Supreme Court allows appeal on vague claim to accept services, remands case for further trial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a labor dispute between an insurance company and an employee. The court found the lower court's dismissal of the plaintiff's request to force the defendant to accept his services legally insufficient because it lacked specific factual grounds. Consequently, the appeal on this specific ground was accepted as valid, while other grounds were rejected as inadmissible or unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArt. 529 K.Pol.D.; Art. 559(1) K.Pol.D.: An appeal ground based on vagueness is admissible if the claim fails to cite specific incidents proving illegality or damage, requiring the appellate court to examine the substantive law violations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1590 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Εργατικές διαφορές. Κατάργιση σύμβασης εργασίας και σύμβαση έργου μεταξύ ασφαλιστικής εταιρείας και υπαλλήλου αυτής.Ασυμβίβαστο των ιδιοτήτων μεταξύ ασφαλιστικού συμβούλου και ασφαλιστικου υπαλλήλου, πλην δεν επάγεται ακυρότητα της σύμβασης εργασίας. Λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1,12,και 19 του άρθρου 559 Κ. Πολ. Δικ, απορρίπτεται ως αβάσιμος.Λόγος αναίρεσης για παράβαση του άρ 529 Κ.Πολ.Δικ, απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Στοιχεία αγωγικού αιτήματος περί υποχρεωσης της αναιρεσείουσας να αποδέχεται τις υπηρεσίες του αναιρεσιβλήτου, του οποίου η απόλυση κρίθηκε άκυρη, λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης και μη τήρησης του έγγραφου τύπου. Λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 άρθρου 559 ΚΠολ Δικ, γίνεται δεκτός ως βάσιμος.
ΑΡΙΘΜΟΣ 1590/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικού- δη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα,Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμμα-τέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Αγροτική Ασφαλιστική Α.Ε", η οποία εδρεύει στη ...και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσω-πήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πήτα.
Του αναιρεσίβλητου: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γεωργόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 1873/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 152/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-5-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 16-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τέταρτου λόγου της αίτησης αναίρεσης και κατά το πρώτο και τέταρτο μέρος αυτού, και την απόρριψη όλων των λοιπών λόγων αυτής.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως ο πληρε-ξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της και καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τους ορισμούς του άρθρου 529 ΚΠολΔ κατά κανόνα είναι παραδεκτή η προσκόμιση νέων αποδεικτικών μέσων στο εφετείο, το οποίο, αν δε τα αποκρούσει ως απαράδεκτα για κάποιον από τους αναφερόμενους στο εν λόγω άρθρο λόγους, δεν απαιτείται να διαλάβει στην απόφασή του, ειδική αιτιολογία. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο ψέγεται το Εφετείο για το λόγο ότι έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της κρίσης του την υπ' αριθμ. 65/18-9-2008 ένορκη βεβαίωση που συνετάγη μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης και προσκόμισε ο αναιρεσίβλητος-ενάγων το πρώτον στην κατ έφεση δίκη από βαριά αμέλεια, δηλαδή αποδεικτικό μέσο που δεν επιτρέπεται από το νόμο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον στην κατ' έφεση δίκη η λήψη υπόψη νέων αποδεικτικών μέσων είναι δυνητική, εξαρτωμένη από την αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561παρ.1 Κ.Πολ.Δ.
κρίση του δικαστηρίου, ως αναγόμενη σε πράγματα και δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης. Επίσης, είναι απαράδεκτος, ο λόγος αυτός και κατά το δεύτερο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.19, με τον οποίο αποδίδεται έλλειψη αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφα-σης ως προς το ότι έλαβε υπόψη του το προαναφερθέν παράνομο αποδεικτικό μέσο, χωρίς να αιτιολογήσει την κρίση του ότι η μη προσκόμιση αυτού από τον αναιρεσίβλητο στην πρωτόδικη δίκη δεν οφείλεται σε πρόθεση στρεψοδικίας του ή σε βαριά αμέλειά του, διότι, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς παραδεκτό της προσκόμισης του ως άνω αποδεικτικού στοιχείου.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 του ΑΚ και 216 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής με την οποία ζητείται κυρίως η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης, καθώς και η καταβολή μισθών υπερημερίας, επικουρικώς δε η καταβολή της ως άνω αποζημίωσης, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτήν, μεταξύ άλλων, ο χρόνος καταρτίσεως της συμβάσεως, ο συμφωνηθείς ή νόμιμος μισθός, το είδος και οι όροι της παρασχεθείσης εργασίας, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας και η μη καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.
Η αναφορά του στοιχείου της εξαρτήσεως δεν είναι απαραίτητη γιατί τούτο κρίνεται από τους όρους της παροχής της εργασίας. Αν όμως ο εναγόμενος αμφισβητήσει το χαρακτήρα της εργασίας ως εξαρτημένης, τότε ο ενάγων οφείλει, αν δεν έχει ήδη πράξει τούτο καθ' υποφορά με το δικόγραφο της αγωγής, να επικαλεσθεί κατά την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία συνάγεται το στοιχείο της εξαρτήσεως.
Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 240 ΚΠολΔ για επαναφορά των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων αναφέ-ρεται σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που υποβάλλονται στο δικαστήριο με τις προτάσεις και όχι στους αγωγικούς ισχυρισμούς. Aκόμη, η ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά τα οποί α αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογή του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής.
Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο του άρθρου 559 αριθ.14. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται <<πράγματα>>, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα <<πράγματα>> αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης από τους αριθμούς 1,10 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλομένη με την ακόλουθη παραδοχή της <<.... κατά την εκτέλεση της άνω εργασίας του (ο αναιρεσίβλητος) τελούσε σε νομική εξάρτηση από την εταιρεία, η οποία εκδηλωνόταν με το δικαίωμα της τελευταίας να ασκεί εποπτεία και έλεγχο της παρεχομένης εργασίας και να παρέχει οδηγίες ως προς τον χρόνο, τόπο και τρόπο παροχής της, κατά τρόπο δεσμευτικό για τον αναιρεσίβλητο.....Ελεγχόταν από τους αρμοδίους διευθυντές της εργοδότριας του, ήτοι για τα οικονομικά ζητήματα από τον Διευθυντή οικονομικών για τις ζημίες από τον Διευθυντή του κλάδου ζημιών και για τα παραγωγικά από τον Διευθυντή πωλήσεων, από τους οποίους και ελάμβανε τις αναγκαίες οδηγίες...>>, καθόσον 1) δεν περιέχεται τέτοιος ισχυρισμός στην αγωγή περί του ότι ελεγχόταν από τον Διευθυντή Οικονομικών, τον Διευθυντή του κλάδου ζημιών και τον Διευθυντή πωλήσεων, από τους οποίους και λάμβανε οδηγίες, 2) δεν βεβαιώθηκε από μάρτυρα στο ακροατήριο, καθώς κανένας από τους δύο εξετασθέντες δεν κατέθεσε τίποτε τέτοιο, 3) δεν βεβαιώθηκε σε καμία παραδεκτή και ληπτέα υπόψη ένορκη βεβαίωση, 4) δεν αποδείχθηκε από κανένα απολύτως αποδεικτικό μέσο.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος. Και ως προς μεν την αιτίασή του, κατ' ορθή υπαγωγή από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., υπό την έννοια ότι δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση ότι ο αναιρεσίβλητος τελούσε υπό τη νομική εξάρτηση της αναιρεσείουσας, ενώ τέτοιος ισχυρισμός δεν περιέχονταν στην αγωγή του, είναι αβάσιμος, ενόψει του ότι ο αναιρεσίβλητος παραδεκτά συμπλήρωσε ως προς το στοιχείο αυτό την ως άνω αγωγή του, με τις πρωτόδικες προτάσεις του, εφόσον αμφισβητήθηκε από την αναιρεσείουσα ότι η σχέση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν αυτή της εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, όπως προ κύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων αυτών (πρωτοδίκων) που έχουν ενσωματωθεί στις προτάσεις που κατέθεσε ο αναιρεσίβλητος στο Εφετείο, αφού η επαναφορά αυτή ως μη συνιστώσα τέτοια αυτοτελών ισχυρισμών, αλλά συμπλήρωση με τις πρωτόδικες προτάσεις αγωγικών ισχυρισμών, δεν προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 240 Κ.Πολ.Δ.
Περαιτέρω, ο λόγος αυτός, ως προς την αιτία ση από τον αριθμό 19 του ως άνω άρθρου, ότι η προαναφερθείσα παραδοχή της προσβαλλομένης έχει ανεπαρκή αιτιολογία, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον η προβαλλόμενη έλλειψη νόμιμης βάσης δεν αναφέρεται στις αιτιολογίες της απόφασης αλλά στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων και του υπ' αυτών εξαγχθέντος συμπεράσματος του δικαστηρίου, και ως εκ τούτου δεν ιδρύεται ο επικαλούμενος λόγος αναίρεσης.
Τέλος, και ως προς την αιτίαση από τον αριθμό 10 του προαναφερθέντος άρθρου ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος, ενόψει του ότι όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, το Εφετείο στην επί ουσίας της υποθέσεως κρίση του, κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, από τις 17.194 17.195/31-10-2006 και 4322,4323/18-4-2008 ένορκες βεβαιώσεις της Ειρηνοδίκου Αθηνών, της 65/18-9-2008 ένορκη βεβαίωση της Ειρηνοδίκου Κιλκίς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκόμισαν ύστερα από επίκληση οι διάδικοι και επομένως το Δικαστήριο της ουσίας δεν κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα χωρίς απόδειξη.
Είναι δυνατό ο μισθωτός να συνδέεται με τον εργοδότη του και με άλλες, εκτός της συμβάσεως εργασίας, συμβάσεις, όπως με σύμβαση μεσιτείας, σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, σύμβαση έργου. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 19 του Ν.1569/1985, επιτρέπεται σε υπαλλήλους ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή επιχειρήσεων ασφαλιστικής πρακτόρευσης ή εταιριών μεσιτείας ασφαλίσεων να ασκούν διαμεσολάβηση στη σύναψη ασφαλίσεων για λογαριασμό των επιχειρήσεων στις οποίες εργάζονται ή άλλων συνδεομένων με αυτές, μετά από έγκριση του εργοδότη του, χωρίς τις προϋποθέσεις του άρθρου 17.
Η σχέση του ασφαλιστικού υπαλλήλου με τις προαναφερόμενες επιχειρήσεις, για λογαριασμό των οποίων διαμεσολαβεί κατά τα ανωτέρω, είναι σύμβαση έργου και ανεξάρτητη από την σύμβαση εργασίας. Ο ασφαλιστικός σύμβουλος, που είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο κα τά το άρθρο 16 ν.1569,όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 ν.2170/1993,μελετά την αγορά παρουσιάζει και προτείνει λύσεις ασφαλιστικής κάλυψης των αναγκών των πελατών με ασφαλι-στικές συμβάσεις για λογαριασμό ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή ασφαλιστικών πρακτορείων ή μεσιτών, με βάση σύμβαση, έναντι προμηθείας για την πρόσκτηση εργασιών.
Ο ασφαλιστικός σύμβουλος δεν έχει δικαίωμα υπογραφής ασφαλιστηρίων. Η σχέση που συνδέει τον ασφαλιστικό σύμβουλο με την ασφαλιστική επιχείρηση ή τον ασφαλιστικό πράκτορα ή τον μεσίτη ασφαλίσεων είναι σύμβαση έργου. Η ιδιότητα του ασφαλιστικού υπαλλήλου (κατ' άρθρο 19 παρ.3 ν.1569/1985 όπως αντικ. με το άρθρο 14ν.2170 /1993) είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα τα του ασφαλιστικού συμβούλου.
Η αμέσως παραπάνω διάταξη δεν απαγγέλλει ρητώς ακυρότητα της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας που καταρτίζεται μεταξύ μιας ασφαλιστικής εταιρίας και του μισθωτού της, ο οποίος παραλλήλως έχει την ιδιότητα του ασφαλιστικού συμβούλου ούτε δε από τον συναγόμενο εκ της ερμηνείας προστατευτικό σκοπό της εν λόγω διατάξεως, που συνίσταται στην αποφυγή συγχύσεως των καταναλωτών, μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα ότι η εν λόγω ρύθμιση αποβλέπει στην επαγωγή ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας, πράγμα άλλωστε που θα ήταν αντίθετο με το συνταγματικώς προστατευόμενο δικαίωμα της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητος και της συμμετοχής στην οικονομική ζωή της χώρας (άρθρ.5 παρ.1 του Συντάγματος).
Τέλος, κατά το άρθρο578 του Κ.Πολ.Δ., αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Η αντικατάσταση του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως από τον Άρειο Πάγο συνιστάται στην υπαγωγή, με την απόφασή του, των πραγματικών περιστατικών που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον αυτή απολήγει σε πόρισμα με περιεχόμενο όμοιο προς το δια τακτικό της αποφάσεως.
Ως αιτιολογία δηλαδή νοείται η νομική αιτία, δηλαδή η διάταξη νομικού συλλογισμού (ΑΠ (Ολ.) 30/1998). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 1,12 και 19 Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος παρέλειψε να προσδώσει στη δικαστική ομολογία του αναιρεσίβλητου, περιεχομένη στην αγωγή του, περί του ότι συνήψε με την ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία <<ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΥΓΕΙΑΣ>>,της οποίας καθολική διάδοχος είναι αυτή(αναιρεσείουσα),προφορική σύμβαση έργου Ασφαλιστικού Συμβούλου και στη συνέχεια την 1-11-1995 υπέγραψε με την τελευταία την με την ίδια ημερομηνία σύμβαση έργου Συντονιστή Ασφαλιστικών Συμβούλων, την αυξημένη αποδεικτική ισχύ που έχει εκ του νόμου, η ομολογία δε αυτή οδηγούσε στην απόρριψη της κύριας αγωγικής βάσης, σύμφωνα με σχετική ένσταση που είχε επαναφέρει με λόγο έφεσης, και κατά την οποία η σύμβαση εργασίας που είχε καταρτισθεί με τον αναιρεσίβλητο και την δικαιοπάροχο αυτής ήταν άκυρη λόγω της προεκτεθείσας ιδιότητας του (αναιρεσιβλήτου) ως Ασφαλιστικού Συμβούλου, ως αντιβαίνουσα ευθέως στη διάταξη του άρθρου 19 του ν.1569/1985,επί πλέον δε δεν αιτιολόγησε καθόλου την αντίθετη παραδοχή της περί του ότι ο αναιρεσίβλητος είχε καταρτίσει με αυτή σύμβαση έργου ως συντονιστής ασφαλιστικών συμβούλων και όχι ως ασφαλιστικός σύμβουλος.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: <<Με τον έβδομο λόγο της έφεσής της η εναγόμενη παραπονείται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε σιγή την πρωτοδίκως επικουρικά προβληθείσα ένσταση της περί ασυμβιβάστου κατ' άρθρο 19 του ν.1569/1985 της ιδιότητας του ενάγοντος ως ασφαλιστικού υπαλλήλου και ως ασφαλιστικού συμβούλου και άρα ακυρότητας κατ' άρθρο 174 Α.Κ της τυχόν συμβάσεως εργασίας του.
Πράγματι κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 3 του ν. 1569/1985, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 περ.1 του ν. 2170/1993 και αναριθμήθηκε με το άρθρο 36 περ.29 του ν.2496/1997 <<η ιδιότητα του ασφαλιστικού υπαλλήλου είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του ασφαλιστικού συμβούλου>>. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 174 ΑΚ δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο είναι άκυρη.
Πλην όμως ο άνω λόγος της εφέσεως στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον όπως προαναφέρθηκε από το 1985 ο ενάγων είχε καταρτίσει σύμβαση έργου με την αρχική εργοδότριά του ως συντονιστής ασφαλιστικών συμβούλων και όχι ως ασφαλιστικός σύμβουλος. Και ως συντονιστής ασφαλιστικών συμβούλων ήταν επιτρεπτό να έχει παράλληλα και σχέση εξαρτημένης εργασίας με την εναγομένη ως διευθυντής του γραφείου της πωλήσεων ασφαλίσεων στο ...
κατ' άρθρο 20 παρ.1 του ν. 1569/1985.>>. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, και απέρριψε την ανωτέρω επικουρικά προβληθείσα ένσταση περί ακυρότητας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του αναιρεσι-βλήτου, ως στηριζόμενη στην ως άνω εσφαλμένη προϋπόθεση, αν και αυτή ήταν απορριπτέα ως μη νόμιμη, σε ορθό διατακτικό κατέληξε, σύμφωνα με το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός της αναίρεσης και ως προς τα τρία μέρη του, ως αβάσιμος.
Αν η προσβαλλομένη απόφαση έχει δύο ή περισσότερες αιτιολογίες που στηρίζουν αυτοτελώς η κάθε μια το διατακτικό της και δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικώς η μια από τις αιτιολογίες αυτές, οι λόγοι αναίρεσης που αφορούν την άλλη αιτιολογία, απορρίπτονται ως αλυσιτελείς. Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα ψέγει με τον ίδιο ως άνω λόγο αναίρεσης (τρίτο) και κατά το τελευταίο μέρος του, την προσβαλλόμενη απόφαση για αντιφατική αιτιολογία, που συνίσταται στο ότι με την παραδοχή της << Εξάλλου ο ενάγων δεν ήταν ασφαλιστικός υπάλληλος με την έννοια που θέλει το άρθρο 19 του ν. 1569/1985, ήτοι να είχε προσληφθεί κρίσεις, προαγωγές κ.λ....>>, από την οποία, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσεί-ουσας, προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος δεν ήταν υπάλληλος της, ενώ σε άλλη παραδοχή αυτής (προσβαλλομένης) γίνεται δεκτό ότι εκείνος (αναιρεσίβλητος) υπήρξε υπάλληλος της, με αποτέλεσμα να δημιουργείται αντίφαση περί του εάν ο αναιρεσίβλητος ήταν ή όχι υπάλληλος της αναιρεσείουσας, ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και επικουρικά για ανεπαρκή αιτιολογία ως προς την εκτεθείσα παραδοχή.
Πλην ο λόγος αυτός (τρίτος) ως προς το μέρος του αυτό και κατά τις δύο αιτιάσεις του, και σε σχέση με την ανωτέρω επάλληλη αιτιολογία, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, καθόσον δεν πλήττεται αποτελε-σματικώς η αμέσως προηγηθείσα αιτιολογία σε σχέση με την απόρριψη της προαναφερθείσας ένστασης ακυρότητας της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μη προσδίδοντας στην ως άνω δικαστική ομολογία την αυξημένη αποδεικτική ισχύ που έχει εκ του νόμου.
Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την ο ποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.
Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου, ή όταν γίνεται για οικονομικο-τεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως του εργοδότη που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια (υπηρεσιακά ή κοινωνικά).
Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους -που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος- εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 653 κα 656 ΑΚ προκύπτει ότι ο εργοδότης, διαθέτοντας με βάση το διευθυντικό του δικαίωμα την εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεως του για την επίτευξη των σκοπών της, δεν έχει κατ' αρχήν, εκτός από αντίθετη συμφωνία, υποχρέωση να απασχολεί το μισθωτό και η μη αποδοχή εκ μέρους του των προσφερομένων υπηρεσιών του δεν έχει κατά τις διατάξεις αυτές, άλλες συνέπειες από εκείνες που ορίζουν οι ως άνω δια τάξεις και ειδικότερα αυτή του άρθρου 656 ΑΚ, εκτός αν η απόκρουση των προσφερομένων υπηρεσιών είναι παράνομη, όπως, όταν γίνεται υπό περιστάσεις που υπερβαίνουν προφανώς τα τιθέμενα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια, ή που συνιστούν παράνομη προσβολή της προσωπικότητας (άρθρο 57 ΑΚ), ή όταν εκ προθέσεως ζημιώνεται ο εργαζόμενος κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη (άρθρο 919 ΑΚ), ή προσβάλλεται το δικαίωμα του στην ανάπτυξη της προσωπι-κότητας του και της συμμετοχής του στην οικονομική ζωή.
Στις περιπτώσεις μόνο αυτές γεννάται αξίωση του εργαζομένου για την άρση της προσβολής και την παράλειψη της στο μέλλον. Τέλος, κατά τη διάταξη του αρθ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου ή εφάρμοσε τέτοιο κανόνα εσφαλμένα, προσδίδοντας σ' αυτόν έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει (Ολ. AΠ 7/ 2006). Η νομική δε αοριστία της αγωγής που ελέγχεται αυτεπάγγελτα, δηλαδή η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται αναιρετικά, ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του αρθ. 559 του Κ.Πολ.Δ., εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητά της σε αναφορά με συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότε-ρα στοιχεία από εκεί να που ορίζει ο κανόνας αυτός για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα από αυτά (Ολ.
A.Π. 18/1998). Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ. η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 216 πρέπει να περιέ χει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη.
Η αοριστία δε αυτή με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 Κ.Πολ.Δ., των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.
Αν δε το δικαστήριο δεν απορρίψει την αγωγή, αν και το δικόγραφο της σε ό,τι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία, είναι αόριστο, αλλά προβαίνει στην κατ' ουσία εξέτασή της, παραλείπει κατά παράβαση της άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ. να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., που δημιουργεί λόγο αναίρεσης στην περίπτω-ση μόνο της νομικής αοριστίας της αγωγής, σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, και όχι δικονομι-κού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ. Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης και κατά το πρώτο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ., περί του ότι το δικόγραφο της ένδικης αγωγής του αναιρεσίβλητου-ενάγοντος και κατά το αίτημα της περί υποχρέωσης της αναιρεσείουσας-εναγομένης να αποδέχεται τις υπηρεσίες του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος, είναι αόριστο γιατί δεν αναφέρονται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι η άρνηση αυτή της αναιρεσείουσας να αποδέχεται τις υπηρεσίες του αναιρεσίβλητου είναι παράνομη ή αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ή προσβάλλει την προσωπικότητά του ή προξενεί σ' αυτόν υλική ή ηθική ζημία, εκθέτοντάς τον στους συναδέλφους του ή παρεμποδίζει την ανάπτυξη της προσω-πικότητάς του και τη συμμετοχή του στην οικονομική ζωή, ή εξαιτίας της άρνησης αυτής επηρεάζεται η αμοιβή του, αν αμείβεται κατά μονάδα ή όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 23 ν.1264/1982 ή όταν έχει αναληφθεί με συμφωνία η απασχόληση αυτού ή αν θίγονται άλλα συμφέ-ροντα αυτού (αναιρεσιβλήτου).Ο λόγος αυτός αναίρεσης, όπως διατυπώνεται, αναφέρεται σε νομική αοριστία και όχι σε ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, και επομένως κατά το ως άνω μέρος του που στηρίζεται στον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής, το ανωτέρω αίτημα αυτής, να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να δέχεται τις υπηρεσίες του αναιρεσίβλητου, με απειλή χρηματικής ποινής συνάπτεται μόνο με το γεγονός της κατά την άποψή του ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, ως καταχρηστικής, χωρίς να παρατίθενται σ' αυτή περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η συνδρομή κάποιας από τις προαναφερθείσες περιστάσεις, δηλαδή η προσβαλλομένη απόφαση, με το να παραλείψει να απορρίψει, ύστερα από αυτεπάγγελτη κατά το άρθρο 522 Κ.Πολ.Δ.
έρευνα της νομιμότητας του ως άνω αιτήματος, αυτό ως νομικά αβάσιμο, και αντιθέτως να απορρίψει την έφεση της αναιρεσείουσας, κατ' ουσίαν, στο σύνολό της, αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία για τη θεμελίωσή του, από όσα ορίζουν οι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 648,653 και 656 ΑΚ,οι οποίες και παραβιάσθηκαν εξ αυτού του λόγου.
Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το προεκτεθέν μέρος της, κατά το ο ποίο έγινε δεκτός ως βάσιμος ο τέταρτος λόγος αναίρεσης κατά το άνω μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος της αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.).
Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να κατανεμηθούν ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας καθενός από τους διαδίκους (άρθρα 178 παρ.1,183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό μέρος της, την 152/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το παραπάνω μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την προσβαλλομένη απόφαση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Νοεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ