Legislator Case Law & Legislation
1590/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal where debt transfer to state fails because compensation for use is not rent income.

Case Number 1590/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against a lower court decision that voided tax collection notices. The State argued the debt transfer was invalid, but the court found the underlying debt was compensation for use, not rent income. Since the law only permits transferring rent income, the transfer lacked a legal basis, and the lower court correctly rejected the State's claim.

Legislator headnote

AI generated

Articles 4 para. 7 and 20 para. 1 of Law 2238/1994; Compensation for use constitutes a consequence of the lease contract and is not rent income; therefore, such claims cannot be transferred to the State under the relevant tax collection provisions.

Keywords

AI generated
compensation for use rent income debt transfer tax collection legal basis state transfer lease contract

Cited Legislation

AI generated
Article 4 para. 7 of Law 2238/1994
Article 20 para. 1 of Law 2238/1994
Article 601 of the Civil Code
Article 4 of Law 2238/1994
Article 2 para. 2 of Presidential Decree 356/1974

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1590 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1590/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ιωάννη Αποστολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, νομίμως εκπροσωπουμένης από τον Διοικητή της, που εδρεύει στην Αθήνα και στην προκειμένη περίπτωση από τους Προϊσταμένους της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Πειραιώς και της Δ.Ο.Υ Α' Πειραιώς. Εκπροσωπήθηκε από την Παναγούλα Λαγκαδίτη Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "BOOM Λ. Β. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΙΔΩΝ ΝΕΩΤΕΡΙΣΜΟΥ", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 02-03-2011 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας, την από 01-02-2012 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση του Ελληνικού Δημοσίου και την από 06-12-2012 πρόσθετη παρέμβαση προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείου Πειραιά και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5248/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 128/2019 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 17-04-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω..

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 4 και 576 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (ΑΠ 32/2024, ΑΠ 167/2023, ΑΠ 1255/2020).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ. β' του ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Επίσης, κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, λόγω αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος, κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο, διάδικος, είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο, ώστε, με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο (ΑΠ 2/2022, ΑΠ 184/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την υπ' αριθ. ...-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς, με έδρα στο Πρωτοδικείο Πειραιώς, Θ. Λ., που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, προκύπτει ότι επιδόθηκε, με επιμέλεια του, νομοτύπως και εμπροθέσμως, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με κλήση για συζήτηση για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, και της υπ' αριθ.

πρωτ. 183/24-9-2024 βεβαίωσης της γραμματέως του Δικαστηρίου τούτου περί προσδιορισμού της εν λόγω υποθέσεως στην ανωτέρω δικάσιμο μετά της αναβολής της συζήτησής της από αυτήν της 23ης Οκτωβρίου 2023, στην αντίκλητο δικηγόρο της αναιρεσίβλητης (Γιαννούλα Μαρίνου), η οποία είχε εκπροσωπήσει αυτήν (αναιρεσίβλητη) ενώπιον του Εφετείου (άρθρο 143 ΚΠολΔ).

Ως εκ τούτου, συνάγεται ότι τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης επισπεύδει το αναιρεσείον. Ωστόσο, η αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε στη δικάσιμο αυτή, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, ως εκ τούτου, πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία της.

Επισημαίνεται ότι αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης και της ως άνω βεβαιώσεως περί προσδιορισμού της εν λόγω υποθέσεως, με κλήση για συζήτηση για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, έχει επιδοθεί στους Δ. Ο. και Μ. συζύγου Α. Ο., οι οποίοι, πρωτοδίκως, είχαν ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση υπερ του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. 5919Β/15-11-2024 και 5920Β/15-11-2024 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς, με έδρα στο Πρωτοδικείο Πειραιώς, Θ.

Λ., αντιστοίχως, που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, ενόψει του ότι, κατά τις διατάξεις των άρθρων 74, 80, 81 παρ. 3 και 556 και 558 του ΚΠολΔ, ο προσθέτως παρεμβάς καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης (ΑΠ 920/2013, ΑΠ 1643/2012, ΑΠ 1328/2012).

Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη (ανώνυμη εταιρία) με την από 2-3-2011 (υπ' αριθ. 2283/9-3-2011 έκθεσης κατάθεσης) ανακοπή της ζήτησε να ακυρωθούν η υπ' αριθ. ...-2011 ατομική ειδοποίηση χρεών, καθώς και οι υπ' αριθ. ...-2011 και ...-201 ταμειακές βεβαιώσεις της Δ.Ο.Υ.

Φ.Α.Ε. Πειραιώς, δυνάμει των οποίων βεβαιώθηκε ως δημόσιο έσοδο εις βάρος της το συνολικό χρηματικό ποσό των 136.938,12 ευρώ, λόγω εκχωρηθείσας προς το αναιρεσείον (Ελληνικό Δημόσιο) απαίτησης μισθωμάτων, που φέρονται ότι οφείλονται από αυτή (αναιρεσίβλητη), για το χρονικό διάστημα του έτους 2009. Επί της ως άνω ανακοπής και της συνεκδικασθείσας με αυτή από 6-12-2012 (υπ' αριθ.

εκθ. καταθ. 953/2012) ανακοίνωσης - προσεπίκλησης του αναιρεσείοντος (καθου η ανακοπή) προς τους εκχωρητές της ανωτέρω απαίτησης (Δ. Ο. και Μ. συζύγου Α. Ο.), οι οποίοι άσκησαν, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, την από 19-2-2013 (υπ' αριθ. 9901/2012 εκθ. καταθ.) πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του αναιρεσείοντος, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 5248/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή κατά το μέρος της που αφορά την ως άνω ατομική ειδοποίηση χρεών ως απαράδεκτη και κατά τα λοιπά ως ουσιαστικώς αβάσιμη.

Επίσης, επί της ασκηθείσας από την αναιρεσίβλητη (ανακόπτουσα) εφέσεως κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης, καθώς και των συνεκδικασθέντων προσθέτων λόγων αυτής, εκδόθηκε η ήδη αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 128/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς με την οποία, αφού έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε η ανωτέρω πρωτόδικη απόφαση και έγινε δεκτή η ένδικη ανακοπή, επίσης, ακυρώθηκαν οι ως άνω προσβληθείσες ταμειακές βεβαιώσεις και ατομική ειδοποίηση χρεών.

Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης αυτή ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, ενόψει του ότι δεν προκύπτει από κάποιο στοιχείο η επίδοση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, και μάλιστα στον Υπουργό Οικονομικών (άρθρο 5 του Διατάγματος της 26-6/10-7-1944 "Περί Κώδικος των Νόμων περί Δικών του Δημοσίου"), ούτε στον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (άρθρο 36 του ν. 4389/2016), σε συνδυασμό με το ότι κατατέθηκε εντός προθεσμίας που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη από τη δημοσίευσή της (άρθρα 20, 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Επομένως, η αίτηση αναίρεσης αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ).

ΙΙ . Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. του ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 1 παρ. 2 και 2 του ΝΔ 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε., όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου) και 4 παρ. 7 του ν. 2238/1994 "Κύρωση του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος", προκύπτει ότι ο υπόχρεος έναντι του Δημοσίου προς καταβολή φόρου για εισόδημα που αποκτά από την εκμίσθωση ακινήτου, όπως είναι και ο εκμισθωτής αυτού, σύμφωνα με το άρθρο 20 του ν. 2238/1994, μπορεί να εκχωρήσει προς το Δημόσιο τα μη εισπραχθέντα από αυτόν μισθώματα, στην καταβολή των οποίων υποχρεούται ο μισθωτής, με σχετική δήλωση του, που υποβάλλεται στον αρμόδιο για τη φορολογία του προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ., παραδίδοντας συγχρόνως σ' αυτόν τα αποδεικτικά της εκχωρούμενης απαιτήσεως έγγραφα.

Από της δηλώσεως αυτής του εκχωρητού, συνοδευομένης με βεβαίωση του ιδίου ότι δεν κατέχει άλλα αποδεικτικά της εκχωρούμενης απαιτήσεως έγγραφα, το Δημόσιο ως εκδοχέας της εκχωρούμενης απαιτήσεως υποκαθίσταται ως προς την απαίτηση αυτή στα δικαιώματα του εκχωρητού, ως ειδικός διάδοχος αυτού, μη απαιτουμένης, κατά την ειδικώς ρυθμίζουσα την εκχώρηση αυτή διάταξη του ανωτέρω άρθρου 4 παρ. 7 του ν. 2238/1994, αναγγελίας της εκχωρήσεως προς τον εκχωρούμενο οφειλέτη, η δε εκχωρούμενη απαίτηση αποτελεί δημόσιο έσοδο που εισπράττεται από τον εκχωρούμενο οφειλέτη, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε. (ΑΠ 782/2025).

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του ν. 2238/1994 εισόδημα από ακίνητα είναι αυτό που προκύπτει κάθε οικονομικό ή κατά περίπτωση γεωργικό έτος, είτε από εκμίσθωση ή επίταξη ή έμμεσα από ιδιοκατοίκηση ή ιδιοχρησιμοποίηση ή από παραχώρηση της χρήσης σε τρίτο χωρίς αντάλλαγμα, μιας ή περισσότερων οικοδομών είτε από εκμίσθωση γαιών.

Τέλος, σύμφωνα με την ΠΟΛ 1102/2016 ανείσπρακτα εισοδήματα από την εκμίσθωση ακίνητης περιουσίας μπορούν να δηλωθούν μόνο από φυσικά πρόσωπα που αποκτούν εισόδημα από την εκμίσθωση / υπεκμίσθωση ακίνητης περιουσίας σύμφωνα με το άρθρο 39 παρ. 4 του ν. 4172/2013, προκειμένου να μην συνυπολογισθούν αυτά στο εισόδημά τους.

Αντίθετα, δεν μπορούν να δηλωθούν ανείσπρακτα εισοδήματα από την εκμίσθωση ακίνητης περιουσίας από φυσικά πρόσωπα, όταν τα εισοδήματα αυτά προέρχονται από αποζημίωση χρήσης ακινήτου.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 601 του ΑΚ, ο μισθωτής για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο μετά την λήξη της μίσθωσης, οφείλει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα, χωρίς αυτό να αποκλείει δικαίωμα του εκμισθωτή να απαιτήσει και άλλη περαιτέρω ζημία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋποθέσεις για την απαίτηση του συμφωνημένου μισθώματος, ως αποζημίωσης, είναι η λήξη της μίσθωσης και η μετά από αυτή παράνομη παρακράτηση του μισθίου από το μισθωτή χωρίς να ερευνάται, αν o εκμισθωτής υπέστη ζημία από την καθυστέρηση της απόδοσης του μισθίου.

Αποτελεί δε παράνομη παρακράτηση υπό την έννοια της ως άνω διάταξης, η γενόμενη χωρίς δικαίωμα από το νόμο, τη σύμβαση ή δικαστική απόφαση, ενώ εκτός των ανωτέρω, ο εκμισθωτής δικαιούται να απαιτήσει για την παρακράτηση αυτή του μισθίου και την αποκατάσταση κάθε άλλης περαιτέρω ζημίας, κατά τις γενικές διατάξεις περί υπερημερίας του οφειλέτη (άρθρα 343 επ., 335 ΑΚ), η οποία έχει ως προϋπόθεση το πταίσμα του μισθωτή, που τεκμαίρεται και την ανυπαρξία του οφείλει να επικαλεστεί, κατ' ένσταση, και αποδείξει ο τελευταίος, για να απαλλαγεί.

Στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 298 του ΑΚ, αποκαθίσταται και το διαφυγόν κέρδος του εκμισθωτή, δηλαδή εκείνο, που θα αποκόμιζε με πιθανότητα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν ο μισθωτής απέδιδε το μίσθιο αμέσως μετά τη λήξη της μίσθωσης. Τέτοιο δε διαφυγόν κέρδος αποτελεί και το υψηλότερο από το καταβαλλόμενο, ως "αποζημίωση χρήσης", μίσθωμα, που αποδεδειγμένα θα λάμβανε ο εκμισθωτής εκμισθώνοντας σε άλλον το μίσθιο.

Από την ως άνω διάταξη του άρθρου 601 του ΑΚ σαφώς προκύπτει ότι καθιερώνεται με αυτή υποχρέωση σε βάρος του μισθωτή για την παράβαση της υποχρέωσής του να αποδώσει το μίσθιο στον εκμισθωτή κατά τη λήξη της μίσθωσης (άρθρο 599 παρ. 1 ΑΚ). Κατά συνέπεια, η στηριζόμενη στο άρθρο 601 του ΑΚ αξίωση αποζημίωσης του εκμισθωτή, που γεννιέται από την επόμενη ημέρα λήξης της μίσθωσης και διαρκεί μέχρι την ημέρα αποδόσεως της κατοχής του μισθίου, αποτελεί μετενέργεια της μισθωτικής σύμβασης (ΑΠ 1971/2022, ΑΠ 229/2012, ΑΠ 1815/2007, ΑΠ 1470/2009, ΑΠ 1842/2008).

Ειδικότερα, η αξίωση αυτή (άρθρου 601 ΑΚ) είναι διαφορετική από την αξίωση πληρωμής μισθωμάτων αφού ο γενεσιουργός λόγος της είναι η παράβαση της υποχρέωσης του μισθωτή να αποδώσει το μίσθιο κατά τη λήξη της μίσθωσης και η από την παράβαση αυτή προκύπτουσα υποχρέωση αποζημίωσης κατά τα άρθρ. 599, 601, 297, 298 του ΑΚ, ενώ γενεσιουργός λόγος της οφειλής των μισθωμάτων είναι η σύμβαση μίσθωσης σύμφωνα με το άρθρο 574 του ΑΚ. Η ως άνω αποζημίωση χρήσης δεν έχει χαρακτήρα μισθώματος (ΑΠ 329/2019).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 του ΝΔ 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.), νόμιμο τίτλο για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων αποτελούν: α) Η βεβαίωση κατά το νόμο και ο προσδιορισμός από τις αρμόδιες διοικητικές ή άλλες αρχές του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας για την οποία αυτό οφείλεται, δηλαδή η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού σε βάρος διοικουμένου με δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, β) Τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία αποδεικνύεται η οφειλή, γ) Τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία πιθανολογείται η οφειλή, ως προς την ύπαρξη και το ποσό αυτής, κατά την έννοια του άρθρου 347 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Κατά τα ανωτέρω, νόμιμο τίτλο αποτελεί η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού εις βάρος διοικουμένου, που εντοπίζεται σε δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, από αυτόν δε (τον τίτλο), με τη συνδρομή των δημοσίων ή ιδιωτικών εγγράφων που τον συνοδεύουν, αποδεικνύεται ή πιθανολογείται βεβαία και εκκαθαρισμένη απαίτηση.

Στο νόμιμο τίτλο πρέπει να αναφέρεται η ακριβής αιτία της οφειλής, ώστε, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος. Τούτο δε, διότι με βάση το "νόμιμο τίτλο" είναι δυνατόν να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη και έκδοση δικαστικής απόφασης, που θα καθιστούσε σαφείς την αιτία ή τις επιμέρους αιτίες του (φερόμενου ως) οφειλόμενου συνολικού χρέους.

Η ανάγκη αυτή καθίσταται εντονότερη, όταν ο ουσιαστικός καθορισμός του χρέους δεν έγινε από το Ελληνικό Δημόσιο (η δράση του οποίου διέπεται από την αρχή και το τεκμήριο της νομιμότητας), αλλά από τρίτο πρόσωπο, όπως είναι ο αρχικός δανειστής (εκμισθωτής), ο οποίος εκχωρεί την απαίτησή του προς το Δημόσιο, δηλαδή και στην περίπτωση που το Δημόσιο ενεργεί ως εκδοχέας απαιτήσεων.

Από τη βεβαίωση, ως νόμιμο τίτλο εισπράξεως (βεβαίωση υπό ευρεία έννοια), διακρίνεται η ταμειακή βεβαίωση (βεβαίωση υπό στενή έννοια), που είναι αναγκαία για να μπορεί να επιδιωχθεί η είσπραξη της απαιτήσεως του Δημοσίου, δηλαδή συνιστά αυτή τίτλο εκτελέσεως. Ο νόμιμος τίτλος δεν συμπίπτει με την ταμειακή βεβαίωση, πλην όμως μεταξύ τους υφίσταται στενή αιτιακή σχέση, ώστε σε περίπτωση που η ταμειακή βεβαίωση δεν στηρίζεται σε νόμιμο τίτλο, όπως σε τίτλο στον οποίο δεν προσδιορίζεται επαρκώς το χρέος, να είναι αυτή ακυρωτέα.

Τέλος, στον οφειλέτη της ως άνω ιδιωτικής φύσεως εκχωρηθείσας απαίτησης, εναντίον του οποίου επισπεύδεται διοικητική εκτέλεση προς είσπραξη της, παρέχεται το δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά τα άρθρα 73 επ. του ΝΔ 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.), η οποία δικάζεται από το αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο, σύμφωνα με τα άρθρα 583 - 585 του ΚΠολΔ.

Με την ανακοπή αυτή επιτρέπεται η προβολή κάθε αντιρρήσεως, ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, η οποία μπορεί να ασκείται τόσο κατά του "νομίμου τίτλου" όσο και κατά της ταμειακής βεβαίωσης, εφόσον αποτελεί και αυτή εκτελεστή διοικητική πράξη, ο μεν ανακόπτων επέχει κατ' αρχήν θέση εναγομένου, το δε καθου (Δημόσιο) θέση ενάγοντος, και έτσι το τελευταίο βαρύνεται με την επίκληση των γεγονότων, των οποίων το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμά του με σχετική αγωγή (ΟλΑΠ 5/2019, ΑΠ 74/2023, ΑΠ 482/2022, ΑΠ 645/2017).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 4/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 7, 20 του ν. 2238/1994 και 601 του ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα ότι η αποζημίωση για την κατακράτηση του μισθίου (αποζημίωση χρήσης) πέραν της λήξης του χρόνου της μίσθωσης, συνολικού ποσού 136.938,12 ευρώ, που όφειλε η ανακόπτουσα στους εκμισθωτές - εκχωρητές, δεν αποτελεί εισόδημα, που μπορεί να εκχωρηθεί στο αναιρεσείον (Ελληνικό Δημόσιο), καθώς και ότι, για το λόγο αυτό, δεν υφίσταται νόμιμος τίτλος για την έκδοση των ως άνω προσβληθεισών ταμειακών βεβαιώσεων και ατομικής ειδοποίησης χρεών.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον το σχετικό αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "...αποδείχθηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά : Δυνάμει του από 23-5-1977 ιδιωτικού συμφωνητικού εμπορικής μίσθωσης η πρώτη προσθέτως παρεμβαίνουσα και ήδη τρίτη εφεσίβλητη, Μ.

συζ. Α. Ο., και ο Α. Ο. (μη διάδικος στην παρούσα δίκη), εκμίσθωσαν το κείμενο στον Πειραιά και επί της οδού ... ακίνητο, που ανήκε στην κυριότητά τους κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, στην ετερρόρυθμη εταιρεία "BOOM Λ. Β. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ", στα μισθωτικά δικαιώματα και υποχρεώσεις της οποίας υπεισήλθε στη συνέχεια η διάδοχος ανακόπτουσα, ήδη εκκαλούσα, ανώνυμη εταιρεία "BOOM Λ.

Β. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΩΝ ΝΕΩΤΕΡΙΣΜΟΥ", που έχει την έδρα της στον Πειραιά, και για το χρονικό διάστημα από 30-5-1977 έως 30-5-1983, προκειμένου να λειτουργήσει εντός αυτού κατάστημα πώλησης γυναικείων ενδυμάτων. Στη συνέχεια, με τα από 24-5-1983 και 9-8-1985 ιδιωτικά συμφωνητικά παρατάθηκε η διάρκεια της μίσθωσης αρχικά μέχρι 31-5-1989 και ακολούθως μέχρι 31-5-1994, ενώ στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αρχικού συνεκμισθωτή Α.

Ο. υπεισήλθε, δυνάμει του με αρ. ...-1986 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Πειραιά Κ. Γ. ο δεύτερος προσθέτως παρεμβαίνων, ήδη δεύτερος εφεσίβλητος, Δ. Ο. του Α. Εν συνεχεία με τα από 8-6-1994, 31-5-2000 και 14-2-2007 ιδιωτικά συμφωνητικά η άνω μίσθωση παρατάθηκε αντίστοιχα μέχρι την 31-5-2000, την 31-5-2006 και την 31-5-2013.

Με το τελευταίο δε συμφωνητικό το ύψος του καταβαλλόμενου μισθώματος ορίστηκε σε 11.411,51 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-2-2007 έως 31-1-2008, αναπροσαρμοζόμενου έκτοτε κατά ποσοστό 6% ετησίως. Τελικά, η μίσθωση λύθηκε με καταγγελία των εκμισθωτών, που έγινε με την από 29-10-2007 και με αρ. κατάθ. 9550/2007 αγωγή τους, η οποία επιδόθηκε στην ανακόπτουσα στις 5-11-2007, τα αποτελέσματα της οποίας (καταγγελίας) επήλθαν στις 6-12-2007, αφού η μισθώτρια δεν κατέβαλε τα οφειλόμενα μισθώματα, τόκους και έξοδα εντός μηνός από την καταγγελία (άρθρο 597 ΑΚ).

Το μίσθιο, ωστόσο, αποδόθηκε στους εκμισθωτές στις 28-6-2010, αφού απέβαλαν από αυτό την ανακόπτουσα εταιρεία δυνάμει πρώτου εκτελεστού απογράφου της με αρ. 967/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.

Επίσης, αποδείχθηκε ότι, κατόπιν σχετικών αγωγών των προσθέτως παρεμβαινόντων-εκμισθωτών εναντίον της ανακόπτουσας - μισθώτριας, εκδόθηκαν οι με αρ. 967/2009 και 5500/2009 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την πρώτη από τις οποίες επιδικάστηκαν σε αυτούς τα οφειλόμενα μισθώματα για το χρονικό διάστημα από Ιούλιο 2007 έως Νοέμβριο 2007 καθώς και αποζημίωση χρήσης για το διάστημα από Δεκέμβριο 2007 μέχρι Ιούνιο 2008, ενώ με τη δεύτερη τους επιδικάστηκε αποζημίωση χρήσης για το διάστημα από Ιούλιο 2008 έως Δεκέμβριο 2008. Στη συνέχεια οι προσθέτως παρεμβαίνοντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και τις από 10-9-2009 με αρ. κατάθ. 8353/2009 και από 10-3-2010 με αρ. 2697/2010 αγωγές τους, επί των οποίων εκδόθηκαν από το ανωτέρω Δικαστήριο οι με αρ. 5501/2009 και 4039/2010 αποφάσεις αντίστοιχα. Με την υπ' αρ. 5501/2009 απόφαση υποχρεώθηκε η ανακόπτουσα να καταβάλλει στους προσθέτως παρεμβαίνοντες ως αποζημίωση χρήσης για την κατακράτηση του παραπάνω μισθίου τους κατά το διάστημα από Ιανουάριο έως Σεπτέμβριο 2009 το συνολικό ποσό των 102.703,59 ευρώ, ενώ με την υπ' αρ. 4039/2010 απόφαση υποχρεώθηκε να τους καταβάλλει ως αποζημίωση χρήσης για την παρακράτηση του μισθίου τους κατά το διάστημα από Οκτώβριο 2009 έως 31-12-2009 το συνολικό ποσό των 34.234,53 ευρώ.

Συνεπώς, με τις ως άνω δύο αποφάσεις επιδικάστηκε στους προσθέτως παρεμβαίνοντες και σε βάρος της ανακόπτουσας αποζημίωση χρήσης, για ολόκληρο το έτος 2009, συνολικού ύψους 136.938,12 ευρώ.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι προσθέτως παρεμβαίνοντες με τις υπ' αρ. πρωτ. 24236 και 24237/30-12-2010 έγγραφες δηλώσεις εκχώρησης μη εισπραχθέντων μισθωμάτων, κατ' άρθρο 4 § 7 Ν. 2238/1994, προς τη ΔΟΥ Γ' Πειραιά εκχώρησαν στο καθ' ου η ανακοπή, ήδη πρώτο εφεσίβλητο, Ελληνικό Δημόσιο ποσό ύψους 68.469,06 ευρώ ο καθένας (συνολικού ποσού 136.938,12 ευρώ), ως ανείσπρακτα μισθώματα του προαναφερόμενου μισθίου για το διάστημα από 1-1-2009 έως και 31-12-2009, επικαλούμενοι και παραδίδοντας με τις εν λόγω δηλώσεις τους τα εξής έγγραφα, α) το από 14-2-2007 συμφωνητικό μίσθωσης, β) τις προαναφερθείσες με αρ. κατάθ. 8353/2009 και 2697/2010 αγωγές τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, γ) τις υπ' αρ. 5501/2009 και 4039/2010 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και δ) τις εκθέσεις επίδοσης πρώτου εκτελεστού απογράφου των με αρ. 5501/2009 και 4039/2010 αποφάσεων, βεβαιώνοντας ταυτόχρονα ότι δεν είχαν στην κατοχή τους άλλα αποδεικτικά στοιχεία για την εκχωρούμενη απαίτηση. Με τις δηλώσεις τους αυτές εκχώρησαν προς το καθ' ου η ανακοπή Ελληνικό Δημόσιο τα αναφερόμενα σε αυτές ως ανείσπρακτα μισθώματα ζητώντας να μην συνυπολογιστούν στο ετήσιο εισόδημα τους από μισθώματα.

Συνεπεία των εκχωρήσεων αυτών η ΔΟΥ Γ' Πειραιά καταλόγισε σε βάρος της ανακόπτουσας το ποσό των 68.469,06 ευρώ για κάθε μία από τις ανωτέρω δηλώσεις (ήτοι συνολικά το ποσό των 136.938,12 ευρώ), εκδίδοντας προς τούτο τους χρηματικούς καταλόγους με αριθμούς ...-2011 και ...-2012 αντίστοιχα για τον Δ. Ο. και την Μ. Ο. Με βάση τις ανωτέρω δηλώσεις εκχώρησης και τους αντίστοιχους χρηματικούς καταλόγους εν συνεχεία η ΔΟΥ ΦΑΕ Πειραιά προχώρησε στην έκδοση σε βάρος της ανακόπτουσας ταμειακών βεβαιώσεων και συγκεκριμένα εξέδωσε α) την υπ' αριθμ. ...-2011 ταμειακή βεβαίωση, με την οποία βεβαιώθηκε σε βάρος της ανακόπτουσας εταιρίας οφειλή ποσού 68.469,06 ευρώ, με βάση τον υπ' αρ. ...-2011 χρηματικό κατάλογο, και β) την υπ' αριθμ. ...-2011 ταμειακή βεβαίωση, με την οποία βεβαιώθηκε σε βάρος της ανακόπτουσας εταιρίας οφειλή ποσού 68.469,06 ευρώ, με βάση τον υπ' αρ. ...-2011 χρηματικό κατάλογο.

Ακολούθως, απέστειλε στην ανακόπτουσα την υπ' αρ. ...-2011 ατομική ειδοποίηση χρεών, όπου αναφέρονται ο αριθμός και η ημερομηνία των ως άνω ταμειακών βεβαιώσεων, τα ποσά των ταμειακών βεβαιώσεων, το είδος του φόρου χαρακτηριζόμενου ως "λοιποί φόροι" και η ημερομηνία καταβολής των βεβαιωθέντων ποσών. Κατά των παραπάνω ταμειακών βεβαιώσεων και της ατομική ειδοποίησης η ανακόπτουσα άσκησε την ένδικη ανακοπή της κατ' άρθρο 73 ΚΕΔΕ.

Με τον πρώτο λόγο της ένδικης ανακοπής της, όπως το περιεχόμενό του ορθά εκτιμάται από το Δικαστήριο, η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι δεν υφίσταται νόμιμος τίτλος για την εκτέλεση, που επισπεύδει σε βάρος της το καθ' ου ελληνικό δημόσιο, καθώς και ότι το τελευταίο, που βαρύνεται με την απόδειξη της ύπαρξης νόμιμου τίτλου, δεν προσκομίζει έγγραφα δημόσια ή ιδιωτικά, που να θεμελιώνουν νόμιμο τίτλο.

Ο λόγος αυτός είναι νόμιμος και αποδεικνύεται και ουσιαστικά βάσιμος. Ειδικότερα, από τις έγγραφες δηλώσεις εκχώρησης των προσθέτως παρεμβαινόντων - εκμισθωτών και τα επικαλούμενα σε αυτές προς απόδειξη της απαίτησης τους έναντι της ανακόπτουσας - μισθώτριας έγγραφα αποδεικνύεται ότι αυτοί ναι μεν δήλωσαν ότι προβαίνουν σε εκχώρηση των ανείσπρακτων μισθωμάτων του άνω καταστήματος τους για το διάστημα από 1-1-2009 έως 31-12-2009, πλην όμως, από τις με αρ. 5501/2009 και 4039/2010 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, στις οποίες και στηρίζουν τις εκχωρηθείσες απαιτήσεις τους προκύπτει ότι, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, στους εκμισθωτές για το έτος 2009 επιδικάστηκε μόνο αποζημίωση χρήσης και όχι μισθώματα, αφού η μίσθωση είχε ήδη λυθεί από 5-12-2007.

Συνεπώς, αποδεικνύεται ότι καθ' όλο το έτος 2009 η ανακόπτουσα δεν όφειλε μισθώματα του άνω ακινήτου, αλλά αποζημίωση για την κατακράτηση του μισθίου (αποζημίωση χρήσης) πέραν της λήξης του χρόνου της μίσθωσης, η οποία (αποζημίωση), σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην μείζονα σκέψη της παρούσας, δεν αποτελεί εισόδημα, που μπορεί να εκχωρηθεί στο Ελληνικό Δημόσιο, κατ' άρθρο 4 § 7 Ν. 2238/1994, για να μην συνυπολογιστεί στο συνολικό καθαρό εισόδημα του εκχωρούντος και να οδηγήσει σε απαλλαγή από τον αναλογούντα στα μισθώματα φόρο.

Άρα, στις ανωτέρω έγγραφες δηλώσεις εκχώρησης μη εισπραχθέντων μισθωμάτων των εκμισθωτών εσφαλμένα αναφέρεται ότι εκχωρούνται μισθώματα, με βάσει τις προαναφερόμενες αποφάσεις, αφού στην πραγματικότητα επρόκειτο για αποζημίωση χρήσης, η οποία έχει το χαρακτήρα γνήσιας αποζημίωσης (ΑΠ 229/2012 ΝΟΜΟΣ). Ως εκ τούτου δεν υφίσταται νόμιμος τίτλος για την επισπευδόμενη σε βάρος της ανακόπτουσας εκτέλεση με βάση τον ΚΕΔΕ.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που απέρριψε τον πρώτο λόγο ανακοπής ως νόμω αβάσιμο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο και πλημμελώς εκτίμησε τις αποδείξεις". Ακολούθως το Εφετείο, με την ως άνω αιτιολογία, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την ανωτέρω πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε την ένδικη ανακοπή κατά τον πρώτο λόγο της, ακυρώνοντας τις ως άνω προσβληθείσες ταμειακές βεβαιώσεις και ατομική ειδοποίηση χρεών.

Έτσι, που έκρινε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και με όσα ανωτέρω δέχθηκε ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 7, 20 παρ. 1 του ν. 2238/1994 και 601 του ΑΚ, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες, δοθέντος ότι, βάσει των ανελέγκτως δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών, οι ως άνω εκχωρηθείσες προς το αναιρεσείον (Ελληνικό Δημόσιο) απαιτήσεις (συνολικού ποσού 136.938,12 ευρώ) δεν αφορούσαν ανείσπρακτα μισθώματα, αλλά αποζημίωση χρήσεως, η οποία δεν αποτελεί μίσθωμα, και η αντίστοιχη απαίτηση δεν εκχωρείται στο Δημόσιο, κατά συνέπεια δεν υφίστανται οι προϋποθέσεις του νόμου (άρθρα 4 παρ. 7 ν. 2238/1994 και 2 παρ. 2 ΝΔ 356/1974 [Κ.Ε.Δ.Ε.]) για τη δημιουργία του εν λόγω νόμιμου τίτλου και της έκδοσης των ως άνω προσβληθεισών ταμειακών βεβαιώσεων και ατομικής ειδοποίησης χρεών.

Ειδικότερα, η αναιρεσίβλητη μισθώτρια από την ως άνω επόμενη ημέρα λήξεως της προαναφερθείσας μισθώσεως (6-12-2007) και για όσο χρόνο παρακράτησε το μίσθιο, συμπεριλαμβανομένου του έτους 2009 για το οποίο έγινε η εν λόγω εκχώρηση, οφείλει στους εκμισθωτές (εκχωρητές) ως αποζημίωση χρήσεως το συμφωνημένο μίσθωμα, δηλαδή, μετά τη λήξη της ως άνω μισθώσεως δεν οφείλονται πλέον μισθώματα, αλλά αποζημίωση για την παράνομη χρήση του μισθίου από την αναιρεσίβλητη (μισθώτρια), η οποία (αποζημίωση), σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις (υπό στοιχείο ΙΙ), δεν αποτελεί εισόδημα από την εκμίσθωση ακινήτου, αλλά η αξίωση αυτή (άρθρου 601 ΑΚ) αποτελεί μετενέργεια της μισθωτικής σύμβασης και δεν έχει χαρακτήρα μισθώματος.

Κατά συνέπεια, η εξ αυτής απαίτηση των εκμισθωτών (εκχωρητών) δεν εκχωρείται στο Δημόσιο, δοθέντος ότι, κατά τις ως άνω διατάξεις (άρθρα 4 παρ. 7 και 20 παρ. 1 του ν. 2238/1994), εκχωρούνται μόνον εισοδήματα από την εκμίσθωση ακινήτων.

Επομένως, ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Τέλος, διάταξη περί των δικαστικών εξόδων δεν πρέπει να περιληφθεί στην παρούσα, ενόψει της ερημοδικίας της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-4-2019 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 128/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ