Supreme Court dismisses appeal by deceased employees as they lack standing to sue after death.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by deceased employees against a labor dispute judgment. The court held that procedural standing ceases upon death, rendering the appeal inadmissible for those who predeceased the proceedings. Consequently, the appeal was rejected for the deceased, while the case was split for the remaining living appellants.
Legislator headnote
AI generatedArticle 62, Article 73, Article 35 of the Civil Code; Article 313, Paragraph 1, Section d of the Code of Civil Procedure: Procedural standing ceases upon the death of a natural person, and judgments rendered in the name of a deceased person lack legal effect.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 158 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 158/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Απριλίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των καλούντων - αναιρεσειόντων: 1. και λοιποί (συνολικά 447). Οι 41η (Ε. Β.), 65η (Α. Γ.), 67η (Ε. Γ.), 102ος (Θ. Ε.), 125η (Ε. Κ. Κ.), 145η (Α. Κ.), 148η (Π. Κ.), 164ος (Γ. Κ.), 174ος (Ε. Κ.), 202ος (Κ. Λ.), 212ος (Σ. Μ.), 217η (Σ. Μ.), 223ος (Λ. Μ.), 231η (Α. Μ.- Π.), 239η (Σ. Μ.), 304η (Ε. Π.), 317ος (Ν. Π.), 328ος (Δ. Π.), 375ος (Π. Τ.), 378η (Σ. Τ.), 380η (Η. Τ.), 399ος (Γ. Τ.), 418ος (Δ. Φ.) και 429η (Β. Χ.) δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βερβεσό, ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου - καθού η κλήση: Νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΕΛ.Γ.Α.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπήθηκε νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αναστασία Κουτσαύτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-2-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και άλλου προσώπου που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1042/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 3948/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 22-3-2021 αίτησή τους, η συζήτηση της οποίας ματαιώθηκε κατά τη δικάσιμο της 22ης Νοεμβρίου 2022, για την οποία είχε αναβληθεί. Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 1-12-2023 κλήση των καλούντων. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 62 εδ. α' του ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρο 73 του ΚΠολΔ και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με το θάνατό του (άρθρο 35 ΑΚ).
Εξάλλου κατά το άρθρο 313 παρ. 1 εδ. δ του ΚΠολΔ η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη, η οποία διεξήχθη στο όνομα ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που αποβίωσε, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται και αυτή ως ανύπαρκτη (ΟλΑΠ 27/1987). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι διαδικαστική πράξη που ασκήθηκε στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου, όπως είναι η άσκηση αγωγής ή ενδίκου μέσου, είναι απαράδεκτη και πρέπει αυτή να είχε ασκηθεί από τους κληρονόμους του.
Επομένως, εάν η αγωγή ασκηθεί στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου και τούτο διαλάθει του δικαστικού ελέγχου, δεν ιδρύεται με την άσκησή της η έννομη σχέση της δίκης, αφού λείπει ένα από τα υποκείμενα αυτής, η δε τυχόν απόφαση που εκδίδεται δεν παράγει τις έννομες συνέπειες της δικαστικής απόφασης, όπως εκτελεστότητα ή δεδικασμένο, εφόσον καταστεί τελεσίδικη.
Η απόφαση αυτή, πέραν της δυνατότητας έγερσης αναγνωριστικής αγωγής, μπορεί να προσβληθεί με ένδικο μέσο, όπως είναι η αναίρεση, όπου το σχετικό ελάττωμα ιδρύει τον εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 533/2018, ΑΠ 448/2005). Μάλιστα η άσκηση ενδίκου μέσου κατά της απόφασης αυτής, όπου το ως άνω ελάττωμα προτείνεται με σχετικό λόγο έφεσης ή αναίρεσης ή προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας στο πλαίσιο της κατά το άνω άρθρο 73 του ΚΠολΔ αυτεπάγγελτης από το Δικαστήριο έρευνας των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, αποκλείει κατά την παρ. 2 του άρθρου 313 του ΚΠολΔ την έγερση της αγωγής αναγνώρισης της ανυπαρξίας της.
Αν, παρότι ασκήθηκε ένδικο μέσο κατά της απόφασης αυτής, δεν προβληθεί σχετικός ισχυρισμός για ανυπαρξία της εν λόγω απόφασης, με συνέπεια να εκδοθεί και από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απόφαση στο όνομα του προαποβιώσαντος προσώπου, η απόφαση του Εφετείου πάσχει από το ίδιο ελάττωμα, δηλαδή είναι και αυτή ανύπαρκτη (ΑΠ 533/2018).
Επίσης και η αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε στο όνομα διαδίκου ήδη αποβιώσαντος κατά την άσκησή της, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη για έλλειψη αναγκαίας διαδικαστικής προϋπόθεσης, δηλαδή του ίδιου του υποκειμένου της διαδικαστικής πράξης (ΑΠ 1138/2021, ΑΠ 729/2019, ΑΠ 533/2018). Στάδιο συνέχισης της δίκης από τους κληρονόμους του αποβιώσαντος είτε αυτοβούλως με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου ότι συνεχίζουν τη δίκη, είτε με κλήτευση αυτών εκ μέρους του αντιδίκου τους, δεν υφίσταται στην περίπτωση έγερσης της αγωγής στο όνομα ήδη προαποβιώσαντος προσώπου, διότι οι διατάξεις των άρθρων 286, 287, 290 και 291 του ΚΠολΔ προϋποθέτουν επελθόντα θάνατο του διαδίκου μετά την έναρξη της εκκρεμοδικίας (ΑΠ 533/2018, ΑΠ 1681/2007).
Περαιτέρω κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα και ενώπιον του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου μπορεί να δοθεί και με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή. Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων.
Εξάλλου κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Τέλος, στο άρθρο 576 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι, αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους.
Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων και την καθιερούμενη από την τελευταία απ' αυτές αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στο Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι, συνάγεται ότι στην περίπτωση που επισπεύδοντες τη συζήτηση είναι οι αναιρεσείοντες, που συνδέονται μεταξύ τους με απλή ομοδικία και ως προς τον εξ αυτών απολειπόμενο κατά τη γενόμενη αυτεπαγγέλτως προς τούτο από το δικαστήριο έρευνα διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας προς τον δικηγόρο, που για λογαριασμό του επέσπευσε τη συζήτηση, η ως άνω επίσπευση από τον απολειπόμενο αναιρεσείοντα έλαβε χώρα ακύρως και, εφ' όσον δεν προκύπτει η κλήτευσή του από οποιονδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς τους αναιρεσείοντες που εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τον απολειπόμενο αναιρεσείοντα (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 4/2003, ΟλΑΠ 9/1992, ΑΠ 684/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση με την από 1.12.2022 και με αριθμό κατάθεσης 211/2022 κλήση φέρεται προς συζήτηση η από 22.3.2021 και με αριθμό κατάθεσης 3864/526/2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 3948/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, της οποίας η συζήτηση κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 22.11.2022 ματαιώθηκε.
Κατά την συζήτηση της υπόθεσης, που έγινε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο (25.4.2023), με εκφώνηση κατά τη σειρά της από το πινάκιο, από τους τετρακόσιους σαράντα επτά (447) καλούντες -αναιρεσείοντες δεν εμφανίστηκαν οι 41η, 65η, 67η, 102ος, 125η, 145η, 148η, 164ος, 174ος, 202ος, 212ος, 217η, 223ος, 231η, 239η, 304η, 317ος, 328ος, 375ος, 378η, 380η, 399ος, 418ος, και 429η καλούντες -αναιρεσείοντες οι οποίοι μαζί με τους λοιπούς καλούντες-αναιρεσείοντες επέσπευσαν τη συζήτηση της υπόθεσης για την ως άνω δικάσιμο, σύμφωνα με τις με αριθμούς 4709Α/9.12.2022 και 9299/15.9.2021 εκθέσεις επίδοσης των Δικαστικών Επιμελητών του Εφετείου Αθηνών, διορισμένων στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Κωνσταντίνου Ν.
Σπύρου και Δημήτριου Ν. Διφτόπουλου, αντίστοιχα. Ως προς τους ως άνω απολειπόμενους καλούντες- αναιρεσείοντες από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: α) Οι 67η, 102ος, 125η, 164ος, 212ος και 378η καλούντες -αναιρεσείοντες έχουν παράσχει πληρεξουσιότητα προς το Δικηγόρο Δημήτριο Βερβεσό, που για λογαριασμό τους επέσπευσε τη συζήτηση.
Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ως προς αυτούς ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες. Οι λοιποί απολειπόμενοι 41η, 65η, 145η, 148η, 174ος, 202ος, 217η, 223ος, 231η, 239η, 304η, 317ος, 328ος, 375ος, 380η, 399ος, 418ος και 429η καλούντες- αναιρεσείοντες δεν αποδεικνύεται ότι παρείχαν πληρεξουσιότητα προς τον δικηγόρο Δημήτριο Βερβεσό που και για λογαριασμό τους επέσπευσε τη συζήτηση, ενώ δεν προκύπτει και η εκ μέρους του αναιρεσίβλητου ν.π.ι.δ.
με την επωνυμία "Οργανισμός Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ε.Λ.Γ.Α.)" κλήτευση αυτών. Επομένως, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, η επίσπευση που έγινε με τη σχετική εντολή του προαναφερθέντος δικηγόρου στους δικαστικούς επιμελητές για επίδοση στο αναιρεσίβλητο της από 1.12.2022 κλήσης και της υπό κρίση, από 22.3.2021 αίτησης αναίρεσης για λογαριασμό των μη παρασταθέντων 41ης, 65ης, 145ης, 148ης, 174ου, 202ου, 217ης, 223ου, 231ης, 239ης, 304ης, 317ου, 328ου, 375ου, 380ης, 399ου, 418ου και 429ης δεν είναι έγκυρη.
Ως εκ τούτου πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τους ως άνω απολειπόμενους καλούντες- αναιρεσείοντες, οι οποίοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς καλούντες-αναιρεσείοντες και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της από 1.12.2022 κλήσης και της από 22.3.2021 αίτησης αναίρεσης ως προς αυτούς.
β) Ο 11ος καλών-αναιρεσείων (Η. Α.), κατά τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου, φέρεται να εκπροσωπείται από τον Δικηγόρο Δημήτριο Βερβεσό κατά τη συζήτηση της υπόθεσης. Σύμφωνα, όμως με το προσκομιζόμενο από 21.4.2023 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου της Ληξιάρχου του Δήμου Αθηναίων Βασιλικής Μπούρη αυτός αποβίωσε στις 10.9.2014.
Επομένως, έχει αποβιώσει πριν από την άσκηση της ένδικης από 5.2.2016 και με αριθμό κατάθεσης 7067/148/2016 αγωγής. Ως εκ τούτου οι διαδικαστικές πράξεις της άσκησης της ως άνω αγωγής και της από 27.12.2017 και με αριθμό κατάθεσης 3440/259/12.1.2018 έφεσης, που έγιναν στο όνομα του ως άνω προαποβιώσαντος διαδίκου είναι απαράδεκτες, η με αριθμό 1042/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και η προσβαλλόμενη, με αριθμό 3948/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος τους που αναφέρονται στο διάδικο αυτό είναι ανύπαρκτες, καθότι εκδόθηκαν στο όνομα ανύπαρκτου προσώπου, και η από 1.12.2022 και με αριθμό κατάθεσης 211/2022 κλήση και η από 22.3.2021 και με αριθμό κατάθεσης 3864/526/2021 αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που αναφέρονται ότι ασκούνται από τον ίδιο ως άνω προαποβιώσαντα καλούντα-αναιρεσείοντα είναι απαράδεκτες.
Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου δεν επιβάλλονται σε βάρος του 11ου αναιρεσείοντος, διότι ο τελευταίος είναι ανύπαρκτο πρόσωπο. Στο σημείο αυτό επισημαίνεται ότι στάδιο συνέχισης της δίκης από την Χ. Μ., χήρα και κληρονόμο του Η. Α., η οποία έχει παράσχει εξουσιοδότηση προς τούτο στο Δικηγόρο Δημήτριο Βερβεσό, δεν υφίσταται στην προκειμένη περίπτωση που η ένδικη αγωγή εγέρθηκε στο όνομα του ήδη προαποβιώσαντος ως άνω προσώπου.
γ) Οι 44ος, 370ος και 437ος καλούντες-αναιρεσείοντες, δηλαδή οι Β. Β., Π. Τ. και Γ. Χ. οι οποίοι, επίσης σύμφωνα με τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου, εκπροσωπούνται από το Δικηγόρο Δημήτριο Βερβεσό, κατά τις από 17.11.2022, 16.11.2022 και 19.11.2022 εξουσιοδοτήσεις των Π. Β., Α.
Τ. και Γ. Χ. αντίστοιχα, έχουν αποβιώσει ο 44ος στις 29.11.2020, ο 370ος, στις 7.2.2022 και 437ος στις 7.8.2020, χωρίς όμως να προσκομίζεται και αντίστοιχη ληξιαρχική πράξη θανάτου αυτών. Επομένως, αφού δεν βεβαιώνεται ο θάνατος των συγκεκριμένων καλούντων -αναιρεσειόντων και δεν προσκομίζονται έγγραφες εξουσιοδοτήσεις αυτών ως προς το Δικηγόρο Δημήτριο Βερβεσό, ο οποίος και για λογαριασμό τους επέσπευσε τη συζήτηση της από 1.12.2022 κλήσης και της από 22.3.2021 αίτησης αναίρεσης, πρέπει και ως προς αυτούς, που επίσης συνδέονται με απλή ομοδικία με τους λοιπούς αναιρεσείοντες, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση και δ) Οι 122ος Α.
Κ., 184ος Π. Κ., 286ος Ε. Π. και 360ος Α. Σ. καλούντες -αναιρεσείοντες, οι οποίοι, σύμφωνα με τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Αρείου Πάγου, εκπροσωπήθηκαν από τον Δικηγόρο Δημήτριο Βερβεσό, δεν παρίστανται προσηκόντως, διότι οι 122ος, 286ος και 360ος καλούντες -αναιρεσείοντες έχουν δώσει τις αντίστοιχες εξουσιοδοτήσεις στον ως άνω Δικηγόρο για να τους εκπροσωπήσει στη δίκη, στις οποίες, όμως, δεν βεβαιώνεται το γνήσιο της υπογραφής τους από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών, ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή (άρθρο 96 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και ο 184ος καλών -αναιρεσείων δεν έχει δώσει εξουσιοδότηση στον ως άνω Δικηγόρο για να το εκπροσωπήσει στη δίκη.
Ως εκ τούτου και ως προς τους ως άνω καλούντες-αναιρεσείοντες, απλούς ομοδίκους των λοιπών αναιρεσειόντων, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της ένδικης υπόθεσης. Συνοψίζοντας, λοιπόν, τα όσα εκτέθηκαν πρέπει: 1) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η άσκηση της από 1.12.2022 και με αριθμό κατάθεσης 211/2022 κλήσης και της από 22.3.2021 και με αριθμό κατάθεσης 3864/526/2021 αίτησης για αναίρεση της με αριθμό 3948/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που ασκούνται στο όνομα του αποβιώσαντα στις 10.9.2014 ενδέκατου (11ου) καλούντα- αναιρεσείοντα. 2) Να διαταχθεί ο χωρισμός της υπόθεσης ως προς τους 41η, 44ο, 65η, 122ο, 145η, 148η, 174ο, 184ο, 202ο, 217η, 223ο, 231η, 239η, 286ο, 304η, 317ο, 328ο, 360ο, 370ο, 375ο, 380η, 399ο, 418ο, 429η, 437ο και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της από 1.12.2022 κλήσης και της από 22.3.2021 αίτησης αναίρεσης ως προς αυτούς 3) Να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι απόντες 67η, 102ος, 125η, 164ος, 212ος, και 378οη καλούντες αναιρεσείοντες και 4) Να συζητηθεί η υπόθεση με τους λοιπούς προσηκόντως παριστάμενους καλούντες-αναιρεσειόντες.
Με την από 22.3.2021 και με αριθμό κατάθεσης 3864/526/2021 αίτηση αναίρεσης των ως άνω απόντων αλλά δικαζόμενων ωσεί παρόντων αναιρεσειόντων και των λοιπών προσηκόντως παρισταμένων αναιρεσειόντων προσβάλλεται η με αριθμό 3948/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών -εργατικών διαφορών την από 27.12.2017 και με αριθμό κατάθεσης 3440/259/2018 έφεση των εναγόντων -εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της με αριθμό 1042/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επίσης είχε δικάσει αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών την από 5.2.2016 και με αριθμό κατάθεσης 7067/148/2016 αγωγή των 448 αρχικώς εναγόντων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι ως άνω αναιρεσείοντες και είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την αγωγή.
Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά την έφεση και την απέρριψε κατ' ουσίαν, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης των ως άνω αναιρεσειόντων έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 28.5.2021 και η προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει η επίδοση με επιμέλεια οποιουδήποτε από τους διαδίκους, δημοσιεύθηκε στις 9.7.2019 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠοΛΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση της διαδικαστικής πορείας της υπόθεσης προκύπτουν τα εξής: Με την από 5.2.2016 και με αριθμό κατάθεσης 7067/148/2016 αγωγή οι ενάγοντες ιστορούσαν ότι οι κατονομαζόμενοι εξ αυτών απασχολήθηκαν μέχρι τον αναφερόμενο για τον καθένα τους χρόνο και ότι οι λοιποί εξακολουθούσαν να απασχολούνται μέχρι τον κρίσιμο χρόνο της συζήτησης της αγωγής στον πρώτο βαθμό, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΕΛΓΑ)", το οποίο ανήκει στο Κράτος, με τις ειδικότητες που παρατίθενται για τον καθένα τους (ήτοι ως γεωπόνοι οι περισσότεροι και οι υπόλοιποι, κατά περίπτωση, ως κτηνίατροι, ως μετεωρολόγοι, ως χειριστές αεροσκαφών, ως διοικητικοί-λογιστές, ως διοικητικοί-οικονομικοί, ως ταμίες, ως υπάλληλοι διοικητικού-οικονομικού, ως υπάλληλοι γραφείου, ως δακτυλογράφοι-στενογράφοι, ως προσωπικό Η/Υ, ως τεχνικοί, ως αναλογιστές, ως πληροφορικοί, ως τηλεφωνητές, ως επιμελητές, ως φύλακες μηχανημάτων, ως οδηγοί, ως εργάτες και ως προσωπικό καθαριότητος) με μηνιαίες αποδοχές, το ύψος των οποίων την 1.5.2010, με βάση την τελευταία επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, παρατίθεται αναλυτικά για τον καθένα τους στην αγωγή.
Ότι το εναγόμενο-εργοδότης τους προέβη μονομερώς σε περικοπές των αποδοχών τους για το χρονικό διάστημα από 01.05.2010 έως 31.12.2010 με βάση τους νόμους 3833/2010 και 3845/2010, σε περαιτέρω περικοπές για το χρονικό διάστημα από 01.01.2011 έως 31.10.2011 με βάση το νόμο 3899/2010 και σε περαιτέρω περικοπές για το χρονικό διάστημα από 01.11.2011 έως 31.12.2012 με βάση το νόμο 4024/2011, οι οποίοι (νόμοι), όμως, είναι ανεφάρμοστοι, καθώς προσκρούουν ευθέως στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ, στο άρθρο 11 της ΕΣΔΑ και στα άρθρα 5, 21 και 22 του Συντάγματος.
Ότι ειδικότερα για το χρονικό διάστημα από 01.01.2011 έως 31.12.2012 το εναγόμενο προέβη μονομερώς σε περαιτέρω περικοπές των αποδοχών τους, με εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 31 του νόμου 4024/2011, το οποίο, κατά τους ενάγοντες, προβλέπει μόνο περιορισμό του προϋπολογισμού του εναγομένου ως προς το συνολικό μισθολογικό του κόστος, που δεν μπορεί να υπερβεί το όριο του 65% του προϋπολογισμού του και δεν έχει άμεση επίδραση στις εργασιακές τους σχέσεις και το ποσό των 1.900 ευρώ δεν αποτελεί όριο αποδοχών κανενός εργαζόμενου, αλλά απλώς δεν επιτρέπει το σύνολο της μισθοδοσίας να ξεπεράσει τα 1.900 ευρώ επί τον αριθμό των εργαζόμενων του εναγομένου.
Ότι για το χρονικό διάστημα από 1.1.2013 μέχρι 31.12.2015 το εναγόμενο προέβη μονομερώς σε περαιτέρω περικοπές των αποδοχών τους, καθότι τους ενέταξε, με βάση τη διάταξη της περ.12 της υποπαρ. Γ. 1της παρ. Γ του άρθρου πρώτου του Ν.4093/2012, στο ενιαίο μισθολόγιο που προβλέπεται από τον ν. 4024/2011 για τον στενό δημόσιο τομέα, στον οποίο με το άρθρο 29 παρ. 4 του άνω Ν.4024/2011, απαγορεύεται, με αμφιμερώς αναγκαστική ισχύ, η μελλοντική σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας, καταργούνται οι ήδη ισχύουσες κατά τη θέσπισή του συλλογικές συμβάσεις εργασίας για τη ρύθμιση μισθολογικών όρων, αφαιρώντας τους με τον τρόπο αυτό το δικαίωμα της συλλογικής διαπραγμάτευσης, κατά παράβαση του άρθρου 22 παρ.2 του Συντάγματος που προβλέπει τη ρύθμιση των όρων εργασίας με συλλογικές συμβάσεις και του άρθρου 25 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει την αρχή της αναλογικότητας.
Ότι το εναγόμενο ΝΠΙΔ, που ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ενώ με βάση τη διάταξη της παρ.2 του άρθρου 29 του Ν.4024/2011, που εφαρμόστηκε και σ' αυτούς ως μηχανισμός περικοπής των αποδοχών τους κατά τη διάταξη του άρθρου 31 παρ.7 του Ν.4024/2011, είχε ήδη μειώσει μονομερώς στις 31.10.2011 τις αποδοχές τους σε ποσοστό 25% σε σχέση με εκείνες που ελάμβαναν μετά τις μειώσεις που υπέστησαν με τους προαναφερόμενους νόμους, στη συνέχεια, στις 31.12.2012 μείωσε εκ νέου τις αποδοχές τους, για το χρονικό διάστημα από 01.01.2013 έως 31.12.2015, επικαλούμενο ότι υπερέβαιναν το όριο των 1.900 ευρώ μηνιαίως, εφαρμόζοντας εσφαλμένα για δεύτερη φορά τη διάταξη της παρ.2 του άρθρου 29 του Ν.4024/2011, μολονότι η ισχύς της είχε ανασταλεί αναδρομικά από 31.10.2012 με την υποπαράγραφο.Γ.1.
αριθμ. 2 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Ν.4093/2012, μη εφαρμόζοντας στην περίπτωσή τους την αναστολή της περαιτέρω μείωσης και σε δύο ισόποσες περικοπές των αποδοχών τους ('υπερβάλλουσα μείωση'). Ενόψει αυτών, οι ενάγοντες ισχυρίζονταν ότι δικαιούνται τις μισθολογικές διαφορές μεταξύ αφενός μεν των μεγαλύτερων αποδοχών τους, όπως αυτές (συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας) είχαν διαμορφωθεί στις 01.05.2010, σύμφωνα με την τελευταία επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας τους, ήτοι πριν από τις σταδιακές περικοπές των αποδοχών τους με τους ανίσχυρους, ως αντίθετους προς τις ως άνω υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ, του άρθρου 11 της ΕΣΔΑ και των άρθρων 5, 21, 22 παρ. 2 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, νόμους 3833/2010, 3845/2010, 3899/2010 και 4024/2011, άλλως όπως οι αποδοχές αυτές είχαν διαμορφωθεί στις 31.12.2012 μετά μεν την εφαρμογή των νόμων αυτών, αλλά πριν από την περικοπή των αποδοχών τους κατ' εφαρμογή του επίσης ανίσχυρου για τους ίδιους λόγους νόμου 4093/2012, που τους ενέταξε στο ενιαίο μισθολόγιο του Δημοσίου, άλλως όπως οι αποδοχές αυτές είχαν διαμορφωθεί στις 01.01.2013 μετά μεν τις περικοπές με τους άνω νόμους και με το νόμο 4093/2012, λόγω της ένταξής τους στο ενιαίο μισθολόγιο του Δημοσίου, αλλά χωρίς την υπερβάλλουσα το ποσοστό 25% μείωση των αποδοχών τους, που έλαβε χώρα, στις 31.12.2012, ως πρώτη ισόποση περικοπή με βάση το άρθρο 29 παρ.2 του Ν.4024/2011 και αφετέρου, των μικρότερων αποδοχών που έλαβαν, από τις πιο πάνω χρονολογίες μέχρι τις 31.12.2015, μετά τις, κατά τα ως άνω, μονομερείς σταδιακές περικοπές τους, όπως τα ποσά των διαφορών στις μηνιαίες αποδοχές και στα επιδόματα εορτών και αδείας προσδιορίστηκαν για τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα, ανά ενάγοντα, στην αγωγή.
Με βάση το ιστορικό αυτό και όπως το αίτημά τους περιορίστηκε πρωτοδίκως, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ οφείλει στον καθένα τους τα αιτούμενα με την αγωγή ποσά και να καταδικασθεί να καταβάλει στον καθένα τους, από τα μεγαλύτερα αυτά κονδύλια, αναλογικά μειωμένα, το μικρότερο ποσό των 20.000 ευρώ, ως διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, κυρίως μεν για το χρονικό διάστημα από 01.05.2010 μέχρι 31.12.2015, επικουρικώς δε, αν θεωρηθούν συνταγματικές οι περικοπές των αποδοχών τους με τους Ν.3833/2010, 3845/2010, 3899/2010 και 4024/2011, ως διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, για το χρονικό διάστημα από 01.01.2013 έως 31.12.2015, συνισταμένων μόνο στη μείωση που προέκυψε από 01.01.2013, οπότε εντάχθηκαν με το Ν.4093/2012 στο ενιαίο μισθολόγιο του Δημοσίου, επικουρικότερα δε, για το ίδιο χρονικό διάστημα από 01.01.2013 έως 31.12.2015, αν θεωρηθούν συνταγματικές οι περικοπές με τους προηγούμενους και με τον τελευταίο Ν.4093/2012, λόγω της ένταξής τους στο ενιαίο μισθολόγιο του Δημοσίου, ως διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, συνισταμένων μόνο στην υπερβάλλουσα το ποσοστό 25% μείωση, που έλαβε χώρα, στις 31.12.2012, ως πρώτη ισόποση περικοπή με βάση το άρθρο 29 παρ.2 του Ν.4024/2011, εκτός από τους ενάγοντες με αριθμούς 14°, 19η, 22η, 32η, 35η, 45η, 54η, 56°, 78η, 100η, 104°, 106η, 124η, 136η, 156η, 165η, 167°, 170η, 185η, 198η, 202°, 214η, 219η, 227η, 232°, 233η, 250η, 251°, 256η, 260η, 265ο, 267η, 272°, 275η, 278°, 284°, 285η, 303η, 305η, 308°, 317°, 320η, 340°, 353°, 367η, 370η, 371°, 385η, 403η, 404°, 414°, 416η και 446η, οι οποίοι πρωτοδίκως περιόρισαν το αγωγικό τους αίτημα σε όλα τα προαναφερόμενα κονδύλια, εκτός από εκείνο, που αφορά την 'υπερβάλλουσα μείωση' για το χρονικό διάστημα από 01.01.2013 έως 31.12.2015 (αγωγικό κονδύλιο υπό στοιχ.δ), ως προς το οποίο παραιτήθηκαν.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με τη με αριθμό 1042/2017 απόφασή του, αφού κατήργησε τη δίκη ως προς την τριακοστή τρίτη ενάγουσα (και μη διάδικο στην αναιρετική δίκη), στη συνέχεια απέρριψε την αγωγή ως νομικά αβάσιμη τόσον ως προς την κύρια βάση της, όσο και ως προς τις επικουρικές βάσεις αυτής. Την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προσέβαλαν οι αναιρεσείοντες με την από 27.12.2017 και με αριθμό κατάθεσης 3440/259/2018 έφεσή τους κατά του αναιρεσίβλητου, ζητώντας να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και να γίνει δεκτή στο σύνολό της η από 5.2.2016 και με αριθμό κατάθεσης 7067/148/2016 αγωγή τους.
Κατά τη συζήτηση της ως άνω από 27.12.2017 έφεσης, που έλαβε χώρα στη δικάσιμο της 14.5.2019, οι εκκαλούντες, εκτός από τους 3ο, 5η, 11ο, 17ο, 18η, 43η, 69ο, 76ο, 111η, 112η, 113ο, 116η, 117η, 125η, 129ο, 135ο, 143ο, 145η, 147η, 148η, 149ο, 157ο, 187η, 194ο, 205ο, 217η, 225η, 231η, 235ο, 237ο, 244ο, 248η, 255ο, 281η, 288η, 304η, 313η, 323ο, 328ο, 329ο, 339ο, 343η, 360η, 372ο, 374ο, 378ο, 387ο, 391η, 402η, 408ο, 418ο, 420ο, 431η, 438ο και 444ο, παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της αγωγής ως προς τα αιτούμενα κονδύλια που αφορούσαν διαφορές αποδοχών σχετικές με τα επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2010 έως 2015 και οι 82η, 359η, 390η και 401η ενάγοντες -εκκαλούντες παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της αγωγής ως προς τα αιτούμενα κονδύλια που αφορούσαν διαφορές αποδοχών σχετικές με επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2013 και 2014.
Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 3948/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού στη μείζονα σκέψη αυτής ανέπτυξε α) το άρθρο 2 του ν. 3871/17.8.2010 (ΦΕΚ Α 141), τα άρθρα 50 παρ. 1 περ. α' του ν. 3943/2011 και 1 του ν. 1790/1988, (συστατικούς νόμους του εναγομένου) β) το άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 3833/2010 (ΦΕΚ Α 40), γ) το άρθρο τρίτο παρ. 4 και 6 του ν. 3845/2010 (ΦΕΚ Α 65), δ) το άρθρο 2 παρ. 18 του ν. 3899/2010, ε) τα άρθρα 4 παρ. 1, 12, 13, 14, 15-20, 29 παρ. 2 και 31 του κεφαλαίου δεύτερου του ν. 4024/2011 και στ) την υποπαρ.
Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, ακολούθως έκρινε ότι οι διατάξεις των ως άνω νόμων, ως εκ του σκοπού που υπέβαλε τη θέσπισή τους, δεν υπερβαίνουν τα όρια που θέτουν οι διατάξεις των άρθρων 4, 5 παρ. 1, 17, 22 παρ. 2 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, καθώς και οι υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1, 11 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκαν με το ν.δ. 53/1974 και κατ' ακολουθίαν αυτών απέρριψε κατ' ουσίαν όλους τους λόγους έφεσης, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση.
Εν προκειμένω, με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.5 του Ν. 3833/2010 "Προστασία της εθνικής οικονομίας - Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης" (ΦΕΚ Α 40/15.3.2010), όπως η παράγραφος αυτή συμπληρώθηκε με την παρ.5 του άρθρου 90 του Ν. 3842/2010 (ΦΕΚ Α 58/23.4.2010), ορίζεται ότι: "Οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα των εργαζομένων, χωρίς εξαίρεση, σε Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου (ΝΠΙΔ), που ανήκουν στο Κράτος, σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ ή επιχορηγούνται τακτικά από τον Κρατικό Προϋπολογισμό σε ποσοστό τουλάχιστον 50% του προϋπολογισμού τους ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 (ΦΕΚ 314 Α), μειώνονται κατά ποσοστό επτά τοις εκατό (7%).
Τα επιδόματα των Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας μειώνονται κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%), αντίστοιχα. Από τη μείωση του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής εξαιρούνται τα επιδόματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή την υπηρεσιακή εξέλιξη, καθώς και τα συνδεόμενα με το ανθυγιεινό ή επικίνδυνο της εργασίας τους και τον μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τους.
Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, καθώς και της παρ.4 κατισχύουν κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλλογικής συμβάσεως εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας". Κατά δε την παρ.1 του άρθρου 20 του ιδίου νόμου 3833/2010, η ισχύς των διατάξεων του άρθρου 1 αρχίζει από 1.1.2010.
Επακολούθησε ο Ν. 3845/2010 "Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη - μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο" (ΦΕΚ Α 65/6.5.2010), στο άρθρο τρίτο παρ. 4 και 6 του οποίου ορίζεται ότι: (παρ. 4) "Οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής συμβάσεως εργασίας, η διαιτητική απόφαση, ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα των εργαζομένων, χωρίς εξαίρεση, στους φορείς του πρώτου εδαφίου της παρ.5 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, μειώνονται κατά ποσοστό τρία τοις εκατό (3%).
Από τη μείωση του προηγούμενου εδαφίου εξαιρούνται τα επιδόματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή την υπηρεσιακή εξέλιξη, καθώς και τα συνδεόμενα με το ανθυγιεινό ή το επικίνδυνο της εργασίας τους και τον μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τους" και (παρ. 6) "Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των παραγράφων 1 έως και 4, καθώς και για πρόσωπα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 5, καθορίζονται ως εξής:
α) επίδομα εορτών Χριστουγέννων σε πεντακόσια (500) ευρώ, β) επίδομα εορτών Πάσχα σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, γ) επίδομα αδείας σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Τα επιδόματα του προηγουμένου εδαφίου καταβάλλονται, εφόσον οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων του προηγουμένου εδαφίου, δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Αν με την καταβολή των επιδομάτων του προηγουμένου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές υπερβαίνουν το ύψος αυτό, τα επιδόματα του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με ανάλογη μείωσή τους".
Κατά δε την παρ.1 του άρθρου έβδομου του ιδίου νόμου 3845/2010, η ισχύς των διατάξεων του άρθρου τρίτου αρχίζει από 1.6.2010. Περαιτέρω, με το άρθρο 2, που φέρει τον τίτλο "Αναπροσαρμογή αποδοχών εργαζομένων σε δημόσιες επιχειρήσεις και ΝΠΙΔ που υπάγονται στη Γενική Κυβέρνηση του ν. 3899/2010 (ΦΕΚ Α 212/17.12.2010), στο τέλος του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010 προστίθενται οι παράγραφοι 17 έως 21, που ορίζουν μεταξύ άλλων ότι: 17.
Οι πάσης φύσεως αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα, που καταβάλλονται στους απασχολούμενους με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, καθώς και στους απασχολούμενους με σύμβαση έμμισθης εντολής, των φορέων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του Κεφαλαίου Α' του ν. 3429/2005, όπως τροποποιείται και ισχύει κατά την έναρξη ισχύος της παραγράφου αυτής, απαγορεύεται από 1-1-2011 να υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων (4.000) ευρώ [...]. 18.
Οι πάσης φύσεως αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα, που καταβάλλονται στους απασχολούμενους με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, καθώς και στους απασχολούμενους με σύμβαση έμμισθης εντολής, των φορέων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του Κεφαλαίου Α' του ν. 3429/2005, όπως τροποποιείται και ισχύει κατά την έναρξη ισχύος της παραγράφου αυτής, μειώνονται, από 1-1-2011, κατά ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%).
Από τη μείωση του προηγούμενου εδαφίου εξαιρούνται τα επιδόματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση, καθώς και με το ανθυγιεινό ή επικίνδυνο της εργασίας. Εξαιρούνται, επίσης, τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, εφόσον τα επιδόματα αυτά έχουν καθοριστεί σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ.6 του άρθρου αυτού.
Η μείωση του πρώτου εδαφίου διενεργείται εφόσον οι πάσης φύσεως αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων που εξαιρούνται κατά τα οριζόμενα στα δύο προηγούμενα εδάφια, υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Αν με την εφαρμογή της διατάξεως του πρώτου εδαφίου οι πάσης φύσεως αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις ή αμοιβές γενικά, υπολείπονται του ορίου του προηγούμενου εδαφίου, η μείωση περιορίζεται στο όριο των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ [...]. 19. Το σύνολο των μειώσεων που επέρχεται με την εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 17 και 18 δεν επιτρέπεται να υπερβεί κατά μήνα, υπολογιζόμενο σε δωδεκάμηνη βάση, το είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά που θα καταβάλλονταν μηνιαίως, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, χωρίς την εφαρμογή των διατάξεων αυτών.
Αν οι μειώσεις υπερβαίνουν το ποσοστό αυτό, το όριο του πρώτου εδαφίου της παρ.17 αυξάνεται μέχρι του ποσοστού αυτού. 20. [...]. 21. Οι διατάξεις των παρ.17 έως και 20 κατισχύουν κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλλογικής ή κλαδικής ή επιχειρησιακής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας.
Κάθε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρος συλλογικής ή κλαδικής ή επιχειρησιακής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας που καθορίζει αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές οι οποίες υπερβαίνουν τα ανώτατα όρια που ορίζονται στις παρ.17 και 19, καταργείται.
Αποδοχές, πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές που υπερβαίνουν τα ανώτατα όρια αυτά αναπροσαρμόζονται αυτοδίκαια στο αντίστοιχο όριο". Οι παρατεθείσες διατάξεις των ν. 3833/2010 και 3845/2010, όπως προκύπτει και από τις αιτιολογικές εκθέσεις των νόμων αυτών, θεσπίστηκαν για την προστασία και την προαγωγή του γενικότερου δημόσιου συμφέροντος, ενόψει της σφοδρής δημοσιονομικής κρίσης που αντιμετώπιζε η χώρα (ΑΠ 1852/2022, ΑΠ 663/2019, ΑΠ).
Επιπλέον, με τις επίσης παρατεθείσες διατάξεις του ν. 3899/2010, που προστέθηκαν στο τέλος του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010, θεσπίστηκαν ανώτατα και κατώτατα συνολικά όρια μηνιαίων αποδοχών, όπως αυτές διαμορφώνονται με τις επιβληθείσες νόμιμα μειώσεις, για την επιβολή περαιτέρω μειώσεων από 1.1.2011 των αναφερομένων στις διατάξεις αυτές κατηγοριών εργαζομένων με υψηλές αποδοχές και δεν επήλθε διαφοροποίηση του πεδίου εφαρμογής των αρχικών (οριζόντιων) μειώσεων, που προβλέπουν οι ρυθμίσεις των ν. 3833/2010 και 3845/2010 (ΑΠ 1852/2022, ΑΠ 1147/2015).
Ειδικότερα η θεσπισθείσα με τους νόμους αυτούς περικοπή μισθολογικών παροχών εργαζομένων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο συνολικώς εφαρμοζόμενο αποσκοπεί τόσο στην αντιμετώπιση κατά το νομοθέτη της άμεσης ανάγκης κάλυψης οικονομικών αναγκών της χώρας με μέτρα που εκ της φύσης των συμβάλλουν στην άμεση περιστολή των δημοσίων δαπανών, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής και οικονομικής κατάστασης με την εξάλειψη των πρωτογενών δημοσιονομικών ελλειμμάτων, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών που συνιστούν κατ' αρχήν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος και αποτελούν ταυτοχρόνως και σκοπούς κοινού ενδιαφέροντος των κρατών - μελών της Ευρωζώνης, ενόψει της καθιερωμένης από την ενωσιακή νομοθεσία υποχρέωσης δημοσιονομικής πειθαρχίας και διασφάλισης της σταθερότητας της ζώνης του ευρώ στο σύνολό της (ΟλΣτΕ 668/2012, Ολ.ΑΠ 1/2021).
Ως εκ τούτου οι σχετικές ρυθμίσεις δεν αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 22, 23 και 28 του Συντάγματος και στις υπερνομοθετικής ισχύος ρυθμίσεις των κυρωθεισών με νόμο διεθνών συμβάσεων εργασίας που κατοχυρώνουν τη συλλογική αυτονομία των επαγγελματικών οργανώσεων (εργαζομένων και εργοδοτών) (σχετ.
ΟλΣτΕ 2307/2014 σκέψεις 23 επ.), ούτε σε εκείνες για την προστασία της περιουσίας κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, εφόσον κατά την πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ, η διάταξη αυτή δεν επάγεται το δικαίωμα λήψης συγκεκριμένου ποσού ως μισθού (ΕΔΔΑ, υπόθεση Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδας, με περαιτέρω παραπομπές).
Στο πλαίσιο αυτό, ψηφίστηκαν διατάξεις, όπως οι ανωτέρω, που αφορούν την οριζόντια περικοπή των μισθολογικών δαπανών για όλους τους απασχολούμενους στο Δημόσιο, στα ΝΠΔΔ και στους ΟΤΑ, με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, καθώς και για το προσωπικό των ΝΠΙΔ, που είτε ανήκουν στο Κράτος, σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ, είτε επιχορηγούνται τακτικά από τον κρατικό προϋπολογισμό σε ποσοστό μεγαλύτερο του 50% του προϋπολογισμού τους, είτε είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του Ν. 3429/2005, με οποιαδήποτε σχέση και αν απασχολούνται και με οποιονδήποτε τρόπο και αν αμείβονται οι εργαζόμενοι αυτοί, ακόμη και αν υπάρχει οποιαδήποτε αντίθετη γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή συμφωνία (ΑΠ 1852/2022, ΑΠ 663/2019, ΑΠ 1460/2018).
Ακολούθως ο ν. 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο-βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015" (Α' 226), ορίζει στο Κεφάλαιο Δεύτερο αυτού και υπό τον τίτλο "Σύστημα βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του Κράτους, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α' και Β' βαθμού και άλλων φορέων του Δημόσιου Τομέα και συναφείς διατάξεις", τα εξής:
Στο άρθρο 4 ότι "Στις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ): α) του Δημοσίου, β) των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), πρώτου και δεύτερου βαθμού, γ) των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ)... (παρ. 1).
Υπάλληλοι και λειτουργοί που δεν εμπίπτουν ευθέως στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 17 (παρ. 2). Στο άρθρο 6 ότι: "1. Οι θέσεις όλων των κατηγοριών εκπαίδευσης- Πανεπιστημιακής εκπαίδευσης (ΠΕ), Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ), Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ) και Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (ΥΕ)- κατατάσσονται σε έξι (6) συνολικά βαθμούς, κατά φθίνουσα σειρά, ως εξής:
Βαθμός Α, Βαθμός Β, Βαθμός Γ, Βαθμός Δ, Βαθμός Ε, Βαθμός ΣΤ. 2.... 3. Εισαγωγικός βαθμός για όλες τις κατηγορίες εκπαίδευσης προσωπικού είναι ο Βαθμός ΣΤ... και καταληκτικός ο Βαθμός Α για την ΠΕ και ΤΕ κατηγορία, ο Βαθμός Β για την ΔΕ κατηγορία και ο Βαθμός Γ για την ΥΕ κατηγορία". Στο άρθρο 12 του νόμου αυτού καθορίζεται το σύστημα μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του άρθρου 4 και στο άρθρο 14 καθορίζονται οι μηνιαίες αποδοχές κάθε υπαλλήλου.
Στο άρθρο 29 παρ. 2 του ίδιου νόμου, όπως τροποποιήθηκε από τότε που ίσχυσε με το άρθρο 3 παρ. 3 της ΠΝΠ 16/16- 12-2011 (Α' 262), ορίζεται ότι "Σε περίπτωση που από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του Κεφαλαίου αυτού προκύπτουν συνολικές μηνιαίες αποδοχές μεγαλύτερες από αυτές που έπαιρναν οι δικαιούχοι τους κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος Κεφαλαίου, η προκαλούμενη αύξηση καταβάλλεται ως εξής: [α)....β)....γ)...].
Εφόσον προκύπτει μείωση, η οποία είναι μεγαλύτερη κατά ποσοστό του 25% των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, η συνολική μείωση κατανέμεται ως εξής: α) 25% μείωση επί των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου με την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, β) η υπερβάλλουσα μείωση ισόποσα σε χρονικό διάστημα δύο (2) ετών, το οποίο αρχίζει ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου.3... 4.
Τα θέματα του Κεφαλαίου αυτού δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων". Εξάλλου, στο άρθρο 31 του ίδιου νόμου και υπό τον τίτλο "Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα", ορίζονται τα ακόλουθα: "1. α) Στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) που ανήκουν στο κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ.
ή σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημοσίων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανωνύμων εταιρειών που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α του ν. 3429/2005 (Α 314), όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. 1 α του άρθρου 1 του ν. 3899/2010 (Α 212) [...] εφαρμόζεται ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών προσωπικού σύμφωνα με τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους.[...].
Στις παραγράφους 3 και 4 του ίδιου άρθρου, όπως αυτές συμπληρώθηκαν με τις παρ. 3 και 4 αντίστοιχα του άρθρου 1 της από 31.12.2011 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α 268/31.12.2011), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 4047/2012 (Α 31) και έχει ισχύ νόμου από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, ορίζεται ότι: "3.
Για τους εργαζόμενους στους φορείς της υποπαραγράφου 1α με σχέση εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου, το ανώτατο όριο των μηνιαίων τακτικών αποδοχών για κάθε εκπαιδευτική κατηγορία ΥΕ, ΔΕ, ΤΕ και ΠΕ ισούται με το αντίστοιχο ανώτατο όριο που προκύπτει κατ' εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου για τους υπαλλήλους με αντίστοιχη σχέση εργασίας (ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου) στο Δημόσιο.[...]. 4.
Το μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, εξαιρουμένων των εργοδοτικών εισφορών, των φορέων της υποπαραγράφου 1α του παρόντος άρθρου, απαγορεύεται να υπερβαίνει τα χίλια εννιακόσια (1.900) ευρώ το μήνα. Αν με την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου προκύπτει μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, του πάσης φύσεως προσωπικού του φορέα, μικρότερο του 65% του μέσου κατά κεφαλή αντίστοιχου κόστους του φορέα, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί κατά την 31.12.2009, ισχύει ως όριο, το ως άνω όριο του 65%." Ακόμη στις παραγράφους 7 και 9 του άρθρου 31 του ίδιου ως άνω νόμου 4024/2011 ορίζεται ότι: "Οι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 29 εφαρμόζονται αναλογικά και στους εργαζόμενους των φορέων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου, εφόσον προκύπτει μείωση των συνολικών μηνιαίων αποδοχών τους μεγαλύτερη από το ποσοστό που ορίζεται στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 29 (παρ.7)" και "Από την έναρξη ισχύος του παρόντος Κεφαλαίου καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρος συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας, που καθορίζει αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές που υπερβαίνουν τα ανώτατα κατά περίπτωση όρια που ορίζονται στις προηγούμενες παραγράφους (παρ.9)".
Τέλος, στο άρθρο 32 παρ. 4 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι "Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου αρχίζει την 1-11-2011". Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση του ως άνω ν. 4024/2011, με το νόμο αυτό επιχειρήθηκε η διαμόρφωση ενός ενιαίου συστήματος βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, με σκοπό αφενός την άμεση αντιμετώπιση της οξείας δημοσιονομικής κρίσης και την εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών και αφετέρου τον εξορθολογισμό του δημόσιου τομέα, την άρση των ανισοτήτων στις συνολικές αμοιβές των υπαλλήλων, την ανταμοιβή της εργασίας βάσει του παραγόμενου αποτελέσματος, την προσέλκυση ικανού στελεχιακού δυναμικού και την προώθηση των αναπτυξιακών κοινωνικών προτεραιοτήτων της Χώρας.
Τέλος, κατ' εφαρμογή του ν.4046/2012 "Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Ε.Τ.Χ.Σ.) της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας" (Α' 28) και στο πλαίσιο του εκεί τεθέντος στόχου της επίτευξης, με δημοσιονομικές παρεμβάσεις, πρωτογενούς πλεονάσματος της Γενικής Κυβέρνησης, που θα επέτρεπε τη σταθεροποίηση, σε πρώτη φάση, και τη μείωση, στη συνέχεια, του δημοσίου χρέους, εκδόθηκε ο ν. 4093/2012 "Έγκριση Μεσοπροθέσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν.4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής στρατηγικής 2013-2016" (Α' 222), ο οποίος στην παράγραφο Γ' υποπαράγραφο Γ.1. "Ρυθμίσεις Θεμάτων Γενικής Γραμματείας Δημοσιονομικής Πολιτικής" του άρθρου πρώτου ορίζει περ. 2 και 12 ορίζει, αντίστοιχα τα εξής: "2.
Αναστέλλεται μέχρι 31.12.2016 η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 19 και της περίπτωσης β του τελευταίου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 29 του ν. 4024/211 (Α 226). Οι διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου ισχύουν από 31.12.2012" και "12. Οι διατάξεις του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011 που αφορούν το βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, έχουν ανάλογη εφαρμογή, από 1.1.2013, και στο προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), που ανήκουν στο Κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ.
ή σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανωνύμων εταιρειών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α' του ν. 3429/2005 (Α' 314), όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. 1α του άρθρου 1 του ν. 3899/2010 (Α' 212).[...].
Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης, για τους ανωτέρω παύουν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, εκτός από αυτές της παραγράφου 2". Με τις διατάξεις του νόμου αυτού, προς εφαρμογή του εγκριθέντος με το ν. 4046/2012 δεύτερου Μνημονίου Συνεννόησης, ο νομοθέτης, αφού διαπίστωσε ότι η οικονομική ύφεση συνεχίζεται και ότι η Χώρα εξακολουθεί να έχει συνεχή προβλήματα με τη φορολογική "συμμόρφωση", την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Κράτος και την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποφάσισε να λάβει και πάλι, μεταξύ άλλων, ως άμεσο μέτρο στο πλαίσιο αυτό για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, με τη διάταξη της περίπτωσης 12 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, την ένταξη από 1.1.2013 του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα στο ενιαίο βαθμολόγιο και μισθολόγιο των απασχολούμενων στο Δημόσιο, που είχε θεσπισθεί με το ν. 4024/2011.
Το μέτρο αυτό αποτελεί τμήμα ευρύτερου, ολοκληρωμένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής "Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016" και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, που αποσκοπεί στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της Χώρας, όσο και τη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασης, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν κατ' αρχήν τη λήψη μέτρων ρύθμισης μισθολογικών δαπανών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεδομένου ότι συνδέεται με την εκπλήρωση υποχρεώσεων, που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση.
Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη, ότι και τα αναφερόμενα στην περ.12 της παραγράφου Γ' υποπαράγραφο Γ1 του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012 νομικά πρόσωπα λειτουργούν χάριν του δημοσίου συμφέροντος και, λόγω ακριβώς της ουσιαστικής ένταξής τους στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και του σκοπού τους, είναι δυνατή, με ειδική νομοθετική πρόβλεψη, η υπαγωγή τους σε καθεστώς μισθολογικών μέτρων, που αποσκοπούν στην αναμόρφωση του συστήματος οικονομικών απολαβών του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης.
Εξάλλου, με το Ν. 4354/2015 άρθρο 34, από την έναρξη ισχύος αυτού (1.1.2016) καταργούνται οι διατάξεις των άρθρων 12 έως 25,28,29,30 του ν.4024/2011, η περ.12 της υποπαραγράφου Γ1 της παρ.Γ του άρθρου πρώτου του Ν.4093/2012 και στο άρθρο 31 παρ.1 του ν. 4354/2015 (ΦΕΚ Α' 176/16-12-2015), ορίζεται ότι "Στο τέλος της περίπτωσης 2 της υποπαραγράφου Γ1 της παρ.
Γ' του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α' 222), προστίθεται νέο εδάφιο, από τότε που ίσχυσε, ως εξής: Για τους υπαλλήλους των φορέων της περίπτωσης 12, η αναστολή των διατάξεων του πρώτου εδαφίου ισχύουν από 1-1-2013" (ΟλΑΠ 1/2022). Ενόψει αυτών οι ως άνω διατάξεις των ν. 4024/2011 και 4093/2012 δεν αντίκεινται προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 5 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ ούτε στη συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
Και αυτό διότι, αυτή καθ' εαυτή η υπαγωγή του προσωπικού, μεταξύ άλλων και των ΝΠΙΔ που ανήκουν στο Κράτος στο μισθολόγιο των άνω νόμων και ο κανονισμός των αποδοχών τους, που αποτελεί κύριο αντικείμενο των συλλογικών συμβάσεων εργασίας (άρθρο 2 του Ν. 1876/1990), με τυπικό νόμο, αιτιολογείται επαρκώς στο πλαίσιο της προσπάθειας που καταβαλλόταν από την Ελληνική Κυβέρνηση στην κατά το χρόνο της θέσπισης των ως άνω νόμων δημοσιονομική συγκυρία για την εξοικονόμηση των δαπανών και τον εξορθολογισμό της προβληματικής κατάστασης, η οποία είχε διαμορφωθεί με βάση το ισχύον, παρωχημένο και σε κάποιες περιπτώσεις αυθαίρετο σύστημα οικονομικών απολαβών, τόσο στο στενό, όσο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.
Συνεπώς, η υπαγωγή του προσωπικού των ΝΠΙΔ που ανήκουν στο Κράτος στις ρυθμίσεις του Ν. 4024/2011 και, κατ' επέκταση, στις ρυθμίσεις του Ν. 4093/2012 (όπως άλλωστε και στις ρυθμίσεις των Ν. 3833/2010 και 3845/2010), με συνέπεια την ανάλογη μείωση των αποδοχών τους, εξυπηρετεί θεμιτό σκοπό δημόσιας ωφέλειας και βρίσκει αιτιολογικό έρεισμα στην έκτακτη και πρωτοφανή δημοσιονομική κρίση που αντιμετώπισε η Χώρα μας (συνεπεία της οποίας μάλιστα μεγάλο ποσοστό των απασχολούμενων στον ιδιωτικό τομέα - είτε μισθωτών είτε αυτοαπασχολούμενων - κατέστησαν άνεργοι σε αντίθεση με τους απασχολούμενους στο στενό και ευρύτερο δημόσιο τομέα).
Σε κάθε περίπτωση, η έλλειψη αμιγώς προσωρινού χαρακτήρα των μέτρων αυτών (έστω κι αν η παρέμβαση του νομοθέτη υπόκειται σε χρονικό περιορισμό, ο οποίος συμπίπτει με τη λήξη του εγκριθέντος με το Ν. 4093/2012 Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής) είναι δικαιολογημένη, διότι ο σκοπός του νομοθέτη ήταν όχι μόνο να αντιμετωπίσει την οξεία δημοσιονομική κρίση, αλλά κυρίως να εξυγιάνει τα δημόσια οικονομικά κατά τρόπο μόνιμο, η λήψη δε των μέτρων αυτών δικαιολογείται στο πλαίσιο υιοθέτησης ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο στόχευε στην αντιμετώπιση της άμεσης ανάγκης χρηματοδότησης της χώρας, αλλά και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής και οικονομικής κατάστασης και της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας (βλ.
ΟλΣτΕ 668/2012, ΣτΕ 1283/2012, ΕΔΔΑ απόφαση της 7.5.2013, Κουφάκη κατά Ελλάδος και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος). Επιπλέον, ούτε η επί τω χείρω μεταβολή των συμφωνηθέντων με τον εργοδότη όρων εργασίας του ως άνω προσωπικού πλήττει την προστατευόμενη από το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος συμβατική ελευθερία αμφότερων των μερών της εργασιακής σχέσης, ούτε το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ κατοχυρώνει δικαίωμα σε διαρκή απόληψη αποδοχών ορισμένου ύψους, αφού δεν κωλύεται καταρχήν ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση του Κράτους, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα εισάγοντας νέες ρυθμίσεις (βλ.
ΕΔΔΑ Eskelinen κ.ά. κατά Φιλανδίας, της 19.4.2007, σκ. 94, Ο λ ΣτΕ 668/2012, ΣτΕ 1283/2012, ΑΠ 1097/2018). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Στην προκειμένη περίπτωση με το πρώτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σκέλος του μοναδικού λόγου αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι προέβη σε παραβίαση των άρθρων 11 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ και των άρθρων 5, 21, 22 παρ. 2 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, με την κρίση του ότι δεν αντιβαίνουν σε αυτά οι διατάξεις των νόμων 3833/2010, 3845/2010, 3899/2010, 4024/2011 και 4093/2012, με τις οποίες περικόπηκαν οι μέχρι την 1.5.2010 καταβαλλόμενες οι αποδοχές τους.
Το ως άνω πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης είναι αβάσιμο. Τούτο διότι, όπως αναλυτικά εκτίθεται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η θεσπισθείσα με τους νόμους αυτούς περικοπή μισθολογικών παροχών εργαζομένων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, στον οποίο υπάγεται και το αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΕΛΓΑ)", καθότι ιδρύθηκε με το ν. 1790/1988, ανήκει εξ ολοκλήρου στο Ελληνικό Δημόσιο και τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης (ΑΠ 1806/2017, ΑΠ 244/2015), επιλέχθηκε από το νομοθέτη με σκοπό όχι μόνο να αντιμετωπιστεί η οξεία δημοσιονομική κρίση, αλλά κυρίως να εξυγιανθούν τα δημόσια οικονομικά κατά τρόπο μόνιμο, η λήψη δε των μέτρων αυτών δικαιολογείται στο πλαίσιο υιοθέτησης ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο στοχεύει στην αντιμετώπιση της άμεσης ανάγκης χρηματοδότησης της χώρας, αλλά και στην βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής και οικονομικής κατάστασης και της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας.
Εξάλλου, όπως ήδη αναφέρθηκε, η επί τω χείρω μεταβολή των συμφωνηθέντων με το αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ όρων εργασίας του υπαγόμενου στις ρυθμίσεις των ως άνω νόμων προσωπικού του, στο οποίο περιλαμβάνονται και οι αναιρεσείοντες, δεν πλήττει την προστατευόμενη από το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος συμβατική ελευθερία αμφότερων των μερών της εργασιακής σχέσης.
Επιπλέον, το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ δεν κατοχυρώνει δικαίωμα σε διαρκή απόληψη αποδοχών ορισμένου ύψους, καθότι δεν κωλύεται καταρχήν ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση του Κράτους, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου και προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις (ΟλΑΠ 2/2023, ΑΠ 1097/2018).
Περαιτέρω με το δεύτερο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σκέλος του μοναδικού λόγου αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι ψευδώς ερμήνευσε και εσφαλμένα εφάρμοσε για το χρονικό διάστημα από 1.10.2011 έως 31.12.2012 τη διάταξη του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, αιτιώμενοι ότι κατά την αδιάστικτη διατύπωσή της η διάταξη αυτή δεν προβλέπει το μονομερές διαπλαστικό δικαίωμα του εργοδότη να καθορίζει τους μισθούς των εργαζομένων.
Το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου είναι αβάσιμο. Τούτο διότι από τις αναφερθείσες στην προηγηθείσα νομική σκέψη διατάξεις του ν. 4024/2011 προκύπτει ότι αρχικά θεσμοθετήθηκε ενιαίο βαθμολόγιο και μισθολόγιο για τους υπαλλήλους του στενού δημόσιου τομέα, το οποίο δεν καταλάμβανε το προσωπικό του αναιρεσίβλητου ΝΠΙΔ.
Όμως, με το άρθρο 31 του ίδιου νόμου και υπό τον τίτλο "Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα" για το ανωτέρω προσωπικό προβλέφθηκε ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλήν κόστους αμοιβών προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα και θέσπιση ανώτατου ορίου μέσου μισθολογικού κόστους ύψους 1.900 ευρώ, με πρόβλεψη ότι, σε περίπτωση που από την εφαρμογή αυτού του ορίου θα προέκυπτε μείωση αποδοχών ανώτερη του 25%, η μείωση θα ήταν σταδιακή σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011, εφαρμοζόμενο αναλόγως.
Επομένως, οι αναιρεσείοντες κατ' εφαρμογή των διατάξεων αυτών, υπέστησαν την 1.11.2011 μειώσεις επί των κατά την 31 Οκτωβρίου 2011 αποδοχών τους μέχρι ποσοστού 25% αμέσως, ετεροχρονιζόμενες κατά το υπερβάλλον μετά την 31η Δεκεμβρίου 2016 (ΟλΑΠ 1/2022, ΑΠ 328/2022), οι εν λόγω δε διατάξεις ήσαν αναγκαστικού δικαίου για το αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ, το οποίο, όπως ήδη εκτέθηκε, ανήκει στο Κράτος και το οποίο δεν είχε τη διακριτική ευχέρεια να πράξει διαφορετικά.
Με το τρίτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σκέλος του ίδιου λόγου αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε την περίπτωση 12 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με την οποία αφαιρείται δια παντός το δικαίωμα της συλλογικής διαπραγμάτευσης, καθότι αυτή είναι ανίσχυρη ως αντίθετη με το άρθρο 22 παρ. 2 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει την αρχή της συμπλήρωσης των γενικών όρων εργασίας με συλλογικές συμβάσεις εργασίας που συνάπτονται με ελεύθερες διαπραγματεύσεις και, αν αυτές αποτύχουν, με τους κανόνες που θέτει η διαιτησία και με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, με το οποίο κατοχυρώνεται η αρχή της αναλογικότητας.
Το τρίτο σκέλος του αναιρετικού αυτού λόγου είναι αβάσιμο. Τούτο διότι, όπως ήδη εκτέθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, με τις διατάξεις του ν. 4093/2012, που θεσπίσθηκαν προς εφαρμογή του εγκριθέντος με το ν. 4046/2012 δεύτερου Μνημονίου Συνεννόησης, ο νομοθέτης, αφού διαπίστωσε ότι η οικονομική ύφεση συνεχίζεται και ότι η Χώρα εξακολουθεί να έχει συνεχή προβλήματα με τη φορολογική "συμμόρφωση", την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Κράτος και την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποφάσισε να λάβει και πάλι, μεταξύ άλλων, ως άμεσο μέτρο στο πλαίσιο αυτό για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, με την επίμαχη διάταξη της περίπτωσης 12 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του εν λόγω ν. 4093/2012, την ένταξη από 1-1-2013 του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα στο ενιαίο βαθμολόγιο και μισθολόγιο, που είχε θεσπιστεί με το ν.4024/2011.
Το μέτρο αυτό αποτελεί τμήμα ευρύτερου, ολοκληρωμένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής "Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016" και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, που αποσκοπεί στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της Χώρας, όσο και τη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασης, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν κατ' αρχήν τη λήψη μέτρων ρύθμισης μισθολογικών δαπανών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεδομένου ότι συνδέεται με την εκπλήρωση υποχρεώσεων, που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση.
Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη, ότι και τα αναφερόμενα στην περ.12 της παραγράφου Γ' υποπαράγραφο Γ1 του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012 νομικά πρόσωπα, όπως το αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΛΓΑ", λειτουργούν χάριν του δημοσίου συμφέροντος και, λόγω ακριβώς της ουσιαστικής ένταξής τους στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και του σκοπού τους, είναι δυνατή, με ειδική νομοθετική πρόβλεψη, η υπαγωγή τους σε καθεστώς μισθολογικών μέτρων, που αποσκοπούν στην αναμόρφωση του συστήματος οικονομικών απολαβών του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης (ΑΠ 495/2022).
Εξάλλου, με το Ν. 4354/2015 άρθρο 34, από την έναρξη ισχύος αυτού (1.1.2016) καταργούνται οι διατάξεις των άρθρων 12 έως 25, 28, 29, 30 του ν.4024/2011, η περ.12 της υποπαραγράφου Γ1 της παρ.Γ του άρθρου πρώτου του Ν.4093/2012 και στο άρθρο 31 παρ.1 του ν. 4354/2015 (ΦΕΚ Α' 176/16-12-2015), ορίζεται ότι "Στο τέλος της περίπτωσης 2 της υποπαραγράφου Γ1 της παρ.
Γ' του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α' 222), προστίθεται νέο εδάφιο, από τότε που ίσχυσε, ως εξής: Για τους υπαλλήλους των φορέων της περίπτωσης 12, η αναστολή των διατάξεων του πρώτου εδαφίου ισχύουν από 1-1-2013". Επομένως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η επίμαχη διάταξη της περ. 12 της υποπαρ.
Γ.1. της παρ. Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 δεν έρχεται σε αντίθεση με τα άρθρα 22 παρ. 2 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, δεν έχει υποπέσει στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.
Με το τέταρτο (και τελευταίο), από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σκέλος του μοναδικού αναιρετικού λόγου, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται ότι η προσβαλλόμενη ψευδώς ερμήνευσε και εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 29 παρ. 2 και 31 παρ. 7 του ν. 4024/2011, της υποπαρ. Γ1 περ. 2 της παρ. Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, άρθρου 31 παρ. 1 του ν. 4354/2015, και των άρθρων 4, 5, 22, 17 και 25 του Συντάγματος και των άρθρων 6 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ, αναφορικά με τη μείωση των αποδοχών τους κατά ποσοστό πλέον του 25% σε σχέση με τις αποδοχές που ελάμβαναν την 31.10.2011.
Και το τέταρτο σκέλος του ως άνω λόγου αναίρεσης είναι αβάσιμο. Τούτο διότι, όπως επανειλημμένα έχει αναφερθεί με το άρθρο 29 παρ. 2 του ν. 4024/2011 θεσμοθετήθηκε ενιαίο βαθμολόγιο και μισθολόγιο για τους υπαλλήλους του στενού δημόσιου τομέα, το οποίο δεν καταλάμβανε το προσωπικό του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όμως, με το άρθρο 31 του ίδιου νόμου και υπό τον τίτλο "Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα", για το προσωπικό αυτό και συνακόλουθα και για το προσωπικό του αναιρεσίβλητου ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Ε.Λ.Γ.Α." που ανήκει στο Κράτος, προβλέφθηκε ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλήν κόστους αμοιβών προσωπικού με τη θέσπιση ανωτάτου ορίου μέσου μισθολογικού κόστους ύψους 1.900 ευρώ και ανωτάτου ορίου μηνιαίων τακτικών αποδοχών κάθε εκπαιδευτικής κατηγορίας το αντίστοιχο ανώτατο μηνιαίο όριο της αντίστοιχης εκπαιδευτικής κατηγορίας υπαλλήλων του Δημοσίου, με πρόβλεψη ότι, σε περίπτωση που, από την εφαρμογή αυτού του ορίου, θα προέκυπτε μείωση αποδοχών ανώτερη του 25%, η πέραν του 25% μείωση θα ήταν σταδιακή, εντός διαστήματος δύο ετών από την πάροδο ενός έτους από την έναρξη ισχύος του ν. 4024/2011, ήτοι από 1.11.2012 έως 1.11.2014, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 29 του ως άνω νόμου, που εφαρμόζεται αναλογικά στα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημοσίου τομέα (άρθρο 31 παρ. 7 ν. 4024/2011), του οποίου στη συνέχεια η εφαρμογή ανεστάλη αναδρομικά μέχρι 31.12.2016 με τη διάταξη της περίπτωσης 2 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012.
Κατ` εφαρμογή των διατάξεων αυτών οι μισθωτοί του αναιρεσίβλητου ΝΠΙΔ, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι αναιρεσείοντες, με βάση το προβλεπόμενο ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλήν κόστους αμοιβών, υπέστησαν την 1.11.2011 μειώσεις επί των κατά το μήνα Οκτώβριο του έτους 2011 αποδοχών τους, μέχρι ποσοστού 25% αμέσως, ετεροχρονιζόμενες κατά το, τυχόν, υπερβάλλον το ως άνω ποσοστό (25%) μετά την 31.12.2016.
Ακολούθως, από 1.1.2013 οι ως άνω μισθωτοί υπήχθησαν στο ενιαίο μισθολόγιο και βαθμολόγιο του ν. 4024/2011, από το οποίο μέχρι τότε εξαιρούνταν τα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, με συνέπεια την εφεξής κατάργηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τον καθορισμό των αποδοχών της συγκεκριμένης κατηγορίας μισθωτών, που καταλαμβάνονται πλέον από τη ρύθμιση της παραγράφου 4 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011, η οποία ρητά ορίζει ότι οι ρυθμίσεις περί μισθολογίου δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων.
Κατά την ένταξη του προσωπικού του αναιρεσίβλητου ΝΠΙΔ από 1.1.2013 στο ενιαίο βαθμολόγιο και μισθολόγιο του ν. 4024/2011, σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης 12 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, διαμορφώθηκαν οι αποδοχές του προσωπικού του και συνακόλουθα και οι αποδοχές των αναιρεσειόντων, με βάση τις διατάξεις του ως άνω ενιαίου βαθμολογίου και μισθολογίου και έκτοτε (από 1.1.2013) έπαυσε η ισχύς των προαναφερθεισών διατάξεων του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, ως άνευ αντικειμένου πλέον, εκτός της παραγράφου 2 αυτού (που δεν αφορά την κρινόμενη περίπτωση).
Λόγω, δε, της ένταξης των μισθωτών του αναιρεσίβλητου στις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου από 1.1.2013, οι αποδοχές τους υπέστησαν νέες μειώσεις σε σχέση με τις καταβαλλόμενες αποδοχές τους την 31.12.2012, μέχρι ποσοστού 25% αμέσως, ετεροχρονιζόμενες κατά το, τυχόν, υπερβάλλον ποσοστό μετά την 31.12.2016. Κατά τις ανωτέρω διατάξεις και το, με βάση τις οικείες αιτιολογικές εκθέσεις, σκοπό θέσπισής τους, αφενός της άμεσης αντιμετώπισης της οξείας δημοσιονομικής κρίσης και της εξυγίανσης των δημόσιων οικονομικών και αφετέρου του εξορθολογισμού της δημόσιας διοίκησης, της άρσης των ανισοτήτων στις συνολικές αμοιβές των υπαλλήλων και της ανταμοιβής της εργασίας, βάσει του παραγόμενου αποτελέσματος, προκύπτει ότι τυγχάνουν εφαρμοστέες δύο μειώσεις, ήτοι μια (πρώτη) μείωση την 1.11.2011 επί των κατά το μήνα Οκτώβριο του έτους 2011 αποδοχών μέχρι ποσοστού 25% αμέσως, ετεροχρονιζόμενη κατά το υπερβάλλον ποσοστό μετά την 31.12.2016 και μια (δεύτερη) μείωση την 1.1.2013 κατά ποσοστό, επίσης μέχρι 25% επί των καταβαλλομένων το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2012 αποδοχών, ετεροχρονιζόμενη, επίσης, κατά το τυχόν υπερβάλλον ποσοστό, μετά την 31.12.2016.
Οι μισθολογικές αυτές ρυθμίσεις, που ίσχυαν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, εισήχθησαν, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, για την άμεση αντιμετώπιση της οξείας δημοσιονομικής κρίσης, για τον εξορθολογισμό της δημόσιας διοίκησης και την άρση των ανισοτήτων στις συνολικές αμοιβές των υπαλλήλων, ενόψει του ότι, παρά τις αρχικές μειώσεις με βάση το άρθρο 31 του ν. 4024/2011, οι μέσες μηνιαίες αποδοχές των απασχολουμένων στους φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, εξακολουθούσαν να υπερτερούν των αντιστοίχων αποδοχών των υπαλλήλων του στενού δημόσιου τομέα, όπως οι τελευταίες είχαν διαμορφωθεί από 1.11.2011 με την εφαρμογή των διατάξεων του ενιαίου μισθολογίου του ν. 4024/2011 και στο οποίο εντάχθηκαν από 1.1.2013 και οι απασχολούμενοι στους φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 1/2021, ΟλΑΠ 2/2023).
Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή, ότι, δηλαδή, ως προς τις ως άνω αποδοχές του προσωπικού των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα τυγχάνει εφαρμοστέα μία ενιαία μείωση συνολικά μέχρι ποσοστού 25% επί των κατά την 31.10.2011 καταβαλλομένων αποδοχών ή επικουρικά κατά ποσοστό 25% κατ' ανώτατο όριο επί των κατά την ως άνω ημερομηνία (31.10.2011) καταβαλλομένων αποδοχών, όπως ισχυρίζονται στην ένδικη αγωγή τους οι αναιρεσείοντες-μισθωτοί του αναιρεσίβλητου ΝΠΙΔ που ανήκει στο Κράτος, δεν συνάγεται: 1) από τη ρύθμιση της περίπτωσης 2 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με την οποία ανεστάλη μέχρι 31.12.2016 η εφαρμογή της περίπτωσης β' του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011, δηλαδή της υπερβάλλουσας το ποσοστό του 25% μείωσης των αποδοχών και τούτο, διότι η αναστολή αυτή, που εισάγεται με την ως άνω ρύθμιση της περίπτωσης 2 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (με την περίπτωση 12 της οποίας, όπως προεκτέθηκε, εισάγεται και η ένταξη από 1.1.2013 του προσωπικού των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα στο ενιαίο μισθολόγιο-βαθμολόγιο του ν. 4024/2011), αναφέρεται στην τυχόν προκύπτουσα υπερβάλλουσα μείωση αποδοχών κατά ποσοστό πλέον του 25%, λόγω της εφαρμογής από 1.1.2013 στο ως άνω προσωπικό των διατάξεων του ενιαίου μισθολογίου και εναρμονίζεται με τον επιδιωκόμενο με το μέτρο αυτό σκοπό του εξορθολογισμού της δημόσιας διοίκησης και της άρσης των ανισοτήτων στις συνολικές αμοιβές των υπαλλήλων του στενού και ευρύτερου δημόσιου τομέα και 2) από τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 31 του ν. 4354/2015, με την οποία, όπως προεκτέθηκε, προστέθηκε νέο εδάφιο στο τέλος της περίπτωσης 2 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, από τότε που ίσχυε, με το οποίο (εδάφιο) ορίσθηκε ότι για τους υπαλλήλους των φορέων της περίπτωσης 12 (δηλαδή των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα), η αναστολή των διατάξεων του πρώτου εδαφίου ισχύει από 1.1.2013 και τούτο διότι αυτή δεν έχει την έννοια αναστολής, από την ως άνω ημερομηνία, της υπαγωγής του προσωπικού των ως άνω φορέων στις μισθολογικές διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου-βαθμολογίου του ν. 4024/2011, αλλά αφορά την αναστολή της, τυχόν, υπερβάλλουσας το ποσοστό του 25% μείωσης αποδοχών της περίπτωσης β' του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011 και τέθηκε, ενόψει της κατάργησης με τον ίδιο νόμο (άρθρο 34 ν. 4354/2015) της περίπτωσης 12 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του ν. 4093/2012, ώστε και μετά την κατάργηση της διάταξης αυτής να ισχύει η αναστολή της υπερβάλλουσας το ποσοστό του 25% μείωσης των αποδοχών σε σχέση με τις καταβαλλόμενες στις 31.12.2012 αποδοχές, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2013 μέχρι 31.12.2016 (Ολ.ΑΠ 1/2021, ΟλΑΠ 2/2022).
Οι προαναφερθείσες ρυθμίσεις είναι συνταγματικά ανεκτές, διότι, παρά τη διπλή μείωση των αποδοχών των αναιρεσειόντων που προκύπτουν από την εφαρμογή τους, το μέτρο αυτό, που αποτελεί, όπως κατ' επανάληψη εκτέθηκε, τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας ("Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016"), αποσκοπεί τόσο στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της Χώρας και την αντιμετώπιση των ιδιαίτερα αυξημένων ελλειμμάτων, περιλαμβανομένων και των ελλειμμάτων που δημιουργούνταν από τη λειτουργία δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών που λειτουργούν χάριν του κοινωνικού συνόλου, όπως το ανήκον στο Κράτος αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασης της Χώρας, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν τη λήψη μέτρων περιστολής μισθολογικών δαπανών των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεδομένου ότι συνδέεται με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση.
Επομένως, το επίδικο μέτρο εφαρμογής από 1.1.2013 στους μισθωτούς των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα των διατάξεων του ενιαίου μισθολογίου του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011, που συνεπάγεται περαιτέρω μείωση των αποδοχών τους, το οποίο, λόγω της φύσης του, συμβάλλει άμεσα στην περιστολή των δημόσιων δαπανών, δεν παρίσταται απρόσφορο, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων ως άνω σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ήταν αναγκαίο, δεδομένου ότι με αυτό το μέτρο, το οποίο καταλαμβάνει γενικά όλους τους μισθωτούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, γίνεται προσπάθεια εξοικονόμησης και περιορισμού των διογκωμένων δαπανών των ως άνω φορέων και συνακόλουθα και της Δημόσιας Διοίκησης.
Ακόμη, η εκτίμηση του νομοθέτη, ως προς τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της διαπιστωθείσας από αυτόν κρίσιμης κατάστασης, υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο, δεδομένου ότι ο νομοθέτης απολαμβάνει μεγάλης ελευθερίας επιλογής στη χάραξη της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, ιδίως όταν η επιλογή αυτή αναφέρεται σε χορήγηση παροχών και εντάσσεται σε πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που αποσκοπεί στη δημοσιονομική εξυγίανση, ενόψει των περιορισμένων πόρων του κράτους.
Κατά συνέπεια, τυχόν ύπαρξη εναλλακτικών λύσεων για το νομοθέτη δεν καθιστά από μόνη της μη αιτιολογημένη την επίδικη ρύθμιση ούτε, άλλωστε, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο η συγκεκριμένη επιλογή, αν, δηλαδή, ο νομοθέτης επέλεξε τον καλύτερο τρόπο χειρισμού του προβλήματος ή αν έπρεπε να είχε ασκήσει διαφορετικά την εξουσία του.
Περαιτέρω, ενόψει του, κατά τα ανωτέρω, προκύπτοντος ποσοστού μείωσης των αποδοχών και του λόγου της θέσπισής του, καθώς και του ύψους, στο οποίο είχαν διαμορφωθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο οι αποδοχές των υπαλλήλων των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και συνεπώς και των υπαλλήλων του αναιρεσίβλητου, που ήταν υπέρτερες των υπαλλήλων του στενού δημόσιου τομέα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η επελθούσα με την περίπτωση 12 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 μείωση των συνολικών αποδοχών τους θέτει σε διακινδύνευση την αξιοπρεπή διαβίωσή τους, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι με τη διάταξη αυτή παραβιάζεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού δημοσίου συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων των ως άνω υπαλλήλων.
Συνεπώς η ένταξη, με την ως άνω διάταξη, του προσωπικού των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα από 1.1.2013 στο ενιαίο μισθολόγιο και η εξ αυτής μείωση των αποδοχών του, δεν παραβιάζει την προβλεπόμενη στο άρθρο 22 παρ. 2 του Συντάγματος συμπλήρωση των γενικών όρων εργασίας με συλλογικές συμβάσεις εργασίας που συνάπτονται με ελεύθερες διαπραγματεύσεις, δεν αντίκειται στην κατοχυρωμένη από την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (ΟλΑΠ 1/2021, ΟλΑΠ 2/2023) και δεν αφορά το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, που ορίζει τις προϋποθέσεις για δίκαιη δίκη. Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε ομοίως, δεν έχει υποπέσει στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.
Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η ένδικη, από 22.3.2021 και με αριθμό κατάθεσης 3864/526/2021 αίτηση των 67ης, 102ου, 125ης, 164ου, 212ου και 378ης απόντων, αλλά δικαζόμενων ωσεί παρόντων αναιρεσειόντων καθώς και των λοιπών προσηκόντως παρισταμένων αναιρεσειόντων για αναίρεση της με αριθμό 3948/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών πρέπει να απορριφθεί. Οι ως άνω αναιρεσείοντες, που ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικασθούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου ΝΠΙΔ, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύττει απαράδεκτη την από 1.12.2022 και με αριθμό κατάθεσης 211/2022 κλήση και την από 22.3.2021 και με αριθμό κατάθεσης 3864/526/2021 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 3948/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τον προαποβιώσαντα της άσκησής τους ενδέκατο αναιρεσείοντα, Η. Α.. Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους 41η, 44ο, 65η, 122ο, 145η,, 148η, 174ο, 184ο, 202ο, 217η, 223ο, 231η, 239η, 286ο, 304η, 317ο, 328ο, 360ο, 370ο, 375ο, 380η, 399ο, 418ο, 429η και 437ο αναιρεσείοντες.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 1.12.2022 και με αριθμό κατάθεσης 211/2022 κλήσης και της από 22.3.2021 και με αριθμό κατάθεσης 3864/526/2021 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 3948/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους ως άνω 41η, 44ο, 65η, 122ο, 145η,, 148η, 174ο, 184ο, 202ο, 217η, 223ο, 231η, 239η, 286ο, 304η, 317ο, 328ο, 360ο, 370ο, 375ο, 380η, 399ο, 418ο, 429η και 437ο αναιρεσείοντες.
Δικάζει σαν να είναι παρόντες οι 67η, 102ος, 125η, 164ος, 212ος και 378η απόντες αναιρεσείοντες.
Απορρίπτει την από 22.3.2021 και με αριθμό κατάθεσης 3864/526/2021 αίτηση των ως άνω 67ης, 102ου, 125ης, 164ου, 212ου και 378ης αναιρεσειόντων, καθώς και των λοιπών προσηκόντως παρισταμένων αναιρεσειόντων για αναίρεση της με αριθμό 3948/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους ως άνω αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Ε.Λ.Γ.Α.", τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρήσασας,
ο αρχαιότερος Αρεοπαγίτης της Σύνθεσης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ