Supreme Court dismisses appeal against traffic accident insurance liability judgment due to lack of procedural grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's judgment regarding liability for a traffic accident. The appellant argued that the lower court contradicted prosecutor rulings by accepting a speed of 70 km/h while citing documents stating the speed was under 40 km/h. The court rejected this claim, finding the lower court merely used the prosecutor's documents to support the finding of no fault rather than to establish the specific speed, and noted the decision relied on a holistic assessment of evidence. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 561 § 2 K.Pol.D.; Art. 106, 176, 183 K.Pol.D.: An appellate court's citation of lower court documents does not constitute a distortion of their content if those documents are used to support a conclusion derived from a comprehensive evaluation of all evidence rather than solely from the cited text.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1591 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1591/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ο. χήρας Χ. Χ., το γένος Ι. Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κυριάκο Τριανταφυλλίδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξιο Αλεξίου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ' αριθ.6660/18-2-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:41539/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1017/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-9-2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης, ανέγνωσε την από 8-9-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή του πρώτου λόγου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της από 7-9-2011 αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από την κατ' άρθρο 561 § 2 του Κ.Πολ.Δ. παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει, ότι, η με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1017/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής :
Η ήδη αναιρεσείουσα είχε εγείρει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 18.2.2009 αγωγή, την οποία έστρεφε κατά του ήδη αναιρεσίβλητου, με την οποία ιστορούσε ότι ο μη μετέχων της παρούσας κατ' αναίρεση δίκης Μ. Π., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο είχε συνήθη τόπο στάθμευσης την Ουγγαρία και ήταν εφοδιασμένο με πιστοποιητικό διεθνούς ασφάλισης (πράσινη κάρτα), προκάλεσε από υπαιτιότητά του τον θανάσιμο τραυματισμό του συζύγου της Χ.
Χ., οδηγού και ιδιοκτήτη του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, κατά τη σύγκρουση των εν λόγω οχημάτων, που έγινε κάτω από τις συνθήκες που περιγράφονται στην αγωγή. Με βάση δε αυτό το ιστορικό και μετά από παραδεκτό περιορισμό της αγωγής, που έγινε με μετατροπή του καταψηφιστικού της αιτήματος σε αναγνωριστικό, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης υποχρεούται να της καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ.
Περαιτέρω, ο προαναφερόμενος Μ. Π. και η σύζυγός του Τ. Π. είχαν εγείρει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 29.1.2009 αγωγή, στρεφομένη κατά της εδρεύουσας στην Αθήνα ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Μαλάϊαν Ίνσουρανς Α.Ε.", με την οποία ιστορούσαν ότι ο ως άνω Χ. Χ., οδηγώντας το παραπάνω με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ανήκει στην ιδιοκτησία του και ήταν ασφαλισμένο κατά του κινδύνου γέννησης αστικής ευθύνης του έναντι τρίτων κατά την κυκλοφορία του στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, προκάλεσε από υπαιτιότητά του την ολοσχερή καταστροφή του ως άνω με αλλοδαπές πινακίδες υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της δεύτερης ενάγουσας, συζύγου του πρώτου ενάγοντος, που οδηγούσε αυτός (πρώτος ενάγων), κατά τη σύγκρουση των αυτοκινήτων αυτών, που έγινε κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται στην αγωγή και από την οποία σύγκρουση αυτοκινήτων επήλθε και ο θανάσιμος τραυματισμός του Χ.
Χ.. Με βάση δε αυτό το ιστορικό ζήτησαν όπως υποχρεωθεί η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία να καταβάλει στον πρώτο των εναγόντων το ποσό των 1000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, και στην δεύτερη εξ αυτών το ποσό των 20.379 ευρώ ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Επί των αγωγών αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν κατ' αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, η υπ' αριθμ. 41539/2009 απόφαση με την οποία, αφού κρίθηκε ότι συνυπαίτιοι στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος ήσαν αμφότεροι οι οδηγοί των εμπλακέντων σ' αυτό οχημάτων και ειδικότερα ο μεν Χ.
Χ. (σύζυγος της ενάγουσας της πρώτης αγωγής) κατά ποσοστό 70%, ο δε Μ. Π. κατά ποσοστό 30%, έγιναν εν μέρει δεκτές αυτές και ειδικότερα η μεν πρώτη τούτων για το ποσό των 18.000 ευρώ και η δεύτερη εξ αυτών αναφορικά μεν για τον πρώτο ενάγοντα για το ποσό των 150 ευρώ, αναφορικά δε για την δεύτερη ενάγουσα για το ποσό των 10.630 ευρώ.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε την από 28.4.2010 και με αριθμό κατάθεσης 1782/2010 έφεση το εναγόμενο της πρώτης των προαναφερομένων αγωγών Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης, στρεφομένης κατά της ενάγουσας της αγωγής αυτής, ζητώντας την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης ως προς την εν λόγω αγωγή για πλημμελή και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων.
Επί της έφεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε από το Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε ομοίως κατά την προαναφερόμενη ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, η υπ' αριθμ. 1017/2011 απόφαση, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος της επέλευσης του ενδίκου ατυχήματος και του εξ αυτού προκληθέντος θανάσιμου τραυματισμού του Χ.
Χ. ήταν αυτός ο ίδιος ο θανασίμως τραυματισθείς, εξαφανίσθηκε η πληττόμενη απόφαση ως προς την πρώτη των προαναφερομένων αγωγών και στη συνέχεια, αφού κρατήθηκε η υπόθεση και δικάσθηκε κατ' ουσία, απορρίφθηκε η εν λόγω αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής εναντιώνεται η ηττηθείσα ενάγουσα - εφεσίβλητη με την ένδικη αίτηση αναίρεσης και με τους διατυπούμενους δι' αυτής λόγους, οι οποίοι και ερευνώνται στη συνέχεια κατά τα παρακάτω για ένα έκαστο τούτων ειδικότερον εκτιθέμενα.-
ΙΙ.-Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298, 300, 330 εδ. β' και 914 του Α.Κ., προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ' αρχήν από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή την μείωση του ποσού της (άρθρ. 300 ΑΚ).
Ακόμη από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του προαναφερόμενου πταίσματος.
Αντιθέτως ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο εξ αυτού του λόγου πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (ΑΠ 854/1994 Ελλ.Δνη 37.292). Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911 ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, σύμφωνα με το οποίο άρθρο αυτή (υπαιτιότητα) κρίνεται κατά το κοινό δίκαιο.
Περαιτέρω, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παράβασης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση γιατί δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς, τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για την εφαρμογή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου.
Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης, κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της απόφασης ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατά το άρθρο 561 § 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Τέλος, επί αδικοπραξίας, σύμφωνα με τα άρθρα 297 και 914 ΑΚ, οι αιτιολογίες πρέπει να καλύπτουν την υπαιτιότητα, την ζημία και τον αιτιώδη σύνδεσμο (ΑΠ 16/2005).- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, αναφορικά με την υπαιτιότητα των οδηγών των εμπλακέντων στο ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα οχημάτων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα : "Στις 30.8.2008 και περί ώρα 18.30 περίπου, ο Μ.
Π., οδηγώντας το με αλλοδαπές πινακίδες κυκλοφορίας ... IXE αυτοκίνητο (τζιπ), ιδιοκτησίας της J. P. (T. Π.), από την οποία είχε προστηθεί στην οδήγησή του, που είχε τόπο συνήθους στάθμευσης την Ουγγαρία, ήτοι κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με συνέπεια για τις προς τρίτους ζημίες και σωματικές βλάβες να θεμελιώνεται ευθύνη του εκκαλούντος Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης" (άρθρα 25, 26 και 29 του Ν. 489/1976), εκινείτο επί της Ε.Ο.
Θεσσαλονίκης - Καβάλας, με κατεύθυνση προς Θεσσαλονίκη. Η ως άνω Ε.Ο. είναι διπλής κατεύθυνσης με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση. Η εν λόγω οδός στο 81ο χιλιομετρικό σημείο αυτής και στο ύψος του Δημοτικού Διαμερίσματος Ασπροβάλτας συμβάλλεται από δεξιά αυτής με ανώνυμη δημοτική οδό, η οποία προ της συμβολής αυτής είναι παράλληλη του ρεύματος κυκλοφορίας της προαναφερόμενης Ε.Ο., προς Θεσσαλονίκη, βρίσκεται σε χαμηλότερο επίπεδο από την εν λόγω Ε.Ο., παρουσιάζοντας στο σημείο της συμβολής ανωφέρεια και μεταξύ αυτών παρεμβάλλεται κατά μήκος της δεξιάς πλευράς του ως άνω ρεύματος κυκλοφορίας και της αριστερής πλευράς της ανώνυμης δημοτικής οδού χωμάτινη εδαφική λωρίδα με ξύλινη περίφραξη παρτεριού και ψηλά δένδρα, ακριβώς δε στη συμβολή υπάρχει ευμεγέθης πυκνός θάμνος, ο οποίος περιόριζε την ορατότητα του ανωτέρω οδηγού προς την εν λόγω ανώνυμη οδό και κυρίως τη συμβολή αυτής με την Ε.Ο.
Στο ανωτέρω χιλιομετρικό σημείο τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας της Ε.Ο. χωρίζονται μεταξύ τους με διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή και το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας είναι 40 χ/ω. Κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, εκινείτο επί της ανωτέρω ανώνυμης δημοτικής οδού ο Χ. Χ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...
Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "Μalayan Insuranse Α.Ε.", με κατεύθυνση προς την Ε.Ο. Όταν έφτασε στη συμβολή αυτής με την ως άνω Ε.Ο., προτιθέμενος, αφού διασχίσει κάθετα το ρεύμα κυκλοφορίας προς Θεσσαλονίκη, να εισέλθει αριστερά στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Καβάλα, εισήλθε ανέλεγκτα στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Θεσσαλονίκη, καταλαμβάνοντας κάθετα τμήμα αυτού, κατά τη στιγμή που ο Μ.
Π. ευρίσκετο σε πολύ μικρή απόσταση (περίπου 30 μέτρων), αν ληφθεί υπόψη το σημείο σύγκρουσης (βλ. σχετικό πρόχειρο σχεδιάγραμμα), με αποτέλεσμα να αποκόψει την πορεία του Μ. Π., ο οποίος επέπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου του στην αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου αυτού (Χ. Χ.) , με περαιτέρω συνέπεια την πρόκληση υλικών ζημιών των εμπλακέντων στο ατύχημα αυτοκινήτων και το θανάσιμο τραυματισμό του τελευταίου (Χ.
Χ.). Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, κρίνεται ότι η επίδικη σύγκρουση οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του ως άνω θανόντος οδηγού του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, ο οποίος δεν προέβλεψε το ατύχημα, αφού δεν κατέβαλε την επιμέλεια και την προσοχή, που, κατ' αντικειμενική κρίση, απαιτείται και την οποία κάθε ευσυνείδητος και λογικός άνθρωπος θα κατέβαλε, εάν βρισκόταν σε παρόμοια με αυτόν κατάσταση, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνθήκες που τηρούνται στις συναλλαγές και την κοινή λογική και πείρα και την οποία επιμέλεια, αν επιδείκνυε, θα μπορούσε να προβλέψει το ατύχημα και να το αποφύγει.
Ειδικότερα, η αμέλειά του συνίσταται στο ότι αυτός, κινούμενος στην ανωτέρω ανώνυμη δημοτική οδό, όταν έφτασε στη αυτής με την ως άνω Ε.Ο. Θεσσαλονίκης -Καβάλας, προτιθέμενος, όπως προαναφέρθηκε, αφού διασχίσει κάθετα το ρεύμα κυκλοφορίας προς Θεσσαλονίκη, να εισέλθει με αριστερή στροφή, διαβαίνοντας ανεπίτρεπτα τη διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή, που υπήρχε στο σημείο εκείνο της οδού, στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Καβάλα, εισήλθε αιφνίδια και ανέλεγκτα, επί της εν λόγω Ε.Ο., καταλαμβάνοντας κάθετα τμήμα του ρεύματος κυκλοφορίας προς Θεσσαλονίκη, χωρίς προηγουμένως να καταβάλλει ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, καθόσον εισήρχετο σε ισόπεδο οδικό κόμβο, χωρίς να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να πράξει αυτό χωρίς κίνδυνο των λοιπών οδηγών που εκινούντο επί της ανωτέρω Ε.Ο.
και χωρίς να παραχωρήσει την προτεραιότητα στον Μ. Π., ως κινούμενο επί της Ε.Ο (άρθρο 26 παρ. 5 εδαφ' α του Κ.Ο.Κ.), με αποτέλεσμα, να αποκόψει την πορεία του τελευταίου και να επέλθει η ανωτέρω σύγκρουση των οχημάτων. Η επίδικη σύγκρουση δεν συνδέεται αιτιωδώς με κάποια αμελή ενέργεια ή παράλειψη του Μ. Π., καθόσον αυτός εκινείτο με ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος και λόγω της αιφνίδιας και απρόβλεπτης αποκοπής της πορείας του, δεν μπορούσε να προβεί σε οποιοδήποτε επιτυχή αποφευκτικό ελιγμό, είτε με την τροχοπέδηση του οχήματος του, είτε με κατάλληλο ελιγμό προς τα αριστερά.
Και μεν αυτός εκινείτο με ταχύτητα περίπου 70 χ/ω, η οποία υπερέβαινε την επιτρεπόμενη στο σημείο εκείνο ταχύτητα των 40 χ/ω, συναγομένη από το μέγεθος των προκληθεισών ζημιών, όμως το γεγονός αυτό δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα. Τούτο δε, διότι η ως άνω συμπεριφορά του συνιστά παράβαση σχετικής διάταξης του Κ.Ο.Κ. (άρθρο 20), η οποία όμως από μόνη της δεν αρκεί για να θεμελιώσει υπαιτιότητα αυτού στην επέλευση του ατυχήματος, καθόσον δεν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συγκεκριμένης παράβασης και του επελθόντος αποτελέσματος, το οποίο δεν θα επήρχετο, χωρίς την όλως αμελή ως άνω κυκλοφοριακή συμπεριφορά του θύματος. (βλ.
Δ.Π.744/2010, 589/2010 και 517/2010 Τ.Ν.Π. Νόμος). Το Δικαστήριο οδηγείται στην εν λόγω κρίση από την προσήκουσα αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού και κυρίως από την έκθεση αυτοψίας και το συνοδεύον αυτή σχεδιάγραμμα της αρμόδιας αστυνομικής αρχής, όπου αποτυπώνονται οι συνθήκες του ατυχήματος, όπως αυτές αναφέρονται ανωτέρω, καθώς και από την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατάθεση της αυτόπτης μάρτυρος, Ε.
Λ., η οποία μετά λόγου γνώσεως καταθέτει για τις συνθήκες του ατυχήματος, όπως αυτές αναφέρθηκαν ανωτέρω. Ενισχυτικό της ως άνω κρίσεως του Δικαστηρίου είναι και το γεγονός ότι, με την υπ' αριθμ. 115/2008 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, απορρίφθηκε η από 16.10.2008 μήνυση της θυγατέρας του ως άνω αποβιώσαντος, Σ.
Χ., με την οποία ζητούσε την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος του Μ. Π., για τον θανάσιμο τραυματισμό του πατέρα της, με τη δε υπ' αριθμ. 24/2009 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, απορρίφθηκε η υπ' αριθμ. 152/2008 προσφυγή της ανωτέρω κατά της προαναφερόμενης Εισαγγελικής διάταξης, κρίνοντες και οι δύο (Εισαγγελείς) ότι ο θανάσιμος τραυματισμός του Χ.
Χ., οφείλεται αποκλειστικά σε αμέλεια του ιδίου και ουδεμία αμέλεια βαρύνει τον Μ. Π.. Ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης ότι πρόθεση του θανόντος συζύγου της ήταν να εισέλθει στο ρεύμα κυκλοφορίας της ανωτέρω Ε.Ο. προς Θεσσαλονίκη, κρίνεται αβάσιμος, διότι από τα μέρη των οχημάτων που ήλθαν σε επαφή κατά τη σύγκρουση (εμπρόσθιο του αυτοκινήτου του Μ.
Π. και αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου του ως άνω θανόντος), καθώς και από τα ευρήματα των επί του οδοστρώματος θραυσμάτων, όπως απεικονίζονται στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα, από τα οποία το πιθανό σημείο σύγκρουσης των οχημάτων, εντοπίζεται στο αριστερό τμήμα της συμβολής, η οποία, σημειωτέο, στο σημείο εκείνο έχει πλάτος (άνοιγμα) 5 μέτρα, προκύπτει ότι πρόθεση του ως άνω οδηγού ήταν, αφού διασχίσει κάθετα το ρεύμα κυκλοφορίας της ως άνω Ε.Ο.
προς Θεσσαλονίκη, να εισέλθει σ' αυτό (ρεύμα) με κατεύθυνση προς Καβάλα. Επίσης, κρίνεται αβάσιμος και ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης ότι κατά το χρόνο της σύγκρουσης το αυτοκίνητο του συζύγου της ήταν ακινητοποιημένο εντός της συμβολής, λόγω μηχανικής βλάβης, καθόσον δεν επιβεβαιώνεται από κανένα αποδεικτικό μέσο.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση, έκρινε συνυπαίτιο του επιδίκου ατυχήματος, κατά ποσοστό 30% και τον Μ. Π. και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή της εφεσίβλητης κατά του εκκαλούντος και αναγνώρισε ότι το τελευταίο είναι υποχρεωμένο να καταβάλλει στην εφεσίβλητη το ποσό των 18.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και επομένως πρέπει, αφού γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της έφεσης, ως βάσιμος και κατ' ουσία και συνακόλουθα ως τέτοια (ουσία βάσιμη) και αυτή (έφεση), να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, μόνο ως προς τις διατάξεις της, που αφορούν την από 18.2.2009 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 6660/18.2.2009 αγωγή, να κρατηθεί η υπόθεση, να δικασθεί η ως άνω αγωγή και να απορριφθεί αυτή, ως κατ' ουσία αβάσιμη".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας του Μ. Π., οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου (τζιπ) στο επισυμβάν τροχαίο ατύχημα και εντεύθεν στην εκ μέρους του αναιρεσίβλητου Ν.Π.Ι.Δ. υποχρέωση αποζημίωσης της αναιρεσείουσας, οι οποίες καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των εφαρμοσθεισών από αυτό και στην αρχή της παρούσας σκέψης μνημονευομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του ΑΚ, όπως και εκείνων των διατάξεων των άρθρων 12 § 1 (γενική διάταξη κανόνων οδικής συμπεριφοράς) και 19 § 1 (ταχύτητα και απόσταση μεταξύ οχημάτων) του Ν. 2696/1999 - ΚΟΚ.
Συνεπώς, τα αντιθέτως προβαλλόμενα με τον από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. πρώτο κατά σειρά λόγο της αναίρεσης, κατά τα υπό στοιχεία α', β' και γ', μέρη του, είναι απορριπτέα προεχόντως ως απαράδεκτα, διότι ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδείξεων και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, το οποίο διατυπώνεται με σαφήνεια, και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμα.
Ειδικότερα δε : α) επαρκώς διευκρινίζεται ότι η αυξημένη ταχύτητα των 70 χλμ/ώρα, με την οποία έβαινε ο Μ. Π. και η οποία είναι ανώτερη του εις το σημείο εκείνο ανωτάτου επιτρεπομένου ορίου των 40 χλμ/ώρα, δεν συνετέλεσε στην σύγκρουση των οχημάτων και τούτο διότι αυτή (σύγκρουση) οφείλεται στην αιφνίδια και ανέλεγκτη είσοδο στην έχουσα προτεραιότητα Ε.Ο., από ανώνυμη δημοτική οδό, του θανασίμως τραυματισθέντος συζύγου της ενάγουσας Χ.
Χ., ο οποίος και όφειλε, εφόσον επρόκειτο να εισέλθει στην Ε.Ο., να πράξει τούτο μετά προηγούμενο έλεγχο της κίνησης επ' αυτής και της παραχώρησης προτεραιότητας στα επ' αυτής κινούμενα οχήματα (άρθρ. 26 § 5 εδάφ. α' ΚΟΚ), μεταξύ των οποίων και εκείνο του Μ. Π., ο οποίος και αντελήφθη το όχημα του Χ. Χ. να εισέρχεται καθέτως στο οδόστρωμα από απόσταση μόλις 30 μέτρων πριν το σημείο της σύγκρουσης των οχημάτων, β) επαρκώς εξηγείται ότι ο Μ.
Π. δεν μπορούσε να πραγματοποιήσει αποφευκτικό ελιγμό του οχήματος του Χ. Χ. λόγω ακριβώς της αιφνίδιας και ανέλεγκτης εισόδου του τελευταίου στην Ε.Ο. και του ότι η εν λόγω κίνηση του Χ. Χ. έγινε αντιληπτή από τον Μ. Π. από απόσταση μόλις τριάντα (30) μέτρων πριν το σημείο της σύγκρουσης των οχημάτων. Πλέον δε τούτων η αιφνίδια και ανέλεγκτη κάθετη είσοδος του αυτοκινήτου του Χ.
Χ. στο προς Θεσσαλονίκη ρεύμα πορείας της Ε.Ο., που έγινε με την πρόθεση αφού αυτός διασχίσει το ως άνω ρεύμα της Ε.Ο. να εισέλθει - παρά την ύπαρξη της απαγορεύουσας τούτο διπλής συνεχούς διαχωριστικής γραμμής των δύο ρευμάτων πορείας - στο προς Καβάλα ρεύμα πορείας της οδού αυτής, στέρησε τον Μ. Π. της δυνατότητας αποφευκτικού ελιγμού, αφού κίνηση αυτού προς τα αριστερά της πορείας του, ήτοι προς το ρεύμα για Καβάλα, σήμαινε κίνηση προς την κατεύθυνση του Χ.
Χ. και άρα βέβαιη σύγκρουση των δύο οχημάτων, ενώ αποφευκτικός ελιγμός προς τα δεξιά της πορείας του δεν ήταν δυνατός λόγω ακριβώς της αιφνίδιας κάθετης εισόδου του αυτοκινήτου του Χ. Χ. στην Ε.Ο. και της ένεκα τούτου αποκοπής της πορείας του οχήματος του Μ. Π. που, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης κινείτο στο άκρο δεξιό του προς Θεσσαλονίκη ρεύματος πορείας του και γ) ενόψει της αιφνίδιας και ανέλεγκτης εισόδου του Χ.
Χ. στην Ε.Ο. ουδεμία έννομη επιρροή ασκούν στην ένδικη υπόθεση γα) η μη αναφορά στην απόφαση σχετικά με το πόσα μέτρα πριν την συμβολή της Ε.Ο. με την δημοτική οδό περιόριζε την ορατότητα του Μ. Π. προς την δημοτική οδό και κυρίως προς την συμβολή αυτής με την Ε.Ο. ο ευρισκόμενος στην εν λόγω συμβολή ευμεγέθης πυκνός θάμνος, ούτε και αν περιόριζε την ορατότητα του Μ.
Π. προς την δημοτική οδό παρτέρι με ξύλινη περίφραξη και ψηλά δένδρα, ώστε να προκύπτει αν ο Μ. Π. μπορούσε να αντιληφθεί την παράλληλη κίνηση του Χ. Χ. και την πρόθεση του τελευταίου για έξοδο στην Ε.Ο. και γβ) η μη μνεία στην προσβαλλόμενη απόφαση της απόστασης και της θέσης στην οποία ευρέθησαν τα συγκρουσθέντα οχήματα μετά την σύγκρουση, ώστε να δύναται να κριθεί η σφοδρότητα της σύγκρουσης και η επίδραση ή μη σ' αυτήν της ταχύτητας του οχήματος του Μ.
Π.. Περαιτέρω, ο ίδιος αυτός λόγος, κατά το μέρος του με το στοιχείο δ', με το οποίο προσάπτεται στην εφετειακή απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν αναφέρει ποίο εκ των δύο συγκρουσθέντων οχημάτων εισήλθε πρώτο στον ισόπεδο οδικό κόμβο, ώστε να κριθεί ποίο εξ αυτών απέκτησε την προτεραιότητα έναντι του άλλου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Τούτο δε (απόρριψη της προσαπτόμενης πλημμέλειας) προεχόντως ενόψει των διατάξεων του άρθρου 26 § § 4, 5 περ. α' Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), που ορίζουν ότι στους ισόπεδους οδικούς κόμβους η προτεραιότητα ορίζεται με κατάλληλη σήμανση, ότι χωρίς τέτοια σήμανση η προτεραιότητα ανήκει σε αυτόν που έρχεται από δεξιά και ότι κατ' εξαίρεση προτεραιότητα έχουν αυτοί που κυκλοφορούν στους αυτοκινητοδρόμους, εθνικές οδούς και οδούς ταχείας κυκλοφορίας και σε κάθε περίπτωση διότι η υιοθέτηση της προβαλλόμενης από την αναιρεσείουσα άποψης θα οδηγούσε σε μία εξαιρετικά επικίνδυνη για την ασφάλεια της οδικής κυκλοφορίας διελκυστίνδα μεταξύ των οδηγών ως προς το ποίος θα εισέλθει πρώτος στον οδικό κόμβο ώστε να αποκτήσει την προτεραιότητα έναντι του άλλου.-
ΙΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνος δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς και όχι όταν παραβίασε τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.- Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο κατά σειρά λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας με το να δεχθεί ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος ήταν ο θανάσιμα τραυματισθείς σύζυγος της αναιρεσείουσας Χ.
Χ. και ότι ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει στην επέλευση αυτού (ατυχήματος) τον Μ. Π., μολονότι δέχθηκε ότι ο τελευταίος α) έβαινε με ταχύτητα 70 χλμ/ώρα αντί του ανωτάτου ορίου των 40 χλμ/ώρα, εντός του δημοτικού διαμερίσματος Ασπροβάλτας και ενόψει ισόπεδου οδικού κόμβου, β) ότι το όχημα του Χ. Χ. εμφανίσθηκε σε απόσταση τριάντα (30) μέτρων από το όχημα του Μ.
Π. και γ) ότι ένα μέρος του ρεύματος πορείας του Μ. Π. ήταν ελεύθερο, ενώ, αν ο Μ. Π. είχε ρυθμίσει την ταχύτητα του οχήματός του ανάλογα με τις επικρατούσες συνθήκες, τότε, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, το ατύχημα θα είχε αποφευχθεί είτε με αποφευκτικό ελιγμό του Μ. Π. είτε με τροχοπέδηση αυτού. Ο λόγος αυτός, με αναφορά κατ' εκτίμηση στις αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ 1 και 19 ΚΠολΔ ελέγχεται ως αβάσιμος, με την έννοια ότι οι περί πραγμάτων με στοιχ (α)-(γ) παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν δικαιολογούσαν υπαιτιότητα του Μ.
Π. και επομένως κατ' ορθή εφαρμογή των σημειούμενων στην αρχή της παρούσης διατάξεων ο περί του αντιθέτου σχετικός αγωγικός ισχυρισμός της αναιρεσείουσας αρνητικά αξιολογήθηκε και απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, με πληρότητα δε και σαφήνεια διαλαμβάνεται στις αιτιολογίες της ότι ο τελευταίος δεν μπορούσε να πραγματοποιήσει αποφευκτικό ελιγμό, λόγω δε της αιφνίδιας εισόδου του συζύγου της αναιρεσείουσας και αποκοπής της πορείας του οδηγουμένου από τον Μ.
Π. αυτοκινήτου δεν κατέστη δυνατή η ακινητοποίηση αυτού με τροχοπέδηση.
ΙV.- Ως πράγματα κατά την έννοια του αριθμ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., τα οποία έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη καίτοι προταθέντων ή η λήψη υπόψη καίτοι μη προταθέντων ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι δε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής ή της ένστασης, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Ενόψει τούτων ο τρίτος κατά σειρά λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση για μη λήψη υπόψη ισχυρισμού της (παράλειψη απάντησης), κατά τον οποίο το ένδικο ατύχημα θα μπορούσε να αποφευχθεί αν ο Μ. Π. είχε κάνει αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά της πορείας του, αφού το αντίθετο ρεύμα πορείας του ήταν ελεύθερο αυτοκινήτων, ή προς τα δεξιά της πορείας του, ή αν είχε τροχοπεδήσει, αναγόμενος εξ ολοκλήρου σε θεμελιωτικά της ένδικης αγωγής της γεγονότα τα οποία έλαβε υπόψη και αρνητικά αξιολόγησε και σε επιχειρήματα, αλλά και σε συμπεράσματα αυτής, πρέπει, ως αιτίαση από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., να απορριφθεί αντίστοιχα ως αβάσιμος και απαράδεκτος.
Περαιτέρω, η από τον ίδιο ως άνω αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. προβαλλόμενη με το πρώτο σκέλος του τετάρτου κατά σειρά λόγου της αίτησης αναίρεσης αιτίαση της αναιρεσείουσας για μη λήψη υπόψη του ισχυρισμού της ότι, σύμφωνα με τα ειδικότερα σ' αυτήν εκτιθέμενα, είχαν ληφθεί μέτρα, σε σχέση με την προτεραιότητα στον επίμαχο ισόπεδο οδικό κόμβο, με τα οποία η προτεραιότητα δεν ανήκε στον κινούμενο επί της Ε.Ο.
αλλά στον εκ δεξιών κινούμενο και άρα προτεραιότητα είχε ο παθών σύζυγός της Χ. Χ. και όχι ο Μ. Π., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης ο Χ. Χ. όφειλε να παραχωρήσει την προτεραιότητα, σύμφωνα με το άρθρο 26 § 5 εδ. α' ΚΟΚ, στον κινούμενο επί της Ε.Ο. Μ. Π.. Η αιτιολογία δε αυτή κρίνεται σαφής και επαρκής και, συνεπώς, η αιτίαση αυτή, κατά το δεύτερο σκέλος της, τείνουσα να θεμελιωθεί επί του άρθρ. 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί ομοίως ως αβάσιμη.
Ούτε δε με την απόρριψη του προαναφερόμενου ισχυρισμού παραβιάσθηκε η διάταξη του άρθρου 52 § 1 του Ν. 2696/1999 του ΚΟΚ (μέτρα ρύθμισης οδικής κυκλοφορίας), επειδή, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, η Ε.Ο. Θεσσαλονίκης - Καβάλας δεν είχε χαρακτηρισθεί ως οδός προτεραιότητας από το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Αγίου Γεωργίου έναντι της κάθετης οδού των νεκροταφείων Ασπροβάλτας, στον κόμβο της οποίας με την Ε.Ο.
έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, και επομένως ίσχυε μεταξύ των οδών αυτών η εκ δεξιών προτεραιότητα. Τούτο δε (μη παραβίαση του άρθρου 52 § 1 ΚΟΚ), διότι για να χαρακτηρισθεί η οδός αυτή ως έχουσα προτεραιότητα έναντι της Ε.Ο., θα έπρεπε το σχετικό μέτρο να είχε ληφθεί με βάση μελέτη που να είχε εκπονηθεί ή εγκριθεί από τις αρμόδιες Υπηρεσίες κυκλοφορίας του ΥΠΕΧΩΔΕ, με απόφαση της κατά τόπο αρμόδιας Αστυνομικής Διεύθυνσης ή Διεύθυνσης Τροχαίας (άρθρ. 25 § 1 εδάφ.
β,'περ. α' ΚΟΚ), πράγμα που δεν επικαλείται η αναιρεσείουσα.
Συνεπώς, τα αντιθέτως προβαλλόμενα με το τρίτο σκέλος του τετάρτου αυτού λόγου είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν.- V.- Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδ. γ' Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, όπως είναι και τα έγγραφα που προσκομίζονται είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση αυτού του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για την λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 Κ.Πολ.Δ., χωρίς όμως να είναι αναγκαίο, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για έγγραφα, να μνημονεύονται αυτά ένα προς ένα στην απόφασή του.- Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο κατά σειρά λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης πλήττεται η απόφαση του εφετείου, διότι από το όλο περιεχόμενό της δεν καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο ότι το δικαστήριο εκείνο έλαβε υπόψη του τα μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης προκύψαντα και το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη νομίμως προσκομισθέντα και επικληθέντα από την αναιρεσείουσα έγγραφα, και ειδικότερα α) την από 10.2.2010 απόδειξη είσπραξης ποσού 12.209,72 ευρώ, β) την από 2.2.2010 εξουσιοδότηση για είσπραξη του ως άνω ποσού και γ) το υπ' αριθμ. 0857/18.2.2011 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Από τα έγγραφα δε αυτά προκύπτει ότι ο Μ. Π. και η σύζυγός του Τ. Π., οι οποίοι είχαν εγείρει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την επί του ενδίκου ατυχήματος στηριζομένη υπ' αριθμ. 3740/2.2.2009 αγωγή τους, επί της οποίας εξεδόθη η υπ' αριθμ. 41539/2009 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε ότι συνυπαίτιος του εν λόγω ατυχήματος κατά ποσοστό 30% είναι ο Μ.
Π., αποδέχθηκαν την απόφαση αυτή δια της είσπραξης του αναλογούντος στο 70% της απαίτησής τους ως άνω ποσό, εξουσιοδοτήσαντες προς τούτο τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Ταγαράκη, κατ' αυτής δε της απόφασης ουδέν ένδικο μέσο ασκήθηκε από αυτούς. Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, προεχόντως για το λόγο ότι αναφέρονται στη δικονομική συμπεριφορά των αναγόντων της 3740/2-2-2009 αγωγής οι οποίοι δεν υπήρξαν διάδικοι στην δευτεροβάθμια κατ την παρούσα αναιρετική δίκη και με την έννοια αυτή δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης, σε κάθε δε περίπτωση από την ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλομένης απόφασης ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα ως προς το ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του θανασίμως τραυματισθέντος συζύγου της αναιρεσείουσας Χ.
Χ. και άρα ουδεμία υπέχει υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης το αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ., έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της, προκύπτει, χωρίς κανένα δισταγμό, ότι το δικαστήριο εκείνο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα προαναφερόμενα έγγραφα, που νόμιμα προσκόμισε και επικαλέστηκε στο εφετείο η τότε εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα.
Περαιτέρω, με τον έκτο κατά σειρά λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η επί του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. στηριζόμενη αιτίαση, σύμφωνα με την οποία το εφετείο παρέλειψε να αποφανθεί αν τα προαναφερόμενα έγγραφα παραδεκτώς ή όχι προσκομίσθηκαν το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη και ως εκ τούτου δεν γνωρίζει η αναιρεσείουσα αν αυτά λήφθηκαν υπόψη ή όχι ή αν απορρίφθηκαν από το δικαστήριο ως προς το περιεχόμενό τους μόνο και έτσι το εφετείο διέλαβε περί του ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ζητήματος τούτου ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, το δικαστήριο εκείνο έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι μεταξύ των οποίων και τα αμέσως παραπάνω αναφερόμενα και δεν ήταν αναγκαίο να μνημονεύει ένα προς ένα αυτά στην απόφασή του.
Στη συνέχεια με τον έβδομο κατά σειρά λόγο της αναίρεσης, προβάλλεται η επί του άρθρου 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ. τείνουσα να θεμελιωθεί αιτίαση, ότι το εφετείο με το να μην λάβει υπόψη του τα ίδια πιο πάνω έγγραφα κήρυξε παρά τον νόμο απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, το εφετείο, για την εξαγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και εκτίμησε, μαζί με τις λοιπές αποδείξεις και τα ως άνω έγγραφα.- VI.- Με τους όγδοο και ένατο κατά σειρά λόγους της αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση, αντίστοιχα, ότι το εφετείο α) με το να μην αιτιολογήσει το γιατί ο Μ.
Π. και η σύζυγός του αποδέχθηκαν πλήρως και ανεπιφυλάκτως την κατά 30% συνυπαιτιότητα του πρώτου τούτων στο επισυμβάν ένδικο ατύχημα και εισέπραξαν το 70% των απαιτήσεών τους, περιέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ζήτημα τούτο και β) με το να μην λάβει υπόψη του ότι από τα αναφερόμενα στην υπ' αριθμ.
πέντε λατινικό (V) σκέψη της παρούσας απόφασης έγγραφα αποδεικνύεται η αποδοχή της κατά 30% συνυπαιτιότητας του Μ. Π. στο ένδικο ατύχημα, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Οι λόγοι αυτοί, οι οποίοι φέρονται ως θεμελιούμενοι επί των αριθμών 19 και 8, αντίστοιχα, του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι , εφ' όσον όπως προαναφέρθηκε, λήφθηκαν υπόψη τα εν λόγω έγγραφα, χωρίς παράλληλα η δικονομική συμπεριφορά των εναγόντων της 3740/2-2-2009 αγωγής να απαιτείται να αιτιολογηθεί, εφόσον δεν συνδέεται με την επίκληση ομολογίας αυτών περί (συν)υπαιτιότητας του δεύτερου, η οποία προκειμένης απλής ομοδικίας δεν βλάπτει το αναιρεσίβλητο (ΚΠολΔ 75 παρ.
1) VII.- Με τον επί του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ. στηριζόμενο δέκατο κατά σειρά λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα δε ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι 1) μολονότι από το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 3740/2.2.2009 αγωγής του Μ.
Π. και της συζύγου του Τ. Π. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, στρεφομένης κατά της ασφαλιστικής εταιρίας Malayan Insurance A.E., στην οποία ήταν ασφαλισμένο το αυτοκίνητο του Χ. Χ. και η οποία αγωγή συνεκδικάστηκε με εκείνη της ήδη αναιρεσείουσας κατά του ήδη αναιρεσίβλητου, προέκυπτε ότι : α) η κατά τον χρόνο του ενδίκου ατυχήματος ταχύτητα του αυτοκινήτου του Μ.
Π. ήταν κατά πολύ ανώτερη του ορίου των 40 χλμ/ώρα, β) ο Μ. Π. δεν τροχοπέδησε καθόλου, γ) δεν έκανε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά της πορείας του, ενώ υπήρχε κενός χώρος, δ) εάν ο Μ. Π. είχε προβεί σε μία από τις ανωτέρω ενέργειες τότε είτε θα είχε αποφευχθεί η σύγκρουση των οχημάτων είτε θα είχε περιορισθεί σε υλικές ζημίες μόνο και ε) το αυτοκίνητο του Μ.
Π. προσέκρουσε στην πίσω αριστερή πόρτα και στην κολώνα του αυτοκινήτου του Χ. Χ. και όχι στην εμπρόσθια αριστερή πόρτα, όπου και η θέση του οδηγού, στην οποία καθόταν ο Χ. Χ., ο οποίος και τραυματίσθηκε θανάσιμα, 2) μολονότι από την ένδικη σύγκρουση καταστράφηκαν ολοσχερώς τόσο το αυτοκίνητο του Χ. Χ., όπως τούτο προκύπτει από τα έγγραφα που αναφέρονται σ' αυτό τον λόγο αναίρεσης, όσο και το αυτοκίνητο του Μ.
Π., όπως τούτο προκύπτει από το περιεχόμενο της ως άνω αγωγής τους, 3) μολονότι τα ανωτέρω, που συνιστούν "πράγματα", προτάθηκαν στο εφετείο, εν τούτοις εκείνο δεν τα έλαβε υπόψη του και γι' αυτό υπέπεσε στην προαναφερόμενη πλημμέλεια. Ο λόγος αυτός, αναγόμενος εξ ολοκλήρου σε επιχειρήματα, αλλά και σε συμπεράσματα αυτής της αναιρεσείουσας, πρέπει, ως αιτίαση από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος.- VIII.- Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 20 Κ.Πολ.Δ., παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που συνεπάγεται αναίρεση της απόφασης, υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι διαλαμβάνεται σ' αυτό και όχι όταν, μετά από εκτίμηση του περιεχομένου του, όπως είναι πραγματικά, οδηγείται σε κρίση ανέλεγκτη κατά το άρθρο 561 § 1, διαφορετική από εκείνη την οποία αυτός που προβάλλει ότι παραμορφώθηκε το περιεχόμενό του θεωρεί ως σωστή.
Γενικά ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης συντρέχει όταν έγινε σφάλμα διαγνωστικό, δηλαδή λάθος στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ως περιεχομένων σ' αυτό περιστατικών κατάδηλα διαφορετικών από εκείνα που πραγματικά διαλαμβάνονται και όχι όταν υπάρχει σφάλμα στην εκτίμηση του περιεχομένου του το οποίο αναγνώσθηκε ορθά για την συναγωγή αποδεικτικού συμπεράσματος.
Στην προκειμένη περίπτωση με το πρώτο σκέλος του ενδέκατου και τελευταίου κατά σειρά λόγου της αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το εφετείο μολονότι δέχθηκε ότι η ταχύτητα με την οποία έβαινε ο Μ. Π. ήταν εκείνη των 70 χλμ/ώρα και ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος ήταν ο αποβιώσας σύζυγος της αναιρεσείουσας Χ.
Χ., εν τούτοις, για να αιτιολογήσει την παραδοχή του αυτή, επικαλέσθηκε τόσο την υπ' αριθμ. 115/2008 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η από 16.10.2008 μήνυση της θυγατέρας του ως άνω αποβιώσαντος Σ. Χ., με την οποία ζητούσε αυτή την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος του Μ.
Π. για τον θανάσιμο τραυματισμό του πατέρα της, όσο και την υπ' αριθμ. 24/2009 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η υπ' αριθμ. 152/2008 προσφυγή κατά της προαναφερόμενης εισαγγελικής διάταξης, οι οποίες στηρίζουν την κρίση τους (ως άνω εισαγγελέων) περί αποκλειστικής υπαιτιότητας στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος του Χ.
Χ. στην παραδοχή, ότι, η ταχύτητα του Μ. Π. δεν υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 40 χλμ/ώρα και ότι έτσι το δικαστήριο εκείνο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων, αφού ενώ δέχθηκε ότι η ταχύτητα του Μ. Π. ήταν 70 χλμ/ώρα, επικαλείται και τις παραπάνω εισαγγελικές διατάξεις, που όμως δέχονται ότι η ταχύτητα του Μ.
Π. δεν ήταν υπέρτερη των 40 χλμ/ώρα. Ο λόγος αυτός, κατά το προαναφερόμενο σκέλος του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος προεχόντως διότι από την επισκόπηση του περιεχομένου της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης προκύπτει με σαφήνεια ότι η αναφορά στις πιο πάνω διατάξεις γίνεται από το εφετείο μόνο για ενίσχυση του αποδεικτικού του πορίσματος περί ανυπαρξίας υπαιτιότητας του Μ.
Π. στην επέλευση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, πράγμα που δέχονται και οι παραπάνω διατάξεις, και όχι για ενίσχυση της κρίσης του για την ταχύτητα του οχήματος του τελευταίου και σε κάθε περίπτωση διότι το διατυπούμενο στην απόφασή του πόρισμα δεν συνήγαγε αποκλειστικά ή κυρίως από τα έγγραφα αυτά, αλλά από την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών στοιχείων.
Περαιτέρω και εφόσον δεν υφίσταται παραμόρφωση του περιεχομένου των εγγράφων αυτών, η προβαλλόμενη με το δεύτερο σκέλος του λόγου αυτού αιτίαση, ότι το εφετείο με το να παραμορφώσει το περιεχόμενό τους διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες για το ζήτημα τούτο (ταχύτητα του αυτοκινήτου του Μ.
Π.) που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.- IX.- Kατόπιν πάντων των προαναφερομένων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του έχοντος καταθέσει και προτάσεις αναιρεσίβλητου (άρθρ. 106, 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7.9.2011 και με αριθμό κατάθεσης 224/2011 αίτηση αναίρεσης της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο υπ' αριθμ. 1017/2011 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.- Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ