Supreme Court dismisses appeal on construction contract damages, rejecting claim of evidence distortion regarding fines.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's final decision on a construction contract dispute. The appellant argued the lower court distorted evidence by linking a prior environmental fine to the current project failure, but the court found this was merely an assessment error within the appellate court's discretion. Consequently, the appeal was rejected, the costs were awarded to the appellant, and the original judgment stands.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577, 559, 561, 495, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews appeals for procedural legality and substantive merit, distinguishing between errors of fact assessment and distortions of evidence, and rejects appeals where the lower court's evaluation of proof falls within its discretionary power.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1591 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή και Ασημίνα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 14 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Α. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων του Δημητρίου Μπαμπινιώτη και Γεωργίου Λαμπρόπουλου και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "……Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Λέων και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/7/2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 338/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 64/2021 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7/5/2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 07.05.2021 και με αριθ. κατάθ.19/10.05.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 64/18.03.2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ.552, 553,556,558,564 παρ.3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 298,330,681, 688,690 και 694 του ΑΚ προκύπτει ότι με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, που καλείται εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο αντισυμβαλλόμενος, που καλείται εργοδότης (κύριος του έργου), να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου, δηλαδή ο εργολάβος, κατ' εξαίρεση όσων με τις γενικές διατάξεις ορίζονται για τις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, υποχρεούται σε προεκπλήρωση της κύριας παροχής του, εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορετικά, όπως συμβαίνει όταν ορίσθηκε τμηματική παράδοση του έργου με αντίστοιχη τμηματική καταβολή της οφειλόμενης αμοιβής, αφού η υποχρέωση της προεκπλήρωσης αποτελεί ρύθμιση ενδοτικού δικαίου.
Ως έργο νοείται κάθε τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και δραστηριότητας του εργολάβου στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της σύμβασης, ενώ ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης του εργολάβου, που συνίσταται στην εκτέλεση του έργου και στην προσπόρισή του στον εργοδότη, δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσίασης του εργοδότη, με την προϋπόθεση ότι το έργο είναι αυτό που συμφωνήθηκε και όχι εντελώς διαφορετικό, διότι τότε δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται κατά το άρθρ. 694 του ΑΚ της συμφωνημένης αμοιβής του.
Αντίθετα, σε περίπτωση που μετά την εκτέλεση του έργου, τούτο από υπαιτιότητα(δόλο ή αμέλεια) του εργολάβου έχει πραγματικό ελάττωμα (που δεν το καθιστά κατά μόνιμο και οριστικό τρόπο εντελώς μορφολογικά διαφορετικό ή άχρηστο), γεννιέται για τον εργοδότη κατά του εργολάβου απαίτηση αποζημίωσης, για κάθε είδους ζημία(θετική ή αποθετική), που προέρχεται από την, εξαιτίας του ελαττώματος, πλημμελή εκτέλεση της σύμβασης από μέρους του εργολάβου και συνίσταται στην περιουσιακή διαφορά, η οποία ανακύπτει από την κατάσταση, η οποία δημιουργήθηκε απ' αυτή την πλημμελή εκτέλεση και από εκείνη που θα είχε δημιουργηθεί από την καθ' υπόθεση, απαλλαγμένη από το ελάττωμα εκτέλεσης της σύμβασης(ΑΠ 930/2004).
Περαιτέρω, η παράδοση έργου με ελλείψεις, είτε πρόκειται για έλλειψη συμφωνημένων ιδιοτήτων είτε για ουσιώδη ή επουσιώδη ελαττώματα του έργου, δεν απαλλάσσει αυτοδικαίως τον εργοδότη από την υποχρέωση καταβολής της εργολαβικής αμοιβής, ακόμη και αν πρόκειται για έργο άχρηστο, ούτε μπορεί ο εργοδότης να αποποιηθεί χωρίς άλλο το προσφερόμενο σ' αυτόν ελαττωματικό έργο, ώστε να αποφύγει την καταβολή αμοιβής, αλλά έχει τα προβλεπόμενα στις διατάξεις των άρθρων 688 - 690 του ΑΚ, που ρυθμίζουν την ευθύνη του εργολάβου μετά την αποπεράτωση του έργου και την παράδοσή του στον εργοδότη-κύριο του έργου, δικαιώματα, εκτός βέβαια διαφορετικής και πάλι συμφωνίας τους (ΑΠ 1665/2014, ΑΠ 183/2011).
Μπορεί έτσι αυτός(εργοδότης) και να υπαναχωρήσει από την όλη σύμβαση, αν το έργο έχει ουσιώδη ελαττώματα που το καθιστούν άχρηστο ή του λείπουν συμφωνημένες ιδιότητες, οπότε με την υπαναχώρηση η σύμβαση έργου καταργείται αναδρομικά και επέρχονται οι συνέπειες που ορίζονται στο άρθρ. 389 παρ.2 του ΑΚ, δηλαδή αποσβήνονται οι συμβατικές υποχρεώσεις προς παροχή και οι συμβαλλόμενοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση να αποδώσουν κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό τις παροχές που έλαβαν.
Όμως κατά το άρθρ. 691 του ΑΚ το δικαίωμα υπαναχώρησης ο εργοδότης δεν το έχει, ούτε γενικότερα άλλο δικαίωμα για ελλείψεις του έργου, αν είναι υπαίτιος για αυτές, είτε εξαιτίας των οδηγιών που έδωσε παρά τις ρητές αντιρρήσεις του εργολάβου είτε κατ' άλλο τρόπο. Οι αντιρρήσεις δηλαδή του εργολάβου αποτελούν την προϋπόθεση για την υπαιτιότητα του εργοδότη και πρέπει αυτές να είναι ρητές και σαφείς.
Αν αντίθετα ο εργολάβος δεν αντιλέγει στις οδηγίες του εργοδότη ή προβάλλει αντιρρήσεις αόριστες ή ασαφείς, διατηρείται η ευθύνη του εργολάβου για ελλείψεις του έργου, που σημαίνει ότι μόνο μετά τη διατύπωση συγκεκριμένων αντιρρήσεων από τον εργολάβο και την εμμονή του εργοδότη στην τήρηση των οδηγιών του, υποχρεούται πλέον ο εργολάβος να συμμορφωθεί με τις οδηγίες αυτές, οπότε και εκλείπει η όποια ευθύνη του.
Στην απαλλαγή του εργολάβου από την ευθύνη του για ελλείψεις του έργου οδηγεί κατά το άρθρ. 692 του ΑΚ και η έγκριση του έργου από τον εργοδότη, εκτός αν οι ελλείψεις δεν μπορούσαν να διαπιστωθούν με κανονική εξέταση, όταν έγινε η παραλαβή του έργου ή αν ο εργολάβος τις απέκρυψε με δόλο. Έγκριση είναι η επιδοκιμασία του έργου από το εργοδότη, με την οποία αυτός αναγνωρίζει ότι το έργο δεν έχει ελλείψεις.
Η έγκριση, που προϋποθέτει πραγματική παράδοση του έργου, μπορεί να είναι ρητή, με την έννοια ότι ο εργοδότης δήλωσε ότι το έργο εκτελέστηκε σύμφωνα με τους όρους και τις προδιαγραφές της εργολαβικής σύμβασης ή και σιωπηρή και τέτοια συνιστά η παραλαβή του έργου χωρίς επιφύλαξη ή διαμαρτυρία σε εύλογο χρόνο αναφορικά με ορισμένη έλλειψη (ΑΠ 1199/2007).
Προκύπτει έτσι όχι μόνο δικαίωμα, αλλά και υποχρέωση του εργοδότη να εξετάσει το έργο που του παραδίδεται και αναλόγως να το εγκρίνει ή να αρνηθεί την έγκρισή του αν έχει ελλείψεις, διαφορετικά, αν δηλαδή παραλάβει το έργο χωρίς να το εξετάσει, φέρει αυτός τον κίνδυνο των ελλείψεων και υποχρεούται να καταβάλει στον εργολάβο τη συμφωνημένη αμοιβή του παρά την ύπαρξη ελλείψεων, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρ. 692 του ΑΚ.
Η εξέταση του έργου θεωρείται κανονική αν γίνει είτε από τον ίδιο τον εργολάβο ή από αντιπρόσωπό του ή και από τρίτο πρόσωπο στο οποίο ανατέθηκε η εξέταση και έγκριση του έργου είτε από ειδικό που έχει τις αναγκαίες γνώσεις, αν κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών και την καλή πίστη οι ελλείψεις του συγκεκριμένου έργου δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτές από οποιονδήποτε (ΑΠ 447/2016,ΑΠ 1804/2001).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Επομένως η έλλειψη νόμιμης βάσης πρέπει να αναφέρεται σε παραδοχές της αποφάσεως επί εκείνων των ζητημάτων που ασκούν ουσιαστική επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης. Εάν τα περιστατικά, που προβάλλονται με το λόγο αναίρεσης ως αντιφατικά, ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή την απόρριψή του κατά παραδοχή ενστάσεως και επομένως χωρίς να είναι αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση του λόγου αυτού αναίρεσης αιτιάσεις είναι αλυσιτελείς και απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 255/2010, ΑΠ 1008/2007).
Ανεπάρκεια αιτιολογιών δεν υπάρχει, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Άλλωστε, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Περαιτέρω, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016, ΑΠ 1266/2011).
Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013).Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα(και ήδη αναιρεσίβλητη) διατηρεί επιχείρηση πυρηνελαιουργείου στη Β.Ι.Π.Ε.
Πατρών, ιδιοκτησίας της εταιρίας "………ΑΒΕΕ". Στο πλαίσιο της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, παραλαμβάνει ελαιοπυρήνες από τα ελαιοτριβεία, τριφασικούς με υγρασία 50-55% και διφασικούς με υγρασία 65-75%, εκ των οποίων, κατόπιν επεξεργασίας τους, παράγει πυρηνέλαιο και πυρηνόξυλο. Στις αρχές Ιουνίου του έτους 2015, στα πλαίσια εκσυγχρονισμού της μονάδας του πυρηνελαιουργείου της, ήρθε σε επαφή με τον(τότε) πρώτο εναγόμενο(και ήδη αναιρεσείοντα), ο οποίος είναι εργολάβος οικοδομών, προκειμένου να της υποβάλει προσφορά για την κατασκευή τοιχίων δύο δεξαμενών, διαστάσεων 22μ.
Χ 32μ. Χ 4μ. ύψος και χωρητικότητας 2.900 τόνων εκάστης. Οι μεταξύ τους διαπραγματεύσεις οδήγησαν σε σύναψη σύμβασης έργου, καθώς με το από 10-8-2015 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίστηκε μεταξύ τους, η ενάγουσα ανέθεσε στον πρώτο εναγόμενο την εκτέλεση του ως άνω έργου, αντί συμφωνηθείσας αμοιβής 44.342 ευρώ πλέον ΦΠΑ 23%, στο οποίο συμπεριλαμβανόταν η αξία των υλικών, η αμοιβή του εργατοτεχνικού προσωπικού και το εργολαβικό κέρδος.
Τελικά, ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας, Ι. Κ., και ο ανωτέρω εναγόμενος συμφώνησαν σε έκπτωση της συμφωνηθείσας αμοιβής και εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 98/1-10-2015 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, ποσού 48.658,80 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, το οποίο και εξοφλήθηκε. Ο χώρος όπου επρόκειτο να εκτελεστεί το έργο, ήταν τρία τμήματα (υπόστεγα), το ένα δίπλα στο άλλο, ήτοι το ανατολικό, το δυτικό και το μεσαίο (κεντρικό) τμήμα, με φέροντα οργανισμό μεταλλική κατασκευή, ύψους 9 μέτρων περίπου, οι τρεις πλευρές( δυτική, βόρεια και ανατολική) καθενός εκ των οποίων ήταν περιτοιχισμένες με τοιχίο από οπλισμένο σκυρόδεμα, ύψους 1,60 μ., ενώ η νότια πλευρά καθενός ήταν τελείως ελεύθερη.
Με την ένδικη σύμβαση έργου, ο πρώτος εναγόμενος ανέλαβε να κατασκευάσει στη νότια πλευρά των δύο εκ των τριών τμημάτων, ήτοι του ανατολικού και του δυτικού, από ένα τοιχίο από οπλισμένο σκυρόδεμα, ύψους 4 μέτρων, ενώ στις τρεις υπόλοιπες πλευρές τους(δυτική, βόρεια και ανατολική), ανέλαβε να υπερυψώσει τα ήδη υπάρχοντα τοιχία, ύψος 1,60 μ., με οπλισμένο σκυρόδεμα, κατά 2,4 μ., ώστε με την προσθήκη αυτή να φθάσουν στα 4 μ., προκειμένου τα εν λόγω τμήματα-υπόστεγα, ήτοι το ανατολικό και το δυτικό, να έχουν τοιχία, ύψους 4μ., σε όλες τις πλευρές τους, ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν στη συνέχεια ως αποθήκες-δεξαμενές ελαιοπυρήνα.
Πριν καταρτιστεί η ανωτέρω σύμβαση, ο εκπρόσωπος της ενάγουσας, Ι. Κ., απευθύνθηκε στην Πολεοδομία Πατρών, προκειμένου να πληροφορηθεί αν απαιτούνταν να εκδοθεί οικοδομική άδεια, έλαβε δε αρνητική απάντηση, με την αιτιολογία ότι εφόσον το όλο συγκρότημα του πυρηνελαιουργείου έχει κατασκευαστεί με νόμιμη άδεια, δεν απαιτούνταν η έκδοση νέας για την κατασκευή του ως άνω έργου...
Το έργο ολοκληρώθηκε στις αρχές Οκτωβρίου 2015 και παραδόθηκε στον νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας. Στις αρχές Νοεμβρίου του ίδιου έτους ξεκίνησε η ελαιοκομική περίοδος και άρχισε η ενάγουσα να παραλαμβάνει ελαιοπυρήνες, τους οποίους και τοποθετούσε στις εν λόγω αποθήκες-δεξαμενές. Ωστόσο, στις 4-12-2015 και περί ώρα 05.20, κατέρρευσαν δύο τμήματα του τοιχίου της βόρειας πλευράς του ως άνω δυτικού τμήματος, που χρησιμοποιούνταν ήδη ως δεξαμενή, με αποτέλεσμα να διαρρεύσει όλος ο διφασικός ελαιοπυρήνας 2.800 τόνων, που αυτή περιείχε, τόσο εντός του χώρου του εργοστασίου της ενάγουσας όσο και σε πέντε δρόμους της ΒΙΠΕ, που περιβάλλουν το εργοστάσιο.
Το τοιχίο της βόρειας πλευράς του ως άνω δυτικού τμήματος (δεξαμενής) αποτελούνταν από τέσσερα(4)τμήματα(τα δύο εκ των οποίων κατέρρευσαν), τα οποία στηρίζονταν πλευρικά, το καθένα ξεχωριστά, στα κατακόρυφα μεταλλικά υποστυλώματα του υπόστεγου, και στην κάτω πλευρά τους επί του υπάρχοντος τοιχίου, ύψους 1,60 μ.
Αιτία της κατάρρευσης των δύο τμημάτων, ήταν η ελαττωματική κατασκευή αυτών, που συνίστατο αφενός στην πάκτωσή τους κατά παράβαση των κανόνων της τέχνης και της επιστήμης και αφετέρου στο γεγονός ότι το τοιχίο αυτό είχε κατασκευαστεί τμηματικά, ήτοι αποτελούνταν από τέσσερα τμήματα, που συνδέονταν μεταξύ τους με τα κατακόρυφα μεταλλικά υποστυλώματα του υπόστεγου.
Ο τρόπος αυτός κατασκευής δεν ήταν εν προκειμένω ενδεδειγμένος, διότι τόσο το προϋπάρχον τοιχίο, ύψους 1,60 μ., στην υπερύψωση του οποίου προέβη ο πρώτος εναγόμενος, όσο και τα κατακόρυφα μεταλλικά υποστυλώματα του υπόστεγου δεν ήταν ικανά να φέρουν τις αντίστοιχες καταπονήσεις που δέχονταν με αποτέλεσμα, λόγω και της ρευστότητας του αποθηκευμένου υλικού, να ασκείται μεγάλη πλευρική πίεση στα τμήματα του τοιχίου και στα δύο μεσαία υποστυλώματα.
Ειδικότερα, στην ως άνω βόρεια πλευρά του δυτικού τμήματος (υπόστεγου)υπήρχαν τέσσερα(4)κατακόρυφα μεταλλικά υποστυλώματα (κολώνες), εκ των οποίων τα δύο ακραία ήταν κύρια και κρίσιμα για την ευστάθεια του κτιρίου, ενώ τα δύο μεσαία ήταν επικουρικά και χρησίμευαν για την συγκράτηση της πλαγιοκάλυψης του κτιρίου.
Οι δύο αυτές επικουρικές κολώνες, αλλά και το προϋπάρχον τοιχίο(ύψους 1,60 μ.) δεν είχαν την φέρουσα ικανότητα να αντέξουν τις πιέσεις από το επιπλέον φορτίο (υπερύψωση), αλλά και το αποθηκευμένο υλικό (ελαιοπυρήνες), με αποτέλεσμα να παραμορφωθεί (λυγίσει) η μία κολώνα, στην οποία και στηρίζονταν τα δύο τμήματα του τοιχίου που ακολούθως κατέρρευσαν.
Όπως δε προκύπτει από την τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού, Ι. Ο.... απαιτούνταν εν προκειμένω να προηγηθεί της εκτέλεσης του ένδικου έργου, μελέτη περί της στατικής επάρκειας των υφιστάμενων κατασκευών, ήτοι του προϋπάρχοντος τοιχίου, το οποίο ανέλαβε να υπερυψώσει ο πρώτος εναγόμενος, καθώς και των κατακόρυφων μεταλλικών υποστυλωμάτων, ενίσχυση των κατασκευών αυτών, ώστε να αντέξουν το νέο φορτίο, και σύνταξη μελέτης για τη συμπληρωματική κατασκευή, δηλαδή την υπερύψωση των τοιχίων.
Όπως συνομολογείται εκατέρωθεν, αυτές οι ενέργειες δεν έλαβαν χώρα. Ο πρώτος εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ενημέρωσε σχετικά τον νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας, Ι. Κ., για την ανάγκη ελέγχου από πολιτικό μηχανικό της στατικής επάρκειας των υφιστάμενων κατασκευών, και την εν συνεχεία σύνταξη τεχνικής μελέτης, άνευ των οποίων δεν μπορούσε να εκτελεστεί με ασφάλεια η υπερύψωση των τοιχίων, πλην όμως ο τελευταίος αρνήθηκε τη σύνταξη της μελέτης και όρισε ότι η υπερύψωση των υφιστάμενων τοιχίων θα γίνει με τις δικές του οδηγίες, σύμφωνα με όσα θα υπεδείκνυε ο δικός του τεχνικός σύμβουλος, παρά τις ρητές αντιρρήσεις του πρώτου εναγομένου, ο οποίος του επεσήμανε με σαφήνεια τον κίνδυνο ότι με τις τεχνικές οδηγίες που πρότεινε και χωρίς να προηγηθεί μελέτη μηχανικού, θα υπάρξει πρόβλημα στατικής επάρκειας των τοιχίων που θα υπερυψώνονταν.
Ωστόσο, ο ανωτέρω ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου ελέγχεται ως αβάσιμος, καθώς τα όσα ακροθιγώς κατέθεσαν με την υπ' αριθμ. 1266/2016 ένορκη βεβαίωση, οι Θ. Σ., Σ. Α. και Ι. Φ., που προσελήφθησαν από τον ανωτέρω εναγόμενο και εργάστηκαν οι δύο πρώτοι ως βοηθοί καλουπατζήδες και ο τρίτος στις χωματουργικές εργασίες του έργου, επιβεβαιώνοντας τον ως άνω ισχυρισμό του πρώτου εναγομένου, αναφέροντας μάλιστα ότι ο Ι.
Κ. έδωσε και έγγραφες οδηγίες προς τον εργολάβο, χωρίς ωστόσο ο τελευταίος να προσκομίζει κανένα σχετικό έγγραφο οδηγιών, αναιρούνται από τα όσα κατέθεσε με την υπ' αριθμ. 1505/2016 ένορκη βεβαίωση, ο Ι. Α., ο οποίος και επεσήμανε ότι ουδεμία απολύτως υπόδειξη έγινε από τους εκπροσώπους της ενάγουσας προς τον εργολάβο σχετικά με τον τρόπο εκτέλεσης του έργου, ούτε του δόθηκε οδηγία να μην προβεί σε εκπόνηση μελέτης, ούτε άλλωστε θα μπορούσε να υποδείξει κάτι τέτοιο ο Ι.
Κ., καθώς δεν είναι μηχανικός ούτε και έχει σχετικές γνώσεις. Τα όσα κατέθεσε ο ανωτέρω ενισχύονται από το γεγονός ότι στη με ημερομηνία 10-6-2015 έγγραφη προσφορά του πρώτου εναγομένου, που υπέβαλε στην ενάγουσα κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, ο τελευταίος αναφέρει επί λέξει: ¨Τα δύο τοιχία εμπρός των αποθηκών και με ύψος 4 μέτρα, θα κατασκευαστούν έπειτα από μελέτη η οποία έχει κάνει για λογαριασμό μου υπεύθυνος μηχανικός¨.
Εκ της μη αναφοράς ότι και τα υφιστάμενα τοιχία θα υπερυψωθούν έπειτα από μελέτη μηχανικού, συνάγεται, εξ αντιδιαστολής, ότι η υπερύψωσή τους θα γινόταν, κατά πρόταση του ίδιου του εργολάβου, χωρίς μελέτη πολιτικού μηχανικού. Εξάλλου, αν πράγματι ο πρώτος εναγόμενος είχε επισημάνει στον εκπρόσωπο της ενάγουσας την ανάγκη εκπόνησης μελέτης και ο τελευταίος είχε αρνηθεί, τότε θα φρόντιζε να διατυπώσει εγγράφως τις αντιρρήσεις του ούτως ώστε να αποσείσει τυχόν ευθύνη του στο μέλλον σε περίπτωση κατάρρευσης του έργου που επρόκειτο να εκτελέσει, δοθέντος ότι, κατά τους ισχυρισμούς του, ήξερε ότι ελλοχεύει αυτός ο κίνδυνος.
Αντιθέτως, δεν προσκόμισε κανένα έγγραφο, από το οποίο να αποδεικνύεται ότι εξέφρασε αντιρρήσεις για την παράλειψη εκπόνησης μελέτης.
Συνεπώς, η στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 691 ΑΚ, ένσταση, που υπέβαλε πρωτοδίκως και επαναπροβάλλει στο παρόν Δικαστήριο ο ανωτέρω εναγόμενος, τυγχάνει απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη. Με βάση όλα τα ανωτέρω, αφενός αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε στις συμβατικές υποχρεώσεις του να κατασκευάσει το ανατεθέν σε αυτόν έργο χωρίς ελαττώματα, και αφετέρου ο τελευταίος δεν απέδειξε έλλειψη υπαιτιότητάς του προς απαλλαγή του.
Συνεπώς... η ενάγουσα δικαιούται αποζημίωσης για κάθε ζημία που συνδέεται αμέσως και αιτιωδώς με την ως άνω ελαττωματική κατασκευή. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι η τελευταία υπέστη τις ακόλουθες θετικές ζημίες που συνδέονται αιτιωδώς με τα ελαττώματα του έργου: α) για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν τα κατακόρυφα μεταλλικά υποστυλώματα του υπόστεγου, στο οποίο κατέρρευσαν τα τμήματα του τοιχίου, καθώς και της ζημίας που υπέστησαν οι λαμαρίνες της μεταλλικής στέγης του υπόστεγου αυτού, συνεπεία της κατάρρευσης των δύο τμημάτων του τοιχίου, απαιτείται κατ' αποκοπή δαπάνη ύψους 5.000 ευρώ, β)λόγω της καταστροφής ολόκληρης της ποσότητας του ελαιοπυρήνα(2.800 τόνοι), που ήταν αποθηκευμένη στην ένδικη δεξαμενή, την οποία είχε αγοράσει η ενάγουσα προς 20 ευρώ ανά τόνο πλέον ΦΠΑ 23%, υπέστη ζημία ύψους 68.880 ευρώ, γ)λόγω της διαρροής του ελαιοπυρήνα στους παρακείμενους του εργοστασίου της ενάγουσας, πέντε δρόμους της ΒΙΠΕ, καθώς και στο δίκτυο ομβρίων υδάτων, επιβλήθηκαν στην ενάγουσα δύο πρόστιμα από τη Διεύθυνση Περιβάλλοντος και Ενέργειας της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας, και συγκεκριμένα, με την υπ' αριθμ.
πρωτ. 34278/551/9-2-2016 απόφαση, της επέβαλε πρόστιμο 34.050 ευρώ και με την υπ' αριθμ. πρωτ.53327/1023/29-2-2016 απόφαση, της επέβαλε πρόστιμο 40.000 ευρώ...". Με βάση δε τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο, στη συνέχεια, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 338/2017 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, όσον αφορά τον πρώτο εφεσίβλητο-εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ως προς τον οποίο είχε απορριφθεί η ένδικη αγωγή της πρώτης, ως ουσία αβάσιμη, κατά παραδοχή ως βάσιμης της στηριζόμενης στο άρθρο 691 ΑΚ ένστασης του τελευταίου, κράτησε την υπόθεση, προχώρησε στην εκ νέου έρευνα της άνω αγωγής, και στη συνέχεια, δέχθηκε αυτήν εν μέρει ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, υποχρεώνοντας τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη, ως αποζημίωση για τις θετικές ζημιές που της προξένησε από την, εξαιτίας του ελαττώματος, πλημμελή εκτέλεση του έργου, το συνολικό ποσό των 147.930 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασής του, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των περί ευθύνης του εργολάβου διατάξεων των άρθρων 298,330,681 και 688-690 του ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε, καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δικαιολογούν τη θεμελίωση της σχετικής αξίωσης της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης προς αποζημίωσή της για τις θετικές ζημιές που προξενήθηκαν σ' αυτήν, εξαιτίας του ελαττώματος, από την πλημμελή εκτέλεση του επίδικου έργου από τον εναγόμενο-αναιρεσείοντα εργολάβο.
Περαιτέρω, δεν υπήρξε ούτε εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 691 ΑΚ, με την απόρριψη κατ' ουσίαν της σχετικής προταθείσας ένστασης του εναγομένου- αναιρεσείοντος, αφού το Εφετείο με επάρκεια και σαφήνεια έκρινε ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής της, δοθέντος ότι, σύμφωνα και με τις προεκτεθείσες στην αρχή νομικές σκέψεις, προϋπόθεση της υπαιτιότητας του εργοδότη είναι η προβολή αντιρρήσεων του εργολάβου, οι οποίες πρέπει να είναι ρητές, δηλαδή σαφείς και συγκεκριμένες, τέτοιες, ωστόσο, οι οποίες, όπως έκρινε το Εφετείο, δεν αποδείχθηκαν εν προκειμένω, κατά τον αβάσιμο σχετικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και δεν διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, με το να αιτιολογήσει την αντίθετη κρίση του, δεχόμενο, ότι δεν είχαν δοθεί οδηγίες από το νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσίβλητης προς τον αναιρεσείοντα σε σχέση με την εκτέλεση του επίδικου έργου.
Επίσης, δεν ήταν αναγκαία, για την πληρότητα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η παράθεση και άλλων αιτιολογιών πέραν των ανωτέρω σχετικά με τον συμφωνηθέντα τρόπο εκτέλεσης της επίδικης σύμβασης έργου, καθώς και η ανάλυση του είδους της ζημίας που υπέστησαν τα κατακόρυφα μεταλλικά υποστυλώματα και οι λαμαρίνες της μεταλλικής στέγης, και οι εργασίες που έπρεπε να πραγματοποιηθούν για την αποκατάστασή τους, που να δικαιολογούν την επιδικασθείσα δαπάνη, ύψους 5.000 ευρώ.
Συνεπώς, ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά τα αντίστοιχα συναφή σκέλη του, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, έλλειψη νόμιμης βάσης και εκ πλαγίου παραβίαση διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμος. Κατά τις λοιπές αιτιάσεις του, ο ίδιος ως άνω λόγος, καθό μέρος με αυτόν, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος.
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ` του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008).
Για το ορισμένο της προβολής του λόγου της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους, ως και ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτά προσκομίσθηκαν και η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 18/2021,ΑΠ 92/2020, ΑΠ 204/2017, ΑΠ 688/2016, ΑΠ 2261/2014) και επιπλέον να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους κατά την συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν αυτεπαγγέλτως υπόψη (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 779/2019, ΑΠ 204/2017, 1185/2010, ΑΠ 1855/2006).Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον από τον αριθμό 11 γ` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερο λόγο αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια ότι, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη της το προσκομισθέν με επίκληση ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας με τις προτάσεις του από 10.08.2015 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο είχε συναφθεί μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης εργοδότριας εταιρείας, και το οποίο περιείχε τις συμφωνηθείσες τεχνικές οδηγίες εκτέλεσης του επίδικου έργου, και το οποίο έγγραφο, αν είχε λάβει υπόψη του το Εφετείο, θα κατέληγε σε αντίθετο πόρισμα ως προς την απόρριψη της εκ του άρθρου 691 ΑΚ προταθείσας ένστασής του, την οποία θα έκανε δεκτή, επειδή από το περιεχόμενό της προέκυπτε ότι οι αναφερόμενες κατασκευαστικές οδηγίες, προσδιόριζαν διαφορετικό τρόπο κατασκευής από τις προτάσεις του εργολάβου στην από 10-6-2015 προσφορά του, γεγονός που ενίσχυε, δήθεν, την ουσιαστική βασιμότητα του καταλυτικού της αγωγής ισχυρισμού του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ότι οι τελικώς συμφωνηθείσες τεχνικές οδηγίες για την κατασκευή του επίδικου έργου, δεν είναι αυτές τις οποίες είχε προτείνει ο ίδιος (αναιρεσείων εργολάβος) με τις προσφορές του για τη κατασκευή, υπονοώντας ότι αυτές έγιναν καθ' υπόδειξη των εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης εργοδότριας.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου ρητά στο προοίμιο του σκεπτικού (4ο φύλλο) μνημονεύονται κατά το είδος τους όλα τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νομίμως επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ενώ στην όγδοη (οπίσθια 4ου φύλλου) σελίδα, όπου γίνεται και ρητή μνεία του επίμαχου ως άνω από 10.08.2015 ιδιωτικού συμφωνητικού, σε συνδυασμό και με τις αντίστοιχες παραδοχές της απόφασης, ότι από τις μεταξύ των διαδίκων διαπραγματεύσεις καταρτίστηκε, τελικά, το εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο η αναιρεσίβλητη ανέθεσε στον αναιρεσείοντα την εκτέλεση του επίδικου έργου, με το αναλυτικά περιγραφόμενο περιεχόμενο, προκύπτει αναμφίβολα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο συνεκτίμησε, με τις λοιπές αποδείξεις, και το ως άνω έγγραφο, για τη στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος και την απόρριψη των περί του αντιθέτου περιεχομένων στις προτάσεις ισχυρισμών του εφεσίβλητου-αναιρεσείοντος, χωρίς να είναι αναγκαίο να προβαίνει σε χωριστή αξιολόγηση του κάθε αποδεικτικού μέσου και καθενός εγγράφου.
Η άποψη του αναιρεσείοντος ότι η διαφορετική εκτίμηση του επίμαχου ως άνω αποδεικτικού εγγράφου θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, έγγραφο περιεχόμενο, προφανώς, διαφορετικό από εκείνο που αναφέρεται στο έγγραφο αυτό, από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου ή από παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμου μέρους του, όχι δε και όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας το περιεχόμενο του εγγράφου, όπως πράγματι έχει, άγεται σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία θεωρεί ως ορθή ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση, η οποία ανάγεται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 25/2011, ΑΠ 1401/2010, ΑΠ 2236/2009, ΑΠ 1176/2008).
Περαιτέρω, κατά την έννοια της ίδιας, ως άνω, διατάξεως (άρθρ. 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ), λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο διαμόρφωσε την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε και όχι όταν το έγγραφο αυτό εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα εκτός αν εξαίρεται, αναφορικά με το πόρισμα του δικαστηρίου της ουσίας, για ύπαρξη ή ανυπαρξία γεγονότος, αφού σε περίπτωση μη συνδρομής της εξαιρέσεως αυτής, δεν είναι δυνατή, εξαιτίας της συνεκτιμήσεώς του μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, η διακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας που προσδόθηκε σ' αυτό, ενώ η από τη συνεκτίμησή του μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα κρίση του δικαστηρίου είναι, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 791/2020, ΑΠ 312/2020, ΑΠ 1287/2019, ΑΠ 666/2019, ΑΠ 402/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο και τελευταίο αναιρετικό λόγο, αποδίδεται στο Εφετείο ότι, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, επειδή για τη μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος ως προς το ύψος της θετικής ζημίας της αναιρεσίβλητης, που προκλήθηκε από τη διαρροή του ελαιοπυρήνα στους παρακείμενους του εργοστασίου της πέντε δρόμους της ΒΙΠΕ, καθώς και στο δίκτυο ομβρίων υδάτων, και για τις οποίες αιτίες επιβλήθηκαν στη ζημιωθείσα δύο πρόστιμα από τη Διεύθυνση Περιβάλλοντος και Ενέργειας της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας, δέχτηκε ότι περιλαμβάνεται και συνδέεται αιτιωδώς με τα ελαττώματα του έργου και το αιτηθέν κονδύλιο της αγωγής που αφορά το επιβαλλόμενο σε αυτή με την υπ' αριθμ.
πρωτ.53327/1023/29-2-2016 απόφαση της ανωτέρω Διεύθυνσης πρόστιμο των 40.000 ευρώ, παραμορφώνοντας το περιεχόμενο του εγγράφου τούτου, και τούτο διότι εκ του περιεχομένου του προέκυπτε, ότι το δυνάμει της απόφασης αυτής επιβληθέν πρόστιμο αφορούσε προγενέστερη της επίδικης κατάρρευσης, του τμήματος του κατασκευαζόμενου από τον εργολάβο τοιχίου, παράβαση των διατάξεων περί διάθεσης υγρών αποβλήτων στο δίκτυο ομβρίων από την αναιρεσίβλητη.
Ο εν λόγω προβαλλόμενος λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και του επίμαχου εγγράφου, το Εφετείο σωστά ανέγνωσε το επίμαχο ως άνω έγγραφο, το οποίο πράγματι αναφέρει ότι επιβλήθηκε πρόστιμο στην αναιρεσίβλητη εταιρεία ποσού 40.000 ευρώ, λόγω διαρροής ελαιωδών αποβλήτων στο δίκτυο ομβρίων υδάτων της ΒΙ.ΠΕ.
Το αν, όμως, η εν λόγω διαρροή συνδέεται αιτιωδώς με την επίδικη κατάρρευση της δεξαμενής δεν συνιστά διαγνωστικό σφάλμα, αλλά σφάλμα εκτίμησης, το οποίο, ωστόσο, εκφεύγει της αναιρετικής κρίσης. Επομένως, το Εφετείο δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, αλλά συνεκτιμώντας το περιεχόμενό του, όπως πράγματι αυτό έχει, μαζί τα υπόλοιπα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, ήχθη σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία θεωρεί ως ορθή ο αναιρεσείων, και, επομένως, πλήττεται η εκτίμηση, από το Εφετείο, των αποδείξεων, η οποία είναι, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη, αναιρετικά.
Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί, στο σύνολό της, η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο(άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρ.176,183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 07.05.2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 64/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Σεπτεμβρίου 2022.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ