Legislator Case Law & Legislation
1591/2017 AI generated

1591/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1591/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 663 Α.Κ., 3 παρ. 1 εδ. γ του β.δ. της 16/18-7-1920, 1 παρ. 2 α.ν. 539/1945, άρθρου μόνου περ. γ β.δ. 376/1971, 2 παρ.1 περ. δ β.δ. 748/1966, 43 ν. 1836/1989 και 1 παρ.1 ν. 1876/1990 προκύπτει ότι οικιακοί μισθωτοί είναι εκείνοι που με βάση σύμβαση εξαρτημένης εργασίας παρέχουν στον εργοδότη τους υπηρεσίες που αφορούν κατά κύριο λόγο στις οικιακές του ανάγκες αλλά και στην προσωπική του περιποίηση, ιδίως όταν ο ίδιος αδυνατεί, λόγω ηλικίας ή ασθενείας, να επιμεληθεί του εαυτού του.

Legislator headnote

AI generated

1591/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου ανέγνωσε την από 2-3-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης και των πρόσθετων λόγων της.

Keywords

AI generated
home help sufficient earning capacity household work capacity Albanian asylum request active and assisted living care credits
AI generated
102/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2013 με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-7-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:2357/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1179/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-5-2009 αίτησή του.
1906/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 3-6-2005 αγωγή εξ αναγωγής της 4ης ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 474/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2037/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-11-2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 31-12-2012 έκθεσή του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία, Αρεοπαγίτη Μιλτιάδη Σπυρόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
934/2022
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.
949/2024
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Βάια Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.
1382/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1591 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1591/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Τ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Αρβανίτη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. χήρας Ν. Μ., το γένος Θ. (T.) Ζ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ξενοφώντα Νικολάου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 162/2012 του ίδιου δικαστηρίου και 191/2015 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-10-2015 αίτησή του και τους από 31-12-2015 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου ανέγνωσε την από 2-3-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης και των πρόσθετων λόγων της.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος δήλωσε στο ακροατήριο ότι παραιτείται από τους πρώτο και έκτο λόγους του κυρίου δικογράφου της αίτησης και ζήτησε την παραδοχή κατά τα λοιπά της αίτησης και των πρόσθετων λόγων της, την παράταση της αναστολής εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης μέχρι την έκδοση απόφασης επί της αίτησης και την καταδίκη της αναιρεσίβλητης στη δικαστική δαπάνη.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των πρόσθετων λόγων της, καθώς και του αιτήματος παράτασης της αναστολής εκτέλεσης της προσβαλλομένης και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στη δικαστική δαπάνη.

Το δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε μυστικά στην έδρα του, δέχθηκε το αίτημα για παράταση της αναστολής εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης μέχρι την έκδοση απόφασης επί της αίτησης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 663 Α.Κ., 3 παρ. 1 εδ. γ του β.δ. της 16/18-7-1920, 1 παρ. 2 α.ν. 539/1945, άρθρου μόνου περ. γ β.δ. 376/1971, 2 παρ.1 περ. δ β.δ. 748/1966, 43 ν. 1836/1989 και 1 παρ.1 ν. 1876/1990 προκύπτει ότι οικιακοί μισθωτοί είναι εκείνοι που με βάση σύμβαση εξαρτημένης εργασίας παρέχουν στον εργοδότη τους υπηρεσίες που αφορούν κατά κύριο λόγο στις οικιακές του ανάγκες αλλά και στην προσωπική του περιποίηση, ιδίως όταν ο ίδιος αδυνατεί, λόγω ηλικίας ή ασθενείας, να επιμεληθεί του εαυτού του.

Όταν οι εργαζόμενοι αυτοί διαμένουν και διατρέφονται στην οικία του εργοδότη, χαρακτηρίζονται ως οικόσιτοι οικιακοί μισθωτοί (Α.Π. 1955/2007, 1397/2006). Λόγω δε της ιδιάζουσας φύσεως των υπηρεσιών που παρέχουν οι οικιακοί μισθωτοί και των ειδικών περιστάσεων υπό τις οποίες τις παρέχουν (εντός του οικιακού περιβάλλοντος υπό συνθήκες σχέσεως εμπιστοσύνης και ειδικής μέριμνας για το μισθωτό), η εργασιακή τους σχέση δεν διέπεται από τις ειδικές διατάξεις για το χρόνο εργασίας των μισθωτών, για εργασία κατά τις Κυριακές, αργίες, ημέρες αναπαύσεως, υπερεργασία και υπερωριακή εργασία, επιπλέον δε δεν ισχύουν γι’ αυτούς τα κατώτατα όρια μισθών και ημερομισθίων των εκάστοτε εθνικών γενικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας, αλλά ο μισθός τους ρυθμίζεται με συμφωνία και, σε περίπτωση που δεν συμφωνήθηκε, οφείλεται ο συνηθισμένος μισθός.

Τα ανωτέρω δεν μεταβλήθηκαν μετά τις 8-3-1990, αφότου άρχισε να ισχύει ο ν. 1876/1990 "περί ελευθέρων συλλογικών διαπραγματεύσεων", διότι ναι μεν το άρθρο 1 παρ. 1 του άνω νόμου ορίζει ότι ο νόμος αυτός αφορά όλους όσους εργάζονται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου σε οποιοδήποτε ημεδαπό ή αλλοδαπό εργοδότη, επιχείρηση, εκμετάλλευση ή υπηρεσία του ιδιωτικού ή δημοσίου τομέα, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι κατ’ οίκον εργαζόμενοι, όμως κατά την έννοια της διατάξεως αυτής κατ’ οίκον εργαζόμενοι είναι οι μισθωτοί που παρέχουν την εργασία τους όχι στο χώρο όπου λειτουργεί η επιχείρηση του εργοδότη αλλά στην οικία τους, δεν υπάγονται δε στην κατηγορία αυτή οι οικιακοί μισθωτοί, οι οποίοι έχουν προσληφθεί να παρέχουν την εργασία τους στην οικία του εργοδότη είτε διαμένουν και διατρέφονται σ’ αυτήν είτε όχι.

Τούτο συνάγεται και από τα πρακτικά των συζητήσεων της συντακτικής επιτροπής του νόμου αυτού, στα οποία, ενώ στην αρχική διατύπωση του άρθρου 1 παρ. 1 αυτού γινόταν ρητή αναφορά στο ότι ο εν λόγω νόμος έχει εφαρμογή και στο οικιακό προσωπικό και στους κατ’ οίκον εργαζομένους, στην τελική διατύπωση της εν λόγω διατάξεως η επιτροπή απάλειψε το οικιακό προσωπικό διότι υπήρχαν αμφιβολίες ως προς το αν μπορούν να συνάπτονται συλλογικές συμβάσεις εργασίας, εφόσον δεν υπάρχει αντίστοιχη εργοδοτική οργάνωση.

Ισχύουν όμως και για τους οικιακούς μισθωτούς οι διατάξεις του άρθρου μόνου περ. γ β.δ. 376/1971 για την παροχή αδείας με αποδοχές και επιδόματος αδείας, καθώς και οι διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 ν. 1082/1980 και 4 παρ. 9 Κ.Υ.Α. 19040/1981 για την παροχή επιδομάτων εορτών (Α.Π. 1955/2007). Εξ άλλου από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 1 α.ν. 539/1945, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 παρ.1 ν. 1346/1983 και στη συνέχεια από το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 3302/2004, του άρθρου 4 παρ.1 του ίδιου α.ν. 539/1945, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 παρ. 15 ν. 4504/1966, του άρθρου 5 παρ. 1 εδ.

β του ίδιου νόμου, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 3 ν.δ. 3755/1957 και του άρθρου 8 της από 26-1-1977 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας, που μετά την κύρωσή της με το άρθρο 8 ν. 549/1977 έχει ισχύ νόμου, καθώς και από τα άρθρα 5 της από 18-5-1998 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. και 6 της από 23-5-2000 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., προκύπτει ότι ο εργαζόμενος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μετά τη συμπλήρωση δωδεκάμηνης συνεχούς απασχολήσεως στην υπόχρεη επιχείρηση (δεκάμηνης υπό την ισχύ της Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. 2002-2003, πράξη κατάθεσης Υπουργού Εργασίας 19/29-4-2002), αποκτά το δικαίωμα της ετήσιας άδειας με πλήρεις αποδοχές 24 εργασίμων ημερών και, αν στην επιχείρηση εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, 20 εργασίμων ημερών, χωρίς να υπολογίζεται σ’ αυτές η ημέρα της εβδομάδας κατά την οποία δεν απασχολούνται οι μισθωτοί λόγω του εφαρμοζόμενου συστήματος εργασίας.

Η άδεια αυτή επαυξάνεται κατά μία εργάσιμη ημέρα για κάθε έτος απασχολήσεως επιπλέον του βασικού χρόνου μέχρι τις 26 εργάσιμες ημέρες και για τους μισθωτούς επιχειρήσεων με σύστημα πενθήμερης εβδομάδας εργασίας μέχρι τις 22 εργάσιμες ημέρες. Από την 1-1-1999, εργαζόμενοι που έχουν συμπληρώσει υπηρεσία 12 ετών στον ίδιο εργοδότη ή προϋπηρεσία 14 ετών σε οποιοδήποτε εργοδότη και με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, δικαιούνται άδεια 30 εργάσιμων ημερών, αν εργάζονται επί εξαήμερο ή 25 εργάσιμων ημερών αν εργάζονται επί πενθήμερο.

Με το άρθρο 6 της από 23-5-2000 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. μειώθηκε η προϋπηρεσία των 14 ετών σε 12 έτη. Η ετήσια αυτή κανονική άδεια του μισθωτού πρέπει να χορηγείται οπωσδήποτε ενιαίως μέσα στο έτος στο οποίο αφορά και επιτρέπεται η κατάτμησή της σε δυο χρονικές περιόδους, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται από το νόμο, χωρίς να απαιτείται προς τούτο αίτηση του μισθωτού.

Αν δεν χορηγηθεί στον εργαζόμενο η άδεια μέχρι τη λήξη του έτους που αφορά, ο εργοδότης υποχρεούται στην καταβολή των αποδοχών άδειας αυξημένων κατά 100%. Για τη θεμελίωση του δικαιώματος αδείας του μισθωτού δεν απαιτείται η υποβολή σχετικής αιτήσεως (έγγραφης ή προφορικής), όμως για τη θεμελίωση της αξιώσεώς του προς λήψη της ανωτέρω κατά 100% προσαυξήσεως, που έχει το χαρακτήρα ποινής, απαιτείται υπαιτιότητα του εργοδότη, έστω και σε βαθμό ελαφράς αμέλειας, η οποία υπάρχει όταν ο μισθωτός ζήτησε την άδεια και ο εργοδότης δεν τη χορήγησε (Α.Π. 1289/2013, 191/2011). 2.

Στην προκειμένη περίπτωση με την από 28-12-2009 αγωγή της η ήδη αναιρεσίβλητη εξέθεσε ότι δυνάμει προφορικής συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου προσελήφθη από την ήδη αποβιώσασα Α. Ζ. και απασχολήθηκε από αυτήν από την 1-1-2000 μέχρι το θάνατό της, που έλαβε χώρα στις 16-5-2009, ως οικόσιτη οικιακή βοηθός, με τη συμφωνία να της καταβάλλεται ο ειθισμένος μισθός, ζήτησε δε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, ως μόνος εκ διαθήκης κληρονόμος της εργοδότριάς της, στην καταβολή των οφειλομένων σ’ αυτήν διαφορών μεταξύ του συμφωνηθέντος ειθισμένου και του καταβληθέντος μισθού, των δώρων εορτών, των επιδομάτων αδείας αναπαύσεως και αποζημιώσεως λόγω μη χορηγήσεως αδειών αναπαύσεως, τις οποίες παρότι ζητούσε δεν της χορηγούσε η εργοδότριά της.

Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία αυτή απορρίφθηκε στο σύνολό της ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, μετά δε από έφεση της ενάγουσας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Η αποβιώσασα στην Πάτρα στις 16-5-2009 Α.

χήρα Δ. Ζ., το γένος Κ. Ν. (Τ.), γεννηθείσα το έτος 1914, κάτοικος στη ζωή Πατρών, η οποία δεν είχε αποκτήσει τέκνα, με την 21250/19-3-2009 δημόσια διαθήκη της, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Πατρών Π. Τ.... και δημοσιεύθηκε με τα ...-7-2009 πρακτικά δημοσίευσης διαθηκών του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, εγκατέστησε μοναδικό κληρονόμο της τον εναγόμενο αδελφό της, ο οποίος αποδέχθηκε την κληρονομία της.

Η ίδια Α. χήρα Δ. Ζ., κατά τη διάρκεια της ζωής της, διαμένουσα στην Πάτρα στην επί της οδού ... οικία της, δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που κατήρτισε προφορικά με την ενάγουσα τις παραμονές της Πρωτοχρονιάς του 2000, προσέλαβε αυτή για να της προσφέρει τις υπηρεσίες της ως οικόσιτη οικιακή βοηθός, την οποία απασχόλησε από 2-1-2000 μέχρι το χρόνο του θανάτου της στις 16-5-2009.

Η ενάγουσα... γεννηθείσα στο ... Αλβανίας την 1-10-1949, αλβανικής υπηκοότητας ομογενής, διέμενε στην Ελλάδα από το έτος 1996, από δε τις 3-8-2006 κατείχε το... ... δελτίο αστυνομικής ταυτότητας που εκδόθηκε από την Υ.Α. Πατρών. Η εν λόγω σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μεταξύ της Α. χήρας Δ. Ζ. και της ενάγουσας, διεπόμενη κατά το χρόνο της κατάρτισής της και λειτουργίας της από το καθεστώς των άρθρων 17 και 23 του ν. 1975/1991 και την κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 17 παρ. 4 εκδοθείσα 4000/3-10-1998 (ΦΕΚ 395 Β) κοινή απόφαση των εξουσιοδοτούμενων υπουργών "Προϋποθέσεις, διάρκεια και διαδικασία παροχής δικαιώματος παραμονής και εργασίας στους Ελληνικής καταγωγής υπηκόους Αλβανίας (Βορειοηπειρώτες)" και στη συνέχεια με την 4000/3/10-λε της 30-5/6-6-2001 κοινή απόφαση των εξουσιοδοτούμενων υπουργών και με τις παραγράφους 1 και 2 του αρθρ. 4 την ΚΥΑ 4000/3/10-δ’ /2005 (ΦΕΚ τ.

Β’ 646/2005) των εξουσιοδοτούμενων υπουργών, με την πρώτη από τις οποίες ορίζονται ότι στα πρόσωπα αυτά χορηγείται ειδικό δελτίο ταυτότητας που ισχύει για τρία χρόνια με δυνατότητα ανανέωσης και το οποίο κατά τη διάρκεια της ισχύος του παρέχει στον κάτοχό του δικαίωμα νόμιμης παραμονής και εργασίας στην Ελλάδα, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 3, 174 και 180 Α.Κ...

ήταν έγκυρη, εφ’ όσον η ενάγουσα κατείχε νομίμως εκδοθέν ειδικό δελτίο ταυτότητας ομογενούς... Περί τα τέλη του έτους 1999 η Α. χήρα Δ. Ζ., ο σύζυγος της οποίας είχε αποβιώσει από το έτος 1987, διάγουσα τότε το 85ο έτος της ηλικίας της, με την υπόδειξη του εναγομένου αδελφού της που κατοικούσε στην Αθήνα, όπου είχε μετοικήσει και η ανεψιά της Μ.

συζ. Ε. Γ., η οποία όσο κατοικούσε στην Πάτρα μέχρι το έτος 1998 παρείχε στη θεία της την υποστήριξή της, αναζήτησε, δια μέσου αγγελίας που δημοσιεύθηκε σε τοπική εφημερίδα των Πατρών με επιμέλεια του οικογενειακού φίλου τους Γ. Τ., οικόσιτη οικιακή βοηθό. Η Α. χήρα Δ. Ζ., αναλόγως της ηλικίας της, διετηρείτο σε αρκετά καλή κατάσταση υγείας, αντιμετώπιζε μόνο πρόβλημα πίεσης και μειωμένης όρασης λόγω αλλοίωσης βυθού αμφοτέρων των οφθαλμών, για το οποίο είχε χειρουργηθεί, μπορούσε να εκτελεί ελαφρές οικιακές εργασίες και να μεταβαίνει εκτός της οικίας της αλλά ως υπερήλικη ένιωθε ανασφαλής ιδιαίτερα τα βράδια και είχε πλέον ανάγκη από τη συμπαράσταση οικιακής βοηθού που να διανυκτερεύει μαζί της.

Η ενάγουσα, ηλικίας τότε 51 ετών, η οποία διέθετε εμπειρία από προηγούμενη σχετική απασχόλησή της και είχε την ευχέρεια να απασχοληθεί ως οικόσιτη οικιακή βοηθός αφού τα τέκνα της που κατοικούσαν στην Πάτρα ήταν ενήλικα, ανταποκρίθηκε στην αγγελία αυτή και συναντήθηκε με τον Γ. Τ. και τη σύζυγό του, οι οποίοι παραμονές της Πρωτοχρονιάς την έφεραν σε επαφή με την Α.

χήρα Δ. Ζ.. Η συμφωνία για την παροχή της εργασίας της ενάγουσας ως οικόσιτης οικιακής βοηθού και τον οφειλόμενο γι’ αυτή μισθό καταρτίσθηκε στην οικία της Α. χήρας Δ. Ζ. μεταξύ αυτής και της ενάγουσας, όπου παρευρισκόταν και η ανεψιά της υπερήλικης Μ. συζ. Ε. Γ., περιλάμβανε δε τους όρους να παρέχει τις υπηρεσίες της διανυκτερεύοντας και διατρεφόμενη...

στην οικία της εργοδότριας, έναντι του ορισθέντος στο ποσό των 150.000 ευρώ [προδήλως εννοείται δραχμών] μηνιαίως μισθού, στο οποίο δεν περιλαμβανόταν η στέγη, τροφή και περίθαλψή της, χωρίς ασφάλιση στο Ι.Κ.Α. Πρέπει να σημειωθεί ότι κατά τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4104/1960 στην υποχρεωτική ασφάλιση του Ι.Κ.Α.

υπάγονται οι οικιακοί έμμισθοι βοηθοί (οικόσιτοι υπηρέτες) και τα λοιπά στην οικία του εργοδότη απασχολούμενα πρόσωπα, αλλά η ασφάλισή τους αρχίζει από τότε που το Ι.Κ.Α. λαμβάνει γνώση της απασχόλησής τους, αποκλείεται δε η υπαγωγή της απασχόλησης αυτής στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α. εκ των υστέρων... Ειδικότερα η ενάγουσα διανυκτέρευε στην οικία της εργοδότριάς της και ως εκ τούτου χαρακτηρίζεται ως οικόσιτη οικιακή βοηθός, φρόντιζε για το πρόσωπο της ηλικιωμένης και την οικία της, καθάριζε την οικία, βοηθούσε την ηλικιωμένη στην παρασκευή τροφής, αφού τα πρώτα χρόνια αυτή ήταν σε θέση να μαγειρεύει, τη συνόδευε στις μετακινήσεις της εκτός της οικίας της, κυρίως στην εκκλησία, στους γιατρούς και σε επισκέψεις στον αδελφό της στην Αθήνα, τη βοηθούσε κατά την καθημερινή περιποίησή της και την εκτέλεση των εργασιών που απαιτούνταν για την εξυπηρέτηση των προσωπικών της αναγκών και κρατούσε σε αυτήν συντροφιά, δεδομένου ότι διέμενε μόνη της...

Η ενάγουσα ως οικόσιτη οικιακή βοηθός εδικαιούτο της νόμιμης ετήσιας άδειας αναψυχής μετ’ αποδοχών, επιδόματος αδείας και επιδομάτων εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων. Συγκεκριμένα ως προς την άδεια αναψυχής αποδεικνύεται [ότι] η ενάγουσα κατά τα έτη 2000, 2001, 2002 και 2003 έλαβε κανονικά άδεια, αφού επί δίμηνο κάθε έτος η εργοδότριά της παραθέριζε χωρίς να την συνοδεύει αυτή στο χωριό ..., έλαβε δε κανονικά το μισθό της, ενώ κατά τα...

επόμενα έτη 2004, 2005 και 2006 συνόδευσε την Α. χήρα Δ. Ζ., η οποία διήνυε το έτος 2004 το 90° έτος της ηλικίας, στο χωριό ... τα έτη 2004 και 2005 και στο Λουτράκι το έτος 2006, προσφέροντας πράγματι σ’ αυτήν τις υπηρεσίες της στο πλαίσιο της εργασιακής σχέσης, αφού εξακολουθούσε να έχει τη φροντίδα του προσώπου της και να της κρατάει συντροφιά, ανεξαρτήτως του ότι δεν βαρυνόταν επιπλέον με τη φροντίδα της οικίας και την παρασκευή φαγητού διότι διέμεναν σε ξενοδοχειακές μονάδες, αβασίμως δε ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα μετέβη στους τόπους που παραθέριζε η Α.

χήρα Δ. Ζ. για λόγους δικής της αναψυχής, χωρίς να προσφέρει υπηρεσία σ’ αυτήν. Κατά τα επόμενα έτη 2007 και 2008 που παρέμειναν στην Πάτρα δεν έλαβε άδεια αναψυχής, κατά δε το έτος 2009 που εργάστηκε μέχρι το θάνατο της εργοδότριας στις 16-5-2009, είχε δικαίωμα, κατά το ισχύον από 1-1-2004 σύστημα (ν. 3302/2004), να λάβει από την αρχή του έτους ολόκληρη την άδεια, εφόσον για το τρίτο ημερολογιακό έτος και για τα επόμενα έτη, σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο και μάλιστα από την 1η Ιανουαρίου του κάθε έτους, οφείλεται στο μισθωτό ολόκληρη η άδεια η οποία αντιστοιχεί στο κάθε ημερολογιακό έτος...

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, κατά τη διάρκεια της εργασιακής της σχέσης, σε πλήρη γνώση της εργοδότριας και των άμεσων συγγενών της, έπρεπε να ταξιδεύει κάποιες φορές στην Αλβανία, στην ιδιαίτερη πατρίδα της το ..., για να τακτοποιεί τα νομιμοποιητικά της έγγραφα τουλάχιστον μέχρι το έτος 2006 που εκδόθηκε η αστυνομική της ταυτότητα και για διάφορες άλλες υποθέσεις της, απουσιάζοντας σχεδόν μία εβδομάδα περίπου ετησίως, ενώ μερικές ημέρες απουσίαζε για σημαντικές οικογενειακές εκδηλώσεις, όπως αρραβώνες, γάμους των τέκνων της και βαπτίσεις των εγγονών της και λοιπές κοινωνικές υποχρεώσεις προς τους συγγενείς της, οπότε την ηλικιωμένη συντρόφευε για κάποιες ημέρες η ανεψιά της, όσο βέβαια της επέτρεπαν οι οικογενειακές της υποχρεώσεις να μεταβεί και παραμείνει στην Πάτρα, καθώς και άλλη εργαζόμενη συμπατριώτισσα της ενάγουσας, την αμοιβή της οποίας κατέβαλλε η Α.

χήρα Δ. Ζ.. Μεγαλύτερος όμως χρόνος αδειών της ενάγουσας, ήτοι επί πέντε (5) εβδομάδες τμηματικά και συνολικά 35 ημέρες ετησίως, κατόπιν αιτήσεως της... δεν προέκυψε. Οι μεμονωμένες ημέρες άδειας, κάποιες δε φορές μία εβδομάδα για ταξίδι στην Αλβανία, που λάμβανε η ενάγουσα από το έτος 2004 και εφεξής, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως άδεια διότι δεν συνιστούν κανονική άδεια, όπως απαιτεί το άρθρο 4 παρ. 1 του α.ν. 539/1945, σύμφωνα με το οποίο μόνο κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η εντός του ιδίου ημερολογιακού έτους κατάτμηση του χρόνου αδείας σε δύο περιόδους και τούτο είναι επιτρεπτό μετά από αίτηση του μισθωτού που στηρίζεται σε δικαιολογημένη αιτία, με έγκριση της οικείας περιφερειακής υπηρεσίας του Υπουργείου Εργασίας που χορηγείται κατόπιν σχετικής αιτήσεως των ενδιαφερομένων, ενώ δεν μπορούν να μεταφερθούν οι περισσότερες ημέρες άδειας που έλαβε κατά τα προηγούμενα έτη 2000 έως και 2003 προς συμψηφισμό των οφειλομένων για τα έτη 2004 και εφεξής ημερών άδειας, με τις ημέρες αδείας των παρελθόντων ετών.

Συνεπώς οι αρνητικοί ισχυρισμοί του εναγομένου ότι στις παραπάνω περιπτώσεις η ενάγουσα είχε λάβει τμηματικά την κανονική της άδεια κατά τη διάρκεια του έτους και επί τουλάχιστον 35 ημέρες κατ’ έτος μετά από αίτησή της για να μεταβαίνει στην Αλβανία και για οικογενειακούς λόγους, κρίνονται αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Κατ’ ακολουθίαν η ενάγουσα, η οποία δεν έλαβε την κανονική της άδεια κατά τα έτη 2004 έως και 2009, από 26 ημέρες ετησίως, αντιστοίχως με εργαζόμενους εξαήμερης εργασίας, δικαιούται ως αποζημίωση αδείας ποσό ίσο με τον καταβαλλόμενο μισθό της, ανερχόμενο στα εξής ποσά: Για το έτος 2004 το ποσό των 440 ευρώ. Για το έτος 2005 το ποσό των 600 ευρώ.

Για το έτος 2006 το ποσό των 600 ευρώ. Για το έτος 2007 το ποσό των 700 ευρώ. Για το έτος 2008 το ποσό των 700 ευρώ. Για το έτος 2009 το ποσό των 700 ευρώ και συνολικά για την παραπάνω αιτία το ποσό των 3.740 ευρώ (440 + 600 + 600 + 700 + 700 + 700 ευρώ)... Επίσης η ενάγουσα δικαιούται επιδόματος αδείας ποσού ίσου με το μισό μισθό της, ανερχόμενου στα εξής ποσά (α) για κάθε ένα των ετών 2000, 2001, 2002, 2003 και 2004 το ποσό των 220 ευρώ (β) για κάθε ένα των ετών 2005 και 2006 το ποσό των 300 ευρώ, (γ) για κάθε ένα των ετών 2007, 2008 και 2009 το ποσό των 350 ευρώ και συνολικά από την παραπάνω αιτία το ποσό των 2.750 ευρώ.

Περαιτέρω η ενάγουσα δικαιούται επιδομάτων εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων νέου έτους, ανερχομένων στα εξής ποσά: Για το έτος 2004 (α) για επίδομα Πάσχα το ποσό των 229,27 ευρώ, (β) για επίδομα Χριστουγέννων και νέου έτους 2001 το ποσό των 459 ευρώ. Για το έτος 2005 (α) για επίδομα Πάσχα το ποσό των 312 ευρώ (300 ευρώ Χ 0,041666), (β) για επίδομα Χριστουγέννων και νέου έτους το ποσό των 625 ευρώ (600 ευρώ Χ 0,041666 = 25 ευρώ).

Για το έτος 2006 (α) για επίδομα Πάσχα το ποσό των 312 ευρώ, (β) για επίδομα Χριστουγέννων και νέου έτους το ποσό των 625 ευρώ. Για το έτος 2007 (α) για επίδομα Πάσχα το ποσό των 365 ευρώ (350 ευρώ Χ 0,041666 = 15 ευρώ), (β) για επίδομα Χριστουγέννων και νέου έτους το ποσό των 729 ευρώ (700 ευρώ Χ 0,041666 = 29 ευρώ). Για το έτος 2008 (α) για επίδομα Πάσχα το ποσό των 365 ευρώ, (β) για επίδομα Χριστουγέννων και νέου έτους το ποσό των 729 ευρώ.

Για το έτος 2009 (α) για επίδομα Πάσχα το ποσό των 365 ευρώ και συνολικά από τις παραπάνω αιτίες το ποσό των 7.868,35 ευρώ. Συνολικά για τις παραπάνω αιτίες δικαιούται το ποσό των 14.358,35 ευρώ (3.740 + 2.750 + 7.868,35 ευρώ)" Με βάση τις παραδοχές αυτές και άλλες που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, το εφετείο έκανε δεκτή την έφεση της ενάγουσας κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (με την οποία όπως προαναφέρθηκε είχε απορριφθεί η αγωγή της ως ουσιαστικά αβάσιμη), εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, τη δέχθηκε μερικώς και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 14.358,35 ευρώ.

Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α και 19 Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα: α) δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 α.ν. 539/1945 και του β.δ. 371/1971, αφού κατά τα προεκτεθέντα η υποχρέωση για παροχή αδείας και επιδόματος αδείας ισχύει και για τους οικιακούς οικόσιτους μισθωτούς και β) διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της μη χορηγήσεως στην ενάγουσα αδειών αναψυχής.

Συνεπώς οι πέμπτος κατά το δεύτερο μέρος του και πρώτος πρόσθετος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ανωτέρω αναιρετικές πλημμέλειες, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Εξ άλλου με τον πέμπτο κατά το τρίτο μέρος του πρόσθετο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β και 19 Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι αυτή έχει "εσφαλμένη αιτιολογία... περί του αριθμού των ημερών αδείας-απουσίας της ενάγουσας" και ότι, ενώ η αναφερόμενη μάρτυράς του (πράγματι ενόρκως βεβαιούσα) κατέθεσε εξ ιδίας αντιλήψεως ότι η ενάγουσα ελάμβανε άδεια 35 ημερών ετησίως και ότι κατά την απουσία της στη φροντίδα της εργοδότριάς της την αναπλήρωνε η ίδια (η μάρτυρας) και άλλη ομοεθνής της ενάγουσας επ’ αμοιβή, το εφετείο δεν αντελήφθη ότι η μάρτυρας αναφέρει ρητώς ότι το πρόσωπο που αναπλήρωνε την ενάγουσα ήταν η ίδια και δέχεται ότι αυτή καταθέτει "γενικόλογα και αόριστα". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι με αυτόν, υπό την κατ’ επίφαση επίκληση των ανωτέρω αναιρετικών πλημμελειών, ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

3. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ.

Α.Π. 25/2003). Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 17 παρ. 2 ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί γι’ αυτά οποιαδήποτε απόδειξη ή χωρίς να εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη (Α.Π. 431/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ανωτέρω αναιρετικές πλημμέλειες και συγκεκριμένα: Α) Ότι το εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι από την κατάρτιση της ένδικης συμβάσεως διέμενε συνεχώς και αδιαλείπτως στην οικία της εργοδότριάς της στην οδό ..., στην Πάτρα, παρέχοντας σ’ αυτήν τις υπηρεσίες της και αντίθετα έλαβε υπόψη τους εξής ισχυρισμούς, τους οποίους η ενάγουσα απαραδέκτως προέβαλε για πρώτη φορά μετά την άσκηση της αγωγής της με την προσθήκη των εγγράφων προτάσεών της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με την έφεσή της:

α) ότι μία μόνο φορά είχε απουσιάσει από την εργασία της για πέντε ημέρες και ότι κατά τις ημέρες αυτές υποκαταστάθηκε από φιλικό της πρόσωπο, β) ότι κατά το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Δεκεμβρίου 1999 παρείχε δοκιμαστικά τις υπηρεσίες της στη μετέπειτα εργοδότριά της Α. Ζ., γ) ότι η τελευταία της είχε υποσχεθεί ότι θα της αγοράσει ένα διαμέρισμα αλλά δεν πραγματοποίησε την υπόσχεσή της και δ) ότι κατά τις καλοκαιρινές διακοπές της ανωτέρω εργοδότριάς της την συνόδευε στους τόπους όπου αυτή παραθέριζε και εξακολουθούσε να της παρέχει τις υπηρεσίες της ως οικόσιτη βοηθός.

Β) Ότι το εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε τους ισχυρισμούς αυτούς ως αληθινούς χωρίς απόδειξη, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε η βασιμότητά τους από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και ειδικότερα: Α) Κατά το σκέλος του από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ. ως απαράδεκτος διότι ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον να επικαλεσθεί τη μη λήψη υπόψη ισχυρισμού της αντιδίκου του, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος διότι το εφετείο έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό περί συνεχούς παροχής των υπηρεσιών της ενάγουσας στην εργοδότριά της, ενώ δεν ήταν ουσιώδες στοιχείο της αγωγής αν αυτές παρέχονταν και αλλού, εκτός της οικίας της εργοδότριας στην Πάτρα.

Κατά το σκέλος του από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α Κ.Πολ.Δ. ως απαράδεκτος διότι οι ανωτέρω φερόμενοι ως απαραδέκτως προταθέντες ισχυρισμοί δεν αποτελούσαν αναγκαία στοιχεία της αγωγής (που είχε το αναφερόμενο στη δεύτερη σκέψη της παρούσης περιεχόμενο και αίτημα) ή κάποιας αντενστάσεως, ώστε να συνιστούν πράγματα κατά την προεκτεθείσα έννοια.

Ειδικότερα οι αναφερόμενοι με τα στοιχεία α και δ ισχυρισμοί συνιστούσαν διευκρίνιση του αγωγικού ισχυρισμού ότι η ενάγουσα παρείχε συνεχώς τις υπηρεσίες της στην αποβιώσασα εργοδότριά της χωρίς να της χορηγούνται άδειες αναψυχής, οι δε αναφερόμενοι με τα στοιχεία β και γ δεν έχουν οποιαδήποτε έννομη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Β) Κατά το δεύτερο σκέλος του (από το άρθρο 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ.) διότι οι φερόμενοι ως γενόμενοι δεκτοί χωρίς απόδειξη ισχυρισμοί δεν συνιστούν πράγματα κατά την προεκτεθείσα έννοια, επί πλέον δε διότι με το λόγο αυτό δεν προβάλλεται ισχυρισμός ότι το δικαστήριο για πράγματα που δέχθηκε ως αληθινά δεν εξέθεσε από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή ότι δεν είχε προσκομισθεί γι’ αυτά καμμιά απόδειξη αλλά, υπό την κατ’ επίφαση επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ., απαραδέκτως πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του εφετείου. 4.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 527 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ’ έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός των περιοριστικώς αναφερομένων στη διάταξη αυτή εξαιρέσεων.

Ως νέοι ισχυρισμοί, η προβολή των οποίων για πρώτη φορά στο εφετείο είναι απαράδεκτη κατά το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ., νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που συνιστούν ενστάσεις, αντενστάσεις, επαντενστάσεις κ.λπ., δηλαδή οι αυτοτελείς ισχυρισμοί (Α.Π. 306/2016, 80/2015). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 14 και 10 Κ.Πολ.Δ.

και συγκεκριμένα: Α) Ότι το εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτους τους προταθέντες για πρώτη φορά μετά την πρώτη συζήτηση της αγωγής ισχυρισμούς της ενάγουσας: α) ότι αυτή από το έτος 1996 είχε εγκατασταθεί στην Πάτρα και παρείχε τις υπηρεσίες της στα αναφερόμενα πρόσωπα μέχρι το Δεκέμβριο του έτους 1999, οπότε συνήφθη η ένδικη σύμβαση με την αποβιώσασα εργοδότριά της και ότι, πριν από την 1-1-2000 αφότου άρχισε να παρέχει σ’ αυτήν τις υπηρεσίες της, παρέσχε σ’ αυτήν δοκιμαστικά τις υπηρεσίες της κατά το δεύτερο δεκαπενθήμερο του έτους 1999, β) ότι η αποβιώσασα εργοδότριά της, της είχε υποσχεθεί ότι θα της αγόραζε ένα διαμέρισμα, υπόσχεση την οποία δεν ετήρησε και γ) ότι όταν η εργοδότριά της παραθέριζε, τη συνόδευε στους τόπους παραθερισμού, όπου συνέχιζε να της παρέχει τις υπηρεσίες της και Β) Ότι το εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε τους ισχυρισμούς αυτούς (πράγματα) ως αληθινούς χωρίς απόδειξη, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε η βασιμότητά τους από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος: Α) Κατά το πρώτο σκέλος του (από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ.) διότι οι αναφερόμενοι σ’ αυτόν ως παρά το νόμο μη απορριφθέντες ως απαράδεκτοι ισχυρισμοί, δεν συνιστούν νέους πραγματικούς ισχυρισμούς κατά την έννοια του άρθρου 527 Κ.Πολ.Δ. εφόσον δεν έχουν αυτοτέλεια.

Ειδικότερα οι μεν αναφερόμενοι πιο πάνω με τα στοιχεία α και β δεν έχουν οποιαδήποτε έννομη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οι δε αναφερόμενοι με το στοιχείο γ αποτελούν διευκρίνιση του αγωγικού ισχυρισμού ότι η ενάγουσα παρείχε συνεχώς τις υπηρεσίες της στην εργοδότριά της χωρίς να της χορηγείται άδεια αναψυχής.

Τούτο δε ανεξαρτήτως του ότι τα περί υποσχέσεως αγοράς διαμερίσματος περιλαμβάνονταν στην αγωγή (σελ. 3 αυτής). Β) Κατά το δεύτερο σκέλος του (από το άρθρο 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ.) για τους λόγους που αναφέρθηκαν στην αμέσως προηγούμενη σκέψη σε σχέση με το δεύτερο κατά το δεύτερο σκέλος του λόγο αναιρέσεως.

5. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η έννοια της δημόσιας τάξεως περιλαμβάνει τους κανόνες με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση (Ολ. Α.Π. 15/2000). Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός ο οποίος στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.

Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ. α-γ της παρ. 2 του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή.

Περαιτέρω από τα άρθρα 591 παρ. 1 περ. β, 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1 περ. δ Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, δηλαδή απαιτείται σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που ως "γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις (Α.Π. 72/2016).

Τέλος, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναιρέσεως να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο εφέσεως ή αναλόγως κατά το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ. με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ. προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (Α.Π. 201/2017). Εξ άλλου κατά το άρθρο 262 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, διαφορετικά είναι αόριστη, η αοριστία δε αυτή εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης.

Η έλλειψη των παραπάνω στοιχείων δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε έγγραφα ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 416 Α.Κ., που ορίζει ότι η ενοχή αποσβέννυται με καταβολή, προκύπτει ότι στοιχεία της ενστάσεως εξοφλήσεως είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος καταβολής.

Επομένως, για να είναι ορισμένη ειδικότερα η υποβαλλομένη από τον εναγόμενο εργοδότη ένσταση εξοφλήσεως των πάσης φύσεως αποδοχών και αξιώσεων του εργαζομένου από τη σχέση εργασίας, δεν αρκεί να διαλαμβάνεται κατά τρόπο γενικό το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε στον μισθωτό για την παρεχομένη εργασία του (εκτός αν πρόκειται για μία και μόνη απαίτηση και προσδιορίζεται το ποσό και η αιτία της καταβολής) αλλά και τα επί μέρους ποσά που καταβλήθηκαν για κάθε αιτία και ο χρόνος καταβολής αυτών, διότι έτσι μόνο προστατεύεται ο εργαζόμενος από τυχόν καταστρατήγηση των εργατικών νόμων που απαγορεύουν τον περιορισμό των δικαιωμάτων του για την απόληψη των ελαχίστων ορίων αποδοχών (άρθρα 3, 174, 679 Α.Κ., 8 ν. 2112/1920, 8 παρ. 4 ν.δ. 4020/1959).

Για το λόγο άλλωστε αυτό με το άρθρο 18 παρ. 1 ν. 1082/1980 επιβάλλεται στον εργοδότη η υποχρέωση να χορηγεί, κατά την εξόφληση των αποδοχών του προσωπικού του, εκκαθαριστικό σημείωμα ή, σε περίπτωση εφαρμογής μηχανογραφικού συστήματος, ανάλυση μισθοδοσίας που θ’ απεικονίζουν αναλυτικά τις πάσης φύσεως αποδοχές του προσωπικού και τις επ’ αυτών κρατήσεις (Α.Π. 178/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση με τους τέταρτο και πέμπτο κατά το πρώτο μέρος του λόγους αναιρέσεως και τους τέταρτο και πέμπτο κατά το πρώτο μέρος του πρόσθετους λόγους αυτής ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α, 8 περ. α και β και 19 Κ.Πολ.Δ. (τέταρτος λόγος) 559 αριθ. 1 εδ.

α, και 19 Κ.Πολ.Δ. (πέμπτος κατά το πρώτο μέρος του λόγος), 559 αριθ. 1 εδ. α, 8 περ. α, 9 περ. γ και 19 Κ.Πολ.Δ. (τέταρτος πρόσθετος λόγος) και 559 αριθ. 8 περ. α, 9 περ. α και 10 Κ.Πολ.Δ. (πέμπτος κατά το δεύτερο μέρος του πρόσθετος λόγος) και συγκεκριμένα ότι το εφετείο κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 416 Α.Κ., παρά το νόμο λαμβάνοντας υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και μη λαμβάνοντας υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, επιδικάζοντας κάτι που δεν ζητήθηκε, αφήνοντας αίτηση αδίκαστη, δεχόμενο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και με ελλιπείς αιτιολογίες, απέρριψε την ένσταση εξοφλήσεως των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και των επιδομάτων αδείας, την οποία παραδεκτά προέβαλε με δήλωση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αλλά δεν καταχωρήθηκε στα πρακτικά, περιελήφθη όμως στην προσθήκη των προτάσεών του και την οποία παραδεκτά επανέφερε ενώπιον του εφετείου.

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι προεχόντως διότι ο αναιρεσείων για τη θεμελίωσή τους δεν επικαλείται παραδεκτή προβολή της ανωτέρω ενστάσεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αφού κατά τα προεκτεθέντα δεν συνιστά παραδεκτή προβολή της η καταχώρησή της στην προσθήκη των προτάσεων, ενώ ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η ένσταση προτάθηκε μεν αλλά δεν καταχωρήθηκε στα πρακτικά, χωρίς παράλληλη προσβολή των πρακτικών για πλαστότητα (άρθρο 438 Α.Κ.), δεν έχει οποιαδήποτε έννομη επιρροή.

Σε κάθε περίπτωση και αν ήθελε κριθεί ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός, ο οποίος επαναφέρθηκε με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος στο εφετείο, ήταν παραδεκτός, ως προταθείς για πρώτη φορά στο εφετείο από τον τότε εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείοντα ως υπεράσπιση κατά της εφέσεως της ήδη αναιρεσίβλητης (άρθρο 527 περ. 1 Κ.Πολ.Δ.), και πάλι αυτός ήταν απορριπτέος στο σύνολό του ως αόριστος, αφού για τη θεμελίωσή του δεν αναφέρθηκαν τα ποσά που καταβλήθηκαν για τις πιο πάνω αιτίες ούτε ο χρόνος καταβολής εκάστου εξ αυτών.

Συνεπώς το εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι ο ισχυρισμός αυτός προτάθηκε παραδεκτά και ήταν νόμιμος και ορισμένος, στη συνέχεια δε τον απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο, ορθώς κατά το αποτέλεσμα έκρινε. Γι’ αυτό πρέπει να αντικατασταθούν οι αιτιολογίες της προσβαλλομένης στο σχετικό σημείο τους με τις πιο πάνω, να απορριφθούν δε οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως (άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ.).

Τέλος με τους ίδιους πιο πάνω λόγους ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προέβαλε τις εξής κατά λέξη ενστάσεις: "1) ένσταση αοριστίας ως προς τον ακριβή χρόνο και παρουσία τίνων προσώπων έγινε η εργασιακή σύμβαση, 2) ένσταση αοριστίας εν σχέσει προς την δήθεν υπόσχεση της Α.

Ζ. να αγοράσει διαμέρισμα στην ενάγουσα" και "ένσταση αοριστίας της αγωγής διότι δεν αναφέρει τη διαδικασία με την οποία πληρωνόταν τα χρήματα η ενάγουσα από την κ. Ζ. ούτε ποιος τα κατέβαλε" και ότι το εφετείο, μη απαντώντας στις ενστάσεις αυτές, υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 8 παρ.

β και 9 περ. γ Κ.Πολ.Δ. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι προεχόντως διότι το δικαστήριο δεν όφειλε να απαντήσει στις ανωτέρω μη νόμιμους ισχυρισμούς του εναγομένου αφού τα αναφερόμενα ως ελλείποντα στοιχεία δεν ήσαν αναγκαία για τη θεμελίωση της αγωγής, μάλιστα δε τα αναφερόμενα στον τρίτο από τους ισχυρισμούς αυτούς ήταν στοιχεία ενστάσεως εξοφλήσεως που όφειλε να προτείνει ο εναγόμενος και όχι η ενάγουσα.

6. Με το άρθρο 6 παρ.1 εδ. α της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.) που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί δε, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύει από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου, ορίζεται ότι: "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίση ...

επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως...". Στο δικαίωμα αυτό περιλαμβάνονται ειδικότερα, σύμφωνα με τη νομολογία του Ε.Δ.Δ.Α.: α) το δικαίωμα ελεύθερης και ανεμπόδιστης προσβάσεως στο δικαστήριο και β) το δικαίωμα του προσώπου να τύχει σχετικά με την υπόθεσή του ταχείας ακροάσεως.

Η παραβίαση της προαναφερθείσης διατάξεως του άρθρου 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α. που καθιερώνει την αρχή της δίκαιης δίκης δεν δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως της πολιτικής αποφάσεως, πέρα από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν συνδυάζεται με πλημμέλεια που υπάγεται στους προβλεπόμενους από την εν λόγω διάταξη λόγους αναιρέσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάσθηκε η καθιερούμενη από το άρθρο 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. αρχή της δικαίας δίκης για τους λόγους ότι: α) εκδόθηκε με καθυστέρηση 19 μηνών και 5 ημερών, β) στερείται νομίμου, σαφούς και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, γ) για την ένσταση εξοφλήσεως αξίωσε οπωσδήποτε γραπτή εξοφλητική απόδειξη, δ) επέτρεψε στην ενάγουσα δικονομικές ακυρότητες και παρέλειψε να κηρύξει εξόφθαλμη αοριστία της αγωγής της, ε) παρέλειψε να ψέξει την ενάγουσα για τα εν γνώσει ψεύδη της, που συνιστούσαν παράβαση εκ μέρους της του καθήκοντος αληθείας, στ) η αναφορά της σε προηγούμενη διαθήκη της Α.

Ζ. είναι μη νόμιμη, ζ) η αναφορά της σε υποχρεωτική ασφάλιση του Ι.Κ.Α. για την ενάγουσα είναι εκτός θέματος της ενδίκου διαφοράς, η) η αναφορά της σε "συμψηφισμό" των τρίμηνων αδειών της ενάγουσας των ετών 2000 έως 2003 σε "επόμενα έτη" είναι μη νόμιμη διότι απαντάει σε ισχυρισμό που ο ίδιος δεν προέβαλε, θ) οι αναφορές της ως προς αυτόν ως "εφοπλιστή" και ως "οικονομικώς εύρωστον" μπορούσαν να παραλειφθούν διότι δεν αποτελούσαν θέμα αποδείξεως κανενός ισχυρισμού, ι) η προσβαλλομένη είναι μεροληπτική γι’ αυτόν διότι δεν σχολιάζει τα επιχειρήματα και τις προτάσεις του αμφοτέρων των βαθμών, ενώ παραλείπει να προσέξει ότι την ένσταση εξοφλήσεως είχε υποβάλει και πρωτοδίκως, ια) παραποιεί το ονοματεπώνυμό του σε "Ι.

Ζ." αντί του ορθού "Ι. Τ.", ιβ) η αναφορά της διατάξεως του άρθρου "527 Α.Κ." είναι δυσνόητη, μάλλον δε εννοεί "527 Κ.Πολ.Δικ." και ιγ) στο διατακτικό κακώς "εξαφανίζει" την πρωτόδικη απόφαση, αφού συμπλέει με αυτήν κατά ποσοστό 70-75%, ορθότερο δε ήταν να πει "μεταρρυθμίζει". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α.

δεν δημιουργείται ιδιαίτερος λόγος αναιρέσεως. Αλλά και αν γινόταν δεκτό ότι με τον ανωτέρω λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ., αυτός είναι σε κάθε περίπτωση απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι οι αιτιάσεις που αποδίδονται με αυτόν στην προσβαλλόμενη απόφαση (πλην της αναφερόμενης με το στοιχείο γ, η οποία αναφέρεται σε μη νομίμως προταθείσα κατά τ’ ανωτέρω ένσταση και των αναφερόμενων με τα στοιχεία δ, ε και ι, οι οποίες είναι αβάσιμες) δεν είναι ικανές να θεμελιώσουν παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α.

Τέλος η αναφερόμενη πιο πάνω με το στοιχείο β αιτίαση δεν μπορεί να θεμελιώσει ούτε λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. διότι είναι παντελώς αόριστη. 7. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 περ. α Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Ο σχετικός λόγος αναιρέσεως θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο επιδίκασε ή αναγνώρισε ή προέβη σε διάπλαση χωρίς να υφίσταται αντίστοιχο αίτημα (Α.Π. 777/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. α και αριθ. 9 περ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι με την από 20-7-2012 έφεσή της η ενάγουσα δεν είχε παραπονεθεί κατά της πρωτόδκης αποφάσεως:

α) ότι είχε διαφωνία με την εργοδότριά της σε θέματα αδειών, β) ότι τη διαφωνία αυτή έπρεπε να επιλύσει η αρμόδια επιτροπή του Υπουργείου Εργασίας, γ) ότι οι άδειες που ελάμβανε προκειμένου να μεταβεί στην Αλβανία δεν ήταν ενιαίες αλλά κατατετμημένες, δ) ότι οι άδειες αυτές ήταν μη νόμιμες, και ότι συνακόλουθα το εφετείο, το οποίο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του αντίστοιχες παραδοχές, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε.

Εξ άλλου με τον πέμπτο κατά το πρώτο μέρος του πρόσθετο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. α, 9 περ. α και 10 Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι με την έφεσή της η ενάγουσα δεν είχε παραπονεθεί ότι η διαμονή της στα ξενοδοχεία δεν είχε το χαρακτήρα της αδείας και ότι συνακόλουθα το εφετείο, το οποίο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του τέτοιες παραδοχές, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε και παρά το νόμο δέχθηκε τους ανωτέρω ισχυρισμούς (πράγματα) που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινούς χωρίς απόδειξη.

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι κατά μεν το σκέλος τους από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α Κ.Πολ.Δ. ως απαράδεκτοι διότι οι αναφερόμενοι σ’ αυτούς ισχυρισμοί δεν συνιστούν πράγματα κατά τα προεκτεθέντα, κατά δε το σκέλος τους από το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. α Κ.Πολ.Δ. ως αβάσιμοι διότι από την παραδεκτή επισκόπηση της από 20-7-2012 εφέσεως της ενάγουσας προκύπτει ότι με αυτήν η τελευταία παραπονέθηκε γενικώς για την απόρριψη της αγωγής της αλλά και ειδικώς για την απόρριψη των επί μέρους κονδυλίων της, με αποτέλεσμα να μεταβιβασθούν στο εφετείο όλα τα επί μέρους κεφάλαια και αιτήματα της αγωγής.

Επί πλέον ο πέμπτος κατά το πρώτο μέρος του πρόσθετος λόγος κατά το σκέλος του από το άρθρο 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ. είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος για τους λόγους που αναφέρθηκαν στη σκέψη της παρούσας με τον αριθμό 3 σε σχέση με το δεύτερο κατά το δεύτερο σκέλος του λόγο αναιρέσεως. 8. Κατά το άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.

αναίρεση επιτρέπεται μόνο για τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο αυτό. Μεταξύ των λόγων αυτών δεν περιλαμβάνονται και οι παραδρομές κατά τη σύνταξη της αποφάσεως, εξαιτίας των οποίων έγιναν λάθη γραφικά ή λογιστικά, για τη διόρθωση των οποίων υπάρχει ειδική πρόβλεψη στα άρθρα 315 επ. Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 593/2014, 1528/2008, 805/2006).

Επομένως ο τρίτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση κατ’ επίφαση μεν τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. α, 9 περ. α, 10 και 19 Κ.Πολ.Δ., πράγματι δε ότι περιέχει λογιστικό λάθος ως προς τον υπολογισμό του συνολικού ποσού που δικαιούται η ενάγουσα από τις αναφερόμενες στην απόφαση αυτή αιτίες (ήτοι ότι τα επί μέρους ποσά που γίνεται με αυτήν δεκτό ότι δικαιούται η ενάγουσα συμποσούνται σε 11.605,27 ευρώ και όχι στο επιδικασθέν συνολικό ποσό των 14.538,35 ευρώ), είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ως προς όλα τα σκέλη του, αφού η πλημμέλεια αυτή δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως. 9.

Ενόψει όλων αυτών (και του ότι ο αναιρεσείων νομίμως παραιτήθηκε, με δήλωση στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και στις προτάσεις του, από τους πρώτο και έκτο λόγους αναιρέσεως) πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι της στο σύνολό τους και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-10-2015 αίτηση για αναίρεση της 191/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών και τους από 31-12-2015 πρόσθετους λόγους αυτής.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

& νυν Πρόεδρος Αρείου Πάγου