Supreme Court reverses insurance court for misinterpreting duty to notify insurer of vehicle ownership change.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding an insurance contract dispute. The appellate court had ruled that a new vehicle owner was not liable for non-disclosure of ownership changes, but the Supreme Court found this interpretation of the Insurance Law erroneous. Consequently, the case was remanded for retrial with a new panel of judges to address the correct legal consequences of the owner's failure to notify the insurer.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1) of the Code of Civil Procedure; Art. 8(1) and Art. 12 of the Insurance Law 489/1978: The Supreme Court established that the insurer's right to terminate the contract or claim damages for non-disclosure of ownership changes applies to the new owner if the change was concealed, and the lower court erred by failing to recognize this liability.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1590 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1590/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη, Ανδρέα Μαρκάκη και Ελένη Μαραμαθά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαϊου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «Ανώνυμη Ελληνική Εταιρία Γενικών Ασφαλειών Η ΕΘΝΙΚΗ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου.
Του αναιρεσιβλήτου: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Πιστικό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς έκθ. Κατάθεσης 851/144/1997 και 565/121/1998 αγωγές και 109/12/2001 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση ενωμένη με αγωγή, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κιλκίς και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 246/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 861/2004 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2 Νοεμβρίου 2004 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κυριτσάκης ανέγνωσε την από 28 Απριλίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, συνίσταται δε η παραβίαση στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα, που υπάρχει, όταν εφαρμόζεται ή δεν εφαρμόζεται κατά περίπτωση, κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν και δεν υπάρχουν ή υπάρχουν, αντίστοιχα, οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας.
Εξ άλλου κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της Κ4/585/1978 κανονιστικής αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου (Φ.Ε.Κ. 795 τεύχ. Α. Ε. και Ε.Π.Ε.), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 5 του νόμου 489/1976 και καθορίζει τους γενικούς όρους του ασφαλιστηρίου που καλύπτει την αστική ευθύνη από ατυχήματα αυτοκινήτων, η ασφαλιστική σύμβαση ισχύει για την ασφαλιστική περίοδο, η οποία ορίζεται στο ασφαλιστήριο και ανανεώνεται εκάστοτε, για ίσο χρονικό διάστημα μετά τη λήξη της ασφαλιστικής περιόδου, ως και των επόμενων περιόδων, εκτός εάν, 30 ημέρες πριν από το τέλος εκάστης ασφαλιστικής περιόδου, ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη ειδοποιήσει το άλλο με συστημένη επιστολή περί του αντιθέτου.
Σε κάθε ανανέωση εκδίδεται νέο ασφαλιστήριο ή βεβαίωση περί ανανέωσης της ασφαλιστικής σύμβασης (ανανεωτήριο). Επίσης κατά το άρθρο 8 παρ. 1 της ίδιας πιο πάνω Κ4/ 585/1978 ΑΥΕ, κάθε μεταβολή της κυριότητας ή κατοχής του οχήματος, επιφέρει μετά πάροδο δέκα πέντε ημερών την αυτοδίκαιη λύση της ασφαλιστικής σύμβασης, εκτός αν εντός της ίδιας προθεσμίας, ο μέχρι τότε αντισυμβαλλόμενος ή ο νέος κύριος ή κάτοχος, ζητήσουν με έγγραφο που περιέχει τα ακριβή στοιχεία της μεταβολής, τη συνέχιση της ασφαλιστικής κάλυψης και ο ασφαλιστής δεν αποποιηθεί εγγράφως την αίτηση εντός δέκα ημερών από της λήψεώς της.
Περαιτέρω ορίζεται από μεν την παράγραφο 3 του άρθρου 12 της ίδιας παραπάνω ΑΥΕ ότι «διαρκούσης της συμβάσεως ο αντισυμβαλλόμενος και οι ασφαλισμένοι υποχρεούνται να γνωστοποιούν εις τον ασφαλιστήν εντός τριών εργασίμων ημερών αφής έλαβαν γνώσιν πάσαν μεταβολήν των εν τη παραγράφω 2 του παρόντος άρθρου στοιχείου ως και παν περιστατικόν δυνάμενον να μεταβάλη ή να επιτείνη τον κίνδυνον καθώς και πάσαν μεταβολήν της κυριότητος ή κατοχής του οχήματος» από δε την παράγραφο 4 του ίδιου άνω άρθρου ότι «εν περιπτώσει παραβάσεως των ως άνω ασφαλιστικών βαρών εκ δόλου ή βαρείας αμελείας του αντισυμβαλλομένου ή τινός των ασφαλισμένων, ούτος υποχρεούται να αποκαταστήσει οιονδήποτε ποσόν αποζημιώσεως και εξόδων, εις άτινα ήθελεν υποβοληθή ο ασφαλιστής εκ της παραβάσεως ταύτης».
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι σε περίπτωση μεταβολής της κυριότητας του ασφαλισμένου ιδιοκτήτη λόγω μεταβιβάσεως αυτής σε άλλο πρόσωπο μετά την παρέλευση της προσθεσμίας των δέκα πέντε ημερών (15) από την μεταβίβαση της κυριότητας επέρχεται η αυτοδικαία λύση της ασφαλιστικής συμβάσεως.
Αυτό σημαίνει ότι αν μετά την άνω προθεσμία ο νέος ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου προακλέσει ζημία σε τρίτο με το κτηθέν αυτοκίνητο αυτός στερείται ασφαλιστικής καλύψεως αφού λύθηκε η ασφαλιστική σύμβαση. Όμως ο ασφαλιστής τη λύση της συμβάσεως δεν μπορεί να προβάλει κατά του παθόντος τρίτου χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων της παρ.2 του άρθρου 11 του Ν>489/1976.
Περαιτέρω ο αρχικός μεταβιβάσας την κυριότητα ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου έως αντισυμβαλλόμενος και πρώην ασφαλισμένος εκτίθεται στις κυρώσεις που προβλέπει η διαληφθείσα διάταξη της παρ.4 του άρθρ. 12 της άνω ΑΥΕ. Οι κυρώσεις όμως αυτές δεν αφορούν και τον νέο εκ μεταβιβάσεως ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου αφού αυτός δεν είναι ούτε αντισυμβαλλόμενος στη σύμβαση ασφαλίσεως ούτε ασφαλιζόμενο πρόσωπο.
Στην προκείμενη περίπτωση, επί της παρεμπίπτουσας αγωγής του αναιρεσιβλήτου με την οποία ο τελευταίος ζητούσε να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία να του καταβάλει, ό,τι εκείνος θα κατέβαλε ως εναγόμενος στους παθόντες σε τροχαίο ατύχημα, δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, ότι για το ζημιογόνο και ασφαλισμένο στην αναιρεσείουσα ΝΙ- 3748 ΙΧ φορτηγό αυτοκίνητο της ιδιοκτησίας του, είχε ανανεωθεί αυτόματα με τους ίδιους όρους για ένα ακόμη έτος, η λήξασα την 7.5.1995 ασφάλιση και , επομένως, κατά το χρόνο της επέλευσης του επίμαχου ατυχήματος (25.10.1995) το ζημιογόνο αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία.
Ότι η ανανέωση αυτή χώρησε με το υπ' αριθμ. 634346 ανανεωτήριο συμβόλαιο που απέστειλε η αναιρεσείουσα με συστημένη επιστολή στην κατοικία του ασφαλισμένου της προκειμένου ο τελευταίος να παραλάβει αυτό και να πληρώσει επί αντικαταβολή τα ασφάλιστρα, διότι μόνη η επιστροφή του φακέλου ενυπόγραφη με τη γραπτή επ΄αυτού σημείωση του ταχυδρόμου της ένδειξης «ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟ» δεν ισοδυναμεί με καταγγελία της σύμβασης ασφάλισης και ότι, εντεύθεν, ο ισχυρισμός της τελευταίας, ότι η σύμβαση δεν ανανεώθηκε για το λόγο ότι δικαιολογημένα αυτή εξέλαβε τη συμπεριφορά του ασφαλισμένου ως άρνηση συνέχισης της σύμβασης ασφαλίσεως και ύστερα από δύο μήνες κατήγγειλε μονομερώς αυτή είναι μη νόμιμος.
Διέλαβε, επίσης, στην απόφασή του το εφετείο, ότι πέραν του γεγονότος ότι δεν ειδοποίησε η αναιρεσείουσα με συστημένη επιστολή τον ασφαλισμένο της για την ακύρωση του συμβολαίου του, η μη καταβολή ασφαλίστρων εκ μέρους του, δίνει στον ασφαλιστή την ευχέρεια είτε να επιδιώξει την είσπραξη τους είτε να καταγγείλει αυτή τηρώντας όμως πάντα το νόμιμο τύπο, δια συστημένου εγγράφου ή επί αποδείξει.
Δέχθηκε , επίσης, το εφετείο ότι ο ισχυρισμός της παρεμπιπτόντως εναγόμενης – αναιρεσείουσας, ότι η παύση ή η μη ανανέωση της επίμαχης σύμβασης ασφαλίσεως συνάγεται από το γεγονός ότι ο ασφαλισμένος σύναψε αμέσως μετά το ατύχημα για το ίδιο αυτοκίνητο άλλη σύμβαση ασφαλίσεως με την ίδια ασφαλιστική εταιρία είναι μη νόμιμος και απορριπτέος.
Περαιτέρω δέχθηκε το εφετείο ως αποδειχθέν, ότι ο παρεμπιπτόντως ενάγων αγόρασε το ζημιογόνο αυτοκίνητο εντός του έτους 1990 και, ότι για τη μεταβολή αυτή της κυριότητας δεν ενημέρωσε την παρεμπιπτόντως εναγόμενη η οποία συνέχισε να έχει ασφαλισμένο τούτο στο όνομα του αρχικού ιδιοκτήτη .... και ότι για την παράλειψή του αυτή ο ασφαλισμένος υπέχει μόνο υποχρέωση για αποζημίωση του ασφαλιστή, μόνον αν η παράβαση οφείλεται σε δόλο ή βαρεία αμέλεια του αντισυμβαλλομένου ή του ασφαλισμένου, διότι ο νομοθέτης λαμβάνοντας υπόψη τα δικαιολογημένα συμφέροντα του ασφαλιστή, με τη διάταξη του άρθρου 12 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ διαμορφώνει σε βάρος του αντισυμβαλλομένου και των ασφαλισμένων το ασφαλιστικό βάρος της γνωστοποιήσεως στον ασφαλιστή, κάθε μεταβολής της κυριότητας ή κατοχής του ασφαλισμένου αυτοκινήτου και ως μόνη έννομη συνέπεια της παραβάσεως από τον αντισυμβαλλόμενο ή τον ασφαλισμένο του άνω ασφαλιστικού βάρους, δεν είναι αυτόματα η λύση της ασφαλιστικής συμβάσεως ή το δικαίωμα καταγγελίας από τον ασφαλιστή ή η έκπτωση των δικαιωμάτων του ασφαλισμένου αλλά μόνο η κατά τα ανωτέρω αποζημίωση.
΄Ετσι, που έκρινε το εφετείο και αφού απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας περί λύσεως της μεταξύ αυτής και του προσεπικαλέσαντος - ενάγοντος ασφαλιστικής συμβάσεως εσφαλμένα ερμήνευσε την πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ και εκείνη του άρθρ. 12 της ίδιας απόφασης, διότι οι συνέπειες του δόλου ή της βαριάς αμέλειας, όπως αυτές προσδιορίζονται στο τελευταίο αυτό άρθρο αφορούν τον ασφαλισμένο και πρώην κύριο, ο οποίος τις παρέλειψε και όχι το νέο κτήτορα του οχήματος, αφού ως προς αυτόν λύθηκε η σύμβαση ασφαλίσεως και η πρόκληση του ατυχήματος σε τρίτον θεωρείται γενομένη από ανασφάλιστο αυτοκίνητο.
Είναι βάσιμος, επομένως, ο δεύτερος από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συντεθεί από άλλους δικαστές.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, την 861/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο εφετείο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500 ) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Ιουνίου 2006 και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στην Αθήνα, στις 9 Σεπτεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ