Supreme Court dismisses appeal against appellate court's rejection of annulment in debt collection case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by creditors against the Athens Court of Appeal's decision to reject their annulment request. The creditors argued the payment order lacked necessary legal citations, but the appellate court found the document contained all factual elements required for issuance. The Supreme Court upheld the appellate ruling, confirming the payment order was legally sound and rejecting the procedural defects alleged by the creditors.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 626, 623, 624, 628, 629, 630 of the Code of Civil Procedure; A party's annulment request fails if the payment order contains all factual elements necessary for its issuance, even without explicit legal characterization.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1590 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1590/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Π. - Χ. Δ. του Α., 2) Σ. χήρας Α. Δ., 3) Ά. - Μ. Δ. του Α., 4) Α. Δ. του Α., κατοίκων ..., ατομικά και ως κληρονόμων του αποβιώσαντος Α. Δ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άγγελο Στάικο και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας Ειδικού Σκοπού με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... Ιρλανδίας και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα από την Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "…", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/2/2018 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 365/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2125/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25/7/2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 25.07.2020 και με ειδ. αριθ. κατάθ.662/29.07.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 2125/03.04.2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, και έκανε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση της εκκαλούσας-καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητης αλλοδαπής εταιρείας, κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 365/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ανακοπή των ανακοπτόντων και ήδη αναιρεσειόντων και ακυρωθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. ...
διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και η κάτωθι αυτής τεθείσα από 11.01.2018 επιταγή προς πληρωμή, και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κρατώντας και επαναδικάζοντας επί της ουσίας την ως άνω ανακοπή, απέρριψε αυτήν ως προς την υπ' αριθμ. ... διαταγή πληρωμής, την οποία και επικύρωσε, ενώ την έκανε δεκτή κατά ένα μέρος, ως προς την τεθείσα κάτωθι της διαταγής αυτής από 11.01.2018 επιταγή προς πληρωμή, ακυρώνοντάς την, μόνο ως προς το ποσό των 6.100 ευρώ, καταλογιζόμενο κατά τον τρόπο που ορίστηκε στην υπ' αρ. ...
σύμβαση στεγαστικού δανείου. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ.552, 553,556,558,564 παρ.1 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001). Με το λόγο αυτό κρίνεται και η έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση έγγραφο που, κατά παράβαση του άρθρου 623 ΚΠολΔ, δεν αποδεικνύει αμέσως την απαίτηση και το ποσό αυτής, ώστε να δημιουργείται διαδικαστικό απαράδεκτο, ελεγχόμενο με τον παρόντα λόγο (ΟλΑΠ 10/1997).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623, 624 παρ. 1, 626, 628 παρ. 1 εδ. α` , 632 παρ. 1 και 633 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματική απαίτηση, εφόσον η απαίτηση αυτή δεν εξαρτάται από αίρεση ή προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και αποδεικνύεται (η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό) με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο ή με συνδυασμό τέτοιων εγγράφων που επισυνάπτονται στην αίτηση.
Αν η απαίτηση ή το ποσό δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει, κατ` άρθρο 628 ΚΠολΔ να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής. Αν δε παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋποθέσεως εκδοθεί διαταγή πληρωμής αυτή ακυρώνεται μετά από ανακοπή του οφειλέτη κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ. Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής στην περίπτωση αυτή απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου ανεξαρτήτως της υπάρξεως της απαιτήσεως και της δυνατότητας να αποδειχθεί με άλλα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1850/2017, ΑΠ 872/2017).Περαιτέρω, από τις διατάξεις των παρ.1,2 και 3 του άρθρου 626 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η αίτηση για την έκδοση διαταγή πληρωμής, που καταθέτει ο δικαιούχος στη γραμματεία του δικαστηρίου, πρέπει να περιέχει, εκτός άλλων στοιχείων, την απαίτηση και το ακριβές ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων, με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους, των οποίων ζητείται η καταβολή, και ότι σ' αυτή πρέπει να επισυνάπτονται όλα τα έγγραφα, από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της, καθώς και το πρόσωπο του δικαιούχου και του οφειλέτη (ΑΠ 914/2018, ΑΠ 784/1994), στα οποία, σε περίπτωση ειδικής ή καθολικής διαδοχής στο πρόσωπο του αιτούντος ή του καθού η αίτηση, περιλαμβάνονται και τα απαιτούμενα προς τούτο νομιμοποιητικά έγγραφα.
Αν δεν προσκομισθούν στον αρμόδιο δικαστή το αργότερο πριν την έκδοση της διαταγής πληρωμής τα ανωτέρω έγγραφα, ο τελευταίος οφείλει, κατ' άρθρο 628 παρ.1α ΚΠολΔ, να απορρίψει τη σχετική αίτηση ως απαράδεκτη. Εάν δε παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης εκδοθεί διαταγή πληρωμής, αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του καθού η διαταγή, κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ.
Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής στην περίπτωση αυτή απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξαρτήτως της ύπαρξης και της δυνατότητας απόδειξης της ουσιαστικής απαίτησης με τη βραδύτερη (μετά την έκδοση της διαταγής απόδοσης) προσαγωγή των ως άνω αποδεικτικών εγγράφων. Έτσι το δικαστήριο, που δικάζει την ανακοπή, εάν από τα έγγραφα, που προσκομίστηκαν μέχρι την ημέρα έκδοσης της διαταγής πληρωμής, δεν αποδεικνύεται η απαίτηση και το ποσό της, καθώς και η νομιμοποίηση του αιτούντος και του καθού η αίτηση σε περίπτωση διαδοχής, δεν μπορεί να διαγνώσει, στηριζόμενο σε άλλα στοιχεία,διαφορετικά από αυτά, που προσκομίστηκαν και υποβλήθηκαν στο δικαστή που εξέδωσε τη διαταγή και συγκεκριμένα σε έγγραφα προσκομιζόμενα το πρώτον στη δίκη της ανακοπής, αλλά οφείλει να δεχθεί το αίτημα της ανακοπής και να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, χωρίς όμως η απόφαση αυτή να παράγει δεδικασμένο ως προς την ύπαρξη της απαίτησης, η οποία δεν διαγνώσθηκε (ΟλΑΠ 10/1997, ΑΠ 914/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρθμ. 14 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο, παρά το νόμο δεν κήρυξε άκυρη τη διαταγή πληρωμής, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου της αίτησης για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, εξαιτίας έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της αιτούσας και ήδη αναιρεσίβλητης.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο επί του ζητήματος αυτού δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι η διαταγή πληρωμής ακύρως εκδόθηκε διότι δεν είχαν προσκομιστεί ενώπιον του Δικαστή που την εξέδωσε τα νομιμοποιητικά έγγραφα της ειδικής διαδοχής της αιτούσας ...
στη θέση της αρχικής δικαιούχου .... Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, αναφέρεται ότι η αιτούσα κατέστη ειδική διάδοχος της ...(κατάστημα Ελλάδος) δυνάμει του άρθρου 16 παρ.16 Ν.2515/1997 σε συνδυασμό με την υπ' αρ. ... συμβολαιογραφική πράξη της συμβ/φου Αθηνών Ευγενίας Ιωάννου Φωτοπούλου - Καλαμαρά. Εξάλλου, προσκομίστηκαν ενώπιον του εκδόσαντος την διαταγή πληρωμής Δικαστή, οι από 10.6.2013 εξώδικες καταγγελίες της αιτούσας, η οποία είχε ήδη διαδεχθεί την ..., όπου μνημονεύονται τόσο ο νόμος όσο και η συμβολαιογραφική πράξη με την οποία έλαβε χώρα η διαδοχή.
Συνεπώς ορθώς ο Δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με βάση τα άνω έγγραφα, εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής. Αξίζει να σημειωθεί ότι την διαδοχή αυτή ουδέποτε αμφισβήτησαν οι ανακόπτοντες(και ήδη αναιρεσείοντες), οι οποίοι μάλιστα όπως οι ίδιοι αναφέρουν στην ανακοπή τους, συνέχισαν να καταβάλουν προς εξόφληση της οφειλής τους στην ...
ως διαχειρίστρια της απαίτησης της διάδοχης εταιρίας. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επομένως, που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε τον σχετικό τρίτο λόγο της ανακοπής ως βάσιμο και ακύρωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, έσφαλε κατά το βάσιμο περί τούτου σχετικό λόγο έφεσης...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο στη συνέχεια δέχτηκε την έφεση και αφού εξαφάνισε την απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχτεί τα αντίθετα και είχε κάνει δεκτό ως βάσιμο τον τρίτο λόγο της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, με τον οποίο οι ανακόπτοντες ζητούσαν την ακύρωση της διαταγής, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, κράτησε την υπόθεση, προκειμένου να διερευνηθεί η βασιμότητα ή μη των υπόλοιπων μη εξετασθέντων λόγων της ανακοπής, κατ' άρθρο 522 ΚΠολΔ.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε το νόμο παραλείποντας να κηρύξει δικονομικό απαράδεκτο, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της αιτήσασας την έκδοση της διαταγής πληρωμής ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", ως ειδικής διαδόχου της αρχικής δικαιούχου εταιρείας με την επωνυμία "..." (κατάστημα Ελλάδος), των οποίων τελευταία ειδική διάδοχος τυγχάνει η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία "...", εδρεύουσα στο ...
Ιρλανδίας, που νόμιμα εκπροσωπείται στην Ελλάδα από τη διαχειρίστρια της τιτλοποιημένης απαίτησης ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "...", ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", δεδομένου ότι, κατά τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, είχαν προσκομιστεί στον αρμόδιο δικαστή για την έκδοση της επίμαχης διαταγής πληρωμής όλα εκείνα τα έγγραφα, από τα οποία αποδεικνύονταν η απαίτηση, το ποσό, καθώς και η ενεργητική νομιμοποίηση της αιτήσασας την έκδοσή της ανωτέρω, δικαιούχου, τραπεζικής εταιρείας.
Επομένως, ο ως άνω δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο του σκέλος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 626, 630 και 631 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η διαταγή πληρωμής, αποτελεί μόνο τίτλο εκτελεστό και δεν είναι δικαστική απόφαση με τη στενή έννοια, αλλά πράξη του δικαστή (οιονεί απόφαση) και επομένως δεν είναι αναγκαίο να έχει πλήρες αιτιολογικό για να είναι έγκυρη. Πρέπει να περιέχει, εκτός από τα άλλα στοιχεία που προβλέπονται στις περιπτώσεις α, β, ε, στ και ζ του άρθρου 630 του ΚΠολΔ, την αιτία της πληρωμής, δηλαδή να προσδιορίζεται σ` αυτήν η σχέση από την οποία απορρέει η απαίτηση των χρημάτων, για την οποία ζητείται η έκδοσή της, έστω και συνοπτικά, αρκεί να μη δημιουργείται αμφιβολία από ολόκληρο το περιεχόμενό της ως προς την αιτία της πληρωμής.
Δεν είναι αναγκαίο να περιγράφονται τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αιτία αυτή (ΑΠ 674/2020, ΑΠ 999/2019, ΑΠ 15/2017, ΑΠ 1094/2006, ΑΠ 1215/1995, ΑΠ 54/1990).Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 34/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο λόγο και δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για την εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι στερείται νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 626,623,624,628 παρ.1,629 και 630 ΚΠολΔ.
Συγκεκριμένα, ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη, αφενός με ανεπαρκή αιτιολογία απέρριψε τον πρώτο λόγο της ανακοπής τους, με τον οποίο επεδίωκαν την ακύρωση της επίμαχης διαταγής πληρωμής, επειδή δεν αναφερόταν σ' αυτήν η αιτία της πληρωμής, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η παραβίαση των όρων της δανειακής τους σύμβασης, αφετέρου αρκέστηκε σε λιγότερα πραγματικά περιστατικά από όσα οι διατάξεις αυτές επιβάλλουν για την έκδοση διαταγής πληρωμής και ειδικότερα, διότι αρκέστηκε στην αναφορά μόνον της σύμβασης δανείου και των στοιχείων αυτής, στο κλείσιμο του δανειακού λογαριασμού με το αναφερόμενο υπόλοιπο και στην καταγγελία της σύμβασης, ενώ θα έπρεπε να περιλαμβάνει και πραγματικά περιστατικά που να συνιστούν κάποιον ή κάποιους από τους εννέα (9) λόγους καταγγελίας, που αναφέρονται στο κείμενο της διαταγής πληρωμής.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο επί των ζητημάτων αυτών δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με τον πρώτο λόγο της ανακοπής τους οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι στη διαταγή πληρωμής δεν αναφέρεται οποιαδήποτε αντισυμβατική συμπεριφορά τους, ούτε εξάλλου αναφέρονται τα άρθρα του νόμου στα οποία θεμελιώνεται η ευθύνη τους.
Όπως προκύπτει όμως από την διαταγή πληρωμής, σ' αυτήν αναφέρονται όλα τα... στοιχεία που ήταν απαραίτητα για την έκδοσή της, δηλαδή η κατάρτιση της υπ' αρ. 16540/2002 σύμβασης στεγαστικού δανείου ποσού 293.500 ευρώ, που έπρεπε να αποπληρωθεί σε 300 δόσεις ποσού 1.933,69 ευρώ εκάστη, το συμφωνηθέν επιτόκιο, η καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους της τράπεζας και το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού και η μεταφορά του υπολοίπου σε οριστική καθυστέρηση, το οποίο την 16.7.2013 ανερχόταν σε 202.847,41 ευρώ.
Εξάλλου, δεν είναι απαραίτητο... η διαταγή πληρωμής να περιλαμβάνει νομικό χαρακτηρισμό της απαιτήσεως, από τη στιγμή που εκτίθενται τα περιστατικά τα οποία θεμελιώνουν τον νόμιμο λόγο ευθύνης των ανακοπτόντων.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της ανακοπής πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος.". Με βάση τις πιο παραδοχές, το Εφετείο περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες, που δικαιολογούν το άνω αποδεικτικό του πόρισμα περί απόρριψης του σχετικού πρώτου λόγου της ένδικης ανακοπής των ανακοπτόντων και ήδη αναιρεσειόντων για ακύρωση της καθ' όλα νόμιμα εκδοθείσας με αριθμό ... διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των προαναφερθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 626, 623, 624, 628 παρ.1, 629 και 630 ΚΠολΔ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες. Επομένως, τα όσα αντίθετα, επίσης, υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τους ως άνω πρώτο λόγο και συναφές δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα.
Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο(άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ενιαίως, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρ.106,176,183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25.07.2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2125/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες, ενιαίως, στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τα συνολικά δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Σεπτεμβρίου 2022.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ