Legislator Case Law & Legislation
158/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding failure to propose annulment argument in original notice of appeal.

Case Number 158/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision rejecting their annulment claim. The appellant argued that the First Instance Court erred by failing to examine an annulment ground regarding the auction price determination, which they claimed should have been raised as a valid notice of appeal. The court ruled this inadmissible because the appellant never formally proposed this specific annulment argument in their initial notice of appeal or subsequent documents, violating procedural requirements.

Legislator headnote

AI generated

Articles 585 para. 1 and 954 para. 4 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a judgment rejecting an annulment is inadmissible if the grounds for annulment were not properly proposed in the original notice of appeal or supplementary documents.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal annulment argument procedural defect notice of appeal auction price civil procedure supreme court

Cited Legislation

AI generated
Article 585 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 954 para. 4 of the Code of Civil Procedure
Article 966 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 para. 1 and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 158 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 158/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Α Ε. Κ. Ε. Ε. Λ. Κ. Ε. Σ. Μ." και τον διακριτικό τίτλο "Ε. Α.Ε.", που εδρεύει στην Βιομηχανική Περιοχή της … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Καρακασιλιώτη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Α. Μ. Α. Β. Ε. Σ.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ομόρρυθμης Εμπορικής και Τεχνικής Εταιρείας με την επωνυμία "Δ. Φ. - Κ. Κ. και Σια Ο.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Σταματόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/3/2013 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 389/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 166/2017 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/9/2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 30-9-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η ερήμην της δεύτερης εφεσίβλητης (ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης) εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 166/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμη την έφεση που είχε ασκήσει η δεύτερη αναιρεσίβλητη κατά της 389/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας.

Με την τελευταία απόφαση είχε γίνει δεκτή η ανακοπή που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα, για την ακύρωση του διενεργηθέντος την 5-12-2012 δημόσιου αναγκαστικού πλειστηριασμού του περιγραφόμενου ακινήτου αυτής ενώπιον της συμβολαιογράφου Πρέβεζας Ελένης Κλεομένη Βασδέκη, της ... έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού και της ...

περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου της ίδιας συμβολαιογράφου και ακυρώθηκαν οι προσβαλλόμενες πράξεις εκτέλεσης. Μετά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης το Εφετείο, δικάζοντας κατ' ουσίαν την ανακοπή, απέρριψε αυτήν. Η αίτηση αναίρεσης, είναι παραδεκτή, διότι: α) ασκήθηκε κατ' απόφασης που είναι τελεσίδικη ως προς όλους τους διαδίκους.

Η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία περατώθηκε οριστικά η δίκη ως προς την ένδικη ανακοπή, και το Εφετείο απεκδύθηκε από κάθε περαιτέρω εξουσία επί της υποθέσεως, εκδόθηκε ερήμην της ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης. Όμως, μολονότι η απόφαση εκδόθηκε με την απουσία της ως άνω διαδίκου, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία της (ΟλΑΠ 15/2001, ΑΠ 112/2018), ενόψει του ότι πρόκειται για δίκη περί την εκτέλεση (του άρθρου 933 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται αυτή στο τακτικό ένδικο μέσο της ανακοπής ερημοδικίας (άρθρο 937 παρ. 1 εδ.

β' ΚΠολΔ), για οποιοδήποτε γενικά λόγο, τόσο στο πρωτοβάθμιο, όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και κατέστη τελεσίδικη από τη δημοσίευσή της και, συνεπώς, ήταν τελεσίδικη κατά το χρόνο της κατάθεσης του δικογράφου της αναίρεσης στη γραμματεία του Δικαστηρίου που εξέδωσε αυτήν (άρθρα 553 παρ. 1, 321 ΚΠολΔ).

Επομένως, είναι παραδεκτή η προσβολή της με αναίρεση, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 553 παρ.1 περ. β' ΚΠολΔ (ΑΠ 770/2009, ΑΠ 1102/2006), 2) ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 1 ΚΠολΔ). Ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα η απαράδεκτο.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα μόνον από το δικονομικό δίκαιο. Κατά το άρθρο 933 παρ. 1 ΚΠολΔ, αντιρρήσεις του καθ' ου η εκτέλεση και κάθε δανειστή του που έχει έννομο συμφέρον, οι οποίες αφορούν στην εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου, στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης ή στην απαίτηση, ασκούνται μόνο με ανακοπή.

Η ανακοπή αυτή, κατά την διάταξη του άρθρου 934 παρ.1 ΚΠολΔ, με την οποία καθιερώνεται το σύστημα της κατά στάδια προσβολής των πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης, είναι παραδεκτή: (α) αν αφορά στην εγκυρότητα του τίτλου ή στην προδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, μέσα σε δεκαπέντε ημέρες, αφότου γίνει η πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης (β) αν αφορά στην εγκυρότητα των πράξεων της εκτέλεσης που έγιναν από την πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης και πέρα ή στην απαίτηση, έως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης και (γ) αν αφορά στην εγκυρότητα της τελευταίας πράξης εκτέλεσης και πρόκειται για εκτέλεση προς ικανοποίηση χρηματικής απαίτησης, μέσα σε τριάντα ημέρες από την ημέρα του πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού, αν πρόκειται για κινητό, και σε ενενήντα ημέρες, αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, αν πρόκειται για ακίνητα.

Στην αναγκαστική εκτέλεση για ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης είναι η σύναξη έκθεσης κατάσχεσης και τελευταία η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης (άρθρο 934 παρ 2 ΚΠολΔ). Από τις προαναφερόμενες διατάξεις και ενόψει του γεγονότος ότι η, κατά το σύστημα του ΚΠολΔ, λειτουργία της δικονομικής ακυρότητας καθιστά αναγκαία την προσβολή των άκυρων πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας, οι οποίες παράγουν τις συνέπειες τους μέχρι να απαγγελθεί με δικαστική απόφαση η ακυρότητα τους, οπότε επέρχεται αναδρομική άρση των αποτελεσμάτων τους, γίνεται φανερό, ότι, αν οι επιμέρους πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας παρουσιάζουν ελάττωμα, πρέπει να προσβληθούν με ανακοπή (του άρθρου 933 ΚΠολΔ) μέσα σε ορισμένη προθεσμία, η οποία έχει ως αφετηρία ορισμένη πράξη της εκτελεστικής διαδικασίας.

Κατά συνέπεια, αν η προθεσμία αυτή περάσει άπρακτη, επέρχεται έκπτωση από το δικαίωμα προσβολής της σχετικής πράξης (άρθρο 151 ΚΠολΔ) και η πράξη αυτή καθίσταται πλέον απρόσβλητη και δεν μπορεί να συμπαρασύρει σε ακυρότητα και τις επόμενες πράξεις της διαδικασίας της εκτέλεσης, η σχετική, δε, ανακοπή (η ασκηθείσα μετά την πάροδο της προθεσμίας) απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 1538/2008, ΑΠ 801/2006, ΑΠ 1465/2005).

Για την εφαρμογή των προθεσμιών του άρθρου 934 παρ. 1 ΚΠολΔ λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το αίτημα της ανακοπής, το οποίο αναφέρεται στην ακύρωση μιας ή περισσοτέρων πράξεων της εκτέλεσης, αλλά και τα ιστορούμενα σ' αυτήν ελαττώματα, τα οποία πρέπει να αναφέρονται ευθέως και αμέσως στις προσβαλλόμενες με το αίτημα πράξεις και να θίγουν το κύρος τους (ΑΠ 640/2017).Επομένως, κριτήριο του εμπροθέσμου της ανακοπής αποτελεί ο προβαλλόμενος λόγος, ήτοι η πράξη στην οποία ενυπάρχει το επικαλούμενο ελάττωμα και όχι το αίτημά της, το οποίο ενδεχομένως θα αφορά την ακύρωση επόμενων πράξεων (ΟλΑΠ 10/2006, ΑΠ 37/2009).

Εξάλλου, στην παράγραφο 4 του άρθρου 999 ΚΠολΔ, ορίζεται, πλην άλλων, ότι ο πλειστηριασμός ακινήτου που υποβλήθηκε σε αναγκαστική κατάσχεση, με ποινή ακυρότητας, δεν μπορεί να γίνει, χωρίς να έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου περί κατάρτισης περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης, που περιέχει, μεταξύ άλλων, και την τιμή της πρώτης προσφοράς από την οποία αρχίζει η πλειοδοσία, καθώς και στην παράγραφο 3 εδάφια πρώτο, δεύτερο, τρίτο, πέμπτο και έκτο του ίδιου άρθρου περί επίδοσης και δημοσίευσης της άνω περίληψης.

Η διάταξη αυτή αφορά στην καθόλου παράλειψη των διατυπώσεων, όχι δε και στην περίπτωση που αυτές έλαβαν μεν χώρα, αλλά με τρόπο δικονομικώς άκυρο. Η ακυρότητα μιας ενδιάμεσης πράξης της εκτελεστικής διαδικασίας απαγγέλλεται κατόπιν ανακοπής που πρέπει να ασκείται έως την έναρξη του πλειστηριασμού (άρθρο 934 παρ.1 περ.

β' ΚΠολΔ), υπό την επίκληση και απόδειξη δικονομικής βλάβης κατά το άρθρο 159 περ. 3 ΚΠολΔ. Αν η ενδιάμεση αυτή ακυρότητα δεν προβληθεί εμπροθέσμως, δεν κωλύεται η συνέχιση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης και η διενέργεια του πλειστηριασμού (ΑΠ 1232/2012, ΑΠ 1628/2011, ΑΠ 1538/2008). Με τα δεδομένα αυτά, επί πλειστηριασμού ακινήτου για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, όταν προσβάλλεται αυτός λόγω ακυροτήτων πράξεων της προδικασίας του, όπως λόγω ελαττώματος το οποίο εμφιλοχώρησε στην κατασχετήρια έκθεση, η ακυρότητα πρέπει να προβληθεί με ανακοπή με τέτοιο περιεχόμενο, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 934 παρ. 1 εδ.

β' ΚΠολΔ, δηλαδή μέχρι την έναρξη της τελευταίας πράξης της εκτέλεσης, που είναι η σύνταξη της έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης και δεν μπορεί να προβληθεί με ανακοπή ως λόγος ακυρότητας-ελαττωματικότητας του πλειστηριασμού (ΑΠ 1508/2018, ΑΠ 1815/2013, ΑΠ 1898/2011). Μόνον αν ο πλειστηριασμός διενεργηθεί παρά την ανυπαρξία τελείως, όλων ή μίας των τασσόμενων, με ποινή ακυρότητας, διατυπώσεών του, το ελάττωμα ενυπάρχει στον ίδιο τον πλειστηριασμό και είναι άκυρος, ανεξαρτήτως βλάβης, οπότε η ακυρότητα αυτή, που αφορά την ίδια την τελευταία πράξη της εκτέλεσης, απαγγέλλεται, κατόπιν ανακοπής, που ασκείται από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον εντός ενενήντα ημερών από τη μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης επί πλειστηριασμού ακινήτων (ΟλΑΠ 3/2007, ΑΠ 686/2018, ΑΠ 281/2012, ΑΠ 705/2012, ΑΠ 658/2007).

Οι οριζόμενες από τη διάταξη του άρθρου 934 παρ. 1 ΚΠολΔ προθεσμίες είναι δικονομικές, διεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 144 επ. του ίδιου κώδικα, εξετάζονται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και η παρέλευσή τους συνεπάγεται έκπτωση από το δικαίωμα προσβολής της σχετικής πράξης της εκτέλεσης (άρθρο 151 ΚΠολΔ) (ΑΠ 1788/2012).

Ειδικότερα, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 934 παρ. 1 στοιχ. β' και 992 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, η ανακοπή που πλήττει το κύρος του πλειστηριασμού για το λόγο ότι η τιμή πρώτης προσφοράς με την οποία διενεργήθηκε και κατακυρώθηκε το πλειστηριαζόμενο ακίνητο, υπολείπεται της αντικειμενικής αξίας αυτού, κατά παράβαση της διάταξης του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 995 του ΚΠολΔ, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3714/2008, και ορίζει ότι, "Ως τιμή πρώτης προσφοράς για τον πλειστηριασμό ακινήτου ορίζεται η αξία που προκύπτει από τον προσδιορισμό της αξίας του με αντικειμενικά κριτήρια σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 41 και 41α του ν. 1249/1982, όπως εκάστοτε ισχύουν και των κατ` εξουσιοδότηση αυτών εκδιδόμενων κανονιστικών αποφάσεων", προσβάλει ουσιαστικά την συνταχθείσα κατασχετήρια έκθεση, στην οποία αναφέρεται, ως αναγκαίο, κατά την, ισχύουσα τον ενδιαφέροντα την υπόθεση χρόνο, διάταξη του άρθρου 999 παρ. 1 ΚΠολΔ, στοιχείο του κύρους της, επειδή αφορά ελάττωμα που εντοπίζεται σε προγενέστερο στάδιο της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, πρέπει να ασκηθεί έως την έναρξη αυτής, η οποία είναι η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης, διαφορετικά, δηλαδή αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή, θεραπεύεται η ακυρότητα της κατάσχεσης και καθίστανται απρόσβλητες για το λόγο αυτό (δηλαδή λόγω ελαττώματος της τιμής πρώτης προσφοράς) οι περαιτέρω πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας, η δε ανακοπή με την οποία ζητείται η ακύρωση του πλειστηριασμού και της έκθεσης κατακύρωσης για τον ανωτέρω λόγο, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, εξαιτίας της εκπρόθεσμης προβολής του σχετικού λόγου.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης η αναιρεσείουσα άσκησε την από 28-3-2013 ανακοπή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, στην οποία εξέθετε ότι δυνάμει εκτελεστού απογράφου της 442/2006 απόφασης αυτού και της κάτωθι τούτου από 16-5-2006 παραγγελίας της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία <<ΑΕ Τ.

Τ.>> κατασχέθηκε αναγκαστικά το περιγραφόμενο ακίνητο ιδιοκτησίας της, και επισπεύσθηκε δημόσιος αναγκαστικός πλειστηριασμός αυτού, εκτιμηθείσας της αξίας του σε 96.000 ευρώ και ορισθείσας της τιμής πρώτης προσφοράς σε 64.000 ευρώ. Ότι μετά επανειλημμένες ματαιώσεις του πλειστηριασμού, τα αναφερόμενα φυσικά πρόσωπα υποκατέστησαν την ως άνω επισπεύδουσα και συνέχισαν τον πλειστηριασμό, ο οποίος και πάλι ματαιώθηκε τέσσερις φορές, λόγω καταβολής κάθε φορά μέρους του οφειλόμενου ποσού.

Ότι ακολούθως, η πρώτη αναιρεσίβλητη υποκατέστησε αυτούς και συνέχισε τον πλειστηριασμό του κατασχεθέντος ακινήτου με την 659/2009 περίληψη κατασχετήριας έκθεσης, ο πλειστηριασμός, όμως, δεν έγινε κατά την ορισθείσα ημερομηνία λόγω άσκησης ανακοπής και έκδοσης της 102/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, με την οποία ορίστηκε η αξία του κατασχεθέντος ακινήτου σε 135.000 ευρώ και η τιμή πρώτης προσφοράς σε 90.000 ευρώ.

Ότι, τελικά με την ... ΣΤ' επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πρέβεζας Νικολάου Τσανού, ορίστηκε νέα ημερομηνία διενέργειας του πλειστηριασμού η 5-12-2012, στον οποίο μετέσχε, δια του αναφερόμενου πληρεξουσίου της, η δεύτερη αναιρεσίβλητη που υπερθεμάτισε και κατακυρώθηκε σ' αυτήν το κατασχεθέν ακίνητο στην τιμή των 90.100 ευρώ, συντάχθηκε δε προς τούτο η ...

έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακύρωσης ακινήτου της συμβολαιογράφου Πρέβεζας Ελένης Κλεομένη Βασδέκη και η ... περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου αυτής, η οποία μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία μεταγραφών. Ισχυρίζεται, δε, με τον τρίτο λόγο της ανακοπής της, ότι η ανωτέρω περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης είναι άκυρη, όπως και ο πλειστηριασμός, γιατί το ακίνητο εκπλειστηριάσθηκε με τιμή πρώτης προσφοράς 90.000 ευρώ, που υπολείπεται της αντικειμενικής του αξίας, η οποία ανέρχεται σε 244.836,66 ευρώ, ήτοι κατά παράβαση του άρθρου 995 παρ. 1 εδ.

τελευταίο ΚΠολΔ. Με το περιεχόμενο του λόγου αυτού ζήτησε να ακυρωθούν ο πλειστηριασμός του ακινήτου της που διενεργήθηκε και οι προαναφερόμενες έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακύρωσης ακινήτου και περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακίνητου της ως άνω συμβολαιογράφου. Με την 389/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, κρίθηκε παραδεκτός και βάσιμος ο ανωτέρω λόγος της ανακοπής και ακυρώθηκαν οι προσβαλλόμενες πράξεις της αναγκαστικής εκτέλεσης.

Κατά της απόφασης αυτής, η υπερθεματήστρια δεύτερη αναιρεσίβλητη, άσκησε έφεση και το Εφετείο Ιωαννίνων με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι <<ο λόγος αυτός της ανακοπής απαραδέκτως προβάλλεται ως λόγος ανακοπής κατά της έκθεσης πλειστηριασμού και της έκθεσης κατακύρωσης αυτού μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1γ ΚΠολΔ, κατά των οποίων βάλλει μόνον εμμέσως, ενώ στην πραγματικότητα αναφέρεται στην εγκυρότητα πράξεων της εκτέλεσης και συγκεκριμένα της ανωτέρω επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης, της οποίας περιεχόμενο αποτελεί η τιμή πρώτης προσφοράς και συνεπώς, έπρεπε για το παραδεκτό του λόγου αυτού της ανακοπής, να ασκηθεί αυτή (ανακοπή) μέσα στη νόμιμη προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1β ΚΠολΔ, ήτοι μέχρι τη σύνταξη της έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακύρωσης (5-12-2012), ενώ η ανακοπή ασκήθηκε την 28-3-2013>>.

Με την παραδοχή αυτή απέρριψε τον λόγο τούτο της ανακοπής ως απαράδεκτο. Η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτο το ως άνω τρίτο λόγο της ένδικης ανακοπής. Όμως, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο του πιο πάνω λόγου, αυτός αφορά ευθέως στην εγκυρότητα πράξεων της εκτέλεσης από την πρώτη μετά την επιταγή πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης και πέρα και μέχρι την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, δεδομένου ότι αναφέρεται σε ελάττωμα της ...

ΣΤ' επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης με την οποία διενεργήθηκε ο πλειστηριασμός του ακινήτου της αναιρεσείουσας και ειδικότερα σε ελάττωμα αυτής ως προς την τιμή της πρώτης προσφοράς, που είναι ακυρότητα πράξης εκτέλεσης προγενέστερης του πλειστηριασμού. Τούτο είναι ανεξάρτητο από το ότι το ελάττωμα αποδίδεται στη διενέργεια του πλειστηριασμού και ζητείται η ακύρωση αυτού και των πράξεων που τον ακολουθούν.

Άλλωστε, στην προκείμενη περίπτωση δεν πρόκειται για παντελή έλλειψη κατασχετήριας έκθεσης ή μη αναφοράς της αξίας του κατασχεθέντος και της τιμής πρώτης προσφοράς, αλλά για ελάττωμα ως προς τον προσδιορισμό τους.

Συνεπώς, η αποδιδόμενη ακυρότητα, η οποία εμφανίστηκε σε προγενέστερη του πλειστηριασμού πράξη της εκτελεστικής διαδικασίας, την οποία καθιστούσε ελαττωματική, έπρεπε να προβληθεί με λόγο ανακοπής κατ' αυτής μέχρι την έναρξη σύνταξη της έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, δηλαδή μέχρι τις 5-12-2012. Δεν μπορεί, κατά καταστρατήγηση του καθιερούμενου κανόνα της κατά στάδια προσβολής των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας, να παρακαμφθεί η ελαττωματική επαναληπτική κατασχετήρια έκθεση και να θεωρηθεί η εσφαλμένη αναγραφή της τομής πρώτης προσφοράς ως ελάττωμα του ίδιου του πλειστηριασμού εξαιτίας αυτής. Ενόψει, όμως, της κατάθεσης της ένδικης ανακοπής στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Πρέβεζας την 28-3-2013, ήτοι μετά τη διενέργεια του πλειστηριασμού και τη σύνταξη της έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης, η προθεσμία μέσα στην οποία έπρεπε να προβληθεί ο λόγος αυτός παρήλθε άπρακτη και καλύφθηκε το ελάττωμα που αφορά την τιμή της πρώτης προσφοράς.

Συνεπώς, η ακυρότητα αυτή θεραπεύτηκε και δεν επιδρά στο κύρος των μεταγενέστερων πράξεων και συγκεκριμένα της διενέργειας του πλειστηριασμού και δεν μπορεί να ζητηθεί η ακύρωση αυτού και της ακύρωσης της έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης εξαιτίας αυτού του ελαττώματος, που δεν αφορά παντελή παράλειψη της προβλεπόμενης με το άρθρο 994 παρ. 1 διατύπωσης του πλειστηριασμού, ώστε να έχει εφαρμογή η σχετική διάταξη της παρ. 4 του ίδιου άρθρου.

Η προβαλλόμενη ακυρότητα, εμμέσως μόνο αναφέρεται ως ελάττωμα του πλειστηριασμού, επειδή παρήλθε η προθεσμία προσβολής της επαναληπτικής έκθεσης κατασχετήριας έκθεσης με βάση την οποία αυτός διενεργήθηκε. Επομένως το Εφετείο, που απέρριψε ως απαράδεκτο, εξαιτίας της εκπρόθεσμης προβολής του, τον δεύτερο λόγο της ένδικης ανακοπής, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα.

Στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, κάθε μία από τις οποίες στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, εφόσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά με ειδικό λόγο αναίρεσης, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές αιτιολογίες είναι αλυσιτελείς, και, συνεπώς, απαράδεκτοι, κατ' άρθρα 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, καθόσον το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς και αποτελεσματικά, μόνο στη μία, μη πληττόμενη ή μη πληττόμενη επιτυχώς με λόγο αναίρεσης αιτιολογία, και μάλιστα πρωτίστως στην κύρια αιτιολογία και όχι συγχρόνως σε όλες τις αιτιολογίες και κατ' ακολουθία, η τυχόν αποδοχή των λοιπών αιτιολογιών, δεν επηρεάζει το διατακτικό της απόφασης.

Δηλαδή, σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας, χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμίας αυτοτελώς) της προσβαλλόμενης απόφασης για την αναίρεση της τελευταίας (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 125/2017, ΑΠ 420/2017, ΑΠ 10/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης με την αναίρεση απόφασης, προκύπτει ότι, όπως προαναφέρθηκε κατά την έρευνα του πρώτου λόγου της αναίρεσης, το Εφετείο, απέρριψε ως απαράδεκτο τον τρίτο λόγο της ένδικης ανακοπής, κρίνοντας ότι η προβαλλόμενη με αυτόν ακυρότητα της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, αφορώσα στην αντίθεση της τιμής πρώτης προσφοράς προς την υποχρέωση να μην υπολείπεται αυτή της αντικειμενικής αξίας του κατασχεθέντος ακινήτου, που καθιερώνεται με τη διάταξη του άρθρου 995 παρ. 1 ΚΠολΔ, προβάλλεται εκπρόθεσμα και δεν μπορεί να προβληθεί ως λόγος κατά του πλειστηριασμού και της έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης.

Ακολούθως, το Εφετείο, με επάλληλη αιτιολογία, απέρριψε τον ίδιο λόγο ανακοπής ως αβάσιμο, δεχόμενο ότι, <<Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, αφού, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη, ο ν. 3714/2008 δεν έθιξε την παρεχόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 954 παρ. 4 και 966 παρ. 3 ΚΠολΔ δυνατότητα μείωσης της τιμής πρώτης προσφοράς από το Δικαστήριο του άρθρου 933 του ίδιου Κώδικος, ακόμη και κάτω από την αντικειμενική αξία του ακινήτου, όπως συνέβη εν προκειμένω.

Ειδικότερα μετά την άσκηση εκ μέρους της καθ' ης η αναγκαστική εκτέλεση νυν ανακόπτουσας της από 23-2-2009 (αριθ. εκθ. Κατ. 89/2009) ανακοπής ζητήθηκε, μεταξύ άλλων και η διόρθωση της 386/16-5-2006 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης και της 386/26-5-2006 περίληψης κατασχετήριας έκθεσης ακινήτου της δικαστικής επιμελήτριας στο πρωτοδικείο Πρέβεζας Αικατερίνης Δημογιάννη, κατ' άρθρο 954 παρ. 4 του ΚΠολΔ, επί της οποίας εκδόθηκε η 102/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, με την οποία έγινε δεκτή η ανακοπή αυτή κατά το ως άνω αίτημα, διατάχθηκε η διόρθωση της ως άνω έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου και ορίσθηκε η αξία του παραπάνω κατασχεθέντος ακινήτου στο ποσό των 135.000 ευρώ και η τιμή της πρώτης προσφοράς στο ποσό των 90.000 ευρώ.

Επομένως η τιμή αυτή της πρώτης προσφοράς (90.000 ευρώ), με την οποία εκπλειστηριάσθηκε το ακίνητο της ανακόπτουσας, δεν καθορίσθηκε από το δικαστικό επιμελητή με την περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης, αλλά καθορίσθηκε από το Δικαστήριο και ως εκ τούτου, σύμφωνα με τα ανωτέρω, κι αν ακόμη η τιμή αυτή είναι μικρότερη από την αντικειμενική αξία του ακινήτου, δεν καθιστά άκυρη την ως άνω πράξη της αναγκαστικής εκτέλεσης (περίληψη κατασχετήριας έκθεσης)>>.

Η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση με την εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 995 παρ. 1 ΚΠολΔ και 2 του ν. 3714/2008, έκρινε ότι δεν συντρέχει ακυρότητα από τη διενέργεια του πλειστηριασμού με τιμή πρώτης προσφοράς που είναι υποπολλαπλάσια της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου.

Εφόσον, όμως, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης απορρίφθηκε η πλημμέλεια με την οποία προσβάλλονταν η κύρια αιτιολογία απόρριψης του τρίτου λόγου της ανακοπής, και έτσι δεν πλήττεται επιτυχώς η απόρριψη αυτού, με συνέπεια ο λόγος αυτός απαραδέκτως να προβάλλεται ως λόγος της ένδικης ανακοπής, κρίση, μάλιστα, που εμποδίζει την ουσιαστική έρευνα αυτού, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση που αφορά την επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, περί της απόρριψης του ίδιου λόγου της ανακοπής ως αβάσιμου, είναι αλυσιτελής και εντεύθεν απαράδεκτος, αφού η κύρια αιτιολογία, αυτοτελώς, στηρίζει το διατακτικό της απόφασης περί της απόρριψης του τρίτου λόγου της ανακοπής και υπό την εκδοχή ακόμη της βασιμότητας του παρόντος λόγου αναίρεσης δεν ανατρέπεται η απόφαση.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας. Τέτοιο αυτοτελή ισχυρισμό αποτελούν και οι λόγοι ανακοπής. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί και, μάλιστα, παραδεκτά και νόμιμα, από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 585 παρ. 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης του άρθρου 933 ΚΠολΔ, το έγγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 118 έως 120 και τους λόγους αυτής.

Νέοι λόγοι μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση και κοινοποιείται στον αντίδικο τριάντα ή όταν πρόκειται για ειδικές διαδικασίες, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αντικείμενο της δίκης, η οποία ανοίγεται με την ανακοπή, αποτελεί αποκλειστικώς και μόνο η έρευνα της βασιμότητας των λόγων της ανακοπής και εκείνων που προτάθηκαν εμπρόθεσμα με πρόσθετο δικόγραφο, ενώ λόγος αναίρεσης για μη έρευνα λόγου ανακοπής που δεν προτάθηκε νομίμως, ως άνω, στο δικαστήριο της ουσίας, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ (ΑΠ 686/2018, ΑΠ 370/2001).

Οι νέοι λόγοι ανακοπής, δεν μπορούν να προταθούν με τις προτάσεις ή την έφεση ή τους πρόσθετους λόγους έφεσης, ακόμη και αν είναι οψιγενείς (ΑΠ 2193/2009, ΑΠ 1898/2008, ΑΠ 1842/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, προβάλλοντας αιτίαση από τους αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια να δεχθεί ότι ο πλειστηριασμός του ακινήτου της δεν ήταν άκυρος, μολονότι διενεργήθηκε με τιμή πρώτης προσφοράς κατώτερης της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου, επειδή είχε παρέμβει ρυθμιστικά το δικαστήριο και με απόφασή του, κατά το άρθρο 954 παρ. 4 ΚΠολΔ, είχε προσδιορίσει την τιμή πρώτης προσφοράς σε τιμή διαφορετική από εκείνη που είχε ορίσει ο δικαστικός επιμελητής στην κατασχετήρια έκθεση.

Κατά τον αναιρετικό τούτο λόγο, το σφάλμα έγκειται στο ότι για να οριστεί τιμή πρώτης προσφοράς μικρότερη της αντικειμενικής αξίας του πλειστηριαζόμενου ακινήτου, πρέπει να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 966 παρ. 3 ΚΠολΔ, δηλαδή ματαίωση δύο πλειστηριασμών ελλείψει εμφάνισης πλειοδοτών και διαπίστωση αδυναμίας κατακύρωσης στην ορισθείσα τιμή πρώτης προσφοράς και δεν αρκεί η παρέμβαση του δικαστηρίου για ορισμό της τιμής πρώτης προσφοράς κατά το άρθρο 954 παρ. 4 ΚΠολΔ.

Ο άνω αναιρετικός λόγος κατά της προσβαλλόμενης απόφασης που εκδόθηκε επί ανακοπής της αναιρεσείουσας κατά της επισπευδομένης εναντίον της αναγκαστικής εκτέλεσης, ο οποίος στηρίζεται σε αυτοτελή ισχυρισμό και δη ακυρότητα του διενεργηθέντος πλειστηριασμού για τον διαλαμβανόμενο λόγο, χωρίς να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός αυτός είχε προταθεί παραδεκτά ως λόγος ανακοπής, είτε με το δικόγραφο της ένδικης ανακοπής είτε με πρόσθετο δικόγραφο κατά τους όρους του άρθρου 585 παρ. 1 ΚΠολΔ, ώστε το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και την απόρριψη του εξετασθέντος λόγου ανακοπής, ερεύνησε, όπως είχε υποχρέωση, και τον προβαλλόμενο λόγο ακυρότητας του πλειστηριασμού, είναι απαράδεκτος.

Άλλωστε, από την παραδεκτώς επισκοπούμενη ένδικη ανακοπή, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε προτείνει με το δικόγραφο αυτής ως λόγο ανακοπής την ακυρότητα των πράξεων εκτέλεσης επειδή ο προσδιορισμός της τιμής πρώτης προσφοράς για τον πλειστηριασμό του επίδικου ακίνητου είχε γίνει με απόφαση κατά το άρθρο 954 παρ. 4 ΚΠολΔ και όχι με τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 966 παρ. 3 του ίδιου κώδικα, ώστε να θεμελιώνεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η από 30-9-2017 αίτηση για αναίρεση της 166/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Η αναιρεσείουσα που νικήθηκε πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-9-2017 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Ε. Κ. Ε. Ε. Λ. Κ. Ε. Σ. Μ." για αναίρεση της 166/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2020.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου (και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου) ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 3 Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ