Legislator Case Law & Legislation
1590/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on employer succession and abuse of rights grounds in labor dispute.

Case Number 1590/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Athens Court of Appeal's decision in a labor dispute involving a transfer of employment. The appellants argued that the new employer, ETAL, should be liable and that the lower court erred in rejecting their claims regarding contract terms and legal application. The court ruled that the transfer of the employer automatically substitutes the new entity in the labor relationship, and the lower court correctly applied the law without needing the parties to explicitly cite the relevant statutes.

Legislator headnote

AI generated

Articles 6(1) of Law 2112/1920 and 3(2) of Presidential Decree 572/1988; The transfer of an employer, maintaining the enterprise's identity and economic activity, automatically substitutes the new employer in existing labor relations, regardless of the legal cause or form of transfer.

Keywords

AI generated
Employer Succession Labor Relations Abuse of Rights Appeal Dismissal Automatic Substitution Legal Application Judicial Review

Cited Legislation

AI generated
Article 6(1) of Law 2112/1920
Article 3(2) of Presidential Decree 572/1988
Article 6(4) of Law 2669/1998
Article 4(8) of Law 2175/1993
Article 281 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) and 9 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1590 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1590/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)... 2)..., 3)..., 4)..., κατοίκων ... και 5).... Οι 1ος 2ος ,3ος εκπροσωπήθηκαν και ο 4ος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χρυσούλα Μπακιρτζή, η οποία δήλωσε ότι ο 5ος αναιρεσείων, ... απεβίωσε στις 15-10-2003 και τη δίκη συνεχίζουν οι ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του: α)..., β)..., γ)... κάτοικοι ..., τους οποίους και εκπροσωπεί.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΙΑ ΘΕΡΜΙΚΩΝ ΛΕΩΦΟΡΕΙΩΝ (Ε.ΘΕ.Λ.) Α.Ε., η οποία εδρεύει στον Άγιο Ρέντη Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευαγγελία Κατσαρού. 2)Του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΤΙΚΩΝ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΑΘΗΝΩΝ (Ο.Α.Σ.Α.), το οποίο εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Καμουτσάρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 384/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 8474/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-10-2007 αίτησή τους και τους από 22-4-2009 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 15-5-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της ένδικης αιτήσεως έναντι της αναιρεσίβλητης "Ε.Θ.Ε.Λ. ΑΕ" κατά τον εκ του άρθρου 559 περ. 1 και τους συναφείς προσθέτους λόγους αυτής και την απόρριψή της, ως προς τους λοιπούς, έναντι δε του β' αναιρεσιβλήτου (ΟΑΣΑ) εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως. Η πληρεξούσια δικηγόρος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη τους και καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 6 παρ.1 του ν.2112/1920 και 3 παρ.2 του Π.Δ. 572/1988 (με το οποίο η ελληνική νομοθεσία εναρμονίστηκε προς την οδηγία του Συμβουλίου της ΕΟΚ 77/187/14.2.1977) προκύπτει, ότι η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, εφόσον διατηρείται η ταυτότητα της επιχείρησης και η οικονομική της δραστηριότητα, συνεπάγεται ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου εργοδότη για το μετά τη μεταβολή χρονικό διάστημα.

Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων (Ολ. ΑΠ 5/1994). Εξάλλου, η υποκατάσταση, του νέου εργοδότη στην άνω εργασιακή σχέση γίνεται στην κατάσταση που η τελευταία βρισκόταν κατά το χρόνο της μεταβολής, ώστε να μη είναι αναγκαία η μνεία του χρόνου προϋπηρεσίας ή η διατήρηση άλλων δικαιωμάτων που είχαν κτηθεί κατά την παροχή της εργασίας στον παλαιό εργοδότη.

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των άρθρων 648, 652, 656 και 349-351 ΑΚ, 7 παρ. 1 του ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955 προκύπτει ότι στον εργοδότη ανήκει το δικαίωμα να εξειδικεύει τις υποχρεώσεις του μισθωτού για την αρτιότερη οικονομοτεχνική οργάνωση της επιχειρήσεως του προς επίτευξη των σκοπών αυτής, δεν επιτρέπεται όμως κατά την ενάσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος να προκαλείται υλική ή ηθική ζημία στο μισθωτό κατά παράβαση διατάξεως νόμου ή της ατομικής συμβάσεως εργασίας ή κατά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπό την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ.

Στις περιπτώσεις αυτές υπάρχει μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, που παρέχει στο μισθωτό, αν δεν αποδέχεται τη μεταβολή, το δικαίωμα, είτε να εμμείνει στη σύμβαση και να απαιτήσει από τον εργοδότη να αποδέχεται την προσφερόμενη εργασία υπό τους πριν από τη μεταβολή όρους, καθιστώντας αυτόν διαφορετικά υπερήμερο περί την αποδοχή της εργασίας του, είτε να θεωρήσει την μεταβολή ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας και να αξιώσει τη νόμιμη αποζημίωση.

Εξάλλου, από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 57, 59, 281, 288, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι αν η ως άνω βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας, υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες επιχειρείται, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και ενέχει καταχρηστική ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος με αποτέλεσμα την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του μισθωτού, μπορεί ο τελευταίος να αξιώσει από τον υπαίτιο, εκτός των άλλων, και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για την ανεπίτρεπτη επαγγελματική μείωση που υφίσταται ( Α.Π. 911|2008, Α.Π. 251|2008).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 651, 648 και 361 ΑΚ προκύπτει, ότι είναι νόμιμη η συμφωνία δανεισμού των υπηρεσιών του μισθωτού, η οποία συνάπτεται, με τη συναίνεση του τελευταίου, μεταξύ του εργοδότη και του τρίτου, προς τον οποίον παραχωρούνται οι άνω υπηρεσίες και κατά την οποία ο αρχικός εργοδότης εξακολουθεί να συνδέεται με το μισθωτό με την ως άνω εργασιακή σχέση και να έχει απέναντί του την υποχρέωση να του καταβάλλει το μισθό, εκτός αν γίνει αντίθετη συμφωνία.

Εξάλλου, μετά τη διάλυση, με το ν.588/1977 "περί οργανώσεως των αστικών συγκοινωνιών Πρωτευούσης και άλλων τινών διατάξεων", του ΕΚΤΕΛ (Ενοποιημένου Κοινού Ταμείου Εισπράξεων Λεωφορείων) και της "ΑΣΠΑ, ΑΕ", υποκαταστάθηκε αυτοδικαίως ως καθολικός διάδοχος σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τούτων το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Ε.Α.Σ." που ιδρύθηκε με τον ίδιο νόμο (άρθρ. 12 επ.).

Αλλά και το τελευταίο αυτό νομικό πρόσωπο διαλύθηκε με τον επακολουθήσαντα νόμο 2078/1992 "Συγκοινωνίες με θερμικά λεωφορεία στην περιοχή Αθηνών- Πειραιώς και Περιχώρων" (άρθρ. 19 και 1) και τέθηκε υπό εκκαθάριση. Ενώ όμως με το άρθρο 1 παρ.1 αυτού ορίζεται ότι το προσωπικό (της ΕΑΣ) με οποιαδήποτε σχέση εργασίας ή εντολής απολύεται και αποζημιώνεται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, με το άρθρο 2 αυτού προβλέφθηκε, μέσα στην αναφερόμενη σ' αυτό αποκλειστική προθεσμία και ύστερα από τήρηση της προβλεπόμενης εκεί διαδικασίας, η δυνατότητα "μεταφοράς" αποκλειστικά από τους κλάδους διοικητικού προσωπικού και σταθμαρχών-ελεγκτών μισθωτών από την ΕΑΣ στον ΟΑΣ (που είχε ιδρυθεί με το άρθρο 1 του ν.588/1977 και λειτουργούσε παράλληλα με την Ε.Α.Σ.) για την κάλυψη των νέων αναγκών τούτου.

Στη συνέχεια με το άρθρο 1 παρ.1 του ν.2175/1993 "Οργάνωση ενιαίου φορέα αστικών συγκοινωνιών στην περιοχή Αθηνών-Πειραιώς και περιχώρων και άλλες διατάξεις" ιδρύθηκε ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Αστικών Συγκοινωνιών Αθηνών" (Ο.Α.Σ.Α.), που είναι δημόσια επιχείρηση κοινωφελούς χαρακτήρα με τη μορφή ανώνυμης εταιρίας και με έδρα την Αθήνα.

Κατά την παρ.2 του ίδιου άρθρου, σκοπός του ΟΑΣΑ είναι η διεξαγωγή του συγκοινωνιακού έργου με όλα τα μέσα μαζικής μεταφοράς στην περιοχή Αθηνών-Πειραιώς και Περιχώρων, ενώ κατά την παρ.4 αυτού, η εκτέλεση και εκμετάλλευση του συγκοινωνιακού έργου ανατίθεται από τον Ο.Α.Σ.Α. σε ανώνυμες εταιρίες που ιδρύει ο ίδιος.

Από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού ο Ο.Α.Σ.Α. αναλαμβάνει αμέσως την εκτέλεση και εκμετάλλευση του συγκοινωνιακού έργου στην περιοχή αρμοδιότητάς του με θερμικά λεωφορεία, υπεισέρχεται δε αυτοδικαίως και χωρίς καμιά άλλη διατύπωση με συνέπειες καθολικής διαδοχής στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του Ο.Α.Σ., ο οποίος παύει να υφίσταται (άρθρ. 3 παρ.1 εδ.

α' και β'). Με το άρθρο 4 του νόμου τούτου (2175/1993) ρυθμίζονται θέματα προσωπικού. Ειδικότερα, κατά την παρ.1, ο Ο.Α.Σ.Α και οι εταιρίες που ιδρύονται σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.4 του νόμου αυτού από τον Ο.Α.Σ.Α. συνδέονται με το προσωπικό τους με σχέση εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου, σύμφωνα με τις ειδικότερες ρυθμίσεις των οικείων οργανισμών ....

Κατά την παρ.2 αυτού, με πράξη του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών, μετά από εισήγηση του Δ.Σ. του ΟΑΣΑ, μεταφέρεται αυτοδικαίως στον ΟΑΣΑ το προσωπικό, το οποίο υπηρετεί κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου στον καταργούμενο Ο.Α.Σ. με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου. Κατά την παρ.8 του ίδιου άρθρου, με απόφαση του Δ.Σ.

του Ο.Α.Σ.Α. μπορεί να μεταφέρεται προσωπικό από τον Ο.Α.Σ.Α στις εταιρίες του άρθρου 1 παρ.4 του παρόντος νόμου και αντιστρόφως ... χωρίς την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης. Το μεταφερόμενο προσωπικό δικαιούται τις αποδοχές που ελάμβανε στην προηγούμενη θέση του. Στο δεύτερο εδάφιο της ίδιας παραγράφου ορίζεται, ότι το προσωπικό που προσλαμβάνεται στον ΟΑΣΑ κατά τις παρ.3 και 4 αυτού του άρθρου (δηλ.

πρώην προσωπικό της ΕΑΣ, μέτοχοι των Συγκοινωνιακών Επιχειρήσεων, οδηγοί) μεταφέρεται αυτοδικαίως και χωρίς καμιά άλλη διατύπωση ή καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης στην ή στις εταιρίες εκτέλεσης και εκμετάλλευσης του συγκοινωνιακού έργου με θερμικά λεωφορεία, με την ίδρυση των εταιριών κατά την παρ. 4 του άρθρου 1 του νόμου αυτού.

Τέλος, στις διατάξεις του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του Οργανισμού Αστικών Συγκοινωνιών Αθηνών (Ο.Α.Σ.Α) και των εταιριών που ιδρύει, ο οποίος (κανονισμός) έχει εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 παρ.5 του ν.2175/1993, έχει εγκριθεί με την υπ' αριθμ. 17270/1893/28.6.1994 απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών και έχει δημοσιευθεί στην Ε.Τ.Κ (ΦΕΚ Β 510/1.7.1994) και γι' αυτό έχει ισχύ νόμου, ορίζονται εκτός των άλλων γενικών όρων προσλήψεως του προσωπικού του ΟΑΣΑ και των εταιριών που ιδρύει (άρθρο 8) και τα ακόλουθα στο άρθρο 23: "Μεταφορά.

Με απόφαση του Δ.Σ. του Ο.Α.Σ.Α μπορεί να μεταφέρεται προσωπικό από τον ΟΑΣΑ στις εταιρίες του άρθρου 1 παρ.4 του ν.2175/1993 και αντιστρόφως, καθώς και μεταξύ των εταιριών αυτών που ιδρύονται κατά το άρθρο 1 παρ.4 του παραπάνω νόμου χωρίς την καταβολή οποιασδήποτε αποζημιώσεως. Το μεταφερόμενο προσωπικό δικαιούται τις αποδοχές που λάμβανε στην προηγούμενη θέση του (άρθρ. 4 παρ.8 του ν.2175/1993).

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι η προβλεπόμενη από τα ως άνω άρθρα 4 παρ.8 του ν.2175/1993 και 23 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού ΟΑΣΑ και των εταιριών που ιδρύει μεταφορά προσωπικού του Ο.Α.Σ.Α. και συγκεκριμένα του προσωπικού του, που μεταφέρθηκε σ' αυτόν από τον ΟΑΣ μετά τη διάλυσή του κατ' εναλλαγή εργοδότη και υπηρετεί κατά την έναρξη της ισχύος του άνω νόμου, προς τις ιδρυόμενες εταιρίες συνεπάγεται εναλλαγή εργοδότη, που προβλέπεται από διάταξη νόμου, και δεν αποτελεί επιτρεπόμενο από το νόμο δανεισμό μισθωτού.

Η ανωτέρω έννοια του όρου "μεταφορά" προσωπικού συνάγεται, εκτός άλλων, και εκ του ότι ο νομοθέτης του όρου "μεταφορά προσωπικού" χρησιμοποιεί για να υποδηλώσει τη διαδοχή του εργοδότη στις περιπτώσεις καταργήσεως του πρώτου και υποκαταστάσεώς του από τον δεύτερο, όπως στις περιπτώσεις του ΟΑΣ και του ΟΑΣΑ στις οποίες δεν μπορεί να νοηθεί δανεισμός μισθωτών από το καταργούμενο στο συνιστάμενο νομικό πρόσωπο.

Η άνω έννοια του σχολιαζόμενου όρου δεν παραλλάσσει όταν η μεταφορά προσωπικού γίνεται από τον Ο.Α.Σ.Α. στις συνιστάμενες από αυτόν ως άνω εταιρίες, τόσο μάλλον καθόσον την ανωτέρω άποψη ενισχύει η αυτοτέλεια των τελευταίων έναντι του ΟΑΣΑ και η κάλυψη με το μεταφερόμενο από εκείνον προσωπικό μόνιμων και διαρκών αναγκών τους, η εξυπηρέτηση των οποίων επιβάλλει όχι προσωρινή, αλλά μονιμότερη στελέχωσή τους σε προσωπικό.

Απλώς ο νομοθέτης στην πρώτη περίπτωση, της καταργήσεως του εργοδότη νομικού προσώπου, ομιλεί για αυτοδίκαιη μεταφορά προσωπικού στο συνιστάμενο νέο νομικό πρόσωπο, ενώ στην τελευταία περίπτωση, της μεταφοράς προσωπικού από τον ΟΑΣΑ στις ως άνω εταιρίες, τη χαρακτηρίζει "δυνητική", χωρίς όμως μετά την πραγματοποίησή της να τη διαφοροποιεί ως προς τις έννομες συνέπειες από την πρώτη περίπτωση.

Περαιτέρω, η μεταφορά του προσωπικού από τον ΟΑΣΑ προς τις ιδρυόμενες εταιρίες γίνεται με απόφαση του Δ.Σ. του ΟΑΣΑ, στη λήψη της οποίας δεν συμμετέχει το όργανο των εταιριών που έχει εκπροσωπευτική εξουσία, ούτε ο ίδιος ο μεταφερόμενος μισθωτός, κάτι που θα συνέβαινε, αν επρόκειτο περί δανεισμού του τελευταίου.

Περαιτέρω, το άρθρο 2 του Α.Κ. εκφράζει τη γενικότερη αρχή του δικαίου, περί μη αναδρομικότητας των νόμων και η οποία αποβλέπει στην, κατά το δυνατόν, βεβαιότητα των δικαιωμάτων, σην ασφάλεια ων συναλλαγών και σταθερότητα του δικαίου. Η αρχή, όμως, αυτή δεν κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και έτσι η διάταξη του άρθρου 2 Α.Κ δεν έχει αυξημένη τυπική ισχύ.

Επομένως ο νομοθέτης δεν εμποδίζεται, κατ' αρχήν., να προσδώσει στο νόμο αναδρομική δύναμη, με μόνο τον περιορισμό της μη προσβολής συνταγματικώς προστατευομένων δικαιωμάτων. Στο νόμο μπορεί να προσδοθεί αναδρομική δύναμη ρητώς ή σιωπηρώς (έμμεσα), όταν δηλαδή από την έννοια και τον σκοπό του συνάγεται νομοθετική βούληση, για αναδρομική ισχύ του, ώστε να ρυθμιστούν και περασμένα γεγονότα ή σχέσεις του παρελθόντος.

Εξαιρέσεις από το επιτρεπτό της αναδρομικής ισχύος του νόμου προβλέπονται από το Σύνταγμα (άρθρα 7 παρ. 1 και 78 παρ. 2). Από την απόλυτη απαγόρευση στο Σύνταγμα της αναδρομικότητας αυτών των κατηγοριών νόμων συνάγεται ότι στις άλλες περιπτώσεις η αναδρομική ισχύς είναι μεν επιτρεπτή, δεν μπορεί, όμως, να υπερβεί τα όρια που θέτουν τα άρθρα 4 και 17 του Σ.

καθώς και οι υπερνομοθετικής ισχύος (άθρο 28 του Σ.) διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλου αυτής. Οι διατάξεις των τελευταίων επιβάλλουν τον σεβασμό της περιουσίας, στην οποία περιλαμβάνονται και περιουσιακά (ενοχικά) δικαιώματα.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 4 Ν. 2669|1998, με την οποία αντικαταστάθηκε η ως άνω παρ. 8 του άρθρου 4 Ν. 2175|1993, "το μεταφερόμενο με αποφάσεις του Δ.Σ. του Ο.Α.Σ.Α προσωπικό από τον Ο.Α.Σ.Α στις εταιρείες του άρθρου 1 παρ. 4 του Ν. 2175|1993 και αντίστροφα, εντάσσεται οργανικά, από τον χρόνο της μεταφοράς, στον Φορέα, που έχει μεταφερθεί. Από το χρονικό σημείο της μεταφοράς του προσωπικού, οι ΣΣΕ, που ισχύουν και εφαρμόζονται για το υπόλοιπο προσωπικό του Φορέα υποδοχής, εφαρμόζονται αυτοδίκαια και για το μεταφερόμενο προσωπικό". Σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού, "με τις διατάξεις της παρ. 8 του άρθρου 4 Ν. 2175|1993 και λόγω της ίδρυσης της Ε.ΘΕ.Λ, με απόφαση του Δ.Σ. του ΟΑΣΑ έγινε μεταφορά προσωπικού από τον ΟΑΣΑ στην Ε.ΘΕ.Λ και αντιστρόφως, ότι σύμφωνα με το γράμμα και το πνεύμα του Ν. 2175|1993, με τη μεταφορά γίνεται οριστική ένταξη του εργαζομένου, όρος που χρησιμοποιήθηκε σε πολλές παρόμοιες περιπτώσεις, αλλά και ευρύτερα σε όλον τον δημόσιο τομέα και επειδή έχουν δημιουργηθεί παρερμηνείες, επιβάλλεται η αναδιατύπωση της παρ. 8 του άρθρου 4, σύμφωνα με την οποία, κατά τη μεταφορά προσωπικού του από τον ένα Φορέα στον άλλον, εφαρμόζονται οι Σ.Σ.Ε. που ισχύουν στον Φορέα υποδοχής".

Συνεπώς, η εν λόγω διάταξη του άρθρου 6 παρ. 4 Ν. 2669|1998 είναι ερμηνευτική του ως άνω άρθρου 4 παρ. 8 του Ν. 2175|1993 και εκδόθηκε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 77 παρ. 1 του Συντάγματος (βλ. και Α.Π. 1743|1998). Στην προκείμενη περίπτωση με την ένδικη αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως το αίτημα της παραδεκτά περιορίστηκε με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης (άρθρ.223 του Κ.Πολ.Δ.), σε εν μέρει αναγνωριστικό και εν μέρει καταψηφιστικό, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, ισχυρίστηκαν ότι κατόπιν συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προσελήφθησαν ο τρίτος από αυτούς την 1-4-1964 από το ΕΚΤΕΛ, στο οποίο προσέφερε τις υπηρεσίες του μέχρι τις 31-7-1977,ότι από 1-8-1977 προσέφερε τις υπηρεσίες του στην Επιχείρηση Αστικών Συγκοινωνιών(ΕΑΣ), που διαδέχθηκε το ΕΚΤΕΛ με καθολική διαδοχή και ότι οι υπόλοιποι προσελήφθησαν ως διοικητικοί υπάλληλοι από την ΕΑΣ ο πρώτος από αυτούς την 1-2-1981, ο δεύτερος στις 15-12-1979, ο τέταρτος στις 2-6-1982, ο πέμπτος στις 28-11-1980, η έκτη στις 3-5-1982 και ο έβδομος την 1-11-1984.

Ότι απασχολήθηκαν στην ως άνω εταιρεία μέχρι και τον Αύγουστο του έτους 1992, οπότε και μεταφέρθηκαν στον ΟΡΓΑΝΙΣΜΟ ΑΣΤΙΚΩΝ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΩΝ (Ο.Α.Σ.), δυνάμει της υπ' αριθμ. 29760/2604/21-8-1992 απόφασης των Υπουργών Προεδρίας και Μεταφορών- Επικοινωνιών, λόγω διαλύσεως της Ε.Α.Σ., κατ' εφαρμογή των άρθρων 1 και 2 του ν.2078/1992.

Ότι στη συνέχεια, με το ν.2175/1993 διαλύθηκε ο Ο.Α.Σ. και συνεστήθη ο δεύτερος των εναγομένων "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΤΙΚΩΝ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΑΘΗΝΩΝ", στον οποίον μεταφέρθηκαν αυτοδικαίως, κατ' άρθρ. 4 αρ. 2 ν.2175/1993, με την ίδια ιδιότητα του διοικητικού υπαλλήλου. Ότι με την υπ' αριθμ. 96/5-7-1994 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του δευτέρου των εναγομένων, εγκρίθηκε η μεταφορά στην πρώτη των εναγομένων "ΕΘΕΛ ΑΕ" ( η οποία ιδρύθηκε στις 21-7-1994, με βάση τις πιο πάνω διατάξεις του Ν. 2175|1993) των υπαλλήλων της τ.

Ε.Α.Σ., οι οποίοι μεταφέρθηκαν στον τ. Ο.Α. Σ. και όλοι μεταφέρθηκαν στην πρώτη των εναγομένων από τις 5-7-1994. Ότι με την ίδια ως άνω απόφαση ορίστηκε ότι θα αμείβονται από την πρώτη των εναγομένων, σύμφωνα με τα άρθρα 4 παρ. 8 του ν.2175/1993 και μέχρι την υπογραφή νέων σ.σ.ε με την πρώτη των εναγομένων. Ότι με την υπ' αριθμ. 1988/5-7-1994 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της πρώτης των εναγομένων, εντάχθηκαν από 5-7-1994 στο διοικητικό προσωπικό και στο μισθολογικό καθεστώς των εν λόγω υπαλλήλων της πρώτης των εναγομένων.

Ότι με την ως άνω μεταβολή του μισθολογίου τους επήλθε παρανόμως βλαπτική μεταβολή στις μηνιαίες αποδοχές τους από την εργασία τους. Ειδικότερα ότι κατά το χρόνο μεταφοράς τους στην πρώτη των εναγομένων, με βάση τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας που ίσχυαν για τους υπαλλήλους του δευτέρου των εναγομένων, οι μηνιαίες αποδοχές τους ανέρχονταν σε 292.404 δραχμές του πρώτου, 285.840 δραχ.

του δευτέρου, 370.704 δραχ. του τρίτου, 327.269 δραχ. του τέταρτου, 336.702 δραχ. του πέμπτου, 286.606 δραχ. της έκτης και 307.416 δραχ. του έβδομου. Ότι το αντίστοιχο μισθολόγιο των διοικητικών υπαλλήλων της πρώτης των εναγομένων, στο οποίο τους ενέταξαν από 5-7-1994, ανέρχονταν σε 226.196 δραχ., 230.160 δραχ., 285.578 δραχ., 244.451 δραχ., 228.973 δραχ.,222.586 δραχ.

και 231.411 δραχ. αντίστοιχα και υπολείπονταν του μισθού τους κατά 64.761 δραχ., 55.680 δραχ., 88.126 δραχ., 82.818 δραχ., 107.729 δραχ., 64.020 δραχ. και 76.005 δραχ. αντίστοιχα. Ότι η πρώτη των εναγομένων εξακολούθησε να τους καταβάλει την ως άνω διαφορά στον καθένα, μέχρις ότου εξισώθηκαν οι αποδοχές τους με αυτές του αντιστοίχου με τα προσόντα τους προσωπικού της.

Ότι η κατά τα άνω υπαγωγή τους στο κατώτερο μισθολόγιο των υπαλλήλων της πρώτης των εναγομένων ήταν παράνομη, ως αντίθετη προς τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 του ν.2112/1920, άρθρ. 9 παρ. 1 του β.δ.16/18-7-1920, άρθρ. 4 ν.3514/1928 και άρθρ. 9 π.δ.572/1988, με το οποίο κατέστη εσωτερικό δίκαιο η υπ' αριθμ.77/187 οδηγία της ΕΟΚ, καθόσον είχε ως συνέπεια, την οποία γνώριζαν τα αρμόδια όργανα των εναγομένων, τη μισθολογική τους βλάβη, η οποία ασφαλώς θα επέρχονταν και επήλθε από 27-7-1994, που άρχισε να ισχύει η από 27-7-1994 σ.σ.ε.

των διοικητικών υπαλλήλων του δευτέρου των εναγομένων, μέχρι τις 31-12-1995, καθόσον από την αναπροσαρμογή του μισθολογίου τους από 1-1-1993 με την από 14-7-1993 συλλογική σύμβαση που είχε καταρτιστεί μεταξύ του δευτέρου των εναγομένων και του σωματείου των εργαζομένων σ' αυτό, μέχρι τις 31-12-1995 δεν έλαβαν καμία αύξηση, ενώ οι εργαζόμενοι στον δεύτερο των εναγομένων, με βάση την ως άνω από 27-7-1994 σ.σ.ε., έλαβαν αύξηση 12% στις συνολικές αποδοχές τους που είχαν διαμορφωθεί στις 31-7-1994 και εφάπαξ ποσό εξομάλυνσης 150.000 δραχμών και οι υπάλληλοι της πρώτης των εναγομένων-κατά το αντίστοιχο διάστημα έλαβαν αύξηση 15% στις αποδοχές τους με βάση την από 11-8-1994 σ.σ.ε.

και αύξηση από 1-1-1995 με βάση την από 26-5-1995, όμως αυτοί δεν έλαβαν ούτε και τις αυξήσεις αυτές, διότι και πάλι ο μισθός των υπαλλήλων της πρώτης εναγομένης υπολείπονταν του μισθού τους που ελάμβαναν κατά τη μεταφορά τους. Ότι με την από 8-5-1996 σ.σ.ε., που καταρτίστηκε μεταξύ του δευτέρου των εναγομένων και του σωματείου των εργαζομένων σ' αυτόν, χορηγήθηκε αύξηση 4%, στις συνολικές αποδοχές των τελευταίων, από 1-1-1996 και 4% από 1-7-1996.

Ότι συνεπεία των ως άνω παρανόμων και βλαπτικών πράξεων των αρμοδίων οργάνων των εναγομένων στερήθηκαν των μεταγενεστέρων αυξήσεων που θα ελάμβανα σύμφωνα με το μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του δευτέρου των εναγομένων κατά το χρονικό διάστημα από 1-8-1994 έως 31-12-1996, οι οποίες ανέρχονται στα ποσά που αναφέρουν αναλυτικά και συνολικά στο ποσό του 1.416.831 για τον πρώτο, 1.353.330 για το δεύτερο, 2.159.218 δραχ.

για τον τρίτο, 1.691.718 δραχ. για τον τέταρτο, 1.844.726 δραχ. για τον πέμπτο, 1.225.093 δραχ. για την έκτη και 1.060.174 δραχ. για τον έβδομο. Ζητούν δε να αναγνωριστεί ότι με την ως άνω υπαγωγή τους στο κατώτερο μισθολογικό καθεστώς επήλθε η ως άνω μισθολογική τους βλάβη, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, ποσό 1.000.000 δραχμών στον καθένα και να αναγνωριστεί ότι οφείλουν να τους καταβάλουν 416.831 δραχμές στον πρώτο, 353.330 δραχμές στο δεύτερο, 1.159.218 δραχμές στον τρίτο, 691.718 δραχ.

στον τέταρτο, 844.726 δραχμές στον πέμπτο, 225.093 δραχμές στην έκτη και 60.174 δραχμές στον έβδομο, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής, λόγω της επικαλούμενης καταχρηστικής βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας τους, άλλως λόγω της αδικοπραξίας που τέλεσαν εις βάρος τους τα αρμόδια όργανα των εναγομένων, άλλως διότι κατά το χρόνο συνάψεως των σ.σ.ε.

μεταξύ του δευτέρου των εναγομένων και των εργαζομένων σ' αυτόν, ήταν τακτικά και οικονομικά τακτοποιημένα μέλη του συμβληθέντος "Σωματείου Εργαζομένων Ο.Α.Σ.Α.", όπως κρίθηκε με την 12295/1995 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη. Με αυτό το περιεχόμενο και τα αιτήματα η ένδικη αγωγή, είναι απορριπτέα, ως μη νόμιμη, ως προς όλες τις βάσεις της και τούτο διότι η μεταφορά των εναγόντων από τον δεύτερο εναγόμενο (ΟΑΣΑ) στην πρώτη (ΕΘΕΛ ΑΕ) έγινε με βάση το παρεχόμενο από τις προαναφερθείσες διατάξεις του ν. 2175|1993 και άρθρου 23 του Κανονισμού Προσωπικού ΟΑΣΑ δικαίωμα και, ως εκ τούτου, δεν αντίκειται αυτή (μεταφορά) στις επικαλούμενες με την αγωγή διατάξεις και, συνεπώς, δεν είναι παράνομη, αλλά και ούτε βλαπτική των όρων εργασίας αυτών (εναγόντων), καθόσον, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, διετήρησαν, κατά τον χρόνο της μεταφοράς τους στην πρώτη των εναγομένων, το μισθό τους, που ελάμβαναν από την δεύτερη των εναγομένων, ενώ η μεταγενέστερη εξέλιξη των αποδοχών του προσωπικού και τω δύο εναγομένων, που έγινε και πάλι με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις, δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω, καθόσον δεν προσφέρονται εξ αντικειμένου προς σύγκριση (Α.Π. 1743|1998).

Ούτε, εξάλλου, με βάση το επικαλούμενο περιστατικό ότι οι ενάγοντες ήταν τακτικά και οικονομικά τακτοποιημένα μέλη του συμβληθέντος, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, με τον δεύτερο των εναγομένων σωματείου των εργαζομένων του, για την υπογραφή των Σ.Σ.Ε και αν υποτεθεί ως αληθινό, είναι δυνατόν να θεμελιωθούν οι ένδικες αξιώσεις τους σε βάρος των εναγομένων, καθόσον, η μεν πρώτη, που, υπό τα προεκτεθέντα, είναι εργοδότης τους από της μεταφοράς τους σε αυτήν και μετά, είναι νομικό πρόσωπο διαφορετικό από τον δεύτερο (ΟΑΣΑ) και λειτουργεί αυτόνομα σε σχέση με αυτόν, υπό τα εκτιθέμενα δε στην αγωγή, δεν υπέγραψε τις σχετικές ΣΣΕ και, ως εκ τούτου δεν δεσμεύεται από αυτές, ο ε δεύτερος, διότι οι ενάγοντες, από την ως άνω "μεταφορά" τους στην πρώτη εναγομένη και την σύννομη, όπως αναφέρθηκε, ένταξη στο προσωπικό αυτής, δεν αποτελούν προσωπικό του Ο.Α.Σ.Α και, ως εκ τούτου, δεν έχει αυτός νομική υποχρέωση να τους καταβάλει τις με την αγωγή αιτούμενες μισθολογικές διαφορές.

Συνεπώς, το Εφετείο, με το να δεχθεί τα ίδια με την προσβαλλόμενη απόφασή του και να απορρίψει την έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία η ένδικη αγωγή απορρίφθηκε, ως μη νόμιμη, δεν παρεβίασε τις διατάξεις του νόμου, που, κατά τα άνω, διέπουν την εργασιακή σύμβαση των εναγομένων, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και συνεπώς, η ένδικη αίτηση, κατά τους περί αντιθέτου, κυρίους και πρόσθετο λόγους της, στηριζομένους στη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.

Δικ., είναι απορριπτέα, ως αβάσιμη. Κατά τη γνώμη, όμως, ενός μέλους του δικαστηρίου, ήτοι του αρεοπαγίτη Δημητρίου Μουστάκα, η αίτηση, κατά τον ως άνω λόγο της, έπρεπε να γίνει δεκτή, ως κατ' ουσίαν βάσιμη, έναντι της πρώτης αναιρεσίβλητης (ΕΘΕΛ ΑΕ), καθόσον, υπό τα ιστορούμενα στην ένδικη αγωγή, αυτή είναι νόμιμη, δοθέντος ότι, με την υπαγωγή των εναγόντων-αναιρεσειόντων στο προσωπικό της εν λόγω εταιρείας, αυτή υπεισήλθε στα δικαιώματα και στις εν γένει υποχρεώσεις του ΟΑΣΑ από τον οποίο αυτοί προήλθαν, πλην όμως, κατά τα ιστορούμενα, επήλθε βλαπτική μεταβολή στα έννομα συμφέροντά τους και ειδικότερα (επήλθε) μείωση των αποδοχών τους, οι οποίες θα έπρεπε, σύμφωνα με την έννοια των διατάξεων αυτών, να διατηρηθούν στο ύψος, που θα ήταν, αν εξακολουθούσαν να ανήκουν στον ΟΑΣΑ και όχι να παραμείνουν στάσιμες, μέχρις ότου εξισωθούν με τις αποδοχές του λοιπού προσωπικού της ΕΘΕΛ ΑΕ.

Διαφορετική εκδοχή δεν μπορεί να εξαχθεί ούτε από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 6 παρ. 4 Ν. 2669|1998, καθόσον από το περιεχόμενο αυτής, σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 4 παρ. 8 Ν. 2175|1993, δεν προκύπτει ότι αυτή έχει χαρακτήρα ερμηνευτικού νόμου και, συνεπώς, δεν μπορεί να έχει αναδρομική εφαρμογή, αφού η διάταξη αυτή είναι σαφής, ως προς το περιεχόμενό της, ευθυγραμμιζόμενη προς τις διατάξεις του Π.Δ.572|1988 και αυτές του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και του Πρώτου Πρόσθετου αυτής Πρωτοκόλλου.

Επειδή, απορριπτέος, ως αβάσιμος, είναι ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19, επίσης, λόγος της αιτήσεως, σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο, κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 281 Α.Κ. και με ανεπαρκείς αιτιολογίες, απέρριψε την ένσταση των αναιρεσειόντων, για καταχρηστική άσκήση δικαιώματος εκ μέρους των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων και ειδικότερα διότι αυτοί καταχρηστικά επικαλέσθηκαν τις ως άνω διατάξεις, προς απόκρουση της αγωγής τους, δοθέντος ότι, στην προκειμένη περίπτωση, δεν πρόκειται για "επίκληση δικαιώματος" εκ μέρους των εναγομένων, αλλά για άρνηση ης αγωγής, ως προς τις θεμελιωτικές αυτής βάσεις της, η δε νομική ή μη βασιμότητα της αγωγής ελέγχεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, χωρίς να είναι αναγκαία η εκ μέρους του διαδίκου, επίκλησή τους. Εξάλλου, όπως αναφέρθηκε, οι σχετικές διατάξεις, που διέπουν την υπηρεσιακή εν γένει, κατάσταση των εναγόντων, εφαρμόσθηκαν ορθά από το δικαστήριο.

Επειδή, περαιτέρω, ως προς τον επικαλούμενο εκ του άρθρου 559 περ. 19 λόγο (κύριο και πρόσθετο), η αίτηση είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη, καθόσον η έρευνα αυτού έχει ως προϋπόθεση ότι το δικαστήριο της ουσίας έχει υπεισέλθει στην ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως, πράγμα το οποίο δεν συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, αφού η κρινόμενη αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη. Επίσης, απορριπτέα, ως αβάσιμη, είναι η αίτηση, εκ των λόγων 8 και 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., σύμφωνα με τους οποίους το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων (για παράνομη ένταξή τους στη ΕΘΕΛ ΑΕ ΑΕ, βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους, καταχρηστική εφαρμογή των σχετικών διατάξεων) και τα συναφή προς αυτούς αιτήματα και δικαιώματά τους, αφού, από το σύνολο του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς και τα αιτήματα, πλην τα απέρριψε, ως μη νόμιμα. Επειδή, μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση, με τους πρόσθετους αυτής λόγους και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την ένδικη αίτηση, και τους πρόσθετους αυτής λόγους, των ..., ... κ.λπ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8474|2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, εκ χιλίων διακοσίων (1200) ευρώ, για κάθε αναιρεσίβλητο.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ