Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling witness statements are not documents under Article 559(20) of the Code of Civil Procedure.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of First Instance's final judgment in a traffic accident liability case. The appellant argued that the lower court distorted a witness's sworn statement and misinterpreted evidence, but the Court held that witness testimonies given during police investigations do not qualify as 'documents' under Article 559(20) of the Code of Civil Procedure. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible and the appellant was ordered to pay the legal costs of the respondents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(20) and 561(2) of the Code of Civil Procedure; Witness testimonies given during police investigations do not constitute 'documents' for the purpose of Article 559(20) and cannot be the sole basis for overturning a lower court's factual findings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1590 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1590/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Γ. Α. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Πηνελόπη Σαριδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Π. του Γ., κατοίκου ... και 2) εδρεύουσας στην Κύπρο και νόμιμα εκπροσωπούμενης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "HD INSURANCE LIMITED", διατηρεί δε υποκατάστημα στην Ελλάδα, στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Παπαδόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2640/2019 μη οριστική και 2261/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 137/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-7-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη, από 27-7-2022 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 6103/680/28-7-2022), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 137/2022 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 παρ. 6 του Κ.Πολ.Δ.), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) εντός της διετούς προθεσμίας από την δημοσίευση της ανωτέρω προσβαλλομένης αποφάσεως (στις 12-1-2022), σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4.335/2015).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 137/2022, τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής: Με την από 21-12-2018 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 381/44/4-1-2019) αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι, κατά τον αναφερόμενο σ' αυτήν τόπο και χρόνο, ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος Σ.
Π., οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "HD INSURANCE LIMITED", από αποκλειστική του υπαιτιότητα, προκάλεσε τον τραυματισμό της ως πεζής, κατά το τροχαίο ατύχημα που έλαβε χώραν υπό τις περιγραφόμενες συνθήκες και περιστάσεις.
Ζήτησε δε, μετά τον πρωτοδίκως νόμιμο περιορισμό του αιτήματος της αγωγής της από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να της καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, για θετική και αποθετική ζημία, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και αποζημίωση εκ του άρθρου 931 του Α.Κ., συνολικό ποσό 177.091,21 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής της.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εξέδωσε αρχικώς την υπ' αριθμ. 2640/2019 μη οριστική απόφασή του, με την οποία διέταξε την διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, ενώ, μετά την διεξαγωγή αυτής, την υπ' αριθμ. 2261/2020 οριστική απόφασή του, με την οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η από 7-1-2021 έφεση της ενάγουσας και η από 14-2-2021 έφεση των εναγομένων.
Επί των εφέσεων αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 137/2022, απόφαση του τελευταίου Δικαστηρίου, με την οποία, αφού οι αντίθετες εφέσεις συνεκδικάσθηκαν και έγιναν τυπικώς δεκτές, απορρίφθηκε η από 7-1-2021 έφεση της ενάγουσας ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και έγινε δεκτή η από 14-2-2021 έφεση των εναγομένων ως βάσιμη κατ' ουσίαν, ακολούθως, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, διακρατήθηκε η από 21-12-2018 αγωγή και απορρίφθηκε αυτή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020).
Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006, Α.Π. 1232/2024, Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 1095/2024, Α.Π. 1094/2024, Α.Π. 1092/2024, Α.Π. 1091/2024).
Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στην διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 1239/2024, Α.Π. 1234/2024). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 1239/2024, Α.Π. 1234/2024).
Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ. Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 1239/2024, Α.Π. 1234/2024, Α.Π. 1232/2024, Α.Π. 1231/2024, Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 1096/2024).
Ειδικότερα, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 1239/2024, Α.Π. 1234/2024, Α.Π. 1232/2024, Α.Π. 1231/2024, Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 1096/2024).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του Α.Κ. προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξεως ή παραλείψεως αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως και της επελθούσας ζημίας. Αμέλεια, κατ' άρθρον 330 του Α.Κ., υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που πρέπει να καταβάλλεται κατά την συναλλακτική καλή πίστη από τον δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον, είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο, που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.
Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικώς να επιφέρει, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα (Α.Π. 1333/2024, Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 1091/2024, Α.Π. 1089/2024, Α.Π. 1087/2024, Α.Π. 1085/2024).
Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος είναι έννοιες νομικές. Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφενός μεν, ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικώς την έννοια του πταίσματος, αφετέρου δε, ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συναφείας, κατά πόσον, δηλαδή, τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικώς, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (Α.Π. 1333/2024, Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 1091/2024, Α.Π. 1089/2024, Α.Π. 1087/2024, Α.Π. 1085/2024, Α.Π. 1084/2024, Α.Π. 1065/2024). Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (Α.Π. 1333/2024, Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 1091/2024).
Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του Ν. 2.696/1999 "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.
Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή... και να μην προκαλούν γενικά με την συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών..." (Α.Π. 1333/2024, Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 1091/2024, Α.Π. 1089/2024). Ακόμη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2.696/1999, "1.
Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2. Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.
Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν ..." (Α.Π. 1333/2024, Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 1091/2024, Α.Π. 1089/2024), ενώ, κατά το άρθρο 38 του Κ.Ο.Κ., με το οποίο ρυθμίζονται κανόνες για την κυκλοφορία των πεζών, στην παράγραφο 4 αυτού ορίζεται ότι "Οι πεζοί προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα υποχρεούνται:
α) αν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να τις χρησιμοποιούν..., ε) αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να μην κατεβαίνουν σ' αυτό, αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεια δε να διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα προς τον άξονά του" (Α.Π. 1333/2024, Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 624/2019).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 137/2022 προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώραν το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Στις 19-3-2018 και περί ώρα 21.25, ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το υπ' αριθ.
κυκλοφ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, κινείτο επί της οδού ..., με κατεύθυνση από τα Λιόσια προς την Αθήνα και ευρίσκετο πλησίον του σταθμού μετρό "Αττική". Η οδός ..., όπως προκύπτει από τη συνταχθείσα έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και το σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει, καθώς και τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος, είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση που διαχωρίζονται με δύο συνεχείς κατά μήκος γραμμές και συνολικό πλάτος οδοστρώματος 10 μ.
και στο σημείο του ατυχήματος είναι ευθεία και οριζόντια. Κατά τον ως άνω χρόνο, έπεφτε ψιλή βροχή, με αποτέλεσμα η κατάσταση της οδού να είναι υγρή, υπήρχε τεχνητός φωτισμός, λόγω νύκτας, επαρκής, η ορατότητα δεν περιοριζόταν και η κυκλοφορία των οχημάτων και των πεζών ήταν κανονική, ενώ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ήταν 50 χλμ ανά ώρα ως κατοικημένη περιοχή.
Κατά τη στιγμή που ο πρώτος εναγόμενος πλησίασε στο ύψος του σταθμού μετρό "Αττική", όπου υπάρχουν φωτεινοί σηματοδότες που ρυθμίζουν την κίνηση των οχημάτων και των πεζών και διάβαση πεζών, η ενάγουσα πεζή, ακολουθώντας την προπορευόμενη φίλη της D. K., επιχείρησε αιφνιδιαστικά και χωρίς να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων στο δρόμο να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα της οδού ..., από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση προς την πορεία του ανωτέρω οχήματος, ενώ στους φωτεινούς σηματοδότες που ρυθμίζουν την κυκλοφορία στο σημείο ήταν αναμμένο το κόκκινο φως για τους πεζούς.
Όταν ο πρώτος εναγόμενος, κινούμενος με ταχύτητα μικρότερη της επιτρεπομένης, αντιλήφθηκε την ενάγουσα ότι προτίθετο να διασχίσει καθέτως το οδόστρωμα της οδού με κατεύθυνση από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του οχήματος του, επιχείρησε αποφευκτικό προς τα αριστερά ελιγμό και τροχοπέδηση του οχήματος, ώστε να δώσει τα τοπικά και χρονικά περιθώρια στην πεζή ενάγουσα να διακόψει την είσοδό της στο οδόστρωμα, τούτο δε εν όψει και της πολύ μικρής απόστασης που χώριζε το όχημά του από αυτήν.
Η τελευταία, όμως, συνέχισε παρά ταύτα την κάθετη πορεία της από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του οχήματος, με αποτέλεσμα να επιπέσει, σύμφωνα με τη συνταχθείσα έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, στην εμπρόσθια αριστερή γωνία του αυτοκινήτου και εν συνεχεία επί του οδοστρώματος και να τραυματιστεί, υποστάσα κάταγμα 6ης και 7ης πλευράς δεξιά και κάταγμα άνω τριτημορίου αριστερής κνήμης.
Υπαίτια του ως άνω ατυχήματος, που είχε ως συνέπεια τον τραυματισμό της ενάγουσας, είναι η ίδια, διότι από έλλειψη της προσήκουσας επιμέλειας και προσοχής, την οποία μπορούσε, αναλόγως των αντικειμενικών περιστάσεων και ικανοτήτων της, και όφειλε κατά τους νομικούς κανόνες, τις επικρατούσες οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες (νύκτα, βροχόπτωση και, επομένως, ολισθηρό οδόστρωμα) και την κοινή πείρα και λογική, να καταβάλει, όπως κάθε μέσος συνετός πεζός ευρισκόμενος υπό παρόμοιες συνθήκες (άρθρο 330 ΑΚ), επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα, πλάτους 10 μέτρων, της ως άνω οδού, μίας από τις κεντρικές οδούς της πόλης, που παρουσίαζε κίνηση οχημάτων, ενώ στους φωτεινούς σηματοδότες, που ρυθμίζουν την κυκλοφορία οχημάτων και πεζών και υπερισχύουν, ήταν αναμμένο το κόκκινο φως για τους πεζούς, κινούμενη ανάμεσα στα οχήματα, χωρίς να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων επί της οδού και να βεβαιωθεί ότι δύναται να το πράξει χωρίς να παρεμποδίσει την κυκλοφορία των κινούμενων επί της οδού οχημάτων ..., αλλά ανέλεγκτα, τρέχοντας και ακολουθώντας την προπορευόμενη κατά ενάμισι μέτρο φίλη της, η οποία, επίσης, είχε κατέλθει στο οδόστρωμα και επιχειρούσε τρέχοντας να το διασχίσει κάθετα.
Η έλλειψη ελέγχου από την ενάγουσα προκύπτει από το γεγονός ότι δεν αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου αν και απείχε πολύ μικρή απόσταση και είχε αναμμένα τα φώτα του και στο σημείο του ατυχήματος η οδός είναι ευθεία και οριζόντια και η ορατότητα δεν περιορίζεται. Οι παραβάσεις δε αυτές της ενάγουσας συνδέονται αιτιωδώς με την πρόκληση του επιδίκου τροχαίου ατυχήματος, ενώ αντιθέτως στην επέλευσή του δεν αποδείχθηκε ότι συνετέλεσε πταίσμα του πρώτου εναγομένου, ο οποίος είχε τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος του, όπως προκύπτει από τις ως άνω ενέργειες στις οποίες προέβη όταν αντιλήφθηκε την αιφνίδια κίνηση της ενάγουσας στο οδόστρωμα και είναι οι ενδεδειγμένες για την περίσταση και οι οποίες απέτρεψαν τη χειρότερη για την ενάγουσα έκβαση του ατυχήματος, κινείτο κανονικά στο ρεύμα κυκλοφορίας του και όχι στο αριστερό άκρο, όπως η ενάγουσα ισχυρίζεται στην υπό κρίση αγωγή, με ένδειξη των φωτεινών σηματοδοτών ρύθμισης της κυκλοφορίας των οχημάτων πράσινο φως και με κανονική για τις συγκεκριμένες περιστάσεις ταχύτητα, μικρότερη του ανωτάτου επιτρεπομένου ορίου των 50 χλμ/ώρα, όπως προκύπτει τόσο από το γεγονός ότι ακινητοποίησε σχεδόν επιτόπου το αυτοκίνητο, όσο και από τις προκληθείσες στην ενάγουσα σωματικές βλάβες και ο οποίος δεν όφειλε να είχε προβλέψει την αιφνίδια κίνηση της πεζής ενάγουσας, αλλά και της προπορευόμενης φίλης της, και έπραξε όπως θα έπραττε κάθε μέτρια συνετός οδηγός που θα ευρίσκετο σε παρόμοιες με αυτόν συνθήκες.
Ήτοι στη θέα της πεζής ενάγουσας προέβη σε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, ώστε να της δώσει την ευκαιρία να διακόψει την πορεία της, που, όμως, η τελευταία δεν έπραξε και τροχοπέδησε το όχημά του. Σε ελιγμό προς τα δεξιά δεν ήταν δυνατόν να προβεί, λόγω των μικρών χρονικών και κυρίως τοπικών περιθωρίων που είχε, αλλά πρωτίστως της διαπίστωσης ότι από τα δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του κινείτο η πεζή.
Το γεγονός ότι το αυτοκίνητο έβαινε με μικρότερη του ανωτάτου επιτρεπομένου ορίου των 50 χλμ/ώρα ταχύτητα και όχι υπερβαίνουσα τα 70 χλμ/ώρα, όπως η ενάγουσα ισχυρίζεται στην ένδικη αγωγή της, όχι όμως και στην προανακριτική της κατάθεση που δόθηκε λίγες ώρες μετά το ατύχημα, αποδεικνύεται από το γεγονός ότι η πεζή ενάγουσα δεν επλήγη με σφοδρότητα, δεν εκτινάχθηκε σε απόσταση και ο τραυματισμός της οφείλεται στην πτώση της στο οδόστρωμα, και από το ότι το αυτοκίνητο υπέστη μικρής έκτασης ζημίες στην εμπρόσθια αριστερή γωνία του, ήτοι στο φανάρι και στον εμπρόσθιο ανεμοθώρακα, λόγω της πρόσκρουσης της πεζής, σύμφωνα με την έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας, κυρίως δε από την σχεδόν επιτόπου ακινητοποίησή του που, σε περίπτωση που έβαινε με ταχύτητα υπέρτερη της επιτρεπόμενης και μάλιστα υπερβαίνουσα τα 70 χλμ/ώρα, όπως αναφέρεται στην κρινόμενη αγωγή, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το οδόστρωμα ήταν ολισθηρό λόγω βροχής, δεν θα ηδύνατο, αλλά θα απαιτείτο να διανύσει απόσταση τουλάχιστον 30-35 μέτρων.
Ως προς τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι η ίδια διέσχιζε το οδόστρωμα νομίμως, διότι η ένδειξη των φωτεινών σηματοδοτών για τους πεζούς ήταν πράσινο φως και ότι ο πρώτος εναγόμενος αντιθέτως παραβίασε την ερυθρή ένδειξη των φωτεινών σηματοδοτών της πορείας του, δεν αποδεικνύεται από κάποιο αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο, καθώς η ως άνω φίλη της ενάγουσας D.
K. στην προανακριτική ένορκη κατάθεσή της που δόθηκε λίγες ώρες μετά το ατύχημα, ναι μεν αναφέρει ότι κινήθηκαν επί του οδοστρώματος όταν το φανάρι για τους πεζούς άναψε πράσινο, πλην όμως, όταν ερωτάται ποιος ευθύνεται για το ατύχημα, απαντά ότι δεν γνωρίζει, που δεν δικαιολογείται εάν όταν διέσχιζαν το οδόστρωμα με την ενάγουσα η ένδειξη ήταν πράσινο φως για τους πεζούς.
Σημειωτέον ότι τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας της ως άνω οδού δεν διαχωρίζονται με νησίδα και οι φωτεινοί σηματοδότες για τους πεζούς ευρίσκονται επί των δύο πεζοδρομίων αυτής, ενώ για τα οχήματα ευρίσκονται με ειδικά διαμορφωμένες κολώνες πάνω από το οδόστρωμα και στο μέσον εκάστου ρεύματος πορείας, ώστε να είναι εμφανείς από απόσταση στους οδηγούς.
Επίσης η ίδια μάρτυρας αναιρεί με την κατάθεσή της την προανακριτική ένορκη κατάθεση που έδωσε η ενάγουσα λίγες ώρες μετά το ατύχημα και στην οποία η τελευταία αναφέρει ότι το ατύχημα συνέβη τη στιγμή που η ίδια και η φίλη της βρίσκονταν στο μέσον του οδοστρώματος, καθώς η D. K. καταθέτει ότι η ίδια προπορευόταν κατά ενάμισι μέτρο της ενάγουσας και ότι η ίδια είχε φτάσει στο μέσον του οδοστρώματος όταν συνέβη το ατύχημα.
Στην κρινόμενη αγωγή η ενάγουσα, αναιρώντας την προανακριτική της κατάθεση και υιοθετώντας τα κατατεθέντα από την D. K., ισχυρίζεται επί λέξει: "Μόλις ο φωτεινός σηματοδότης για τους πεζούς έδειξε πράσινο σήμα, κι αφού βεβαιώθηκα ότι κανένα όχημα δεν πλησίαζε στο εν λόγω σημείο, ξεκίνησα, ενώ προπορευόταν κατά 1,5 μ.
η παραπάνω φίλη μου, να διασχίζω με κατά το δυνατόν ταχύ βήμα το οδόστρωμα, κινούμενη πάνω στη διάβαση πεζών. Αιφνίδια ωστόσο και ενώ, έχοντας διασχίσει σχεδόν καθ' ολοκληρίαν το προς Αθήνα ρεύμα της οδού ..., πλησίαζα την διαχωρίζουσα τα δύο ρεύματα της παραπάνω οδού διπλή διαχωριστική γραμμή...", απόσταση, όμως, που δεν δικαιολογείται όταν δύο άτομα εκκινούν από το ίδιο σημείο τη στιγμή που το φανάρι τρέπεται σε πράσινο και όταν μάλιστα δεν παρεμβάλλονται άλλα άτομα τα οποία διασχίζουν ταυτόχρονα το οδόστρωμα, το οποίο δεν ισχυρίζεται καν η ενάγουσα, αλλά και δεν προέκυψε.
Αντιθέτως τα προπεριγραφέντα ταυτίζονται με τα αναφερόμενα από τον πρώτο εναγόμενο στην προανακριτική του απολογία περί αιφνίδιας παρεμβολής δύο γυναικών πεζών, της μίας πίσω από την άλλη, που προσπαθούσαν, τρέχοντας και χωρίς να ελέγξουν, να διασχίσουν κάθετα το οδόστρωμα και ενώ η ένδειξη των φωτεινών σηματοδοτών ήταν πράσινο φως για τα οχήματα.
Τα κατατεθέντα, τέλος, από τον εξετασθέντα στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρα απόδειξης, ο οποίος δεν ήταν αυτόπτης του ατυχήματος, περί σταματημένου, λόγω ερυθρής ένδειξης των φωτεινών σηματοδοτών για τα οχήματα, αυτοκινήτου το οποίο προσπέρασε από τα αριστερά ο πρώτος εναγόμενος και προκάλεσε το επίδικο ατύχημα, όχι μόνο δεν επιρρωνύονται από κάποιο αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο, αντιθέτως αναιρούνται τόσο από το σχεδιάγραμμα της Τροχαίας στο οποίο δεν απεικονίζεται σταματημένο όχημα, όσο και από τις προανακριτικές ένορκες καταθέσεις της ενάγουσας και της ως άνω αυτόπτη μάρτυρα D.
K. στις οποίες δεν αναφέρουν οτιδήποτε περί αυτού, αλλά και από την ίδια την ένδικη αγωγή, όπου επίσης δεν αναφέρεται οτιδήποτε.
Εξάλλου, εάν ο πρώτος εναγόμενος είχε προβεί στην ενέργεια αυτή, λόγω του πλάτους του ρεύματος πορείας του (5 μέτρα), θα είχε τραυματίσει και τη φίλη της ενάγουσας D. K., που, όπως και οι δύο εξετασθείσες μάρτυρες στις προανακριτικές ένορκες καταθέσεις τους αναφέρουν, ευρίσκετο ήδη στο μέσον του οδοστρώματος".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ότι αποκλειστικώς υπαίτια για το ατύχημα και τον συνεπεία αυτού τραυματισμό της είναι η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα και απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεσή της κατά της υπ' αριθμ. 2261/2020 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, δεν παραβίασε, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του Α.Κ.
και του Ν. 2696/1999, τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση και, καθ' όσον αφορά στα κρίσιμα και ουσιώδη ζητήματα της συνδρομής των προϋποθέσεων για την αποκλειστική υπαιτιότητα της πεζής στην επέλευση του ατυχήματος και τον συνεπεία αυτού τραυματισμού της και της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς της και του επελθόντος αποτελέσματος του ατυχήματος, διαλαμβάνονται με λεπτομέρεια όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται η αμελής συμπεριφορά της, η οποία συνίσταται στο ότι επιχείρησε να διασχίσει την οδό ..., καθόν χρόνον, λόγω της ώρας, επικρατούσε τεχνητός φωτισμός, έπεφτε ψιλή βροχή και εισήλθε στο οδόστρωμα από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου, ενώ ο φωτεινός σηματοδότης για τους πεζούς έδειχνε κόκκινο φως, που απαγόρευε την είσοδό τους στο οδόστρωμα. Επίσης, εκτίθεται η έλλειψη συνυπαιτιότητας του οδηγού του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, ο οποίος εκινείτο με σύννομη ταχύτητα, στο ρεύμα πορείας του, ενώ λόγω της εμφανίσεως της ενάγουσας σε πολύ μικρή απόσταση μπροστά του, αν και πέδησε το αυτοκίνητό του, ασκώντας συγχρόνως αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, δεν κατέστη δυνατόν να σταματήσει εγκαίρως την κίνηση αυτού.
Για να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό, το Εφετείο έλαβε υπ' όψιν και τα διδάγματα της κοινής πείρας, με βάση τα οποία ορθώς υπήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συναφείας. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενες πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο οποίος, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Οι ειδικότερες δε αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει την συγκεκριμένη ταχύτητα του εναγομένου κατά τον χρόνο του ατυχήματος, δεν δικαιολογεί για ποιον λόγο ο τελευταίος άσκησε πέδηση του Ι.Χ.Ε. και ταυτόχρονο αποφευκτικό ελιγμό, χωρίς να προλάβει να ακινητοποιήσει το όχημά του πριν αυτή εισέλθει στο οδόστρωμα, ποια ήταν η απόσταση του αυτοκινήτου και αυτής (ενάγουσας) κατά τον χρόνο εισόδου της στο οδόστρωμα, για ποιόν λόγο αυτή δεν παρασύρθηκε πλησίον του πεζοδρομίου και από το εμπρόσθιο δεξιό μέρος του αυτοκινήτου, σε ποιο ρεύμα πορείας εκινείτο το αυτοκίνητο πριν το ατύχημα, πόση απόσταση εντός του οδοστρώματος είχε διανύσει η ίδια πριν την παράσυρσή της, σε ποιο ρεύμα πορείας έγινε αυτή, γιατί αν και ο εναγόμενος αντιλήφθηκε την είσοδό της στο οδόστρωμα, εν τούτοις, δεν απέφυγε την παράσυρσή της και δεν αιτιολογεί γιατί ο τελευταίος παρέσυρε την ίδια, χωρίς να παρασύρει και την άλλη πεζή, η οποία προπορεύονταν αυτής, είναι αβάσιμες και απορριπτέες, αφού δεν αποτελούν ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως, σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα των συνθηκών υπό τις οποίες συνέβη το ένδικο ατύχημα.
Πέραν τούτου, οι παραπάνω αιτιάσεις, όπως και οι ειδικότερες ελλείψεις που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση από την αναιρεσείουσα, προβάλλονται απαραδέκτως, διότι αυτές αφορούν την πληρέστερη, κατά την άποψή της (αναιρεσείουσας), ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και, υπό την επίφαση της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων, πλήττεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα σχετικώς με την αποκλειστική υπαιτιότητα της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας.
Όσα αναφέρει η τελευταία παραπάνω, δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά απλά επιχειρήματα, για τα οποία δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη και διεξοδική ανάλυση, ανεξαρτήτως της ουσιαστικής αβασιμότητας των ως άνω αιτιάσεων, εφ' όσον, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, αυτή αιτιολογεί τα αναγκαία στοιχεία για την στοιχειοθέτηση της αποκλειστικής υπαιτιότητας της αναιρεσείουσας στην επέλευση του ατυχήματος.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο, που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικώς με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ. Α.Π. 14/2011, Ολ. Α.Π. 2/2008, Α.Π. 1095/2024, Α.Π. 1092/2024, Α.Π. 1085/2024, Α.Π. 1084/2024, Α.Π. 1068/2024). Δεν αποτελούν έγγραφα, με την έννοια αυτή, οι μαρτυρικές καταθέσεις, που δόθηκαν ενώπιον πταισματοδίκη ή άλλου αρμόδιου (προ)ανακριτικού υπαλλήλου κατά τη διάρκεια ποινικής δίκης (ΑΠ 1228/2023, ΑΠ 914/2023, ΑΠ 110/2021, ΑΠ 228/2012).
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δ., η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι, προκειμένου να καταλήξει στην ανωτέρω κρίση της, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 19-3-2018 εκθέσεως ενόρκου εξετάσεως της μάρτυρος D. K.
Ο λόγος αναιρέσεως αυτός, κατ' αρχάς, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι, οι ένορκες προανακριτικές καταθέσεις, όπως εν προκειμένω, δεν αποτελούν "έγγραφο" με την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δ. Εν πάση περιπτώσει, όμως, ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι και απορριπτέος και ως αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο για να καταλήξει στην κρίση του ότι η θανούσα εισήλθε στο οδόστρωμα χωρίς προηγούμενο έλεγχο της κινήσεως των οχημάτων και παραβιάζοντας τον ερυθρό σηματοδότη, που ρύθμιζε την κίνηση των πεζών, πλέον της ανωτέρω κατάθεσης, συνεκτίμησε και άλλα, μνημονευόμενα από αυτήν, προσκομισθέντα έγγραφα. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και, τέλος, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε στην δίκη, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το βάσιμο, περί τούτου, αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-7-2022 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 137/2022 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα, παραβόλου.
Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ