέικα - παράκαμψη Αγίου Ιωάννη -Κατάκολο".

Στα έχοντας υπόψη της υπ' αριθμ. 46/2016 (ΦΕΚ 92/2016 τ. ΑΑΠ ) και μετά την παρ. 1 της 46/2016 απόφασης προστίθεται νέα παράγραφος ως ακολούθως: "11 α. Την Α.Π. 2411 89/3-2-2017 απόφαση τον Γενικού Γραμματέα Αποκ/νης Δ/σης Πελ/νήσου, Δ.Ε με την οποία έγινε ανανέωση - τροποποίηση - επικαιροποίησή της με ΑΠ. 4858/12.10.2001 ΑΕΠΟ, όπως αυτή ανανεώθηκε με την Α.Π. 225/4905/19.01.2012 απόφαση, για το έργο: "Κατασκευή οδού Λαστέικα - παράκαμψη Αγίου Ιωάννη - Κατάκολο".

Ομοίως μετά την παρ. 16 της 46/2017 απόφασης προστίθεται νέα Παράγραφος ως ακολούθως: "16α. Την Α.Π. 3066/...-2016 (ΑΔΑ ... απόφαση του Περιφερειάρχη με την οποία έγινε ένταξη της πράξης "Κατασκευή οδού Λαστέικα - παράκαμψη Αγίου Ιωάννη - Κατάκολο", με κωδικό ΟΠΕ 5001230 στο Ε.Π. / "Δυτική Ελλάδα 2014-2020". Το συνολικό κόστος της πράξης ανέρχεται στο ποσό των 13.099.164,80€ εκ των οποίων ποσό 1.000.000€ με κωδικό / Η Σ.Α.

ΕΠ0011 και ενάριθμο 201 6ΕΠ00 1 1 0037 αφορά τη δαπάνη της απαλλοτρίωσης". Β) Το προτελευταίο εδάφιο της υπ' αριθ. 46/2016 [ΦΕΚ 92/2016 τ.ΑΑΠ) απόφασης τροποποιείται ως ακολούθως: "Η δαπάνη απαλλοτρίωσης, που υπολογίζεται περίπου στο ποσό τον 1.000.000,00 ευρώ και αφορά συνολική απαλλοτριούμενη έκταση 1 29.532,07 τ.μ., θα καλυφθεί από πιστώσεις τον έργου "ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΟΔΟΥ ΛΑΣΤΕΙΚΑ - ΠΑΡΑΚΑΜΨΗ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ - ΚΑΤΑΚΟΛΟ", που είναι εγγεγραμμένο στην Συλλογική απόφαση ΕΠ0011 με Κ.Α.

υποέργου 201 6ΕΠ00 1 1 0036". Κατά τα λοιπά ισχύει η 46/2016 (ΦΕΚ 92/2016 τ.ΑΑΠ) απόφαση του Περιφερειακού Συμβουλίου της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας. Η χάραξη της οδού έχει ως αφετηρία την επαρχιακή οδό Πύργου - Κατάκωλου, σε απόσταση 780 μέτρων μετά την διασταύρωση Αγίου Ιωάννη και 730 μέτρα πριν την διασταύρωση προς Γρανιτσέικα.

Η οδός έχει συνολικό μήκος 3.304,96 μέτρα και διακρίνεται α) στο τμήμα που αφορά την παράκαμψη του Αγίου Ιωάννη, μήκους 1.170 μέτρων και β) στο τμήμα Άγιος Ιωάννης - Ε.Ο ..., μήκους 2.125 μέτρων. Το πρώτο τμήμα εκτείνεται σε λοφώδη περιοχή που δημιουργεί προβλήματα στην οριζοντιογραφική και μηκοτομική χάραξη της οδού, ενώ το δεύτερο τμήμα αναπτύσσεται σε πεδινή περιοχή και διέρχεται τις σιδηροδρομικές γραμμές του Ο.Σ.Ε.

και τον Ιάρδανο ποταμό. Η χάραξη της οδού (Χ.Θ. 0 + 000) έχει αρχή τον ισόπεδο κόμβο Κ1 που συνδέει την οδό με την Επαρχιακή οδό ... και εκτείνεται σε πεδινό έδαφος μέχρι τη Χ.Θ. 0+300. Σχεδιάζεται ο κόμβος Κ1 ως ισόπεδος τρισκελής κόμβος με λοξότητα αλλά και με ικανοποιητικά γεωμετρικά χαρακτηριστικά και συνδέεται με τον υφιστάμενο ασφαλτοστρωμένο δρόμο που οδηγεί δυτικά στην ιερά Μονή Παναγίας Εισοδιώτισσας (Χ.Θ. 0 + 200), λόγω του ότι στην Ιερά Μονή στεγάζεται και η Σχολή Βυζαντινής Αγιογραφίας και Μουσικής της Ιεράς Μητρόπολης Ηλείας.

Σε απόσταση 320μ από τον κόμβο Κ1 και με κατεύθυνση προς Πύργο προβλέπεται μια σύνδεση της Επαρχιακής Οδού ... με υφιστάμενο ασφαλτοστρωμένο δρόμο της Τοπικής Κοινότητας Αγ. Ιωάννη και παρουσιάζεται στην οριζοντιογραφία με α/α ΟΡ-ΟΔΟ 3.1. Από την Χ.Θ. 0 + 00 έως και 0 + 300 σχεδιάζεται η οριζοντιγραφική καμπύλη Κ2 με R=180m (θεωρούμενο πεδινό έδαφος), ενώ η μηκοτομή σχεδιάζεται με μέγιστη κλίση 4,35%.

Στην συνέχεια η οδός διέρχεται αρχικά σε αραιοδομημένη περιοχή (Χ.Θ. 0+400 έως Χ.Θ. 0+500 περίπου). Στην Χ.Θ. 0 + 301,20 και για μήκος 197μ στο κατάντι μέρος της οδού τοποθετείται τοίχος αντιστήριξης ΤΑ1 μέσου ύψους 5 μ., ενώ στην Χ.Θ. 0 + 372, 41 και για μήκος 20μ στο κατάντι μέρος της οδού τοποθετείται τοίχος αντιστήριξης ΤΑ2 μέσου ύψους 4,50 μ.

Αντιστοίχως στην Χ.Θ. 0 + 547,85 και για μήκος 196 μ στο κατάντι μέρος της οδού τοποθετείται τοίχος αντιστήριξης ΤΑ3 ύψους 4 μ, ενώ στην Χ.Θ. 0 + 529, 68 και για μήκος 214μ στο ανάντι μέρος της οδού τοποθετείται τοίχος αντιστήριξης ΤΑ4 ύψους 4 μ. Επίσης στην Χ.Θ. 0 + 629 και μήκος 60 μ. για τη βελτίωση των συνθηκών ασφαλείας της διατομής ελέγχου στην περιοχή που φορτίζεται από την υφιστάμενη οικοδομή αλλά και τον περιορισμό των εκδηλωθεισών μετακινήσεων, προβλέπεται να κατασκευαστεί πασσαλοσυστοιχία στη στέψη του πρανούς αποτελούμενη από φρεατοπασσάλου μήκους L = 20m, διαμέτρου D= 1.00m.

Ακολούθως η χάραξη συνεχίζει με ήπιες κατά μήκος κλίσεις άλλα με μεγάλα ορύγματα έως την Χ.Θ. 1+050. Στην Χ.Θ. 0+880 πρόκειται να διαμορφωθεί ισόπεδος πεντασκελής κόμβος για την σύνδεση με το υφιστάμενο οδικό δίκτυο (κατευθύνσεις προς Βυτιναίικα, Αγ. Ιωάννη, επαρχιακή οδό Δαστείκων - Βυτιναιίκων, αγροτικές οδοί).

Από τη Χ.Θ. 0 + 880 και έως το τέλος του πρώτου τμήματος (Χ.Θ. 1+170) η οδός ακολουθεί τον υφιστάμενο ασφαλτοστρωμένο δρόμο στο μεγαλύτερο τμήμα του με μικρές τροποποιήσεις. Στο τέλος της χάραξης του πρώτου τμήματος (Χ.Θ. 1 + 167,04) έχει σχεδιαστεί ανισόπεδος κόμβος Κ3 στην συμβολή με την οδό ... όπου προβλέπεται κατασκευή γέφυρας μήκους 24 m και ανοίγματος 16 m.

Για την γέφυρα καθώς και για το συνολικό έργο του ανισόπεδου κόμβου υπάρχει εγκεκριμένη γεωτεχνική έρευνα - μελέτη και εγκεκριμένη οριστική στατική μελέτη. Στον κόμβο Κ3 προβλέπονται όλες οι κυκλοφοριακές κινήσεις. Μετά τον κόμβο Κ3 (Χ.Θ. 1 +167,04 αρχή του δευτέρου τμήματος) η χάραξη διέρχεται από πεδινό έδαφος με καλά γεωμετρικά χαρακτηριστικά (οριζοντιογραφικά και μηκοτομικά στοιχεία) μέγιστη κλίση 2,52%.

Προβλέπεται η κατασκευή ισόπεδης διάβασης των σιδηροδρομικών γραμμών του Ο.Σ.Ε. (Χ.Θ. 2+120) και του Ιάρδανου ποταμού με γέφυρα μήκους 40,50 m και ανοίγματος 16 m (Χ.Θ. 2+322,75). Επίσης προβλέπεται ο σχεδιασμός μόνιμων βοηθητικών δρόμων (παράδρομοι 1,2,3,4), παράλληλων στην κύρια οδό, ώστε αφενός να εξυπηρετούνται τα οχήματα από και προς τα γειτονικά αγροτεμάχια και αφετέρου να αποφευχθούν οι συνεχείς συμβολές αγροτικών οδών με την προς μελέτη οδό.

Στην Χ.Θ. 3 + 305 (τέλος χάραξης) διαμορφώνεται ισόπεδος κόμβος Κ4 για την σύνδεση με την Εθνική οδό ..., καθώς και των παραδρομών αυτής, όπως επίσης και με την διασταύρωση με τον οικισμό Βούναργο. Ο σχεδιασμός του κόμβου Κ4 έχει σχεδιαστεί έτσι ώστε να είναι εναρμονισμένος ως προς την ήδη διαμορφωμένη κατάσταση της Ε.Ο ...

στο ύψος της διασταυρώσεως με κατεύθυνση προς Βούναργο. Για την λειτουργικότητα του έργου έχουν σχεδιαστεί 4 κόμβοι συνδέσεως με την υπό κατασκευή νέα οδό και ειδικότερα οι ΚΙ, Κ2, Κ3 και Κ4, στις χ.θ 0+000, 0+880,00, 1+167,04 και 3+305. Έχουν επίσης προβλεφθεί μικρά και μεγάλα τεχνικά έργα, κυρίως γέφυρες και σωληνωτοί και πλακοσκεπείς οχετοί για την προστασία της οδού από τα όμβρια ύδατα.

Περαιτέρω προβλέπονται τοιχία αντιστήριξης συνολικού μήκους 627 μέτρων και συμπληρωματικά τεχνικά έργα όπως τάφροι αποχέτευσης, ρείθρα και τάφροι αποστράγγισης. Όλα τα ως άνω έργα περιγράφονται αναλυτικά στα προσκομιζόμενα έγγραφα και ιδίως στην από 9-6-2016 τεχνική περιγραφή του έργου, που συνετάγη από την ανάδοχο μελέτης εταιρεία "ΣΙΓΜΑ ΜΕΛΕΤΩΝ Α.Ε - Γ.

Ν. Φ.", υπό την επίβλεψη του τοπογράφου μηχανικού Χ. Μ., ελέγχθηκε από τον προϊστάμενο ΤΔΠ της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Π.Ε Ηλείας Ν. Μ. - τοπογράφο μηχανικό και θεωρήθηκε από τον Διευθυντή Τεχνικών Έργων Π.Ε Μ. Κ. - τοπογράφο μηχανικό. Έχει δε προσκομισθεί περαιτέρω και η από Μαρτίου 2016 με αριθμό σχεδίου ΠΕΡ. 2 γενική οριζοντιογροφία νέας χάραξης καθώς και τις υπ' αριθμ.

ΟΡ-ΟΔΟ 3.1,3.2, 3.3,3.4 και 3.5 οριζοντιογραφίες οδού που αποτελούν την κατακόρυφη προβολή σε οριζόντιο επίπεδο της επίδικης οδού. Σε κάθε οριζοντιογροφία εμφαίνονται εκτός των άλλων τα τοιχία αντιστήριξης, τα τεχνικά έργα, οι γέφυρες και οι προτεινόμενοι παράδρομοι που θα κατασκευασθούν, καθώς και οι υφιστάμενοι δρόμοι από άσφαλτο και χώμα.

Τέλος, προσκομίσθηκε η από Απριλίου 2018 συμπληρωματική έκθεση εκτίμησης μεταβολής της αξίας εναπομείναντων τμημάτων για την κατασκευή του έργου από την Α. Μ., πιστοποιημένη ορκωτή εκτιμήτρια επί των συμπληρωματικών αιτήσεων για τον προσδιορισμό της κατ' άρθρο 13§4 του ν. 2882/2001 ιδιαίτερης αποζημίωσης. Εντός της χάραξης του νέου οδικού άξονα, βρίσκεται ο οικισμός των Βυτινέϊκων και του Αγ.

Ιωάννη και σε πάρα πολύ μικρή απόσταση από τη χάραξη του νέου οδικού άξονα βρίσκονται οι οικισμοί Πρασίνου, Κατσαρού και η έδρα του πρώην Δήμου Ιάρδανου, το Βούναργο. Επίσης, σε επαφή με την οδό (στο ένα άκρο της) βρίσκεται η υπάρχουσα Εθνική Οδός ... και στο άλλο άκρο της η επαρχιακή οδός ... Έχει δε, πυκνό και ιδιαίτερα αναπτυγμένο οδικό δίκτυο ασφαλτοστρωμένων δρόμων, Εθνικών Οδών, επαρχιακών και δημοτικών οδών.

Κατά την υφιστάμενη κατάσταση η Επαρχιακή Οδός Λαστέικα - Άγιος Ιωάννης διέρχεται μέσα από τον οικισμό Άγιος Ιωάννης και Βυτινέικα. Ο οικισμός Άγιος Ιωάννης απέχει 3.600 μ. από τη θάλασσα και 5 χιλιόμετρα από το κέντρο του Πύργου. Ο οικισμός Βυτινέικα απέχει 1.550 μ. από την Ε.Ο. ..., 2.800 μ. από τη θάλασσα και 5,5 χιλιόμετρα από το κέντρο του Πύργου.

Ο οικισμός Λαστέικα απέχει 6.000 μ. από τη θάλασσα και 4,4 χιλιόμετρα από το κέντρο του Πύργου. Με την κατασκευή της οδού Λαστέικα - παράκαμψη Αγίου Ιωάννη - Κατάκωλο, η επαρχιακή οδός παρακάμπτει τους ως άνω οικισμούς, διερχόμενη δυτικά αυτών, με αρχή της χάραξης την επαρχιακή οδό ... και κατάληξή της στην επαρχιακή οδό ..., δυτικά των οικισμών Λαστέικα, Άγιος Ιωάννης και Βυτινέικα, ενώ, κατά το μεγαλύτερο μέρος της χάραξης διέρχεται μέσα από αγροτικές εκτάσεις.

Η περιοχή των απαλλοτριούμενων ακινήτων χαρακτηρίζεται ως οικιστική για τα Βυτινέικα, επαγγελματική για τις περιοχές γύρω από την υφιστάμενη Εθνική Οδό, λόγω ιδιαίτερης επαγγελματικής δραστηριότητας που αναπτύσσεται στην εν λόγω περιοχή και για τις υπόλοιπες ιδιοκτησίες, γεωργική και δευτερευόντως οικιστική για όλη την υπόλοιπη περιοχή.

Γενικά πρόκειται για μία πεδινή περιοχή όπου η γη καλλιεργείται με σχετικά μεγάλη ένταση. Η απαλλοτριούμενη έκταση δεν είναι οικιστικά αξιοποιημένη και παρότι κάποιες ιδιοκτησίες βρίσκονται εντός οικισμού, ακολουθούν τη συνήθη χρήση των εκτός σχεδίου αγρών (καλλιέργεια κυρίως ελαιοδέντρων, οπωροφόρων και κηπευτικών).

Έτσι, η υφιστάμενη χρήση των απαλλοτριούμενων ακινήτων είναι η κυρίως αγροτική εκμετάλλευση. Ως γενικό συμπέρασμα προκύπτει ότι τα απαλλοτριούμενα ακίνητα βρίσκονται κατά ένα τμήμα τους εντός οικισμού και κατά τη μεγαλύτερη έκτασή τους, σε εκτός οικισμού περιοχή, δυτικά των προαναφερόμενων οικισμών και έχουν κυρίως αγροτικό χαρακτήρα.

Από πλευράς υποδομής, η περιοχή των απαλλοτριούμενων ακινήτων εξυπηρετείται μέτρια έως καλά από δίκτυα των Οργανισμών Κοινής Ωφέλειας (ΔΕΗ, ΟΤΕ και ύδρευσης κατά τόπους), διότι απέχει από την κατοικημένη περιοχή. Επίσης εξυπηρετούνται από το υφιστάμενο επαρχιακό οδικό δίκτυο, καθώς και από αγροτικούς δρόμους.

Εντός της έκτασης που απαλλοτριώνεται για την "ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΟΔΟΥ ...", βρίσκονται τα επίδικα ακίνητα που απαλλοτριώνονται με τα επικείμενά τους. Η ευρύτερη περιοχή δεν εμφανίζει εμπορική ή τουριστική ανάπτυξη, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι υπάρχουν εν λειτουργία επιχειρήσεις ή καταστήματα, ούτε ξενοδοχεία ή ενοικιαζόμενα δωμάτια.

Η προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης καθορίστηκε με την υπ' αριθμ. 220/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, για το έδαφος και τα επικείμενα αυτού. Το ως άνω Δικαστήριο, αφού έλαβε υπ' όψη του την προσκομιζόμενη έκθεση προεκτίμησης της Επιτροπής του άρθρου 15 του Ν. 2882/2001, για το σύνολο της αξίας των απαλλοτριούμενων ακινήτων και των επικειμένων τους, η οποία συνετάγη μετά από έλεγχο των δεδομένων του αντικειμενικού συστήματος υπολογισμού αξιών που ισχύει στην περιοχή, των συγκριτικών στοιχείων που υπάρχουν στην αρμόδια Δ.Ο.Υ και μετά από την αυτοψία που διενεργήθηκε προκειμένου να διαπιστωθεί η πραγματική κατάσταση των απαλλοτριούμενων εκτάσεων, κατέληξε ότι οι αξίες κυμαίνονται για τις εκτάσεις στην τοπική κοινότητα Βυτινέικων από 3€/τ.μ έως 12€/τ.μ (για τα ακίνητα εντός οικισμού στο ποσόν των 56€/τ.μ), στην τοπική κοινότητα Αγίου Ιωάννη από 3€/τ.μ έως 17€/τ.μ και για την τοπική κοινότητα Πρασίνου στο ποσόν από 25€/τ.μ έως 4€/τ.μ.

Σύμφωνα με σειρά τεχνικών εκθέσεων που προσκομίζουν οι καθ' ων της υπό στοιχείο α' αίτησης - ανταιτούντες, κατά την συζήτηση της παρούσας υπόθεσης για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας, οι αξίες των οικοπέδων κυμαίνονται από 40€ έως 100€/τ.μ και των αγροτεμαχίων από 5 έως 15€/τ.μ. Προσκομίσθηκε επίσης και η πιο πρόσφατη (από τον μήνα Μάρτιο του 2020) συμπληρωματική έκθεση εκτίμησης πιθανής μεταβολής της αξίας των απομενόντων τμημάτων και διερεύνηση τεκμηρίου ωφελείας, που συνέταξε η πιστοποιημένη ορκωτή εκτιμήτρια Άννα Μιχαηλίδη, η οποία είχε συντάξει και την αρχική έκθεση εκτίμησης, κατά παραγγελία της αρχικώς αιτούσας "Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας".

Η ως άνω εκτιμήτρια, μετά από αυτοψία που διενήργησε στην επίδικη περιοχή και λαμβάνοντας υπ' όψη συγκριτικά στοιχεία για παρόμοια ακίνητα της περιοχής που έλαβε από τοπικά μεσιτικά γραφεία προσδιόρισε ως ανωτέρω τις αναφερόμενες αξίες. Με βάση όλα τα ανωτέρω και λαμβάνοντας υπ' όψη ότι η οικονομική ύφεση που βιώνει η χώρα από το έτος 2010 έως σήμερα, έχει μεν οδηγήσει σε έλλειψη αγοραστικού ενδιαφέροντος και μείωση των εμπορικών αξιών των ακινήτων, χωρίς όμως να επέλθει σημαντική μεταβολή στην αξία τους από τον χρόνο συζήτησης της αίτησης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης, το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι η πραγματική αξία των απαλλοτριούμενων εδαφικών εκτάσεων και των επικειμένων τους κατά τον κρίσιμο χρόνο συζήτησης της υπόθεσης περί οριστικού καθορισμού αποζημίωσης, η οποία καλύπτει πλήρως την οφειλόμενη στους δικαιούχους αποζημίωση και επιτρέπει την αντικατάσταση αυτών, σύμφωνα και με την συνταγματική επιταγή (άρθρο 17§2 ισχύοντος Συντάγματος), χωρίς να ληφθεί υπ' όψη ανατίμηση ή υποτίμηση των επιδίκων ακινήτων που επήλθε μετά την απαλλοτρίωση και οφείλεται σε αυτήν ή την εξαγγελία της ή σε ενέργεια των ιδιοκτητών των επιδίκων (άρθρο 13§2 του Ν. 2882/2001), ανέρχεται, με τις σημερινές οικονομικές και νομισματικές συνθήκες στα ακόλουθα ποσά:...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει την αίτηση του αναιρεσιβλήτου ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως των ακινήτων των αναιρεσειόντων σε ποσά, αναλόγως με την κάθε περιοχή. Το Εφετείο, με τις ως άνω παραδοχές του, ως προς το ζήτημα του καθορισμού της αξίας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των τελευταίων, δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες διατάξεις, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή κατά την υπαγωγή των προαναφερομένων πραγματικών περιστατικών, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, τις ανωτέρω διατάξεις, τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το πιο πάνω ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, το Εφετείο διαλαμβάνει τους συγκεκριμένους λόγους, για τους οποίους καθόρισε την αποζημίωση για τα ανωτέρω ακίνητα στα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφασή του ποσά, καθόσον, όπως προκύπτει από τις, ανέλεγκτες αναιρετικώς, παραδοχές της πληττόμενης αποφάσεώς του, προέβη στον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως αυτών, αφού έλαβε υπ' όψιν, μεταξύ των άλλων, την θέση τους και τα χαρακτηριστικά της περιοχής των Βυτινεΐκων και του Αγίου Ιωάννη και την ευρύτερη περιοχή του πρώην Δήμου Ιάρδανου, στην οποία βρίσκονται αυτά, επισημαίνοντας την θέση τους σε σχέση με τον αστικό ιστό, την παρακείμενη εθνική οδό ...

καθώς και την επαρχιακή οδό ..., τα γενικά και επί μέρους χαρακτηριστικά τους, κάνοντας διάκριση για την περιοχή στα Βυτινέικα, τις περιοχές γύρω από την εθνική οδό και την υπόλοιπη έκταση, την εξυπηρέτηση της ευρύτερης περιοχής από τα μέσα μαζικής μεταφοράς και τις υποδομές κοινής ωφέλειας, ενώ έλαβε υπ' όψιν και προσκομισθέντα συγκριτικά στοιχεία.

Με τον τρόπο αυτόν το Εφετείο εκθέτει, σαφώς, επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία, ύστερα από την συνεκτίμησή τους, το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως. Σε κάθε περίπτωση, οι φερόμενες ως δήθεν ελλείψεις και αντιφάσεις στην αιτιολογία της πληττομένης αποφάσεως ανάγονται στην πληρέστερη, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, ανάλυση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού και στην αιτιολόγηση του εξαγόμενου αποδεικτικού πορίσματος, αναφορικώς με την αξία των απαλλοτριωθέντων, τα οποία, πάντως, όπως προαναφέρθηκε, εκτίθεται σαφώς, ενώ οι αναιρεσείοντες, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεως του λόγου αυτού στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη για τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα).

Περαιτέρω, το Εφετείο αποφάνθηκε επί όλων των τεθέντων ενώπιόν του αιτημάτων, ήτοι τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος απαλλοτριώσεως, καθώς και των αιτημάτων μερικών των καθών η κυρία αίτηση, μεταξύ των οποίων και οι τρίτη έως και έβδομη των αναιρεσειόντων, για τον καθορισμό ιδιαιτέρας αποζημιώσεως για τα τυχόν εναπομείναντα τμήματα των απαλλοτριωθεισών ιδιοκτησιών τους και για το τεκμήριο της ωφελείας αυτών, εξαντλώντας την δικαιοδοσία του, με βάση το αίτημα της κυρίας αιτήσεως του αναιρεσιβλήτου και των αντιθέτων αιτήσεων. Επίσης, από την βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως για τα ακίνητα των αναιρεσειόντων, έλαβε υπ' όψιν τις προσαχθείσες τεχνικές εκθέσεις και όλα τα έγγραφα, που είχαν προσκομισθεί ενώπιόν του νομίμως μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους, έτσι ώστε δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι έλαβε υπ' όψιν και τα προαναφερθέντα έγγραφα.

Συνεπώς, ο κυρίως αναιρετικός λόγος, κατά τα οικεία σκέλη του που κρίθηκαν νόμιμα, ο δεύτερος πρόσθετος αναιρετικός λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, ο τρίτος πρόσθετος αναιρετικός λόγος, κατά το τρίτο σκέλος του, ο τέταρτος πρόσθετος αναιρετικός λόγος, ο πέμπτος πρόσθετος αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του και οι έκτος και έβδομος των προσθέτων αναιρετικών λόγων, κατά το πρώτο και τρίτο σκέλος τους, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Επίσης, λόγω της ήττας των αναιρεσειόντων, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταθέσαντος από αυτούς παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.). Αυτή, όμως, θα επιβληθεί μειωμένη κατ' άρθρον 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 του ν. 1738/1967 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Α.Π. 749/2024, Α.Π. 556/2024, Α.Π. 681/2022).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη την αίτηση αναιρέσεως ως προς την τρίτη των αναιρεσειόντων.

Διατάσσει τον χωρισμό της υποθέσεως ως προς την προαναφερόμενη αναιρεσείουσα.

Απορρίπτει την από 30-7-2022 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 40/2022 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, ως προς του λοιπούς αναιρεσείοντες.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταθέσαντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου.

Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ