1590/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Δήμητρα Μπουρνάκα και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1590/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για να είναι, δηλαδή, αξιόποινη η πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, αρκεί ο εκδότης αυτής σε επίπεδο γνωστικό να γνωρίζει ακόμη και ως ενδεχόμενο και σε επίπεδο βουλητικό να επιδιώκει ή απλά να αποδέχεται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων.
Full text
Απόφαση 1590 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1590/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Δήμητρα Μπουρνάκα και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σακελλάκου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Θ. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χριστόφορο Αργυρόπουλο, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 1476/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών. Mε πολιτικώς ενάγουσα την Κοινοπραξία με την επωνυμία "...", η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Χριστογεώργη.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελειοδικείο Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Μαΐου 2013 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 11 Δεκεμβρίου 2013 προσθέτους λόγους, η οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 670/2013.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: α) να γίνει εν μέρει δεκτή η συνεισαγόμενη με την αναίρεση, αίτηση του αναιρεσείοντα για διόρθωση της αποφάσεως, στις σελίδες 7, στίχος 21 και 9, στίχος προτελευταίος, με την απάλειψη της από παραδρομή τεθείσης λέξεως - χαρακτηρισμού "ανώνυμη" μετά τη λέξη "εγκαλούσα" και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αυτή και β) να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 397 παρ.1 ΠΚ "Ο οφειλέτης που με πρόθεση ματαιώνει ολικά ή εν μέρει την ικανοποίηση του δανειστή του, βλάπτοντας καταστρέφοντας ή καθιστώντας χωρίς αξία, αποκρύπτοντας ή απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα οποιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο, κατασκευάζοντας ψεύτικα χρέη ή ψεύτικες δικαιοπραξίες, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή, αν η πράξη δεν υπόκειται σε βαρύτερη ποινή σύμφωνα με άλλη διάταξη" και παρ. 3 "Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση".
Από την διάταξη της παρ.1 προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της καταδολιεύσεως δανειστών, απαιτείται αντικειμενικώς ολικώς ή μερικώς, ματαίωση της ικανοποιήσεως του δανειστού με έναν από τους προαναφερομένους τρόπους, καθοριζομένους υπαλλακτικώς, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και εκείνος της απαλλοτριώσεως, χωρίς ισότιμο αντάλλαγμα ως και της δημιουργίας ψευδών δικαιοπραξιών (εικονικών), υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση έστω και με την έννοια του ενδεχομένου δόλου (της αμφιβολίας), της υπάρξεως απαιτήσεως εναντίον του από συγκεκριμένη νομική αιτία επομένως απαιτήσεως, η οποία δεν απαιτείται να είναι εκκαθαρισμένη και δικαστικώς αναγνωρισμένη ως και τη θέληση ή την αποδοχή της ματαιώσεως της ικανοποιήσεως του δανειστού, με την γενομένη χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, απαλλοτρίωση, ή με τη δημιουργία ψευδών (εικονικών) δικαιοπραξιών κατά την έννοια του άρθρου 138 ΑΚ, δηλαδή εκείνων οι οποίες δεν έγιναν σπουδαίως, αλλά κατά το φαινόμενο μόνο, πράγμα όπερ συμβαίνει οσάκις το κατά τον άνω τρόπον απαλλοτριούμενο ή το αφορών την εικονική δικαιοπραξία αποτελεί το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο ή οσάκις τα εναπομένοντα μετά την γενομένη απαλλοτρίωση ή την σύναψη της εικονικής δικαιοπραξίας περιουσιακά στοιχεία, εν όψει της αξίας τους, δεν επαρκούν για την ολοσχερή ικανοποίηση της απαιτήσεως του δανειστού.
Περαιτέρω μεταξύ δράστου και παθόντος πρέπει να υπάρχει σχέση δανειστού και οφειλέτου από κάποια νόμιμο αιτία, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ενοχική εμπράγματη κτλ, αρκεί να είναι βάσιμος, αληθής και δικαστικώς επιδιώξιμη, χωρίς να απαιτείται να είναι ληξιπρόθεσμη, εκκαθαρισμένη δικαστικά αναγνωρισμένη ή να έχει επιδοθεί στον οφειλέτη αγωγή περί αυτής, αφού ενεργητικό υποκείμενο είναι ο ίδιος ο οφειλέτης ( ή τρίτος που επιχειρεί υπέρ του οφειλέτου κάποια από τις ανωτέρω πράξεις), παθητικό δε ο δανειστής από οποιαδήποτε αιτία.
Εάν οφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο, το αδίκημα τελείται μόνο από τα αρμόδια όργανα εκπροσωπήσεώς του, που μετήλθαν την αξιόποινη συμπεριφορά. Ειδικότερα επί ανωνύμου εταιρίας, οι εκπρόσωποί της ενεργούν στο όνομα αυτής, η οποία έχει διάφορο αυτών νομική προσωπικότητα, δι’ ο και υπάρχει πλήρης διάκριση μεταξύ της περιουσίας της ανώνυμης εταιρίας και εκείνης των μετόχων, οι οποίοι δεν ευθύνονται προσωπικώς για τις εταιρικές υποχρεώσεις.
Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση της υπάρξεως της απαιτήσεως του δανειστή από συγκεκριμένη νομική αιτία και τη θέληση του δράστη να ματαιώσει ολικά ή μερικά την ικανοποίηση του με ένα από τους άνω τρόπους. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 79 παρ.1 του ν.5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1325/1972, εκείνος που εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ’ αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται, αφενός μεν έκδοση έγκυρης επιταγής, ήτοι συμπλήρωση των κατά νόμο στοιχείων επί του εντύπου και υπογραφή του εκδότη, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου ή εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρίας αφετέρου δε έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή κατά το χρόνο οπωσδήποτε της πληρωμής και γνώση του εκδότη για την έλλειψη αυτή.
Για να είναι, δηλαδή, αξιόποινη η πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, αρκεί ο εκδότης αυτής σε επίπεδο γνωστικό να γνωρίζει ακόμη και ως ενδεχόμενο και σε επίπεδο βουλητικό να επιδιώκει ή απλά να αποδέχεται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων.
Εξάλλου, το αξιόποινο του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής δεν επηρεάζεται από την έλλειψη κάθε αιτίας ή οφειλής του εκδότη, γιατί το έγκλημα αυτό, εν όψει της φύσεως της επιταγής ως χρηματικού μέσου πληρωμής και της ανάγκης προστασίας των συναλλαγών, πραγματώνεται με μόνη την έκδοση ή μη πληρωμή της ακάλυπτης επιταγής, χωρίς να ασκεί επιρροή η εσωτερική σχέση μεταξύ εκδότη και λήπτη της επιταγής, δεδομένου ότι στο πεδίο του ποινικού δικαίου δεν ερευνάται η αιτία εκδόσεως.
Ούτε αίρεται το άδικο της πράξεως αν η ενσωματωμένη στην επιταγή απαίτηση δεν είναι αγώγιμη ή δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά του εκδότη λόγω του ανυπάρκτου ή του παράνομου της αιτίας. Αρκεί ότι η επιταγή ως αξιόγραφο έχει τα τυπικά στοιχεία της εγκυρότητας. Με βάση τις παραπάνω προϋποθέσεις, και του σκοπού της διάταξης του άνω άρθρου, προκύπτει κατά τρόπο σαφή ότι δράστης (αυτουργός) του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής μπορεί να είναι μόνο ο "εκδίδων" επιταγή, χωρίς αντίκρισμα, δηλαδή αυτός που πραγματοποιεί την επί του τίτλου δήλωση βουλήσεως (υπογράφει το έγγραφο της επιταγής) και θέτει αυτό σε κυκλοφορία, ανεξάρτητα από το πρόσωπο για το οποίο επέρχονται οι έννομες συνέπειες που απορρέουν από αυτή (ΑΠ 360/2012).
Έτσι η υπογραφή του εκδίδοντος την επιταγή, η οποία ανήκει στα κατά το άρθρο 1 του ν. 5960/1933 τυπικά στοιχεία, που πρέπει να περιέχει η επιταγή για να είναι έγκυρη, είναι δυνατό να τίθεται από φυσικό πρόσωπο, που προβαίνει στην επί του τίτλου δήλωση βούλησης για έκδοση επιταγής ως εκπρόσωπος ή όργανο νομικού προσώπου, όπως είναι και η ανώνυμη εταιρία.
Κατά συνέπεια, αν κάποιος εκδώσει ακάλυπτη επιταγή ως νόμιμος εκπρόσωπος νομικού προσώπου για λογαριασμό του τελευταίου, δράστης του αδικήματος αυτού είναι ο ενεργών ως όργανο του νομικού προσώπου, ο οποίος δια της προγενεστέρας αδίκου συμπεριφοράς του φέρει ο ίδιος την ποινική ευθύνη για την ποινή που προβλέπεται στο άρθρο 79 ν. 5960/1933 και υπέχει νομική υποχρέωση κάλυψης της επιταγής, εφόσον ενήργησε γνωρίζοντας τα στοιχεία του αδικήματος και το ενδεχόμενο να υπάρχει έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων στο λογαριασμό του νομικού προσώπου με χρέωση του οποίου είναι πληρωτέα η επιταγή κατά το χρόνο έκδοσης ή της πληρωμής αυτής (ΑΠ 1583/2013).
Περαιτέρω εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που εδέχθη ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφηρμόσθη αλλά και όταν η διάταξη αυτή παρεβιάσθη εκ πλαγίου, όταν δηλαδή στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως (ολ. ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ’ αριθμ. 1476/2013 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, τούτο μετά από εκτίμηση των αναφερομένων κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων, εδέχθη ανελέγκτως τα εξής κατά λέξη: "Ο πρώτος κατηγορούμενος (ήδη αναιρεσείων Θ. Κ.), κατά το καλοκαίρι του 2008 διατελούσε νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "..." με έδρα την Πάτρα.
Η εταιρεία αυτή, η οποία τελεί ήδη, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 545/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών σε κατάσταση πτώχευσης με ημερ. Παύσης πληρωμών την 14/1/2009 δραστηριοποιείτο στο χώρο της χερσαίας μεταφοράς εμπορευμάτων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Η ανωτέρω εταιρεία συνεργαζόταν επί πολλά έτη με την εγκαλούσα κοινοπραξία "...", η οποία και αναλάμβανε, έναντι καταβολής του αναλόγου ναύλου, τη μεταφορά δια θαλάσσης των φορτηγών της εταιρείας "...".
Στο πλαίσιο αυτής της συνεργασίας το καλοκαίρι του 2008 η εγκαλούσα προέβη στη μεταφορά φορτηγών οχημάτων και τρέιλερ για λογαριασμό της εταιρείας του πρώτου κατηγορούμενου, από το λιμάνι της Πάτρας προς τα λιμάνια Ανκόνα και Μπάρι της Ιταλίας και αντιστρόφως. Έναντι του οφειλόμενου τιμήματος για τις ανωτέρω μεταφορές, ο πρώτος κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της ανωτέρω εταιρείας, κατά το χρονικό διάστημα από 23/9/2008 μέχρι τις 24/11/2008, όπως συνομολόγησε και ο ίδιος με τις προτάσεις του στη σχετική δίκη, που άνοιξε με την έγερση αγωγής εκ μέρους της εγκαλούσας σε βάρος του, εξέδωσε και παρέδωσε στην εγκαλούσα δέκα τρεις μεταχρονολογημένες επιταγές, συνολικού ύψους 1.066.263,16 ευρώ, με ημερομηνίες έκδοσης την 5/12/2008,6/12/2008, 7/12/2008, 20/12/2008, 5/1/2009, 6/1/2009, 7/1/2009, 8/1/2009, 5/2/2009, 6/2/2009, 9/2/2009, 10/2/2009 και 11/2/2009.
Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος Θ. Κ. όφειλε ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "..." προς την εγκαλούσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..." το συνολικό ποσό των 1.,066.263,16 € από την μεταξύ τους συνεργασία, καθότι η τελευταία-είχε αναλάβει τη μεταφορά φορτηγών οχημάτων και τρέιλερ για λογαριασμό της πρώτης από το λιμάνι της Πάτρας στο λιμάνι της Ανκόνα ή του Μπάρι Ιταλίας και εξαιτίας της ανωτέρω οφειλής εξέδωσε τις ως άνω 13 επιταγές, τις οποίες παρέδωσε στην εγκαλούσα εταιρεία, η οποία εμφάνισε στις 11-12-2008 δύο εξ αυτών, αξίας κάθε μίας 66.192,70 €, και στις 22-12-08 δέκα (10) εξ αυτών, αξίας 180.136,60 €, 74.534,87 €, 74.534,87 €, 74.534,87 €, 74.534,87 €, 77.881,80 €, 77.881,80 €, 77.881,80 €, 77.881,80 €, 77.881,80 €) και οι οποίες δεν πληρώθηκαν λόγω μη υπάρξεως επαρκούς υπολοίπου στο λογαριασμό της εκδότριας ανώνυμης εταιρίας.
Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος προέβη δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../10-12-2008 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Πατρών, Κονδυλίας Παπαδημητρίου σε γονική παροχή προς την υιό του και νυν συγκατηγορούμενό του Α. Κ. της ψιλής κυριότητας οικοπέδου με τα μέσα σε αυτό κτίσματα (ήτοι: τμήμα υπογείου δεξαμενής εμβαδού τ.μ. 83,60, τμήμα πρατηρίου βενζίνης εμβαδού τ.μ. 196,23, τμήμα πρατηρίου βενζίνης εμβαδού 87,42), κείμενου στη θέση "..." του Δήμου Πατρέων και στη διασταύρωση των οδών ... (πρώην ...) και ..., έκτασης χιλίων εννιακοσίων εξήντα έξι και 0,65 (1966,65) τετραγωνικών μέτρων (αντικειμενικής αξίας 559.674 €), που είχε περιέλθει σε αυτόν με γονική παροχή από τον πατέρα του Α.
Κ. δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../19-12-1989 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Πατρών Κωνσταντίνου Σακελλαρόπουλου και με πρόθεση ματαίωσε ολικά την εκ της ως άνω αιτίας ικανοποίηση της ως άνω απαίτησης της εγκαλούσας εταιρείας, προβαίνοντας στην κατάρτιση της ανωτέρω αναφερόμενης δικαιοπραξίας, δια της οποίας, άνευ αξιόχρεου ανταλλάγματος μεταβίβασε προς τον 2° συγκατηγορούμενό του το μοναδικό αξιόχρεο περιουσιακό του στοιχείο.
Το γεγονός ότι ο πρώτος κατηγορούμενος ενήργησε με σκοπό να αποφύγει την κατάσχεση του σημαντικότερου περιουσιακού του στοιχείου, ενισχύεται κυρίως από τη χρονική εγγύτητα της ένδικης μεταβίβασης με την εμφάνιση των επιταγών που διατηρούσε η εγκαλούσα εταιρεία προς πληρωμή, αφού η συμβολαιογραφική πράξη της γονικής παροχής υπογράφηκε στις 10/12/2008 και η καταχώρησή της στο κτηματολογικό φύλλο του οικείου Κτηματολογικού γραφείου έλαβε χώρα στις 12/12/2008, οι δε πρώτες επιταγές εμφανίσθηκαν προς πληρωμή στις 11/12/2008 και οι υπόλοιπες στις 22/12/2008.
Η χρονική εγγύτητα των άνω πράξεων, οφείλεται στο γεγονός ότι ο πρώτος εναγόμενος γνωρίζοντας ότι τον Δεκέμβριο του 2008 επρόκειτο να εμφανισθούν από την εγκαλούσα προς πληρωμή οι πρώτες εκ των δεκατριών επιταγών, χωρίς να υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρείας που εκπροσωπούσε ο ίδιος, επιχείρησε να αποκρύψει το περιγραφόμενο ανωτέρω σημαντικό περιουσιακό του στοιχείο.
Συνεπώς, η απαίτηση της εγκαλούσας εταιρείας είχε γεννηθεί πριν την έκδοση των ανωτέρω επιταγών, οι οποίες ενσωμάτωσαν την απαίτηση αυτή και συνεπώς, απορριπτέος τυγχάνει ο σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός των κατηγορούμενων, ... Ομοίως απορριπτέος τυγχάνει και ο δεύτερος ως άνω αυτοτελής ισχυρισμός των κατηγορουμένων, καθώς ο πρώτος εξ αυτών έχει μεν και άλλα δυο περιουσιακά στοιχεία, ... πλην όμως από τα προσκομιζόμενα κτηματογραφικά αποσπάσματα του Κτηματολογικού Γραφείου Πατρών προκύπτει ότι αυτά είναι ιδιαιτέρως επιβαρυμένα, σε σχέση με το μεταβιβασθέν δυνάμει του προαναφερόμενου συμβολαίου ... Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι -τα ανωτέρω εναπομένοντα μετά τη γενομένη απαλλοτρίωση περιουσιακά στοιχεία, εν όψει των προαναφερόμενων βαρών, δεν επαρκούν για την ολοσχερή ικανοποίηση της απαιτήσεως της εγκαλούσας και πρέπει να απορριφθεί και ο δεύτερος ως άνω ισχυρισμός του κατηγορουμένου.
Ακολούθως, το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα Θ. Κ. του ότι: "στην Πάτρα, στις 10-12-2008 ως οφειλέτης, ενεργώντας με πρόθεση ματαίωσε ολικά την ικανοποίηση του δανειστή του, απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα περιουσιακό του στοιχείο. Συγκεκριμένα, αν και όφειλε ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "..." προς την εγκαλούσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...." το συνολικό ποσό των 1.066.263,16 € από την μεταξύ τους συνεργασία, καθότι η τελευταία είχε αναλάβει τη μεταφορά φορτηγών, οχημάτων και τρέιλερ για λογαριασμό της πρώτης από το λιμάνι της Πάτρας στο λιμάνι της Ανκόνα ή του Μπάρι Ιταλίας, με πρόθεση ματαίωσε ολικά την εκ της ως άνω αιτίας ικανοποίησή της, προβαίνοντας στην κατάρτιση της εν συνεχεία αναφερόμενης δικαιοπραξίας, δια της οποίας, άνευ αξιόχρεου ανταλλάγματος μεταβίβασε προς τον 2° συγκατηγορούμενό του το μοναδικό περιουσιακό του στοιχείο- ειδικότερα δε προέβη δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../10-12-2008 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Πατρών, Κονδυλίας Παπαδημητρίου σε γονική παροχή προς την υιό του και νυν συγκατηγορούμενό του Α.
Κ. της ψιλής κυριότητας οικοπέδου με τα μέσα σε αυτό κτίσματα (ήτοι: τμήμα υπογείου δεξαμενής εμβαδού τ.μ. 83,60, τμήμα πρατηρίου βενζίνης εμβαδού τ.μ. 196,23, τμήμα πρατηρίου βενζίνης εμβαδού 87,42), κείμενου στη θέση "..." του Δήμου Πατρέων και στη διασταύρωση των οδών ... (πρώην ...) και ..., έκτασης χιλίων εννιακοσίων εξήντα έξι και 0,65 (1966,65) τετραγωνικών μέτρων (αντικειμενικής αξίας 559.674 €), που είχε περιέλθει σε αυτόν με γονική παροχή από τον πατέρα του Α.
Κ. δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../19-12-1989 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Πατρών Κωνσταντίνου Σακελλαρόπουλου.
Υπό τα ως άνω όμως εκτιθέμενα στο σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, σύμφωνα με την πλειοψηφούσα άποψη του Δικαστηρίου υπάρχει αντίφαση περί της ορθής εφαρμογής του νόμου. Ειδικότερα, υπάρχει αντίφαση αλλά και ασάφεια ως προς το πρόσωπο του οφειλέτη της απαίτησης της εγκαλούσας, διότι ενώ στο σκεπτικό (με τις παραδοχές ότι στα πλαίσια της συνεργασίας της εγκαλούσας με την εταιρεία ..., δυνάμει της οποίας η πρώτη το καλοκαίρι του 2008 προέβη στη μεταφορά φορτηγών οχημάτων και τρέιλερ, ότι έναντι του οφειλομένου τιμήματος ο αναιρεσείων με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας ...
κατά το χρονικό διάστημα από 23-9-2008 μέχρι τις 24-11-2008 εξέδωσε και παρέδωσε στην εγκαλούσα δεκατρείς μεταχρονολογημένες επιταγές, συνολικού ύψους 1.066.263,16 ευρώ ... τις οποίες παρέδωσε στην εγκαλούσα εταιρεία η οποία....τις εμφάνισε και οι οποίες δεν πληρώθηκαν λόγω μη υπάρξεως επαρκούς υπολοίπου στο λογαριασμό της εκδότριας ανώνυμης εταιρείας) δέχεται ότι οφειλέτης είναι ο αναιρεσείων ως εκδότης των επίδικων επιταγών, ιδιότητα που θεμελιώνει αυτοτελώς ποινική ευθύνη αυτού από αδικοπραξία, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή η υποκειμένη αιτία της εκδόσεως των επιταγών, με εντεύθεν έννομη συνέπεια να ευθύνεται αυτός για την ικανοποίηση της απαιτήσεως της εγκαλούσας και με την προσωπική του περιουσία, στο διατακτικό δέχεται μόνον συμβατική ευθύνη της εταιρείας ...
έναντι της εγκαλούσας από την μεταξύ τους καταρτισθείσα σύμβαση μεταφοράς αντί αναλογούντος ναύλου, με έννομη εντεύθεν συνέπεια να ευθύνεται μόνον η εταιρεία με την περιουσία της για το χρέος αυτό (άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2190/1920) και όχι ο αναιρεσείων νόμιμος εκπρόσωπος της με την προσωπική του περιουσία. Έτσι όμως η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, διότι λόγω της ασάφειας και της αντιφάσεως αυτής δεν καθίσταται εφικτός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου, για τη ορθή ή μη εφαρμογή των άρθρων 397 ΠΚ, 79 του ν. 5960/1933 και 1 του ν. 2190/1920.
Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ’ εκτίμηση ως προς το σημείο αυτό, και αυτεπαγγέλτως άλλωστε εξεταζόμενος κατά το άρθρο 511 ΚΠΔ, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και κατά την αυτή πλειοψηφούσα γνώμη να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, να επεκταθεί δε το αναιρετικό αυτό αποτέλεσμα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 469 ΚΠΔ και στον μη ασκήσαντα αναίρεση Α.
Κ., ως συμμέτοχο του αναιρεσείοντος στο ως άνω αδίκημα, καταδικασθέντος για άμεση συνέργεια, εφόσον ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως δεν αρμόζει αποκλειστικά στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, παρελκούσης πλέον της έρευνας του ετέρου λόγου αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής. Κατά την γνώμην όμως ενός μέλους του Δικαστηρίου, της Αρεοπαγίτου Βιολέττας Κυτέα, Εισηγητρίας με αυτά που εδέχθη το δικαστήριο της οποίας εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 307 ΠΚ και τον Ν. 2190/1920 περί ανωνύμων εταιριών και τούτο καθόσον δεν δέχεται το μεν ότι ο αναιρεσείων ενήργησε την προπεριγραφείσα απαλλιοτρίωση - μεταβίβαση ως νόμιμος εκπρόσωπος της οφειλέτριας εταιρίας ..., το δε ότι το απαλλοτριωθέν ήτο ιδιοκτησία της τελευταίας αυτής, η οποία και ώφειλε τα ποσά των επιταγών κατά τις παραδοχές της αποφάσεως εκ της μεταξύ αυτής και της "..." συμβάσεως μεταφοράς κατά λέξη "από την μεταξύ τους συνεργασία" και στο σκεπτικό και στο διατακτικό αφού κατά τ’ άνω εκτεθέντα η εταιρική περιουσία της ανωνύμου εταιρίας διαφέρει της ατομικής τοιαύτης των μετόχων της ή των νομίμων εκπροσώπων της.
Αντιθέτως μάλιστα δέχεται η απόφαση ότι η μεταβιβασθείσα από του αναιρεσείοντος Θ. (πατρός) λόγω γονικής παροχής προς τον υιό του Α. ψιλή κυριότητα του οικοπέδου με τα εν αυτώ κτίσματα, ήτο περιουσιακό στοιχείο αυτού του ιδίου του αναιρεσείοντος το οποίο είχε περιέλθει στον τελευταίο αυτόν, λόγω γονικής παροχής παρά του πατρός του Α.
Κ..
Συνεπώς, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, ο αναιρεσείων εξεποίησεν ατομικώς την ατομική του περιουσία και όχι ως εκπρόσωπος της οφειλέτριας την ιδίαν αυτής περιουσία.
Κατ’ ακολουθίαν αυτών έπρεπε, δεκτού γενομένου του σχετικού λόγου της αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση για τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ λόγου και εφ’ όσον, όλα τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα, δεν θεμελιώνουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της καταδολιεύσεως δανειστών του 397 Π.Κ. να κηρυχθεί αθώος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 518 § 1 Κ.Π.Δ. μη υφισταμένης αξιοποίνου πράξεως. Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι μετά ταύτα το σχετικό αίτημα περί διορθώσεως της αποφάσεως, ως προς την νομική μορφή της εγκαλούσης εταιρίας (απάλειψη του χαρακτηρισμού "ανώνυμη" σελ. 7 και 9), μετά την ανωτέρω αθωωτική κρίση είναι άνευ αντικειμένου.
Περαιτέρω, εφ’ όσον ο άνω αυτουργός της πράξεως έπρεπε να κηρυχθεί αθώος, λόγω του ότι δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της καταδολιεύσεως δανειστών κατά την μειοψηφούσα γνώμη, ο λόγος αυτός, μη αναφερόμενος στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος αποκλειστικώς, ωφελεί και τον μη ασκήσαντα αναίρεση συγκατηγορούμενό του καταδικασθέντα ως άμεσο συνεργό Α. Κ. και πρέπει η αναίρεση του πρώτου να έχει επεκτακτικό αποτέλεσμα και για τον τελευταίο αυτό συμμέτοχο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 1476/2013 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτηθησόμενο από άλλες δικαστές.
Επεκτείνει το αναιρετικό αποτέλεσμα - αναιρεί την απόφαση - και στον καταδικασθέντα με την ίδια ως άνω απόφαση Α. Κ. του Θ..
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Οκτωβρίου 2015.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Νοεμβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ