1591/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1591/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η απορριπτική αυτής 863/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που διορθώθηκε με την 4426/2005 απόφασή του, και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 183/8.1.2007 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας η 210/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση, την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικές ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της.
Full text
Απόφαση 1591 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1591/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: της εδρευούσης στην Αθήνα και νόμιμα εκπροσωπουμένης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ASPIS BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", καθολικής διαδόχου λόγω συγχωνεύσεως της ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε.Π.Ε.Υ" και ήδη με την επωνυμία "Τ. BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θρασύβουλο Κάρλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσιβλήτου: Α. Δ. του Α. συζ. Α. Τ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξουσία δικηγόρο της Μαργαρίτα Δαλαμάγκα - Καλογήρου, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε 1) με την από 28 Νοεμβρίου 2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και 2) την από 19 Ιουνίου 2002 ανακοίνωση δίκης και προσεπίκληση σε κύρια παρέμβαση της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο ίδιο Δικαστήριο και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 863/2004 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 209/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28 Απριλίου 2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 12 Σεπτεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 431/28-4-2010 αιτήσεως για αναίρεση της 210/17-1-2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Η πληρεξουσία της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 431/28.4.2010 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 210/17.1.2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561§2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα, με την 125572/11675/11.12.2000 αγωγή εφέρετο προς διάγνωση αξίωση της δι' αυτής ενάγουσας ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε.Π.Ε.Υ.", στην δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε, μετά τη συγχώνευσή της δι' απορροφήσεως, η ήδη αναιρεσείουσα, κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, απορρέουσα, κατά την ενδιαφέρουσα την παρούσα αναιρετική διαδικασία κύρια διατυπούμενη βάση της, από τη συνδέουσα τις διαδίκους σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών.
Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η απορριπτική αυτής 863/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που διορθώθηκε με την 4426/2005 απόφασή του, και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 183/8.1.2007 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας η 210/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση, την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικές ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της.
ειδικότερα διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή τους: "Η ενάγουσα είναι ανώνυμη -Χρηματιστηριακή εταιρία, μέλος του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών και έχει ως σκοπό τη σύναψη Χρηματιστηριακών συναλλαγών, διενεργώντας χρηματιστηριακές συναλλαγές για λογαριασμό τρίτων προσώπων, ήτοι αγορές και πωλήσεις χρηματιστηριακών πραγμάτων (μετοχών κλπ.), εκτελώντας τις σχετικές εντολές - παραγγελίες αγοράς και πώλησης που λαμβάνει είτε απευθείας από τον πελάτη - επενδυτή, είτε μέσω εταιρίας λήψης και διαβίβασης εντολών (ΕΛΔΕ).
Στις 5-5-19999 συνήψε με την εναγομένη την από 5-5-1999 έγγραφη σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και άνοιξε στο όνομά της τον με αριθμό ... χρηματιστηριακό κωδικό για την πραγματοποίηση των εντολών της για αγορές και πωλήσεις μετοχών στο όνομα και για λογαριασμό της. Σύμφωνα με τον όρο 2.2 και το παράρτημα Ι της εν λόγω σύμβασης οι εντολές της εναγομένης προς την ενάγουσα θα ήταν δυνατό να δίνονταν μέσω ΕΛΔΕ και ειδικότερα μέσω της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΒΙΒΑΣΗΣ ΕΝΤΟΛΩΝ" και το διακριτικό τίτλο "ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΑΕΛΔΕ".
Με την τελευταία η εναγομένη σύναψε την από 5-5-1999 σύμβαση παροχής υπηρεσιών λήψης και διαβίβασης εντολών, με την οποία την εξουσιοδοτούσε να διαβιβάζει τις εντολές της για τη διενέργεια συναλλαγών σε ανώνυμη Χρηματιστηριακή εταιρία ή οποιοδήποτε άλλο πιστωτικό ίδρυμα ή ΕΠΕ, η οποία θα επιλεγόταν από την ίδια (ΑΕΛΔΕ) κατά την απόλυτη κρίση της. (βλ.
όρο 3 εδ.β της ως άνω σύμβασης). Κατά το χρονικό διάστημα από 7-6-1999 έως και 8-10-1999 η ενάγουσα εκτέλεσε για λογαριασμό της εναγομένης, σε εκτέλεση των παραπάνω συμβάσεων αγορές και πωλήσεις μετοχών, με το χρεωστικό υπόλοιπο υπέρ της εναγομένης, μέχρι την 8-10-1999, 758.151 δρχ, όπως η τελευταία δεν αμφισβήτησε πρωτοδίκως τις περιγραφόμενες στην αγωγή συναλλαγές.
Ακολούθως, την 27.10.1999 η εναγομένη κατάγγειλε εγγράφως την μεταξύ αυτής και της ως άνω ΕΛΔΕ σύμβαση, με την από 27.10.1999 επιστολή της, με την οποία την καλούσε να μην διαβιβάζει πλέον καμμία εντολή διενέργειας χρηματιστηριακών πράξεως προς την ΑΣΠΙΣ ΑΧΕ για λογαριασμό της. Την επιστολή αυτή παρέλαβε σε δυο όμοια αντίτυπα αυθημερόν αρμόδιο όργανο της ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗΣ ΑΕΛΔΕ, όπως προκύπτει από σφραγίδα και υπογραφή του στο ίδιο το σώμα της επιστολής.
Στη συνέχεια, την 1.11.1999 και την 19.11.1999, η εν λόγω εταιρία λήψης και διαβίβασης εντολών έδωσε, δια του τότε Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της Δ. Ρ., τις εντολές για αγορά 500 συνολικά και 100 αντίστοιχα μετοχών της εταιρείας "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ" αντί συνολικού τιμήματος 6.542.750 δρχ., στο όνομα και για λογαριασμό της εναγομένης εντολές τις οποίες εκτέλεσε η ενάγουσα, εκδίδοντας και τα αντίστοιχα πινακίδια με αριθμούς ..., .../1.11.1999 και ..., .../19.11.1999, τα οποία επικαλείται και προσκομίζει, χρεώνοντας και τον ως άνω λογαριασμό της εναγομένης, με το ποσό των 6.165.851 δρχ.
Δεν αποδείχθηκε όμως, ότι μετά την 27.10.1999, ήτοι μετά την καταγγελία της μεταξύ αυτής και της ως άνω ΕΛΔΕ συμβάσεως, η εναγομένη έδωσε προς αυτήν οποιαδήποτε εντολή για να τη διαβιβάσει προς την ενάγουσα, να αγοράσει δηλαδή η τελευταία για λογαριασμό της τις ως άνω μετοχές, ούτε ότι αυτή έκρινε, εκ των υστέρων έστω, την αγορά των ως άνω μετοχών.
Δεν αποδείχθηκε εξάλλου, ότι η εναγομένη ήταν υποχρεωμένη να καταγγείλει και τη μεταξύ αυτής και της ενάγουσας ΑΧΕ σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, όπως η τελευταία ισχυρίζεται με την προσθήκη των πρωτόδικων προτάσεων της, γεγονός που ούτε η εναγομένη επικαλέσθηκε πρωτοδίκως, ότι δηλαδή αυτή προέβη σε καταγγελία της μεταξύ αυτής και της ενάγουσας σύμβασης.
Ουδόλως δε, η εναγομένη υποχρεούτο να γνωστοποιήσει στην ενάγουσα ΑΧΕ την ως άνω καταγγελία της μεταξύ αυτής και της ΕΛΔΕ σύμβασης, δεδομένου ότι δεν προκύπτει ότι η ΕΛΔΕ αυτή ήταν αντιπρόσωπος της εναγομένης έναντι της ενάγουσας, ώστε να υποχρεούτο να προβεί σε δήλωση ανάκλησης της πληρεξουσιότητας της ΕΛΔΕ και ως προς αυτήν (ενάγουσα) ως τρίτη, κατ' άρθρο 221 ΑΚ.
Η μόνη εξουσία που η ΕΛΔΕ αυτή είχε, όπως αποδεικνύεται από τη μεταξύ τους σύμβαση, ήταν να διαβιβάζει μόνον τις εκάστοτε εντολές της εναγομένης για αγορά και πώληση μετοχών προς την ενάγουσα ΑΧΕ (βλ. όρο 3 εδ.β' της 31.8.1998 σύμβασης).
Οι ΕΛΔΕ ενεργούν κατά κανόνα ως μεσίτες, δηλαδή διεκπεραιώνουν προς χρηματιστές εντολές και δεν δικαιοπρακτούν στον όνομα και για λογαριασμό των επενδυτών, ως άμεσοι αντιπρόσωποί τους.
Όπως σαφώς προκύπτει εξάλλου, από την μεταξύ αυτής και της ενάγουσας από 5-5-1999 σύμβαση (παράρτημα Ι), από τους τέσσερις προτεινόμενους, εκ μέρους της ενάγουσας, τρόπους επιλογής διαβίβασης των προς αυτήν εντολών του, ήτοι α)πελάτης απ' ευθείας, β)μέσω αντιπροσωπείας, γ)μέσω ΕΛΔΕ και δ)μέσω ΕΠΕΥ, η εναγομένη είχε επιλέξει τον τρίτο, "μέσω ΕΛΔΕ", ενώ από κανένα άλλο όρο της εν λόγω σύμβασης προκύπτει ότι η εναγόμενη είχε δώσει και μάλιστα με δήλωση προς την ενάγουσα ΑΧΕ, πληρεξουσιότητα προς την ως άνω ΕΛΔΕ, να την αντιπροσωπεύει έναντι της ενάγουσας.
Επομένως, το επικαλούμενο από την ενάγουσα γεγονός (με την προσθήκη των πρωτόδικων προτάσεων) ότι ουδέποτε έλαβε γνώση της ως άνω επιστολής της εναγομένης προς την ΕΛΔΕ ουδεμία επιρροή ασκεί, αβασίμως δε η ενάγουσα ισχυρίζεται με τους σχετικούς λόγους της έφεσης ότι η σχέση της εναγομένης και της ΕΛΔΕ ήταν αυτή του αντιπροσώπου-αντιπροσωπευόμενου.
Το έτερο εξάλλου γεγονός που επικαλέσθηκε η ενάγουσα πρωτοδίκως (με την προσθήκη των προτάσεων) και επαναλαμβάνει με το δεύτερο λόγο της έφεσης ότι η εναγομένη εξακολουθούσε να έχει στο χαρτοφυλάκιό της τις ως άνω μετοχές χωρίς να τις έχει αντιποιηθεί, δεν αποδεικνύει τον αγωγικό ισχυρισμό της, ότι διενεργήθηκαν πράγματι και οι ως άνω συναλλαγές αγοράς μετοχών της 1.11.1999 και της 19.11.1999 με εντολές της εναγομένης.
Μη αποδειχθέντων επομένως, εκ μέρους της ενάγουσας, που φέρει το βάρος απόδειξης-ενόψει της αμφισβητήσεως της εναγομένης-των γεγονότων ότι η ως άνω ΑΕΛΔΕ διαβίβασε πράγματι προς αυτήν εντολές της εναγομένης για την αγορά των ως άνω 600 μετοχών ούτε ότι η ενάγουσα ζήτησε και η εναγομένη ενέκρινε τις εν λόγω συναλλαγές, που έγιναν μεν στο όνομά της χωρίς όμως την πληρεξουσιότητά της, οι συναλλαγές αυτές ήταν άκυρες ως προς την εναγομένη και ως εκ τούτου αυτή δεν υποχρεούτο για την καταβολή του ως άνω τιμήματος".
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα εκκαλούσα με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια ο διατυπούμενος δι' αυτής μοναδικός λόγος αναιρέσεως.
Ειδικότερα, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφάρμοσε συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου. Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 4§1 του ν. 2396/1996, η καθ' οιονδήποτε τρόπο κατ' επάγγελμα παροχή κυρίων επενδυτικών υπηρεσιών επιτρέπεται μόνο στις εταιρίες παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΕΠΕΥ), κατά δε την διάταξη του άρθρου 23 παρ.1 του ίδιου νόμου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την διάταξη του άρθρου 29 παρ.5 του Ν 2579/1998, η χρηματιστηριακή εταιρία είναι ανώνυμη εταιρία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με κύριο σκοπό την διεξαγωγή χρηματιστηριακών συναλλαγών.
Στις χρηματιστηριακές συναλλαγές, ήτοι στις δικαιοπραξίες που συνάπτονται χρηματιστηριακώς και έχουν ως αντικείμενο χρηματιστηριακά πράγματα (άρθρο 15 παρ.1 του Ν 3632/1928), που διενεργεί χρηματιστηριακή εταιρία, περιλαμβάνεται και η σύμβαση χρηματιστηριακής παραγγελίας για την αγορά ή την πώληση μετοχών ανωνύμων εταιριών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών.
Η σύμβαση αυτή υπάγεται στην κατηγορία της περιπτώσεως (γ) του άρθρου 20 παρ.1 του Ν 1806/1988, που αντικατέστησε την αντίστοιχη ρύθμιση του άρθρου 16 του Ν 3632/1928, ως συναφής ή παρεπόμενη δικαιοπραξία με την διενέργεια της κύριας χρηματιστηριακής συμβάσεως για την αγορά ή την πώληση των πιο πάνω χρηματιστηριακών πραγμάτων.
Αντικείμενο της συμβάσεως χρηματιστηριακής παραγγελίας, η οποία αποτελεί σύμβαση εμπορικής παραγγελίας κατά το άρθρο 90 του ΕμπΝ και επί της οποίας εφαρμόζονται συμπληρωματικά οι περί εντολής διατάξεις του ΑΚ είναι αφενός μεν η ανάληψη της υποχρεώσεως από τον παραγγελιοδόχο χρηματιστή (χρηματιστηριακή εταιρία) να εκτελέσει στο όνομά του, αλλά για λογαριασμό του παραγγελέα πελάτη του, την παραγγελία (εντολή) του τελευταίου, για την αγορά ή την πώληση μετοχών ανωνύμων εταιριών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο με την σύναψη της κύριας χρηματιστηριακής συναλλαγής, αφετέρου δε η ανάληψη της υποχρεώσεως από τον παραγγελέα-πελάτη να καταβάλει στον χρηματιστή (χρηματιστηριακή εταιρία) την αμοιβή (προμήθεια) για τη διενέργεια της κύριας χρηματιστηριακής συναλλαγής.
Της συμβάσεως παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας διαφέρει η μεταξύ της ΕΛΔΕ και του παραγγελέα σύμβαση. Ειδικότερα, με τις διατάξεις των άρθρων 2§§1 εδ.α', 3, 6,3§1 εδ.θ', 27§2, 28§§1, 2, 30§1-4 του ν. 2396/1996 καθιερώθηκε ο θεσμός των εταιριών λήψεως και διαβιβάσεως εντολών (ΕΛΔΕ). Με τις εν λόγω διατάξεις καθορίσθηκε η λειτουργία των ΕΛΔΕ και ήδη ΑΕΕΔ (Ανώνυμος Εταιρείες Επενδυτικής Διαμεσολάβησης• άρθρο 41 ν. 3371/2005), που δεν είναι μέλη του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών και δραστηριοποιούνται κυρίως στη λήψη και διαβίβαση για λογαριασμό επενδυτών εντολών για κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματοπιστωτικών μέσων.
Οι ΕΛΔΕ εξομοιώνονται με μεσίτες που διεκπεραιώνουν προς χρηματιστές εντολές πελατών και παραδόσεις χρημάτων ή τίτλων και αντίστροφα προς τον πελάτη τίτλων και χρημάτων από τον χρηματιστή. Όταν οι ΕΛΔΕ παρέχουν αποκλειστικά υπηρεσίες πληρεξουσίου τότε οι αντισυμβαλλόμενες ανώνυμες χρηματιστηριακές εταιρίες έχουν άμεση σχέση προς τον εντολέα τέτοιας ΕΛΔΕ.
Τέλος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 217§1 και 221 ΑΚ η πληρεξουσιότητα μπορεί να δοθεί με δήλωση και προς τρίτο, περίπτωση κατά την οποία η δήλωση ανακλήσεως της πληρεξουσιότητας γίνεται μόνον προς εκείνον. Κατά τις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως (α) κατά τον σχετικό όρο της συνδέουσας τους διαδίκους συμβάσεως οι εντολές της αναιρεσίβλητης προς την αρχικώς ενάγουσα θα ήταν δυνατό να δίδονται μέσω ΕΛΔΕ και ειδικότερα μέσω της ανώνυμης εταιρείας "ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΑΕΛΔΕ" και (β) κατά τον αντίστοιχο όρο της συνομολογηθείσης μεταξύ της τελευταίας και της αναιρεσίβλητης συμβάσεως, σε έγγραφη καταγγελία της οποίας προέβη η τελευταία στις 27.10.1999 με γνωστοποίησή της στην εν λόγω ΑΕΛΔΕ, εξουσιοδοτήθηκε από εκείνη να διαβιβάζει τις εντολές της για τη διενέργεια συναλλαγών σε ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρεία ή οποιοδήποτε άλλο πιστωτικό ίδρυμα ή ΕΠΕ, η οποία θα επιλεγόταν από την ίδια (ΑΕΛΔΕ) κατά την απόλυτη κρίση της.
ο τελευταίος όρος (διαβίβαση εντολών της αναιρεσίβλητης) δικαιολογεί την παραδοχή ότι η εν λόγω ΕΛΔΕ δεν ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της αναιρεσίβλητης, με εξουσία μάλιστα αντιπροσωπεύσεως, η οποία χορηγήθηκε με δήλωσή της προς την αρχικώς ενάγουσα, ώστε να απαιτείται για την ανάκλησή της η προς αυτήν γνωστοποίηση της σχετικής δηλώσεώς της, με εντεύθεν δέσμευσή της για τις επενδυτικές υπηρεσίες που πραγματοποίησε στο όνομά της κατόπιν διαβιβάσεως σχετικών εντολών από την ΕΛΔΕ μετά την καταγγελία της μετ' αυτής συμβάσεως της αναιρεσίβλητης, αλλά παρείχε υπηρεσίες διεκπεραιώσεως εντολών αυτής προς χρηματιστηριακές εταιρείες, ως διαμεσολαβούσε μεσίτρια.
Τα πραγματικά αυτά πραγματικά δικαιολογούσαν το κατ' ορθή εφαρμογή των αμέσως παραπάνω σημειούμενων διατάξεων καταληκτικό αποδεικτικό συμπέρασμα ότι η αναιρεσίβλητη δεν δεσμευόταν έναντι της καθολικής διαδόχου της αρχικώς ενάγουσας αναιρεσείουσας από την διαβίβαση εντολών προς εκείνη από την ΕΛΔΕ στο όνομα και για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης, μετά την καταγγελία από την τελευταία της συνομολογηθείσης μετ' αυτής συμβάσεως, χωρίς σχετική εντολή της ή επακολουθήσασα έγκρισή της, το οποίο ασφαλώς στηρίζει το ορθό κατ' αποτέλεσμα διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως της αρνητικής αξιολογήσεως από ουσιαστική άποψη της αγωγής της αναιρεσείουσας, έστω και με διάφορες εν μέρει εσφαλμένες αιτιολογίες, από τις οποίες όμως δεν προκαλείται βλαπτικό για εκείνη δεδικασμένο (ΚΠολΔ 578), με άμεση δικονομική συνέπεια η προσβαλλόμενη με το μοναδικό λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με την έννοια της (ευθείας) παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων, να ελέγχεται ως αβάσιμη.
Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που δεν κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 431/28.4.2010 αίτηση για αναίρεση της 210/17.1.2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ