Legislator Case Law & Legislation
1591/2007 AI generated

1591/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1591/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαΐου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-11-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 127/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 1049/2005 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση των αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-1-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 2-5-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Legislator headnote

AI generated

1591/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 1128ΑΚ, κατά την οποία, ο κύριος του δουλεύοντος δικαιούται να απαιτήσει, έναντι προκαταβολής της απαιτούμενης δαπάνης, να μεταβληθεί ο τρόπος που ασκείται η δουλεία, αν ο οικονομικός της σκοπός πραγματοποιείται εξίσου με αυτή τη μεταβολή και ο έως τώρα τρόπος της άσκησής της είναι γι΄ αυτόν ιδιαίτερα επαχθής.

Keywords

AI generated
bridging benefits access road commuting expenses road infrastructure refurbishment right of way modification of an easement
AI generated
829/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη-εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
299/2020
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Μαρία Μουλιανιτάκη -Εισηγήτρια Αρεοπαγίτες.
411/2013
Ως ακίνητο στερούμενο της αναγκαία δίοδο προς την οδό θεωρείται εκείνο που στερείται κάθε επικοινωνία με δημόσια, δημοτική ή κοινοτική οδό, αναγκαία για την εκμετάλλευση ή χρησιμοποίησή του, σύμφωνα με τον προορισμό του, καθώς και εκείνο που έχει μεν δίοδο, πλην όμως αυτή εξυπηρετεί ατελώς τις ανάγκες του, ανεξάρτητα αν πρόκειται για ακίνητο αστικό ή αγροτικό, οικοδομημένο εν μέρει ή ασκεπή χώρο, εντός ή εκτός σχεδίου. Λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Περιστατικά. Αόριστος ο λόγος αναίρεσης, όταν δεν εκτίθεται στο ακροατήριο, ότι ο ισχυρισμός που τον στηρίζει – και δεν εμπίπτει σε καμία από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. – είχε προταθεί από τον ηττηθέντα στον πρώτο βαθμό αναιρεσείοντα με λόγο έφεσης.
757/2011
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1189/2015
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύoντα (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1591 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1591/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Ιωάννη Ιωαννίδη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαΐου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. ...., 2. ...., 3. ....και 4. ....., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Του αναιρεσίβλητου: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ξενοφώντα Νικολάου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-11-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 127/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 1049/2005 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση των αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-1-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 2-5-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από τις ..., ...,....,.... από 16-3-2006 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πάτρας ...., ακριβές και επίσημο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τις υπάρχουσες σ΄ αυτό πράξεις ορισμού δικασίμου της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας απόφασης (16-5-2007) και εγγραφής της στο οικείο πινάκιο, καθώς και κλήσης προς συζήτηση κατ΄ αυτήν, επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου, στους αναιρεσείοντες. Επομένως, εφόσον οι αναιρεσείοντες δεν παραστάθηκαν κατ΄ αυτήν, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν παρόντες

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 5 ΚΠολΔ, κατά την οποία, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ` ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχτηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47, συνάγεται, ότι ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος δημιουργείται μόνο όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας αναφερόμενο σε παραδοχή της καθ` ύλην αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ίδιου.

Επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Eφετείο, επιλαμβανόμενο έφεσης που υπάγεται, κατά το άρθρο 19 του ΚΠολΔ, στην καθ` ύλην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένα, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ` ύλην (Ολ. ΑΠ 5/2003). Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, πρώτο μέρος, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι εσφαλμένα απέρριψε την ένσταση που πρόβαλαν με λόγο έφεσης για καθ΄ ύλη αναρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου) και δέχθηκε ότι το τελευταίο ήταν καθ΄ ύλη αρμόδιο να δικάσει την υπόθεση, ενώ έπρεπε να παραπέμψει αυτή προς εκδίκαση στο αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών.

Η προβαλλόμενη αιτίαση δεν αναφέρεται σε σφάλμα του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου αναφορικά με τη δική του αρμοδιότητα και επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Ο ίδιος λόγος, δεύτερο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ. 6 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι καμία απολύτως συγκεκριμένη νομική πλημμέλεια δεν αποδίδεται με αυτόν στην αναιρεσιβαλλομένη, ώστε να μπορεί να κριθεί αν παραβιάσθηκαν από το Εφετείο οι ορισμοί της ανωτέρω διάταξης.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 1128ΑΚ, κατά την οποία, ο κύριος του δουλεύοντος δικαιούται να απαιτήσει, έναντι προκαταβολής της απαιτούμενης δαπάνης, να μεταβληθεί ο τρόπος που ασκείται η δουλεία, αν ο οικονομικός της σκοπός πραγματοποιείται εξίσου με αυτή τη μεταβολή και ο έως τώρα τρόπος της άσκησής της είναι γι΄ αυτόν ιδιαίτερα επαχθής.

Το ίδιο ισχύει και για τη μεταβολής της θέσης, στην οποία ασκείται έως τώρα στο ακίνητο η δουλεία. Από τη διάταξη αυτή και τον συνδυασμό της με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 β ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το ορισμένο της αγωγής μεταβολής της θέσης στην οποία ασκείται η δουλεία διόδου, απαιτείται, εκτός των άλλων, να γίνεται περιγραφή του δεσπόζοντος και του δουλεύοντος ακινήτου, να αναφέρεται η υφιστάμενη υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου πραγματική δουλεία, ο μέχρι της αγωγής τρόπος άσκησής της, οι λόγοι για τους οποίους ο τρόπος άσκησης αυτής είναι ιδιαίτερα επαχθής για τον κύριο του δουλεύοντος και να γίνεται προσδιορισμός της θέσης, ως προς την κατεύθυνση και τις διαστάσεις της ζητούμενης διόδου, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα καθορισμού αυτής από το Δικαστήριο.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων εξέθετε ότι το ακίνητό του, ήτοι ένα οικόπεδο με την υπάρχουσα σ΄ αυτό διώροφη οικία, συνολικής έκτασης 1.877, 35 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση "...." ή "πράσινο λιμανάκι" της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας ...., το οποίο συνορεύει με τα ακίνητα που επακριβώς κατά θέση και πλευρές προσδιορίζονταν, βαρύνεται με δουλεία διόδου, υπέρ του ακινήτου του εναγομένου, ήτοι ενός οικοπέδου, εμβαδού 500 τ.μ., με την επ΄ αυτού ισόγεια οικία, κειμένου στη θέση "...." της αυτής πιο πάνω κτηματικής περιφέρειας, το οποίο συνορεύει, βόρεια, με ιδιοκτησία ...

νότια, με ιδιοκτησία ....., ανατολικά, με ακίνητο .... και δυτικά, με θάλασσα, και ότι η δουλεία με την οποία βαρύνεται το δουλεύον ακίνητο είναι πλάτους 1,5 μέτρου και συνολικού μήκους 23,50 μ., αρχίζει από την αναφερόμενη κοινοτική οδό, που βρίσκεται βορείως του δουλεύοντος ακινήτου, διέρχεται από το μέσον αυτού, το οποίο τέμνει σε δύο τμήματα, με κατεύθυνση από βορρά προς νότο, ο τρόπος δε άσκησης αυτής είναι ιδιαίτερα επαχθής γιαυτόν, διότι καθίσταται αδύνατη η αξιοποίηση του όλου οικοπέδου του με την μελλοντική ανοικοδόμηση αυτού, αδύνατη η περίφραξή του όλου οικοπέδου και έτσι υφίσταται άμεσος κίνδυνος διαρρήξεων και κλοπών στην εντός αυτού υπάρχουσα διώροφη εξοχική κατοικία, καθώς και κίνδυνος πρόκλησης ατυχημάτων σε μικρά παιδιά από την υπάρχουσα στο δουλεύον ακίνητο πισίνα, η οποία είναι αφύλακτη λόγω της αδυναμίας περίφραξης του οικοπέδου.

Ενώ η προτεινόμενη δίοδος, πλάτους 1,5 μ., αρχίζει από την παλαιά εθνική οδό ....., εκτείνεται στο άκρον του οικοπέδου του ενάγοντος, κατά μήκος της νότιας πλευράς αυτού προς δυσμάς σε πλευρά μήκους 15,20 μ., προς βορρά σε πλευρά μήκους 5,70 μ., προς δυσμάς σε πλευρά μήκους 16,10μ. και προς νότο σε πλευρά μήκους 4,55 μ., συνεχίζεται δε, όπως και προηγουμένως, σε βάρος των αναφερόμενων όμορων ακινήτων.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε την αγωγή ορισμένη. Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δεν έσφαλε, διότι η αγωγή περιείχε με σαφήνεια όλα τα απαιτούμενα, ως προς την περιγραφή των δύο ακινήτων και της υπάρχουσας δουλείας στοιχεία και γινόταν σαφής προσδιορισμός της θέσης της ζητούμενης νέας δουλείας διόδου, καθώς και αναφορά των περιστατικών τα οποία, αληθή υποτιθέμενα, καθιστούσαν τον τρόπο άσκησης της δουλείας ιδιαίτερα επαχθή για τον ενάγοντα.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, τρίτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.14, με τον οποίο προβάλλεται ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, διότι δεν περιείχε τα ανωτέρω αναγκαία για το ορισμένο αυτής στοιχεία, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 281ΑΚ, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, πλην άλλων, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της άσκησής του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε δεν δικαιολογούν επαρκώς τη μεταγενέστερη άσκησή του, από την οποία προκύπτει αντίθετα, προφανής υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος.

Ειδικότερα στην περίπτωση της μακράς αδράνειας του δικαιούχου υπάρχει τέτοια κατάχρηση, εφόσον συντρέχουν πρόσθετα περιστατικά, τα οποία ανάγονται στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά τόσο αυτού, όσο και του υπόχρεου, από τα οποία γεννάται στον τελευταίο ευλόγως η πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί το δικαίωμα, έτσι ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που τείνει σε ανατροπή μίας κατάστασης που δημιουργήθηκε κάτω από ορισμένες συνθήκες και διατηρήθηκε για μακρό χρονικό διάστημα να συνεπάγεται επαχθείς επιπτώσεις για τον υπόχρεο.

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που δίκασε δέχθηκε τα εξής κρίσιμα περιστατικά: Η πραγματική δουλεία διόδου, με την οποία βαρύνεται το ακίνητο του ενάγοντος, υπέρ του ακινήτου του αρχικώς εναγομένου, έχει πλάτος 1,50 μ., αρχίζει από τη διερχόμενη βόρεια της ιδιοκτησίας του ενάγοντος(βορειοανατολικό μέρος της βόρειας πλευράς) και βόρεια της ιδιοκτησίας ..... (βορειοδυτικό μέρος της βόρειας πλευράς) και με κατεύθυνση από βορρά προς νότο, διέρχεται μέσω των αναφερόμενων ακινήτων των τρίτων ιδιοκτητών, καθώς και από το μέσον περίπου του ακινήτου ενάγοντος, σε μήκος 18 μέτρων, το οποίο τέμνει σε δύο τμήματα, το νοτιοδυτικό, στο οποίο βρίσκεται η διώροφη οικοδομή και το βορειοανατολικό από το οποίο διέρχεται η δίοδος.

Ο τρόπος που ασκείται η δουλεία αυτή μέσω του ακινήτου του ενάγοντος είναι ιδιαίτερα επαχθής για τον ενάγοντα, αφού διέρχεται από το μέσον της ιδιοκτησίας του και την τέμνει σε δύο τμήματα χωρίς λειτουργική ενότητα μεταξύ τους, δυσχεραίνει την ασφαλή περίφραξή της καθώς και την αξιοποίησή της. Η προτεινόμενη από τον ενάγοντα δίοδος πλάτους 1,50 μέτρων αρχίζει από τη νοτιοανατολική γωνία του ακινήτου του ενάγοντος, που βρίσκεται επί της παλαιάς εθνικής οδού ....και με κατεύθυνση από ανατολικά προς τα δυτικά, εφαπτόμενη καθ΄ όλο το μήκος της νοτιοανατολικής πλευράς του βορειοανατολικού τμήματος του ακινήτου αυτού (του ενάγοντος), συναντά στο μέσον περίπου την υπάρχουσα δίοδο, η οποία συνεχίζει δια μέσου των ιδιοκτησιών των αναφερόμενων τρίτων μέχρι το ακίνητο των εναγομένων.

Με την προτεινόμενη αυτή μεταβολή, ως προς τη θέση άσκησης της δουλείας, πραγματοποιείται εξίσου ο οικονομικός της σκοπός, αφού δεν μειώνεται το πλάτος της διόδου, το μήκος της γίνεται συνολικώς μικρότερο, οι εναγόμενοι έχουν πρόσβαση σε κυριότερη οδό, καθόσον η προτεινόμενη αρχίζει από την Π.Ε.Ο. ....., επί της οποίας και δεν είναι επικίνδυνη η στάθμευση αυτοκινήτων και εξυπηρετούνται πλήρως οι ανάγκες του ακινήτου τους, όπως και προηγουμένως.

Η υψομετρική διαφορά που υπάρχει στην προτεινόμενη δίοδο από την Π.Ε.Ο. .....μέχρι την εκβολή της στην υπάρχουσα δίοδο, δεν είναι μεγαλύτερη από την ήδη υφιστάμενη υψομετρική διαφορά σε διάφορα τμήματα της διόδου, είναι διαμορφωμένη στο τμήμα αυτό μήκους 37 και πλάτους 1,50 μέτρων και στρωμένη με χαλίκι και μπορεί περαιτέρω να διαμορφωθεί και να αμβλυνθεί η κλίση της και να επιστρωθεί με τα κατάλληλα υλικά ώστε να είναι απόλυτα ευχερής η διέλευση πεζών αλλά και του αναπηρικού αμαξιδίου της πρώτης εναγομένης, η δαπάνη δε που απαιτείται δεν υπερβαίνει τα 1174 ευρώ.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε ως αβάσιμη την εκ του άρθρου 281ΑΚ ένσταση των εναγομένων και έκρινε ως βάσιμη την αγωγή. Κρίνοντας έτσι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε στην πληττόμενη απόφαση πλήρεις, σαφείς και χωρίς, αντιφάσεις αιτιολογίες τόσο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συνδρομής των από τη διάταξη του άρθρου 1128 ΑΚ αξιούμενων προϋποθέσεων για την τη μεταβολή της θέσης στην οποία ασκείτο έως τώρα η ένδικη δουλεία διόδου, όσο και για την μη καταχρηστικότητα της αξίωσης αυτής του ενάγοντος, ούτε παραβίασε, αμέσως ή εκ πλαγίου, τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, τέταρτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.19 και ο πέμπτος λόγος, πρώτο και τέταρτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ 1 και 19ΚΠολΔ, αντίστοιχα, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Επειδή, για την ίδρυση του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β΄ ΚΠολΔ. προβλεπόμενου λόγου αναίρεσης, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο να μη έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως τέτοια δε νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όπως και οι λόγοι έφεσης.

Δεν αποτελούν όμως πράγματα, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, και επομένως δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ένστασης, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση αποδείξεων. Επίσης δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα "πράγματα" που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και τα απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί.

η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι ο ισχυρισμός έχει ληφθεί υπόψη ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. Στην υπόθεση που κρίνεται, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, πρώτο μέρος, ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι απέρριψε τους λόγους έφεσης των αναιρεσειόντων περί αοριστίας της αγωγής. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος.

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, δεύτερο μέρος, και τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, δεύτερο μέρος, από την ίδια ως άνω διάταξη, μέμφεται η προσβαλλόμενη απόφαση διότι δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμούς των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, που προτάθηκαν με λόγους έφεσης, ότι με την αξιούμενη μεταβολή της θέσης στην οποία ασκείται έως τώρα η επίδικη δουλεία διόδου στο δουλεύον ακίνητο, δεν πραγματοποιείται εξίσου ο οικονομικός σκοπός της δουλείας για το δεσπόζον ακίνητο, διότι θα αυξηθεί υπέρμετρα το μήκος της, θα δυσχερανθεί μεγάλως η χρήση της, διότι γίνεται ανηφορική σε μεγάλο τμήμα της, θα δημιουργηθούν οι αναφερόμενοι κίνδυνοι, λόγω της αδυναμίας στάθμευσης του αυτοκινήτου των εναγομένων σε άλλο σημείο παρά μόνο επί της παλαιάς Εθνικής οδού ...., όπου αρχίζει η προτεινόμενη νέα δουλεία διόδου, και θα μειωθεί η αξία του δεσπόζοντος αστικού ακινήτου.

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τους λόγους αυτούς της έφεσης, τους οποίους απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφαση.

Επειδή, για να είναι ορισμένος ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται με σαφήνεια στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, το αντικείμενο της προηγηθείσας δίκης, από την οποία η επίκληση του δεδικασμένου και τα ζητήματα που κρίθηκαν σ΄ αυτή με δύναμη δεδικασμένου, αναφορικά με το αντικείμενο της παρούσας δίκης. Στην υπόθεση που κρίνεται, με το δεύτερο λόγο, τέταρτο μέρος, αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.16 ΚΠολΔ, ψέγεται το Εφετείο διότι δεν δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο από τις 898/1994 και 299/1997 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πατρών, αντίστοιχα, ως προς τη θέση και όρια του δεσπόζοντος και του δουλεύοντος ακινήτου καθώς και ως προς την κατεύθυνση της επίδικης δουλείας διόδου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα ανωτέρω αναγκαία για το ορισμένο του λόγου αυτού στοιχεία.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρείται η αίτηση που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία και όχι αίτηση για αποδεικτικά, μέσα, όπως για διεξαγωγή πραγματογνωμο-σύνης.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, δεύτερο μέρος, από την ανωτέρω διάταξη, με την οποία αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι άφησε αδίκαστη αίτηση των αναιρεσειόντων για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης επί του ζητήματος της κατ΄ ανώτατο όριο ή μη δόμησης του δουλεύοντος ακινήτου και περί της επίδρασης ή μη της υφιστάμενης δουλείας διόδου επ΄ αυτού, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Ο ίδιος λόγος, πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β ΚΠολΔ είναι απορριπτέος επίσης ως απαράδεκτος, διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός περί της ανάγκης διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η μη λήψη υπόψη του οποίου να δημιουργεί τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης.

Τέλος, ο ίδιος λόγος τρίτο μέρος, τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσπαθούν να στηρίξουν στο άρθρο 559 αριθ.11 και 12 ΚΠολΔ, με μόνη την αριθμητική επίκληση του άρθρου αυτού, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι καμία συγκεκριμένη νομική πλημμέλεια δεν αποδίδεται με αυτόν στην αναιρεσιβαλλομένη, ώστε να μπορεί να κριθεί αν παραβιάσθηκαν από το Εφετείο οι ορισμοί των ανωτέρω διατάξεων.

Επειδή, για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης για εσφαλμένη ερμηνεία του κανόνα ουσιαστικού δικαίου λόγω παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας (άρθρο 559 αριθ.1 περ. β ΚΠολΔ), πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσδόθηκε σ΄ αυτόν από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, η ορθή κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος έννοια που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ο δικαστής είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ο προσδιορισμός των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν. Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.1ΚΠολΔ, όπως εκτιμήθηκε, ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι ερμήνευσε εσφαλμένα τη διάταξη του άρθρου 1128ΑΚ "αντιπαραβάλλοντας επιχειρήματα και μόνο που δεν συνιστούν διδάγματα κοινής πείρας". Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος διότι δεν περιέχονται στο αναιρεστήριο τα ανωτέρω αναγκαία για το ορισμένο αυτού στοιχεία.

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α του ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση τον δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποία αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά..

Στην υπόθεση που κρίνεται, με το τέταρτο λόγο αναίρεσης, τρίτο μέρος, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως πλημμέλεια η παραδοχή ως αληθινών των θεμελιωτικών της αγωγής ισχυρισμών, περί του ιδιαίτερου επαχθούς για τον ενάγοντα του τρόπου άσκησης της υπάρχουσας επίδικης δουλείας διόδου και της πραγμάτωσης του οικονομικού σκοπού της δουλείας εξίσου με την διωκόμενη με την αγωγής μεταβολή αυτής, Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, στην παραδοχή των εν λόγω ισχυρισμών, που έχουν ουσιώδη επίδραση για την έκβαση της δίκης, κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνεται στην απόφαση, της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα του ενάγοντος (οι εναγόμενοι δεν πρότειναν και δεν εξέτασαν μάρτυρα), καθώς επίσης και των εγγράφων τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Επομένως, στην ως άνω παραδοχή του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και πρέπει ο λόγος αυτός αναίρεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, τρίτο μέρος, τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσπαθούν να στηρίξουν στο άρθρο 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ, με μόνη την αριθμητική επίκληση του άρθρου αυτού, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι καμία απολύτως συγκεκριμένη νομική πλημμέλεια δεν αποδίδεται με αυτόν στην αναιρεσιβαλλομένη, ώστε να μπορεί να κριθεί αν παραβιάσθηκαν από το Εφετείο οι ορισμοί της ανωτέρω διάταξης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-1-2006 αίτηση αναίρεσης των ....., κλπ, κατά της 1049/2005 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουνίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ