Legislator Case Law & Legislation
1590/2017 AI generated

Supreme Court partially allowed appeal against Athens Court of Appeal decision regarding construction contract dispute.

Case Number 1590/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against the Court of Appeal's decision in a construction contract dispute. While the court rejected arguments regarding the evidentiary weight of an expert report and the admissibility of omitted facts, it accepted claims concerning the completion status of the construction stages. Consequently, the judgment was remitted for further trial on the contested portion while costs were partially allocated to the appellee.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(12) and 559(8)(b) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when specific grounds challenge the appellate court's evaluation of expert reports or failure to consider relevant facts, necessitating remittal for retrial on those points while dismissing other grounds.

Keywords

AI generated
Construction Contract Dispute Appeal Against Judgment Expert Report Evidence Remittal for Retrial Judicial Costs Allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 559(12) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 178(1) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495(3)(e) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1590 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1590/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Η. Σ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Δημητρακόπουλο, ο οποίος ανακάλεσε την από 2-12-2016 δήλωση για παράσταση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Χ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μαλαφέκα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 3-7-2006 και 30-7-2008 αγωγές αμφοτέρων των διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1087/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1007/2014 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-1-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Μπαλιτσάρης, ανέγνωσε την από 8-10-2015 έκθεση της κωλυομένης να συμμετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτου Αλτάνας Κοκκοβού, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τέταρτου λόγου, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλη του, της από 7-1-2015 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1007/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και την απόρριψη των λοιπών λόγων της.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 1007/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγινε τυπικά δεκτή και στην ουσία η από 12-12-2009 έφεση του ενάγοντος-αντεναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της 1087/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο αποφάνθηκε ότι δεν ήταν αρμόδιο να δικάσει την από 3-7-2006 αγωγή του αναιρεσίβλητου, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων να του καταβάλει νομιμοτόκως:

α) το ποσό των 134.023,95 ευρώ, ως εργολαβικό αντάλλαγμα, μετά την αποπεράτωση και παράδοση σ’ αυτόν των αναφερομένων οριζόντιων ιδιοκτησιών, τις οποίες πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα στον τελευταίο ημιτελείς και β) το ποσό των 2.284,00 ευρώ, που κατέβαλε για τη σύνδεση αυτών με τις παροχές ηλεκτρικού ρεύματος, ύδατος, αποχέτευσης κλπ, καθώς και την από 30-7-2008 ανταγωγή του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος με την οποία, αυτός επικαλούμενος υπερημερία του αντεναγομένου, ως προς την αποπεράτωση και παράδοση των οριζόντιων ιδιοκτησιών και την ύπαρξη ελλείψεων στις εργασίες που εκτελέστηκαν, για τη διόρθωση των οποίων έταξε προθεσμία στον αναιρεσίβλητο, η οποία όμως παρήλθε άπρακτη, ζήτησε να υποχρεωθεί ο τελευταίος να του καταβάλει με το νόμιμο τόκο:

α) το ποσό των 169.365 ευρώ για ποινικές ρήτρες, κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις, β) το ποσό των 17.586,00 ευρώ, που αναγκαίως θα δαπανήσει για την αποκατάσταση των ελλείψεων, γ) το ποσό των 25.032,56 ευρώ, τα οποία δαπάνησε για την εκμίσθωση άλλου ακινήτου για να το χρησιμοποιήσει για κατοικία του, δ) το ποσό των 1.361,60 ευρώ, που δαπάνησε για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης από το ΤΕΕ, προκειμένου να διαπιστωθεί η μη αποπεράτωση των οριζοντίων ιδιοκτησιών, ως και οι ελλείψεις και ε) το ποσό των 5.000 ευρώ για χρηματική του ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη από την παραπάνω συμπεριφορά του αντεναγομένου και τις παρέπεμψε προς εκδίκαση στη διαιτησία του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, δεχόμενο σχετική ένσταση του αναιρεσείοντος, ότι με βάση όρο της έγγραφης μεταξύ τους σύμβασης είχε συμφωνηθεί η υπαγωγή των ενδίκων διαφορών σε διαιτησία.

Το Εφετείο ειδικότερα, δεχόμενο σε αντίθεση με το Πρωτοδικείο ότι η προβαλλόμενη ένσταση υπαγωγής της διαφοράς σε διαιτησία είναι αβάσιμη, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δίκασε την υπόθεση (αγωγή και ανταγωγή), απέρριψε την ανταγωγή, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο το ποσό των 131.944,95 ευρώ με το νόμιμο τόκο.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ ).

Ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι ουσιώδεις και γι’ αυτό ασκούντες επίδραση στην έκβαση της δίκης, νόμιμοι και παραδεκτώς προταθέντες αυτοτελείς ισχυρισμοί του διαδίκου, που θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 455/2017). "Πράγματα" αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως ή αντεφέσεως, οι οποίοι αποτελούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 22/2005).

Γι’ αυτό η παραδοχή από το Εφετείο ανύπαρκτου λόγου εφέσεως ή η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης αποφάσεως έξω από τα όρια της εφέσεως συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναιρέσεως, εκτός αν πρόκειται για σφάλμα της αποφάσεως που αφορά προσβαλλόμενο με την έφεση κεφάλαιο και μπορεί να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 356/2013).

Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008). Δεν ιδρύεται επίσης ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/ 2007, ΑΠ 2068/2007).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία παραδεκτά, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, ο αναιρεσίβλητος με την έφεση του, όπως από το περιεχόμενό της προκύπτει, διατύπωσε παράπονα κατά της πρωτόδικης απόφασης, προβάλλοντας, ότι το πρωτοδικείο εσφαλμένα δέχθηκε κατ’ ουσίαν την ένσταση του αναιρεσείοντος περί υπαγωγής της διαφοράς σε διαιτησία και αποφάνθηκε ότι δεν ήταν αρμόδιο να δικάσει τόσο την από 3-7-2006 αγωγή του όσο και την από 30-7-2008 ανταγωγή του αναιρεσίβλητου και παρέπεμψε την υπόθεση στη διαιτησία του ΤΈΕ, ενώ έπρεπε να δεχθεί, πέραν των άλλων, ότι η παραπομπή στη διαιτησία του ΤΕΕ είχε συμφωνηθεί μόνο για την περίπτωση, που επιδιώκετο η εκ μέρους του είσπραξη του συμφωνηθέντος ποσού της αμοιβής με εκτέλεση του καταρτισθέντος μεταξύ τους συμβολαιογραφικού εγγράφου και προέκυπτε διαφωνία, ως προς την περάτωση των εργασιών και όχι και στην περίπτωση άσκησης αγωγής και ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, έτσι ώστε να δικασθεί η υπόθεση και να γίνει δεκτή η αγωγή του και να απορριφθεί η ανταγωγή.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τον άνω λόγο της έφεσης και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δίκασε την υπόθεση (αγωγή και ανταγωγή), απέρριψε την ανταγωγή, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο το ποσό των 131.944,95 ευρώ με το νόμιμο τόκο.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι έλαβε υπόψη λόγο έφεσης, ήτοι "πράγμα" που δεν είχε προταθεί και κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο η πλημμέλεια αυτή, είναι αβάσιμος.

Αβάσιμος είναι και ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει, ότι το Εφετείο, παρόλον ότι δεν μεταβιβάσθηκε ενώπιον του το κεφάλαιο της ανταγωγής, μετά την παραδοχή της έφεσης, τη δίκασε και την απέρριψε, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Τούτο διότι, όπως έχει προαναφερθεί, το κεφάλαιο της ανταγωγής μεταβιβάσθηκε στο Εφετείο με την άσκηση της έφεσης, κατ’ άρθρο 522 ΚΠολΔ, αφού ο αναιρεσίβλητος με τον παραπάνω λόγο της έφεσης του παραπονέθηκε για την παραδοχή της ένστασης του εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος και την παραπομπή της διαφοράς (αγωγής και ανταγωγής) σε διαιτησία από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλούμενης, έτσι ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή του και να απορριφθεί η ανταγωγή.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 4 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει και όταν το δικαστήριο δίκασε υπόθεση, η οποία, με συμφωνία των ενδιαφερομένων, που έχουν εξουσία να διαθέσουν ελεύθερα το αντικείμενο της διαφοράς, το οποίο αφορά μελλοντικές διαφορές που θα προκύψουν από ορισμένη έννομη σχέση, έχει υπαχθεί στη διαιτησία.

Εξάλλου, οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εκφράζουν γενικότερες ερμηνευτικές αρχές και εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση κατά την οποία υπάρχει κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση ή αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βούλησης των συμβληθέντων. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκαν ευθέως ή εκ πλαγίου οι ερμηνευτικοί ως άνω κανόνες των δικαιοπραξιών.

Το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, όταν, αν και ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας τους, παραλείπει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή την ερμηνεία τους, στις διατάξεις των πιο πάνω άρθρων ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη συμπλήρωση ή την ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας.

Παραβίαση των κανόνων αυτών υπάρχει ακόμη και όταν το δικαστήριο της ουσίας προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, οπότε ο αναιρετικός έλεγχος καταλαμβάνει και την ορθότητα της κρίσεώς του, αναφορικά με την ερμηνεία της δικαιοπρακτικής βούλησης των μερών, αφού πρόκειται για εφαρμογή διατάξεων ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 26/2014).

Πρέπει να σημειωθεί ότι ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί, ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης μέρος της, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Από την επισκόπηση του υπ’ αριθ. ...2003 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μ.

Γ. Π. προκύπτουν τα ακόλουθα: Με το παραπάνω συμβόλαιο, συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι "σε περίπτωση καθυστέρησης της πληρωμής του συνολικού ποσού του πιστωθέντος τιμήματος ή οποιουδήποτε μέρους αυτού πέραν των προθεσμιών που αναφέρονται παραπάνω, ο αγοραστής θα καθίσταται υπερήμερος για το αντίστοιχο ποσό, θα οφείλει τους νόμιμους τόκους υπερημερίας και οι πωλητές δηλαδή ο οικοπεδούχος και ο εργολήπτης, όπως παρίστανται και εκπροσωπούνται στο παρόν, έχουν δικαίωμα να επιδιώξουν την είσπραξη του ποσού αυτού που πιστώθηκε, νομιμοτόκως με κάθε νόμιμο μέσο αλλά και με εκτέλεση του παρόντος, το οποίο οι συμβαλλόμενοι όπως δήλωσαν το κηρύσσουν από σήμερα τίτλο εκτελεστό και εκκαθαρισμένο υπό την προϋπόθεση ότι θα προσκομίσει στη Συμβολαιογράφο πιστοποιητικό του αρμόδιου Υποθηκοφυλακείου για την άρση της προαναφερθείσας προσημείωσης και θα αποδεικνύει τη κατασκευή κάθε σταδίου με βεβαίωση του αρμοδίου μηχανικού του εργολήπτη και απόδειξη αποστολής έγγραφης πρόσκλησης στον αγοραστή για να εγκρίνει το αντίστοιχο στάδιο, καθώς και τη μη κοινοποίηση στο Συμβολαιογράφο εγγράφου από το μηχανικό του αγοραστή για την τυχόν αμφισβήτηση της περάτωσης του αντίστοιχου σταδίου εργασιών σύμφωνα με τα αναφερόμενα κατωτέρω.

Σε περίπτωση διαφωνίας ως προς την περάτωση του αντίστοιχου σταδίου εργασιών ανάμεσα στο μηχανικό του εργολήπτη και του αγοραστή τότε η διαφορά θα υποβάλλεται σε διαιτησία του Τεχνικού Επιμελητηρίου και τα έξοδα θα βαρύνουν τον ηττώμενο.". Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω η συμφωνία για την υποβολή της διαφοράς σε διαιτησία αναφέρεται στην περίπτωση εκείνη που ο οικοπεδούχος και ο εργολήπτης (ενάγων στη προκειμένη περίπτωση) επιδιώκουν την είσπραξη του συμφωνηθέντος ποσού, δυνάμει του προαναφερομένου συμβολαίου ως εκτελεστού τίτλου και προέκυπτε διαφωνία μεταξύ του μηχανικού του εργολήπτη και του αγοραστή για την περάτωση του αντίστοιχου σταδίου εργασιών.

Επομένως για τη επιδίωξη εκ μέρους του εργολήπτη της αμοιβής του, με κάθε άλλο νόμιμο μέσο (όπως είναι και η άσκηση αγωγής) πλην της εκτελέσεως του ως άνω συμβολαίου δεν προβλέπεται συμφωνία για διαιτησία ακόμη και στη περίπτωση που υπάρχει διαφωνία μεταξύ των συμβαλλόμενων ως προς την περάτωση των εργασιών, που προβλέπονται να αποπερατωθούν, εντός προσδιορισμένου χρονικού σταδίου.

Η παραπάνω κρίση άλλωστε επιβεβαιώνεται και από τον όρο 12 του παραπάνω συμβολαίου κατά τον οποίο "Κάθε διένεξη ή διαφορά των συμβαλλόμενων, που μπορεί να προέλθει από το συμβόλαιο αυτό, θα επιλύεται από τα δικαστήρια των Αθηνών.", συμφωνώντας με τον όρο αυτό οι συμβαλλόμενοι για την αρμοδιότητα των δικαστηρίων των Αθηνών, για κάθε μεταξύ τους διαφορά, που θα προκύψει από το ως άνω συμβόλαιο και την περιεχόμενη σ’ αυτό σύμβαση, όρος ο οποίος θα είχε παραληφθεί εάν τα διάδικα μέρη είχαν συμφωνήσει την υπαγωγή κάθε διαφοράς σε διαιτησία του ΤΕΕ,,,".

Με την κρίση του αυτή ούτε αμέσως αλλά ούτε και εμμέσως το δικάσαν Εφετείο προέβη σε διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των συμβληθέντων διαδίκων μερών για το αν η επίδικη διαφορά υπαγόταν στη διαιτησία που είχε συμφωνηθεί με το ...2003 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Γ. Π. και παρέλειψε να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή την ερμηνεία τους, στις διατάξεις των πιο πάνω άρθρων, ή προσέφυγε στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη συμπλήρωση ή την ερμηνεία της δικαιοπραξίας αυτής, δεχόμενο, κατά το νοηματικό περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας.

Η ως άνω αναφορά της αναιρεσιβαλλομένης ότι " Η παραπάνω κρίση άλλωστε επιβεβαιώνεται και από τον όρο 12 του παραπάνω συμβολαίου κατά τον οποίο "Κάθε διένεξη ή διαφορά των συμβαλλόμενων, που μπορεί να προέλθει από το συμβόλαιο αυτό, θα επιλύεται από τα δικαστήρια των Αθηνών."", δεν περιέχει έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας, ως προς την έννοια της δήλωσης βούλησης των συμβληθέντων, (αναφορικά με το είδος της υπαγόμενης στην διαιτησία διαφοράς των συμβληθέντων και ειδικά της επίδικης), όπως ο αναιρεσείων αβάσιμα υποστηρίζει και γίνεται όχι προς άντληση επιχειρήματος προς τον σκοπό της ερμηνευτικής κάλυψης ελλείμματος σαφήνειας της δήλωσης βούλησης αυτών (συμβληθέντων), αλλά προς ενίσχυση της εξαχθείσας κρίσης, ότι η σχετική, αγωγή του αναιρεσίβλητου υπαγόταν όχι στην συμφωνηθείσα διαιτησία του ΤΕΕ αλλά στην δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων των Αθηνών.

Κατ’ ακολουθίαν δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και, επομένως, το Εφετείο, μη προσφεύγοντας σε αυτές, δεν τις παραβίασε. Έτσι, ο αντίθετος, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ περί ευθείας ή εκ πλαγίου παραβίασης των εν λόγων ερμηνευτικών κανόνων, και εκ του αρ. 4 του αυτού άρθρου δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης και κατά τα τρία σκέλη του, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Ο αυτός λόγος αναιρέσεως κατά το οικείο μέρος του, με το οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων σχετικά με την ανωτέρω ρήτρα διαιτησίας είναι απαράδεκτος, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.- Η αγοραπωλησία αυτοτελούς οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμερίσματος) υπό κατασκευή πολυκατοικίας είναι μικτή σύμβαση που έχει το χαρακτήρα πώλησης και μίσθωσης έργου, επί της οποίας εφαρμόζονται, ανάλογα με την βούληση των μερών και το αποτέλεσμα προς το οποίο αυτά απέβλεψαν, τόσο οι διατάξεις για την πώληση, όσο και εκείνες για τη μίσθωση έργου.

Έτσι, καθόσον μεν αφορά τη μεταβίβαση των ποσοστών του οικοπέδου και την οριζόντια ιδιοκτησία, εφαρμογή έχουν οι διατάξεις για την πώληση, καθόσον δε αφορά την αποπεράτωση της ημιτελούς οριζόντιας ιδιοκτησίας, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης, καθώς και την ύπαρξη ελλείψεων και ελαττωμάτων, εφαρμογή έχουν οι διατάξεις για τη μίσθωση έργου και ειδικότερα εκείνες των άρθρων 687 έως 693 του ΑΚ, γιατί θεωρείται ότι στο αποτέλεσμα αυτό, κυρίως, δηλαδή την εκτέλεση του έργου κατά τους όρους της σύμβασης, και την παράδοση αυτού κατά το συμφωνημένο χρόνο απέβλεψαν τα μέρη.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 688-690 ΑΚ, με αυτές ρυθμίζεται η ευθύνη του εργολάβου μετά την περάτωση του έργου και επομένως η ενάσκηση των αξιώσεων που στηρίζονται σ’ αυτά και ειδικότερα η αξίωση από το άρθρο 690 ΑΚ για αποζημίωση του εργοδότη, στην περίπτωση που το έργο που εκτελέσθηκε έχει ελλείψεις που οφείλονται στην υπαιτιότητα του εργολάβου, προϋποθέτει έργο που εκτελέστηκε και παραδόθηκε (ανεξάρτητα αν βαρύνεται με ελαττώματα και ελλείψεις) ή προσφέρθηκε προς παράδοση, πριν από την οποία δεν γεννάται η αξίωση αυτή.

Εξάλλου, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 687 προς τις διατάξεις των άρθρων 689 και 690 ΑΚ, προκύπτει ότι, αν κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης του έργου προβλέπεται με βεβαιότητα κατασκευή ελαττωματική ή αντίθετη προς τη σύμβαση από υπαιτιότητα του εργολάβου ή των υπ’ αυτού προστηθέντων, κατά τρόπο που να αποκλείεται η άρση του ελαττώματος ή η διόρθωση των ελλείψεων, ο εργοδότης έχει δικαίωμα να τάξει σ’ αυτόν εύλογη προθεσμία για να διορθώσει τις ελλείψεις και, αν αυτή περάσει άπρακτη, τότε ο εργοδότης έχει τις από τα άρθρα 689 και 690 ΑΚ αξιώσεις, μεταξύ των οποίων και της αποκατάστασης της ζημίας που υπέστη από την ελαττωματική κατασκευή μέρους του έργου και ειδικότερα δικαιούται να ζητήσει ό,τι δαπάνησε ή αναγκαίως θα δαπανήσει για την αποκατάσταση των ελλείψεων και την εκτέλεση του έργου σύμφωνα με τη σύμβαση, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να αναμείνει την περάτωσή του, ήτοι την εκτέλεση και παράδοσή του ή την προσφορά του προς παράδοση εκ μέρους του εργολάβου, διότι η απαίτηση αυτή θα ήταν αντίθετη προς την καλή πίστη, κατά το άρθρο 288 ΑΚ, αφού η πάροδος του χρόνου, το μόνο αποτέλεσμα που θα είχε θα ήταν η διατήρηση και μόνον μιας καταστάσεως βλαπτικής για τα συμφέροντα του εργοδότη, ώστε και η περίπτωση αυτή εξομοιούται προς εκείνη του περατωθέντος έργου, αφού εκ των πραγμάτων η περάτωση αυτού, εξαιτίας της αδράνειας του εργολάβου, είναι αδύνατη (ΑΠ 924/1988, ΑΠ 1182/1987).

Επί αγωγής δε του εργοδότη κατά του εργολάβου για αποζημίωσή του, από τα ανωτέρω άρθρα 689 και 690 ΑΚ, την απαιτούμενη για την ευθύνη του εναγομένου εργολάβου, προς αποζημίωση, ένεκα ελλείψεων του εκτελεσθέντος έργου, υπαιτιότητά του, δεν υποχρεούται να επικαλεσθεί και αποδείξει ο ενάγων εργοδότης, αλλά να αποκρούσει ο εναγόμενος εργολάβος, επικαλούμενος έλλειψη υπαιτιότητάς του, προς απαλλαγή του από την υποχρέωση αποζημιώσεως (ΑΠ 360/2011, ΑΠ 1271/2003).

Τέλος, με το λόγο από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ελέγχεται η νομική βασιμότητα της αγωγής, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης περί του περιεχομένου της, αν όμως αυτές δεν ταυτίζονται με το πραγματικό περιεχόμενο της αγωγής ιδρύεται ο λόγος από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" δε νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στην θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την από 30-7-2008 ανταγωγή του κατά του αναιρεσίβλητου, την οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, κατ’ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, ήτοι προς διαπίστωση της αποδιδόμενης στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειας εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ της λήψης υπόψη πραγμάτων μη προταθέντων και ειδικότερα αγωγικής βάσης, εξέθετε, ότι δυνάμει του ...2003 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ.

Π. αγόρασε από τον αναιρεσίβλητο, ως εργολήπτη-κατασκευαστή και από τον Α. Μ., ως οικοπεδούχο, τις περιγραφόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες (οροφοδιαμέρισμα, αποθήκη και θέση στάθμευσης), αντί του συνολικού τιμήματος των 134.023,95€, το οποίο ήταν καταβλητέο τμηματικά και ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών στις αναφερόμενες σ’ αυτή ημερομηνίες, ότι ο αναιρεσίβλητος δεν παρέδωσε, ούτε προσέφερε σ’ αυτόν κατά τις συμφωνημένες ημερομηνίες τις άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες, ότι κατά τη διάρκεια εκτέλεσης του έργου διαπιστώθηκε, κατά τα αναλυτικώς αναφερόμενα, ότι από υπαιτιότητα του αναιρεσίβλητου οι εργασίες που πραγματοποίησε είχαν ελλείψεις και δεν είχαν εκτελεσθεί σύμφωνα με τη σύμβαση, ότι στις 21-3-2006 του επέδωσε την από 20-3-2006 εξώδικη δήλωσή του με την οποία, πέραν της υπερημερίας του, ως προς την παράδοση του έργου, του ανέφερε και τις ελλείψεις αυτού και του έτασσε προθεσμία 15 ημερών για την αποκατάστασή τους, ότι στη συνέχεια, λόγω της αδιαφορίας του, του επέδωσε, στις 7-6-2006, την από 5-6-2006 εξώδικη δήλωσή του, συγκοινοποιώντας και την από 5-5-2006 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Γ.

Τ., στην οποία αναφέρονταν οι ελλείψεις αναλυτικά και οι εργασίες που έπρεπε να εκτελεσθούν για την αποκατάστασή τους και στις 24-1-2007, την από 22-1-2007 εξώδικη δήλωσή του με την οποία τον ενημέρωσε ότι, κατόπιν αίτησης του στο ΤΕΕ, είχε συνταχθεί από την πολιτικό μηχανικό Μ. Μ. η από 24-11-2006 έκθεση, στην οποία, πέραν άλλων, περιγράφονταν και πάλι οι ελλείψεις του έργου και του γνωστοποιούσε ότι, μετά την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας που του είχε τάξει για τη διόρθωση τους, θα προβεί ο ίδιος στην αποκατάστασή τους και τη σχετική δαπάνη θα την καταλογίσει σε βάρος του.

Με βάση το ιστορικό αυτό ο αναιρεσείων ζήτησε να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να του καταβάλει, κατά τα αναλυτικώς αναφερόμενα, το ποσό των 17.586 ευρώ, που αναγκαίως θα δαπανήσει για τη διόρθωση των ελλείψεων και την εκτέλεση του έργου σύμφωνα με τη σύμβαση, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της ανταγωγής και συγκεκριμένα:

α) το ποσό των 2.143 ευρώ για τις ηλεκτρολογικές εργασίες (αγορά υλικών πίνακα, κρυφού φωτισμού, διακοπτών, σποτ, λαμπών και μετασχηματιστών και εργασία εγκατάστασης), β) το ποσό των 4.800 ευρώ για την εργασία τοποθέτησης πατωμάτων (120 τμ x 40 ευρώ ανά τμ), γ) το ποσό των 6.240 ευρώ για το χρωματισμό του διαμερίσματος (αγορά χρωμάτων για βαφή 480 τμ και εργασία βαφής) και δ) το ποσό των 4.403 ευρώ για τη μόνωση και στεγανοποίηση του δώματος Από το ανωτέρω εκτεθέν λεπτομερώς ιστορικό της ένδικης ανταγωγής, είναι σαφές, ότι ο αναιρεσείων άσκησε το εκ του άρθρου 687 ΑΚ νόμιμο δικαίωμα της διόρθωσης των ελλείψεων του συμφωνηθέντος έργου, διαρκούσης της εκτέλεσης του, τάσσοντας στον αναιρεσίβλητο εύλογη προθεσμία προς διόρθωση τους μέχρι το χρόνο παράδοσης του, η οποία παρήλθε, άπρακτη και μετά ταύτα ζήτησε την αποκατάσταση της ζημίας του, η οποία ισούται με τη δαπάνη που αναγκαίως απαιτείται για τη διόρθωση των ελλείψεων αυτών.

Το δίκασαν Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων με το παραπάνω αίτημά του ζήτησε την από το άρθρο 690 ΑΚ αποζημίωση για την αποκατάσταση των κακοτεχνιών του έργου, που οφείλονται σε υπαιτιότητα του εργολάβου, "η οποία προϋποθέτει ότι το έργο εκτελέστηκε και παραδόθηκε ή προσφέρθηκε προς παράδοση, γεγονός το οποίο όμως όχι μόνο δεν επικαλείται, αλλά αντιθέτως αρνείται..." και ακολούθως απέρριψε, ως μη νόμιμη, την ανταγωγή κατά το κεφάλαιό της αυτό.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα, δηλαδή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι ζήτησε αποζημίωση ένεκα ευθύνης του εργολάβου για εκτελεσθέν έργο που προϋποθέτει παράδοση του έργου ή προσφορά προς τούτο, με εντεύθεν έννομη συνέπεια την απόρριψή της ανταγωγής κατά το παραπάνω κεφάλαιό της, θεωρούμενης ως θεμελιωμένης επί της άνω ανύπαρκτης νομικής βάσης και παράλληλα δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι άσκησε το δικαίωμα της διόρθωσης των ελλείψεων του έργου κατά τη διάρκεια εκτέλεσής του, σύμφωνα με το άρθρο 687 ΑΚ και τις εξαιτίας άπρακτης παρέλευσης της ταχθείσας προθεσμίας αξιώσεις του κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά τα σχετικά πρώτο και δεύτερο σκέλη του, με τα οποία προβάλλονται, αιτιάσεις από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Τέλος, ο ίδιος λόγος κατά το τρίτο σκέλος του με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, διότι σε σχέση με την αγωγή του αναιρεσίβλητου έκρινε ότι αυτός είχε περατώσει το έργο και ότι συνεπώς δικαιούται την αιτούμενη με αυτή αμοιβή του, ενώ σε σχέση με την ανταγωγή του, κατά το κεφάλαιό της με το οποίο ζητούσε αποζημίωση για την αποκατάσταση των ελλείψεων του έργου, έκρινε ότι δεν είχε περατωθεί το έργο και την απέρριψε, απαραδέκτως προβάλλεται, διότι η πλημμέλεια του αρ. 19 προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας και στην προκείμενη περίπτωση η ανταγωγή απορρίφθηκε από το Εφετείο, ως μη νόμιμη, ανεξαρτήτως του ότι η αντιφατικότητα πρέπει να αφορά σε αιτιολογίες, που αναφέρονται στο ίδιο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης και όχι σε διαφορετικά, όπως στην προκείμενη περίπτωση.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την εν λόγω διάταξη νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις, οι νομικές αναλύσεις καθώς και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου των αποδείξεων (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013).

Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεων μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι’ αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και όταν, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, σύμφωνα με το άρθρο 340 του ΚΠολΔ, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από άλλα ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα.

Στον κανόνα της ελεύθερης εκτίμησης υπάγονται, σύμφωνα με το άρθρο 390 ΚΠολΔ, και οι γνωμοδοτήσεις των προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται από αυτόν. Τέτοιες δε είναι και οι εκθέσεις που συντάσσονται, κατόπιν αίτησης του ενδιαφερομένου, από τα μέλη του ΤΕΕ.

Τέλος, ο προβλεπόμενος από το αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Οι γνωμοδοτήσεις δε των προσώπων με ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, ως προς τις περιεχόμενες σ’ αυτές εκτιμήσεις και αξιολογικές κρίσεις που, κατά τα παραπάνω, σύμφωνα με το άρθρο 340 ΚΠολΔ, εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο, δεν αποτελούν έγγραφα με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ και συνεπώς η παραμόρφωσή τους δεν θεμελιώνει τον από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του α) παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 24-11-2006 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης της πολιτικού μηχανικού Μ. Μ., που ορίστηκε από το ΤΕΕ, κατόπιν αίτησης του αναιρεσείοντος, διότι δέχθηκε ότι "δεν αποδείχθηκε ότι λόγω κακής κατασκευής της μόνωσης του δώματος (ταράτσας), εισήλθαν ύδατα στο διαμέρισμα" και κατόπιν τούτου ήχθη στο συμπέρασμα ότι ο αναιρεσίβλητος είχε εκτελέσει τις εργασίες που είχε αναλάβει και έποντο αυτές που είχε αναλάβει ο αναιρεσείων, οι οποίες καθυστερούσαν, ενώ στην έκθεση αυτή ρητώς αναφέρεται ότι "...είναι προφανές ότι υπήρχε είσοδος υδάτων στο διαμέρισμα...είναι εμφανές ότι υπήρχε πρόβλημα με τη μόνωση...από τα ηλεκτρικά δεν έχουν περαστεί τα καλώδια....

δεν έχει τοποθετηθεί ο πίνακας, οι διακόπτες, οι μπρίζες.., η κατοικία δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει περατωθεί...", β) με τις παραπάνω παραδοχές του παραβίασε τους όρους του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, δεδομένου ότι η άνω πραγματογνωμοσύνη, διεξαχθείσα από πολιτικό μηχανικό, ορισθείσα από το ΤΕΕ, έχει ισχύ δημοσίου εγγράφου και αποτελεί πλήρη απόδειξη για όσα βεβαιώνονται σ’ αυτή κατ’ άρθρο 438 ΚΠολΔ και γ) δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα όσα βεβαιώνονται στην άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης σχετικά με τη μη ολοκλήρωση- περάτωση των σταδίων της οικοδομής από τον αναιρεσίβλητο.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης και υπό τα τρία σκέλη του είναι απορριπτέος. Ειδικότερα, κατά το σκέλος του με το οποίο προβάλλεται πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στην παραμόρφωση του περιεχομένου της από 24-11-2006, συνταγείσας με αίτηση του αναιρεσείοντος και υπ’ αυτού επικληθείσας και προσαχθείσας τεχνικής έκθεσης, ήτοι γνωμοδότησης της πολιτικού μηχανικού Μ.

Μ., είναι απαράδεκτος, αφού, όπως προεκτέθηκε, η τοιαύτη γνωμοδότηση, δικονομικώς, δεν είναι έγγραφο υπό την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ και συνεπώς είναι ανεπίδεκτη παραμόρφωσης. Περαιτέρω, κατά το σκέλος του με το οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στην άνω έκθεση δεσμευτική αποδεικτική δύναμη δημοσίου εγγράφου για τις περιεχόμενες σ’ αυτή εκτιμήσεις και αξιολογήσεις της συντάκτου της πολιτικού μηχανικού σε σχέση με τα τεθέντα ζητήματα, είναι απαράδεκτος, διότι, υπό το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του, πλήττει την ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου (ελεύθερη) εκτίμηση από το Εφετείο της ειρημένης έκθεσης.

Τέλος, κατά το σκέλος του με το οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια από τον αριθ. 8(β) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στη μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή και συγκεκριμένα η άνω έκθεση και όσα βεβαιώνονται σ’ αυτή, σε σχέση με τη μη ολοκλήρωση-περάτωση των σταδίων της οικοδομής από τον αναιρεσίβλητο, είναι απορριπτέος,ως απαράδεκτος, διότι η έκθεση και τα αναφερόμενα σ’ αυτή περιστατικά, που αφορούν στο περιεχόμενο της, δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, αφού η έκθεση συνιστά αποδεικτικό μέσο και συνεπώς δεν στοιχειοθετείται ο επικαλούμενος λόγος αναίρεσης.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω οι πρώτος, δεύτερος και κατά τα τρία σκέλη του, τρίτος, τέταρτος κατά το τρίτο σκέλος του και πέμπτος και κατά τα τέσσερα σκέλη του, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, που πλήττουν τα κεφάλαια της προσβαλλομένης αποφάσεως που αφορούν την από 5-7-2006 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, πρέπει να απορριφθούν, ενώ πρέπει να γίνει δεκτός ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, κατά τα πρώτο και δεύτερο σκέλη του και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη, ως προς το προεκτεθέν κεφάλαιο, που αφορά την από 30-7-2008 ανταγωγή του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσιβλήτου. Ακολούθως πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το παραπάνω αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος βαρύνουν κατά ένα μέρος τον αναιρεσίβλητο, λόγω της μερικής ήττας και νίκης των διαδίκων (άρθρα 178 παρ. 1 και 183 του ΚΠολΔ), θα καθοριστούν δε όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του καταβληθέντος εκ μέρους του παραβόλου, ενόψει της μερικής νίκης του (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε’ του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, μερικώς, την 1007/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ήτοι κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορά την από 30-7-2008 ανταγωγή του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσιβλήτου και απορρίπτει αυτήν κατά τα λοιπά.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντα, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.

Και

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου