Legislator Case Law & Legislation
1590/2008 AI generated

Supreme Court allows appeal and orders restitution of funds after overturning lower court judgment.

Case Number 1590/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Second Instance Court's decision of 8434/2006. The appellants had voluntarily paid 1,600 euros to the respondents to prevent forced execution of the lower court's judgment. The Court found that the lower court erred by failing to consider this voluntary payment as a material fact affecting the case outcome. Consequently, the Court annulled the lower judgment, ordered the restitution of the paid amount, and awarded legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8) and 559(9) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may annul a judgment if the lower court failed to consider facts presented that had a decisive influence on the verdict, and it must order restitution of property if the judgment was executed voluntarily by the parties.

Keywords

AI generated
appeal grounds voluntary payment restitution of property forced execution legal costs material facts Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(9) of the Code of Civil Procedure
Article 579(2) of the Code of Civil Procedure
Article 522 of the Code of Civil Procedure
Article 180(1) of the Code of Civil Procedure
Article 340 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
AP 25/2003
AP 12/2000
AP 3/1997
AP 11/1996

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1590 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1590/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: Χ1 και Χ2, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Αλεβίζο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: Ψ1 και Ψ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Βαγενά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-4-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4554/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 7166/2004 προδικαστική, 8434/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 1-3-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 4-4-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. (Ολ.

ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997). Πράγματα, επίσης, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 11/1996). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη.

Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομής προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου (ΟλΑΠ 25/2003).

Περαιτέρω, σύμφωνα μεν με τη διάταξη του άρθρου 522 Κ.Πολ.Δ., η οποία αποτελεί ειδική εκδήλωση των αρχών της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκης και της συζήτησης, που καθιερώνονται από τη διάταξη του άρθρου 106 του ίδιου Κώδικα, με την άσκηση της έφεσης μεταβιβάζεται η υπόθεση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 535 παρ. 1 του πιο πάνω Κώδικα, αν ο λόγος της έφεσης κριθεί βάσιμος, η απόφαση που προσβάλλεται εξαφανίζεται και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρατεί την υπόθεση και τη δικάζει κατ' ουσίαν.

Εάν, επομένως, το Εφετείο προβεί σε εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, κατά παραδοχή κάποιου λόγου έφεσης ως βασίμου και, στη συνέχεια, δικάσει κατ' ουσίαν την αγωγή και απορρίψει την τελευταία, επίσης, κατ' ουσίαν ή ως προς μη στηριζόμενα στο νόμο αιτήματά της, τα οποία έγιναν δεκτά με την πρωτόδικη απόφαση, αλλά δεν προσβλήθηκαν με την έφεση και, συνακόλουθα, δεν μεταβιβάστηκαν στο Εφετείο, τότε η απόφασή του προσβάλλεται με αναίρεση για τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 8 περίπτ.

α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης, για λήψη, δηλαδή, υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθώς και για τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 9 περίπτ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγο αναίρεσης, για επιδίκαση, δηλαδή, από το δικαστήριο της ουσίας περισσότερων από όσα ζητήθηκαν, εφόσον ο όρος επιδίκαση τίθεται στο νόμο υπό ευρεία έννοια.

Έτσι, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας επιδίκασε ή απέρριψε αυτό που ζητήθηκε. Αντίθετα, οι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι δεν ιδρύονται, εάν η πρωτόδικη απόφαση, που δέχθηκε ως βάσιμο κάποιο αγωγικό αίτημα, προσβλήθηκε με έφεση και ως προς το σχετικό με την παραδοχή αυτού του αιτήματος κεφάλαιό της, το δε Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε την έφεση και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε το εν λόγω αγωγικό αίτημα.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η απορριπτική κρίση του Εφετείου μπορεί να ελεγχθεί με τους προβλεπόμενους από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικούς λόγους. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Με την από 15-4-2002 (με αριθμό έκθ. κατάθ. 58.942/25-4-2002) αγωγής τους, απευθυνόμενη στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες ισχυρίστηκαν, ότι η πρώτη απ' αυτές είναι συγκύρια κατά τα 3/6 ιδανικά μερίδια κατά πλήρη κυριότητα και κατά τα 2/6 ιδανικά μερίδια κατά ψιλή κυριότητα, η δε δεύτερη είναι επικαρπώτρια κατά τα 2/6 ιδανικά μερίδια ενός ακάλυπτου οικοπέδου, όπως, αυτό περιγράφεται κατά θέση, έκταση και όρια στο αγωγικό δικόγραφο, ενώ οι δύο πρώτοι εναγόμενοι είναι συγκύριοι, από κοινού και κατ' ισομοιρίαν, κατά το 1/6 ιδανικό μερίδιο, του ίδιου οικοπέδου, ο δε τρίτος εναγόμενος είναι επικαρπωτής κατά το 1/6 ιδανικό μερίδιο του ίδιου ακινήτου.

Η πρώτη ενάγουσα απέκτησε τα 2/6 ιδανικά μερίδια κατά πλήρη κυριότητα με παράγωγο τρόπο (από αγορά από τον Α, με βάση το ..... πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αμαρουσίου Παρασκευής συζ. Γ. Λαζαράκου, το γένος Π. Χαραλάμπους, σ' αυτόν δε περιήλθαν, επίσης, με παράγωγο τρόπο, από αγορά, με βάση το ..... πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κηφισιάς Παναγιώτη Αναστόπουλου, αλλά και με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας, καθώς τα κατείχε και τα νεμόταν από το 1935 με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο συνεχώς και αδιαλείπτως, και μέχρι την πώλησή τους (1988) στην πρώτη ενάγουσα.

Η τελευταία απέκτησε το 1/6 ιδανικό μερίδιο κατά ψιλή κυριότητα από γονική παροχή από τον πατέρα της Β και τα 2/6 ιδανικά μερίδια κατά ψιλή κυριότητα από γονική παροχή από τη μητέρα της Χ2 Γεράρδη (δεύτερη ενάγουσα), οι οποίοι παρακράτησαν την επικαρπία για τον εαυτό τους εφόρου ζωής τους με βάση το ..... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Σταυρούλας Σιάγκα, μετά δε το θάνατο του πατέρα της (1998) ενώθηκε η επικαρπία του πιο πάνω 1/6 ιδανικού μεριδίου με τη ψιλή κυριότητα της ίδιας.

Τα ιδανικά αυτά μερίδια είχαν περιέλθει στους παραπάνω άμεσους δικαιοπαρόχους της ως εξής: α) Το 1/6 ιδανικό μερίδιο εξ αδιαιρέτου και κατ' ισομοιρίαν στον καθένα απ' αυτούς από αγορά του από τους Α, Γ και Δ, β) το 1/6 ιδανικό μερίδιο εξ' αδιαιρέτου και κατ' ισομοιρίαν στον καθένα απ' αυτούς από αγορά του από τους Ε και ΣΤ, με βάση τα σ' αυτή -αγωγή- ειδικότερα μνημονευόμενα πωλητήρια συμβόλαια και γ) το υπόλοιπο 1/6 ιδανικό μερίδιο στη δεύτερη ενάγουσα με τα προσόντα της τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας.

Με βάση τους προαναφερόμενους νόμιμους τίτλους η πρώτη ενάγουσα νέμεται με διάνοια συγκυρίας κατά τα πιο πάνω ποσοστά, αλλά και καλή πίστη, πλέον της δεκαετίας το επίδικο ακίνητο και, έτσι, έγινε συγκύρια αυτού με τα προσόντα της τακτικής, αλλά και της έκτακτης χρησικτησίας, συνυπολογιζομένου στον ίδιο χρόνο νομής της και του χρόνου νομής των άμεσων και απώτερων δικαιοπαρόχων της.

Ενόψει, όμως, του ότι οι εναγόμενοι δεν στέργουν στην εξώδικη διανομή του κοινού αυτού ακινήτου, του οποίου είναι ανέφικτη η αυτούσια διανομή, ζήτησαν αυτές -ενάγουσες- να διαταχθεί η με πλειστηριασμό πώλησή του, ώστε να λάβει ο καθένας από τους κοινωνούς το πλειστηρίασμα που αναλογεί στην ιδανική μερίδα του.

Οι εναγόμενοι, με τις έγγραφες προτάσεις τους, αλλά και με προφορική δήλωσή τους στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, συνομολόγησαν τη συγκυριότητά τους στο επίδικο, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, αμφισβήτησαν, όμως, στη συνέχεια, τη συγκυριότητα της πρώτης ενάγουσας στα 3/6 ιδανικά μερίδια και, ειδικότερα, αμφισβήτησαν τη συγκυριότητα του άμεσου δικαιοπαρόχου της Α στα 2/6 ιδανικά μερίδια και τη συγκυριότητα της, επίσης, άμεσης δικαιοπαρόχου της Χ2 (δεύτερης ενάγουσας) στο 1/6 ιδανικό μερίδιο του επίδικου, που φέρεται ότι αποκτήθηκε από την τελευταία με έκτακτη χρησικτησία, λόγος για τον οποίο οι ενάγουσες συμπλήρωσαν παραδεκτά, με τις προτάσεις τους (άρθρο 224 Κ.Πολ.Δ.), την υπό κρίση αγωγή, εκθέτοντας, ότι ο δικαιοπάροχος της πρώτης απ' αυτές Α, από το χρόνο της αγοράς των 2/6 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου (1935), νεμόταν έκτοτε αυτά συνεχώς με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, ενεργώντας αυτοπροσώπως και με τους οικείους του πράξεις φυσικής εξουσίασης σ' αυτό όπως φύτεμα λουλουδιών και οπωροκηπευτικών, ανέγερση μικρού αποχωρητηρίου, απόθεση οικιακών σκευών για τις ανάγκες της ιδιόκτητης παρακείμενης οικίας του, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανένα και, έτσι, κατά τη μεταβίβασή τους στην πρώτη ενάγουσα είχε αποκτήσει τη συγκυριότητά τους με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας.

Επίσης, ότι στη δεύτερη ενάγουσα περιήλθε το 1/6 ιδανικό μερίδιο του επίδικου ακινήτου, το οποίο είχε αποκτήσει ο Ε από κληρονομία, με βάση τη ..... δημόσια διαθήκη της Η, από προφορική παραχώρηση του τελευταίου, το έτος 1955, με την ευκαιρία πώλησης σ' αυτή άλλου - ακριβώς έναντι του επιδίκου - οικοπέδου, εμβαδού 60 τ.τ.

πήχεων με τον πάνω σ' αυτό ερειπωμένο οικίσκο, αυτή δε το νεμόταν έκτοτε συνεχώς με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, ενεργώντας αυτοπροσώπως πράξεις φυσικής εξουσίασης, όπως καλλιέργεια του επιδίκου, επισκευή με τσιμεντόλιθους του παλαιού αποχωρητηρίου, εποπτεία και καθαρισμό του κ.ά., χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανένα.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 4554/2003 απόφασή του, δέχθηκε την ένδικη αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και διέταξε τη με πλειστηριασμό πώληση του επίδικου ακινήτου. Με την από 19-1-2004 έφεση των εναγομένων προσβάλλεται η πρωτόδικη οριστική απόφαση μόνο κατά το κεφάλαιό της με το οποίο έγινε δεκτή η συγκυριότητα της πρώτης ενάγουσας στο επίδικο ακίνητο κατά ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου, δηλαδή, κατά ποσοστό 2/16 εξ αδιαιρέτου, το οποίο περιήλθε σ' αυτή με βάση το .....

πωλητήριο συμβόλαιο, από αγορά του από τον Α, για το λόγο ότι δεν απέκτησε ποτέ αυτός της συγκυριότητα του εν λόγω ακινήτου κατά το αμέσως πιο πάνω ποσοστό, με παράγωγο τρόπο, δηλαδή από αγορά του με βάση το ..... πωλητήριο συμβόλαιο, αλλά ούτε και με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, καθώς και κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου, του οποίου η ψιλή συγκυριότητα περιήλθε στην ίδια με βάση το .....

συμβόλαιο γενικής παροχής από τη δεύτερη ενάγουσα, μητέρα της, Χ2, η οποία παρακράτησε εφ' όρου ζωής της των επικαρπία του ιδανικού αυτού μεριδίου, για το λόγο ότι η τελευταία δεν απέκτησε ποτέ τη συγκυριότητα του επίκοινου ακινήτου κατά το παραπάνω ιδανικό μερίδιο με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με έκτακτη χρησικτησία.

Το Εφετείο, ενόψει της από μέρους των εναγομένων - εκκαλούντων αμφισβήτησης του παράγωγου τρόπου κτήσης της συγκυριότητας της πρώτης αντιδίκου τους στο επίδικο ακίνητο κατά ποσοστό 2/6 εξ αδιαιρέτου, με την 7166/2004 παρεμπίπτουσα μεν απόφασή του, διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου ο πραγματογνώμονας να αποφανθεί περί του εάν το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται εν όλω ή εν μέρει στο .....

πωλητήριο συμβόλαιο, που προμνημονεύθηκε, ενώ με την προσβαλλόμενη απόφαση, μετά την ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων, κατέληξε στην κρίση, ότι: "Με βάση τις παραπάνω παραδοχές εφόσον εν προκειμένω δεν υπάρχει μεταξύ των διαδίκων κοινωνία δικαιώματος, δηλονότι εφόσον λείπει η αναγκαία κατά νόμο προϋπόθεση για τη διαδικασία της διανομής (άρθρ. 785 επ.

ΑΚ), έπρεπε να απορριφθεί η αγωγή ως αβάσιμη. Επομένως, η εκκαλούμενη, που παρά τα άνω αντίθετα, δέχθηκε την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν αντί ν' απορρίψει αυτήν, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε και ειδικότερα τις προδιαληφθείσες διατάξεις των άρθρων.... με το να διατάξει σ' αυτή τη διανομή του επικοίνου με πλειστηριασμό, κακώς συνάμα αυτή εκτίμησε τις αποδείξεις, κατά νόμιμο, παραδοχή των σχετικών λόγων εφέσεως καθώς και της εφέσεως στο σύνολό της, ως βάσιμης και κατ' ουσίαν." Ακολούθως, το Εφετείο, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και αφού κράτησε την υπόθεση προς κατ' ουσίαν έρευνα, απέρριψε την ένδικη αγωγή (ως ουσιαστικά αβάσιμη).

Με το να δεχθεί, όμως, το Εφετείο, ότι δεν υπάρχει, στη συγκεκριμένη περίπτωση, κοινωνία δικαιώματος μεταξύ των διαδίκων και, στη συνέχεια, να εξαφανίσει την πρωτόδική απόφαση, στο σύνολό της, δηλαδή ως προς τα κεφάλαιά της που αφορούν τα 2/6 εξ αδιαιρέτου ποσοστά της συγκυριότητας των αναιρεσειουσών στο επίδικο ακίνητο, δηλαδή, το 1/16 εξ αδιαιρέτου κατά πλήρη μεν κυριότητα της πρώτης απ' αυτούς και το 1/16 εξ αδιαιρέτου κατά ψιλή κυριότητα της ίδιας και κατά την επικαρπία της δεύτερης, που δεν προσβάλλονται με την έφεση των αντιδίκων τους και συνακόλουθα, δεν μεταβιβάστηκαν σ' αυτό -Εφετείο-, περαιτέρω δε να απορρίψει την ένδικη αγωγή, επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν και έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προβλήθηκαν με την έφεση και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ενόψει και του ότι οι αναιρεσείουσες έχουν έννομο συμφέρον να αποτρέψουν το δεδικασμένο από την κατ' ουσίαν απόρριψη της αγωγής και ως προς τα παραπάνω ιδανικά μερίδια τους στο επίδικο ακίνητο.

Και, έτσι, υπέπεσε στις από τους αριθμούς 9 περίπτ. β' και 8 περίπτ. α', αντίστοιχα, του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες. Οι πρώτος και δεύτερος, επομένως, λόγοι της αναίρεσης με τους οποίους προβάλλονται οι αμέσως πιο πάνω πλημμέλειες, είναι βάσιμοι και γι' αυτό και πρέπει να γίνουν δεκτοί, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο, όμως, από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 579 § § 1 και 2 του ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια η αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Από τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις προκύπτει, ότι το αίτημα περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση υποβάλλεται και με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος που έχουν κατατεθεί έως την παραμονή της συζήτησης, όπως επιβάλλεται και στην περίπτωση της αυτοτελούς αίτησης, για την ταυτότητα του νομικού λόγου.

Στην προκείμενη περίπτωση το αίτημα των αναιρεσειουσών, που υποβλήθηκε με τις από 26-3-2008 προτάσεις τους, που κατατέθηκαν, όπως προκύπτει από τη βεβαίωση της αρμόδιας γραμματέα σ'αυτές, την ίδια πιο πάνω χρονολογία, περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η οποία αναιρέθηκε, που είναι νόμιμο, στηριζόμενο στη διάταξη του άρθρου 579 § 2 ΚΠολΔ, που προπαρατέθηκε, πρέπει να γίνει δεκτό κατ' ουσίαν, αφού, όπως προκύπτει προαποδεικτικά, από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τις αναιρεσείουσες από 8-2-2007 απόδειξη, κατέβαλαν αυτές, ενόψει της επισπευδόμενης σε βάρος τους αναγκαστικής εκτέλεσης, στους αναιρεσιβλήτους το συνολικό ποσό των 1.600 ευρώ σε εξόφληση της από 30-1-2007 επιταγής προς εκτέλεση κάτω από πρώτο απόγραφο εκτελεστό της προσβαλλόμενης απόφασης, καθώς και για τη δικαστική δαπάνη της ίδιας απόφασης.

Το ποσό, όμως, αυτό πρέπει να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι να καταβάλουν στις αναιρεσείουσες, κατ' ίσο μέρος ο καθένας (άρθρο 180 § 1 ΚΠολΔ), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης, αφότου αυτοί θα καταστούν υπερήμεροι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 340 ΑΚ, γιατί ο γενεσιουργός λόγος της εναντίον τους απαίτησης, για την απόδοση του αμέσως πιο πάνω ποσού, είναι η αναίρεση της απόφασης που εκτελέστηκε.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 8434/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.

Δέχεται το αίτημα των αναιρεσειουσών περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη αυτών κατάσταση.

Υποχρεώνει τους αναιρεσιβλήτους να καταβάλουν στις αναιρεσείουσες, κατ' ίσο μέρος ο καθένας, το ποσό των χιλίων εξακοσίων (1.600) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2008.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουλίου 2008.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ