Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal due to insufficient reasoning on traffic accident liability.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the second-instance court's dismissal of the traffic accident case. The lower court rejected the plaintiff's claim of exclusive liability for the driver without providing specific reasons regarding speed limits, road width, or the impact of intoxication and lack of seatbelt use. The court found the lower court's reasoning incomplete and contradictory, necessitating a remand for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a second-instance judgment dismissing a claim is void if it fails to provide specific, logical reasons for its findings on liability, particularly regarding speed, road conditions, and contributory negligence, requiring remand for re-examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1591 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1591/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη, Ανδρέα Μαρκάκη και Ελένη Μαραμαθά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαϊου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόφιλο Κώτσιο, με την από 14-4-2006 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., στην οποία αναφέρει ότι ο ως άνω αναιρεσείων παραιτείται του δικογράφου της κρινόμενης αίτησης ως προς την 4η εκ των αναιρεσιβλήτων και 2. Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΚΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούρτη, ο οποίος δήλωσε ότι το 2ο αναιρεσείον παραιτείται του δικογράφου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ως προς την 4η εκ των αναιρεσιβλήτων.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Ντόλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., 2. ..., 3. ... , 4. .... 5. ... , 6. ... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, 7. ...., 8. ....., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κρίτσανο και 9. ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΠΟΣΕΙΔΩΝ Α.Ε.», που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς έκθ. κατάθεσης 78/1998, 225/1998, 417/1998, 555/1998, 785/1998 και 133/1999, αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 66/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 281/2000 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27 Μαρτίου 2001 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όλοι πλην των υπό στοιχεία 2, 3, 4, 5, 6 και 9 εκ των αναιρεσιβλήτων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κυριτσάκης, ανέγνωσε την από 24 Μαρτίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του 2ου αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των 7ου και 8ου εκ των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I.- Από τις 9459, 9460/20.2.2006, 7011,7012/ 19. 5.2004, 2536Β΄2535Β΄/11.2.2006, 11366, 11365/ 18. 6. 2004, 3479/20. 2.2006 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών Ουρανίας Μπέζα- Σακελλάρη του Πρωτοδικείου Λάρισας (οι τέσσερις πρώτες), Κων/νου Πλεξίδα του Πρωτοδικείου Τρικάλων (η τρίτη , τέταρτη, πέμπτη και έκτη ) και Ανδρέα Νικητόπουλου του Πρωτοδικείου Πειραιά (η έβδομη) , που προσκομίζει και επικαλείται ο πρώτος των αναιρεσειόντων, προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχική δικάσιμο της 1.4.2005 και βεβαίωση της Γραμματέως για αναβολή στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση καθώς και κλήση προς συζήτηση της αίτησης , επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους 2η, 3η, 5ο, 6η και 9η από τους αναιρεσιβλήτους οι οποίοι όμως δεν εμφανίσθηκαν, κατά την ως άνω συνεδρίαση, κατά την οποία, η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της, από το πινάκιο.
Επομένως, πρέπει, σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση, που επισπεύδεται από τους αναιρεσείοντες παρά την απουσία των εν λόγω αναιρεσιβλήτων. Εξάλλου, ως προς την 4η των αναιρεσιβλήτων .... , πρέπει να θεωρηθεί η αναίρεση ως μη ασκηθείσα, μετά τη γενόμενη νομοτύπως (άρθρα 294, 296 και 297 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση) στο ακροατήριο αυτού του δικαστηρίου προφορική δήλωση παραιτήσεως ως προς αυτήν του δικογράφου της αναιρέσεως, από μέρους των πληρεξουσίων δικηγόρων των αναιρεσειόντων στους οποίους είχε δοθεί ειδική προς τούτο εντολή με τα 12966/11.4.2006 και 2954/4.5.2006 πληρεξούσια των Συμβολαιογράφων Λάρισας Μαρίας Δαμιανού- Κώτσιου και Αθηνών Ευανθίας Λέντζιου- Γκόγκου αντίστοιχα.
ΙΙ.- Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι προϋπόθεση της ευθύνης προς αποζημίωση για τη ζημία που προήλθε από παράνομη και υπαίτια πράξη ή παράλειψη του υπόχρεου προς αποζημίωση, είναι η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και του επιζήμιου αποτελέσματος. Υπάρχει δε η αιτιώδης αυτή συνάφεια, όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρ. 336 παρ.4 ΚΠολΔ) η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως (άρθρ. 298 ΑΚ) ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Η κρίση περί του ότι τα ανελέγκτως και κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, γενικά και αφηρημένα λαμβανόμενα, επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι η πράξη ή παράλειψη εκείνη μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικά ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος, αφού σχηματίζεται με τη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.
Αντίθετα, η περαιτέρω κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Προκύπτει , επίσης, ότι η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται καταρχήν από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος, συντέλεσε και συνυπαιτιότητα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος καθώς και ότι η ύπαρξη της υπαιτιότητας ή της συνυπαιτιότητας ως και ο βαθμός του πταίσματος του υπαιτίου οδηγού, δεν αναιρούνται από μόνο το γεγονός, ότι ο ένας από τους εμπλακέντας στο ατύχημα ή και αμφότεροι παραβίασαν τις διατάξεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ.) αφού μόνη η παραβίαση των διατάξεων τούτων, δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος.
Αποτελεί απλώς στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος. Περαιτέρω από τα άρθρα 12 και 19 του ν. 2094/1992 περί του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, όπως αυτός ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο της 5.4.1998, πριν από την τροποποίησή του από το ν. 2696/1999, ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται κατά το δυνατόν ατυχήματα πεζών και οχημάτων.
Ειδικότερα: α) Οι χρησιμοποιούντες τις οδούς , πρέπει, να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, η οποία είναι ενδεχόμενο, μεταξύ άλλων, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα, ενώ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους (άρθρ. 12 παρ. 1, β) ο οδηγός του οδικού οχήματος, επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς ( άρθρ. 19 παρ. 1 ), γ) ο οδηγός επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του και πρέπει να έχει την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα , η οποία μπορεί να είναι και κατώτερη της προβλεπόμενης από το νόμο, κυρίως σε κατοικημένες περιοχές και έχει υποχρέωση να τη μειώνει μέχρι διακοπής της πορείας του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν ( άρθρ. 19 παρ. 2 ) και δ) ο οδηγός έχει υποχρέωση να μειώνει τη ταχύτητα του οχήματος του μεταξύ άλλων, πλησίον ισόπεδων οδικών κόμβων, ανεξάρτητα αν υπάρχει σήμανση από πλευράς προτεραιότητας διέλευσης ή και σηματοδότηση και γενικά σε κάθε άλλη γενική περίπτωση, που επιβάλλεται ο μετριασμός αυτός ( άρθρ. 19 παρ. 3 ).
Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. ΄Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας , κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε ( ΟλΑΠ 26/ 2004).
Στην προκείμενη περίπτωση, το εφετείο ανελέγκτως δέχθηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι: Για το ατύχημα που επεσυνέβη στις 9.11.1997 και περί ώρα 6.20 στο 3ο χιλιόμετρο της Εθνικής οδού Λάρισας Κοζάνης ευθύνεται αποκλειστικά ο πρώτος από τους αναιρεσείοντες ... , διότι οδηγώντας το υπ΄αρίθ. ....
αυτοκίνητο ταξί ιδιοκτησίας του ασφαλισμένο στην Ασφαλιστική Εταιρία ΘΕΜΙΣ Α.Ε, τις υποχρεώσεις της οποίας ανέλαβε λόγω ανακλήσεως της αδείας λειτουργίας της το «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ», πραγματοποίησε υπέρβαση δύο προπορευομένων αυτοκινήτων σε διπλή διαχωριστική γραμμή και ενώ στο σημείο εκείνο της οδού υπήρχε στροφή και το οδόστρωμα ήταν ολισθηρό, λόγω βροχόπτωσης και ήταν υποχρεωμένος κατ΄άρθρ.19 παρ. 3 ΚΟΚ να μειώσει την ταχύτητα του οχήματός του που ανέρχονταν σε 100 τουλάχιστον χιλιόμετρα την ώρα , ο ίδιος δεν το έπραξε και από αμέλειά του, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας κατά παράβαση των άρθρων 5 παρ. 8 και 16 παρ. 5 του ΚΟΚ και εκεί συγκρούστηκε με το κινούμενο κανονικά υπ΄αρίθ. ....
Ι.Χ.Φ αυτοκίνητο, οδηγούμενο από τον 7ο από τους αναιρεσίβλήτους ... ιδιοκτησίας του 8ου εξ αυτών ... που ήταν ασφαλισμένο στην 9η αναιρεσίβλητη Ασφαλιστική Εταιρία με την επωνυμία ΠΟΣΕΙΔΩΝ Α.Ε . ΄Ότι λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης τα αυτοκίνητα εκτινάχθηκαν στα δύο δεξιά άκρα της οδού σε σχέση με την πορεία τους και ο επιβαίνων στο δεύτερο όχημα ... 16 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος, τέκνο των δύο πρώτων, αδελφός της τρίτης και εγγονός των τετάρτου, πέμπτου και έκτης από τους αναιρεσίβλητους, υπέστη βαρύτατες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις και ρήξη ενδοκοιλιακών σπλάχνων από τις οποίες ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατός του.
΄Ότι ο έβδομος των αναιρεσιβλήτων .... δεν μπορούσε να προβεί σε οποιαδήποτε αποφευκτική ενέργεια, ενόψει της περιορισμένης ορατότητας, την οποία είχε και ο πρώτος αναιρεσείων οδηγός του ταξί που, όμως, κινούνταν με υπερβολική ταχύτητα και ότι το γεγονός ότι ο οδηγός του Ι.Χ.Φ οδηγούσε χωρίς να κατέχει νόμιμη άδεια οδήγησης και με ποσότητα οινοπνεύματος στον οργανισμό του 1,06%ο, δεν συντέλεσε στην πρόκληση της σύγκρουσης ή στη μη αποτροπή αυτής, διότι ο εν λόγω οδηγός οδηγούσε με κανονική ταχύτητα στο ρεύμα πορείας του, όπως κάθε οδηγός που είναι κάτοχος άδειας οδήγησης, χωρίς την επίδραση οινοπνεύματος.
Δέχθηκε, επίσης, περαιτέρω το εφετείο, ότι οποιονδήποτε ελιγμό και να έκανε ο οδηγός του Ι.Χ.Φ δεν θα αποφεύγονταν το ατύχημα, λόγω της μεγάλης ταχύτητας του ΤΑΞΙ, η οποία δεν ήταν μικρότερη των 100 χιλιομέτρων ωριαίως και της μικρής απόστασης μεταξύ των δύο αυτοκινήτων, αλλά και του σημείου προσπέρασης των προπορευόμενων αυτοκινήτων που δεν επέτρεπε να τον αντιληφθεί νωρίτερα, λόγω και της καμπυλότητας στο σημείο εκείνο της οδού.
Με αυτά που δέχθηκε το εφετείο διέλαβε στην απόφαση του ελλιπή και ασαφή αιτιολογία. Ειδικότερα δεν προσδιορίζεται α) πιο ήταν το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στο σημείο εκείνο της οδού, προκειμένου να κριθεί αν η ταχύτητα του πρώτου αναιρεσείοντος συντέλεσε και σε πιο βαθμό στην επέλευση της σύγκρουσης και των αποτελεσμάτων της, β) δεν προσδιορίζεται πόσο ήταν το πλάτος του οδοστρώματος και σε πιο το σημείο αυτού κινούνταν το Ι.Φ.
αυτοκίνητο καθώς και αν απέμενε ή όχι χώρος προς τα δεξιά για να κινηθεί το φορτηγό γ) δεν αιτιολογεί γιατί η ύπαρξη μέθης και η έλλειψη αδείας ικανότητας οδήγησης του οδηγού, τα οποία δέχεται ότι υπήρξαν ως πραγματικά περιστατικά, δεν επηρέασαν τη δυνατότητα πραγματοποίησης των κατάλληλων αποφευκτικών ελιγμών, αφού δέχεται ότι το φορτηγό αυτοκίνητο βρέθηκε στο αριστερό δε σχέση με την πορεία του σημείο της οδού.
δ) δεν αιτιολογεί πως κτυπήθηκε το φορτηγό αυτοκίνητο στο μπροστινό δεξιό του τμήμα, ενώ δέχεται ότι ο οδηγός του κινούνταν κανονικά στο ρεύμα πορείας του. Περαιτέρω δεν αιτιολογείται, επίσης, στην απόφαση, πως η μη χρήση ζώνης ασφαλείας από τον παθόντα ..... δεν επηρέασε το επελθόν αποτέλεσμα αφού δέχεται ότι με την πρόσκρουση ο τελευταίος εκτινάχθηκε εκτός του αυτοκινήτου και υπέστη κρανιογκεφαλικές κακώσεις συνεπεία των οποίων επήλθε ο θάνατός του.
Επομένως, είναι βάσιμος ο πρώτος από τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως , με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από το άρθρο 559 αρίθ. 19 για απόρριψη με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες των ισχυρισμών τους περί αποκλειστικής υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας του οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου , αναφορικά με την πρόκληση του ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών και συνυπαιτιότητας του ίδιου του παθόντος για το επελθόν αποτέλεσμα εκ του ότι ήταν υπεράριθμος στο φορτηγό και δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας.
Πρέπει , επομένως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συντεθεί από άλλους δικαστές.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Θεωρεί ως μη ασκηθείσα την από 27.3.2001 αίτηση, ως προς την τέταρτη των αναιρεσίβλητων ...., για αναίρεση της 281/2000 απόφασης του Εφετείου Λάρισας
Αναιρεί, ως προς τους λοιπούς την 281/2000 απόφαση του Εφετείου Λάρισας
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο εφετείο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει και για τους δύο σε χίλια πεντακόσια (1500 ) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Ιουνίου 2006 και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ