Legislator Case Law & Legislation
158/2020 AI generated

158/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 158/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/12/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 171/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4/2016 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/9/2016 αίτησή του και τους από 2/10/2017 πρόσθετους λόγους αυτής.

Legislator headnote

AI generated

158/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η παράλειψη τηρήσεως των ως άνω διατυπώσεων ή της μιας απ' αυτές συνεπάγεται την απόρριψη αυτών ως απαραδέκτων και αυτεπαγγέλτως, αποτέλεσμα το οποίο επίσης επιφέρει η μη προσκομιδή εκθέσεως επιδόσεως από την οποία να προκύπτει η εντός της οριζόμενης ως άνω προθεσμίας (εμπρόθεσμη) επίδοση των ασκηθέντων προσθέτων λόγων (ΑΠ 599/2011, ΑΠ 897/2008).

Keywords

AI generated
disruption of public services public access to proceedings journalist access to files constitutional argumentation parliamentary debates appearance of bias
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 158 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 158/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή και Αγγελική Τζαβάρα Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Ο. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Σπανού και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΠΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Βγόντζα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/12/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 171/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4/2016 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/9/2016 αίτησή του και τους από 2/10/2017 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 569 παρ. 2, 571 παρ. 1 και 11 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, η παραδεκτή άσκηση των προσθέτων λόγων αναιρέσεως προϋποθέτει, όπως τόσο η κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, όσο και η επίδοση αντιγράφου αυτού στον αναιρεσίβλητο (και τους τυχόν άλλους διαδίκους) να έχει λάβει χώρα τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως που είχε αρχικώς οριστεί και όχι εκείνης που προσδιορίστηκε μετ' αναβολή ή ματαίωση (ΟλΑΠ 143/1984), στις οποίες (ημέρες) δεν υπολογίζονται η ημέρα καταθέσεως, επιδόσεως και συζητήσεως (ΟλΑΠ 33/1996).

Η παράλειψη τηρήσεως των ως άνω διατυπώσεων ή της μιας απ' αυτές συνεπάγεται την απόρριψη αυτών ως απαραδέκτων και αυτεπαγγέλτως, αποτέλεσμα το οποίο επίσης επιφέρει η μη προσκομιδή εκθέσεως επιδόσεως από την οποία να προκύπτει η εντός της οριζόμενης ως άνω προθεσμίας (εμπρόθεσμη) επίδοση των ασκηθέντων προσθέτων λόγων (ΑΠ 599/2011, ΑΠ 897/2008).

Κατ' ακολουθίαν αυτών πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι οι με το υπ' αριθ. εκθ. καταθ. 91/2017 δικόγραφο ασκηθέντες, από 2-10-2017 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως αφού, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, προκύπτει μεν ότι το σχετικό δικόγραφο κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου εμπροθέσμως (την 4-10-2017), δηλαδή τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την αρχικώς ορισθείσα ημερομηνία συζήτησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (6-11-2017) δεν προκύπτει όμως και ότι αυτό επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη εντός της ίδιας προθεσμίας, καθόσον ο αναιρεσείων δεν προσκομίζει (αλλά ούτε και επικαλείται) την αποδεικνύουσα εμπρόθεσμη επίδοση σχετική έκθεση.

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, υπ' αριθ. 4/2016 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, η οποία δέχθηκε κατά τους τύπους και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 7-7-2011 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της, επίσης κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσης, υπ' αριθμ. 171/2011 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με την οποία, το τελευταίο αυτό δικαστήριο απέρριψε κατ' ουσίαν την από 20-12-2009 αγωγή αποζημιώσεως από αδικοπραξία (προσβολής της προσωπικότητας) του ήδη αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσιβλήτου. Η υπό κρίση αίτηση, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 14 παρ.1 του Συντάγματος, καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικώς, γραπτώς και δια του τύπου τους στοχασμούς του, τηρώντας τους νόμους του Κράτους, ενώ, κατά την παρ.2 του ίδιου άρθρου, ο τύπος είναι ελεύθερος, η λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο απαγορεύονται. Επίσης, κατά το άρθρο 10 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (κυρ.

ν.δ. 53/1974) "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως. Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν γνώμης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών άνευ επεμβάσεως των δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων". Το δικαίωμα, όμως, αυτό υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ.2 της ΕΣΔΑ (και 19 παρ.3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα - κυρ.

ν. 2462/1997), σε περιορισμούς και κυρώσεις, που προβλέπονται από το νόμο και αποσκοπούν, εκτός άλλων, στην προστασία της υπολήψεως και των δικαιωμάτων τρίτων. Εξ άλλου, κατά το άρθρο μόνο παρ. 1 του ν. 1178/1981 "Περί αστικής ευθύνης του τύπου και άλλων τινών διατάξεων", ο ιδιοκτήτης κάθε εντύπου υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση για την παράνομη περιουσιακή ζημία, καθώς και σε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που προξενήθηκε υπαίτια με δημοσίευμα, το οποίο θίγει την τιμή ή την υπόληψη κάθε ατόμου, έστω και αν η κατά το άρθρο 914 του ΑΚ υπαιτιότητα, η κατά το άρθρο 919 του ΑΚ πρόθεση και η κατά το άρθρο 920 του ΑΚ γνώση ή υπαίτια άγνοια συντρέχει στο συντάκτη του δημοσιεύματος ή αν ο τελευταίος είναι άγνωστος στον εκδότη ή στο διευθυντή συντάξεως του εντύπου.

Στην παρ. 2 του ιδίου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο μόνο παρ. 4 του ν. 2243/1994, η κατά το άρθρο 932 του ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του αδικηθέντος από κάποια από τις προβλεπόμενες στην προηγούμενη παράγραφο πράξεις ορίζεται, εφόσον αυτές τελέσθηκαν δια του τύπου, κατά την κρίση του δικαστή, όχι κατώτερη των αναφερόμενων κατά περίπτωση ποσών.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 3 παρ.1 στοιχ. β' του ν. 2328/1995, "οι κάθε είδους εκπομπές (συμπεριλαμβανομένων και των διαφημίσεων), που μεταδίδουν οι ραδιοφωνικοί και τηλεοπτικοί σταθμοί πρέπει να σέβονται την προσωπικότητα, την τιμή, την υπόληψη, τον ιδιωτικό και οικογενειακό βίο, την επαγγελματική, κοινωνική, επιστημονική, καλλιτεχνική, πολιτική ή άλλη συναφή δραστηριότητα κάθε προσώπου, η εικόνα του οποίου εμφανίζεται στην οθόνη ή το όνομα του οποίου ή στοιχεία επαρκή για τον προσδιορισμό του οποίου μεταδίδονται", ενώ με το άρθρο 4 παρ. 10 του ν. 2328/1995, ορίσθηκε, ότι στο άρθρο μόνο του ν.1178/1981 (όπως έχει τροποποιηθεί), υπάγονται και οι τηλεοπτικοί και οι ραδιοφωνικοί σταθμοί και στα κατά το άρθρο αυτό "δημοσιεύματα", περιλαμβάνονται και οι τηλεοπτικές και οι ραδιοφωνικές εκπομπές.

Προκειμένου δε για τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς, ως "εκδότης" νοείται ο νόμιμος ή οι περισσότεροι νόμιμοι εκπρόσωποι της αδειούχου εταιρίας, ως "διευθυντής", ο υπεύθυνος προγράμματος και προκειμένου για ειδησεογραφικές εκπομπές, ο διευθυντής του τμήματος ειδήσεων, ως "συντάκτης" δε του δημοσιεύματος, ο παραγωγός ή ο δημοσιογραφικός υπεύθυνος ή ο δημοσιογράφος συντονιστής ή παρουσιαστής της εκπομπής, ανάλογα με το είδος και τη δομή της.

Από τις διατάξεις αυτές και εκείνες των άρθρων 57, 59, 914, 919, 920, 932 του ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 361 - 363 ΠΚ, προκύπτει ότι καθιερώνεται αντικειμενική ευθύνη του ιδιοκτήτη κάθε εντύπου ή τηλεοπτικού ή ραδιοφωνικού σταθμού για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που προξενήθηκε από δημοσιεύματα (τηλεοπτική ή ραδιοφωνική εκπομπή), τα οποία θίγουν την τιμή ή την υπόληψη ορισμένου ατόμου, εφόσον συντρέχει υπαιτιότητα στο πρόσωπο του συντάκτη, παραγωγού, δημοσιογράφου, συντονιστή ύλης.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει το δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, επιπλέον δε, κατά το άρθρο 59 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί να καταδικάσει τον υπαίτιο και σε ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του προσβληθέντος και ειδικότερα, να τον υποχρεώσει (τον υπαίτιο) σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε ο,τιδήποτε άλλο επιβάλλεται από τις περιστάσεις.

Προστατεύεται έτσι, με τα ως άνω άρθρα, η προσωπικότητα και κατ' επέκταση η αξία του ανθρώπου, ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρ. 2 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητος, όμως η προσβολή της προσωπικότητος σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας.

Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματος του.

Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητος με τις διατάξεις των ανωτέρω άρθρων είναι: α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητος με πράξη ή παράλειψη άλλου που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, που συμβαίνει, όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο όμως είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της εννόμου τάξεως είτε ασκείται καταχρηστικά κατά την έννοια των άρθρου 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος και γ) πταίσμα του προσβολέα, όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της παρανόμου προσβολής της προσωπικότητος (ΟλΑΠ 2/2008).

Στην περίπτωση αυτή, η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή της προσωπικότητος συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920 και 932 ΑΚ, ιδίως για την αποκατάσταση της τυχόν υλικής ζημίας του προσβληθέντος (άρθρο 57 παρ. 2 ΑΚ), ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής, ως παράνομης, είναι η φύση της διατάξεως που ενδέχεται με την προσβολή να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου.

Συνεπώς, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει, όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψή του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς κατά την έννοια των άρθρων 361-363 ΠΚ, που μπορεί να περιέχονται και σε εκπομπή τηλεοπτικού σταθμού, αφού η κατοχυρωμένη, με το άρθρο 14 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος ελευθεροτυπία, υπόκειται στους περιορισμούς του νόμου, με τους οποίους επιδιώκεται όχι η παρεμπόδιση της ελευθεροτυπίας, αλλά η προστασία των ατόμων από την καταχρηστική άσκησή της (άρθρο 25 παρ. 3 Συντ.).

Όριο προς αυτή την κατεύθυνση αποτελούν ακριβώς τα άρθρα 361-363 ΠΚ και, επομένως, με πρόσχημα την ελευθεροτυπία δεν επιτρέπεται η προσβολή της προσωπικότητος με τηλεοπτικές εκπομπές, εξυβριστικές ή δυσφημιστικές για το άτομο. Ειδικότερα, κατά τα άρθρα αυτά εξύβριση διαπράττει όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ενώ όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμισης.

Ως γεγονός, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, νοείται κάθε περιστατικό του εξωτερικού κόσμου ή αντίθετη προς την ηθική ή την ευπρέπεια σχέση ή συμπεριφορά, εφ' όσον ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, ώστε να είναι δεκτικά αποδείξεως. Δεν αποκλείεται δε στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσεως ακόμη και χαρακτηρισμός οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στην συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητος, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 361 του ΠΚ.

Ισχυρισμό δε του γεγονότος συνιστά κάθε σχετική μ' αυτό ανακοίνωση, που βασίζεται είτε σε προσωπική αντίληψη ή γνώμη είτε σε υιοθέτηση της γνώμης άλλου. Αντίθετα, διάδοση γεγονότος συνιστά η περαιτέρω απλή μετάδοση της σχετικής ανακοινώσεως που έγινε από άλλον. Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της δυσφημήσεως απαιτείται γνώση του δράστη, ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ' αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.

Έτσι, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμιση, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη.

Ωστόσο, ως αστικό αδίκημα, η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικά και σε απλή αμέλεια του δράστη και συνεπώς όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους γεγονότα αναληθή, που βλάπτουν την επαγγελματική ή γενικότερα την οικονομική ελευθερία άλλου και κατ' αυτή την έννοια θίγουν την τιμή και την υπόληψή του, προσβάλλοντας παράνομα την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, εφόσον γνωρίζει ή υπαίτια αγνοεί την αναλήθεια των γεγονότων αυτών, να αποζημιώσει τον άλλο και να ικανοποιήσει και την ηθική βλάβη του, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως του, τόσο ως ποινικό, όσο και ως αστικό αδίκημα, αφού οι διατάξεις των άρθρων 361-367 ΠΚ εφαρμόζονται αναλογικά για την ενότητα της εννόμου τάξεως και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου.

Τέτοια είναι και η περίπτωση της προσβολής που γίνεται για τη διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον (άρθρο 367 παρ. 1γ ΠΚ), το οποίο ως νομική έννοια ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο. Δικαιολογημένο ενδιαφέρον, που πηγάζει από την συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία και την κοινωνική αποστολή του τύπου (άρθρο 14 παρ. 1-2 του Συντάγματος σχετικό και το άρθρο 10 παρ. 1 εδ.

α' και β' της ΕΣΔΑ), έχουν και τα πρόσωπα που συνδέονται με τη λειτουργία του, για τη δημοσίευση και προβολή - δημοσιοποίηση ειδήσεων και σχολίων σχετικών με τις πράξεις και τη συμπεριφορά φυσικών ή νομικών προσώπων ή ομάδων προσώπων, που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για το κοινωνικό σύνολο. Γι' αυτό μπορεί να γίνει τηλεοπτική εκπομπή ειδήσεων και σχολίων για τη σχετική πληροφόρηση και ενημέρωση του κοινού και με οξεία ακόμη κριτική ή δυσμενείς χαρακτηρισμούς.

Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της τηλεοπτικής εκπομπής, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη των κατά το νόμο υπευθύνων, άρα και η υποχρέωσή τους προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 παρ. 2, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως του άρθρου 363 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως, ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη της απλής δυσφημήσεως, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως από μέρους του δράστη, είτε υπό την μορφή της εξυβρίσεως (άρθρο 361 ΠΚ) είτε υπό την μορφή της δυσφημήσεως (άρθρο 362 ΠΚ, ΑΠ 1407/1988, ΑΠ 460/1975), που υπάρχει, όταν ο τρόπος εκδηλώσεως της προσβλητικής συμπεριφοράς δεν ήταν, κατ' αντικειμενική κρίση, αναγκαίος για την προστασία δικαιώματος ή άλλου δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του, αλλά εν γνώσει του επιλέχθηκε και χρησιμοποιήθηκε για να προσβληθεί η τιμή και η υπόληψη του άλλου, δηλαδή όταν υπάρχει υπέρβαση του αντικειμενικά αναγκαίου μέτρου για την προστασία του δικαιώματος ή του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του.

Τέτοιος τρόπος για την απόδειξη του σκοπού εξυβρίσεως συντρέχει, ιδίως, όταν αυτός δεν είναι αντικειμενικά αναγκαίος για την απόδοση της σκέψεως εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, ο οποίος, παρά ταύτα, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτόν για να προσβάλει την τιμή του άλλου (ΑΠ 1897/2006, 1573/2005).

Δεν είναι δε αναγκαίο, να προσδιορισθούν ειδικώς και οι φράσεις και οι εκφράσεις, οι οποίες ήταν δυνατόν χρησιμοποιηθούν από τον αναιρεσίβλητο, αντί των χρησιμοποιηθεισών εξυβριστικών, λέξεων και φράσεων, για να αποδοθεί το νόημα των τελευταίων, χωρίς να θιγεί η τιμή και η υπόληψη του παθόντος (ΑΠ 628/2014).

Το ζήτημα εάν οι εκδηλώσεις, που προαναφέρθηκαν, ήταν πρόσφορες και αναγκαίες αντικειμενικά για τη διαφύλαξη του δικαιώματος του εναγομένου και περί του κατά πόσον οι εκδηλώσεις αυτές υπερέβησαν τελικά το αναγκαίο μέτρο για τη διαφύλαξη του ίδιου δικαιώματος, αποτελεί νομική έννοια υποκείμενη στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1030/2009).

Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 367 παρ. 2 του Π.Κ. (περί της συνδρομής ειδικού σκοπού εξύβρισης), 25 του Συντάγματος κατά την καθιερουμένη με αυτή αναλογικότητα κατά την άσκηση των δικαιωμάτων και 5 παρ. 4 του Π.Δ/τος 77/2003 (Κώδικας δεοντολογίας ειδησεογραφικών και άλλων δημοσιογραφικών και πολιτικών εκπομπών), προκύπτει ότι η, κατά τη διάρκεια τηλεοπτικής εκπομπής κατ' επανάληψη μετάδοση δυσφημιστικού υλικού, όταν δεν εισφέρεται με αυτή νέο στοιχείο που παρουσιάζεται ως είδηση, υπερβαίνει το ανάλογο αναγκαίο μέτρο που απαιτείται για την άσκηση του νόμιμου δημοσιογραφικού δικαιώματος ενημέρωσης της κοινής γνώμης και δεν εξυπηρετεί τους σκοπούς της ενημέρωσης αυτής, ώστε δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης του δημοσιογράφου, ούτε ο διαφαινόμενος σκοπός εξύβρισης του θιγόμενου, εκτός εάν η επανάληψη έγινε κατ' αντικειμενική κρίση για την εξυπηρέτηση της προόδου της διαλογικής συζητήσεως των προσώπων που συμμετείχαν σε συνεχιζόμενη για ικανό χρόνο τηλεοπτική εκπομπή, και την αντίκρουση των διϊσταμένων απόψεών τους, αλλά και την ενημέρωση των τηλεθεατών, που δεν παρακολούθησαν από την αρχή τη συνεχιζόμενη τηλεοπτική εκπομπή, και από την επανάληψη αυτή, που δεν κρίνεται πλέον αδικαιολόγητη, δεν διαφαίνεται σκοπός εξύβρισης του θιγόμενου (ΑΠ 447/2012).

Περαιτέρω, στην περίπτωση που το δικαστήριο δέχεται ότι δεν υπήρξε ειδικός σκοπός εξυβρίσεως, πρέπει να αναφέρει εκείνα τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι ο τρόπος που εκφράστηκε ο δράστης ήταν αναγκαίος για την προστασία του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος. Αν δεν το πράξει παραβιάζει εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 367 παρ. 1 και 2 του ΠΚ και η παραβίαση του αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, είναι λόγος αναιρέσεως της αποφάσεώς του (ΑΠ 2013/2009, ΑΠ 1302/2012).

Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι συντρέχει περίπτωση δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του, που αίρει κατά το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ τον άδικο χαρακτήρα δυσφημιστικού για τον ενάγοντα ισχυρισμού του, συνιστά ένσταση καταλυτική της εναντίον του αγωγής με αντικείμενο την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αντιδίκου του από την επικαλούμενη παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του με το δυσφημιστικό σε βάρος του ισχυρισμό, ενώ αντένσταση συνιστά ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δεν αίρεται τελικώς ο άδικος χαρακτήρας της δυσφημίσεώς του από τον εναγόμενο, επειδή αυτός ενήργησε με ειδικό σκοπό εξυβρίσεώς του (ΑΠ 257/2017).

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των προπαρατεθεισών Συνταγματικών διατάξεων, αυτών της ΕΣΔΑ και των κοινών νόμων, ουδόλως συνάγεται, ότι αποκλείεται ευθύνη του ιδιοκτήτη του εντύπου ή του συντάκτη δημοσιεύματος προς αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, σε περίπτωση που σε δημοσίευμα ή τηλεοπτική εκπομπή παραλείπονται να αναφερθούν τα πραγματικά γεγονότα που έλαβαν χώρα, και από την αντίστοιχη παράλειψη προξενείται η προσβολή της υπολήψεως άλλου (ΑΠ 6/2004).

Ο δημοσιογράφος οφείλει να εξακριβώνει, πριν από τη δημοσίευση, την αλήθεια των όλων δυσφημιστικών γεγονότων, χωρίς να μπορεί να θεωρηθεί, σε αντίθετη περίπτωση, ότι η παράδοση σε δημόσια ανυποληψία του δυσφημούμενου προσώπου τελεί σε αναλογία με την κοινωνική αποστολή του τύπου για ενημέρωση του κοινού, ή ότι αποτελεί αυτή το επιβεβλημένο μέσον άσκησης του έργου της ενημέρωσης, εάν δε συντρέχει τέτοια περίπτωση, ο άδικος χαρακτήρας της πράξεως του δημοσιογράφου δεν αίρεται (ΑΠ 1587/2017).

Εξ ετέρου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται,μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 4/2005).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει, ότι με αυτήν το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση των ενώπιόν του προσκομισθεισών αποδείξεων κρίση του, δέχθηκε τα εξής: "Ο ενάγων - εκκαλών υπηρετεί ως Επίτροπος του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο Νομό Ηρακλείου, έχοντας μεταξύ άλλων αρμοδιότητα για τον έλεγχο, την έγκριση και θεώρηση των σχετικών με τις δαπάνες των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των νομικών τους προσώπων ενταλμάτων πληρωμής κλπ.

Η εναγόμενη έχει στην ιδιοκτησία της τον τηλεοπτικό σταθμό "... TV" που έχει εμβέλεια εκπομπής στην Κρήτη. Την 26-6-2008 κατά την μετάδοση δελτίου ειδήσεων και με αφορμή τη μετάβαση στο Ηράκλειο, στις 25-6-2008, του Γενικού Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου Γεωργίου Σχοινιωτάκη, από τον παραπάνω τηλεοπτικό σταθμό μεταδόθηκε ότι: "Χθες το μεσημέρι ο Γενικός Επίτροπος του Ελεγκτικού Συνεδρίου Γιώργος Σχοινιωτάκης φθάνει από την Αθήνα στη Κρήτη κάτω από πλήρη μυστικότητα και μέσω του αεροδρομίου Χανίων.

Σκοπός του να ερευνήσει υπόθεση που αφορά το τοπικό ελεγκτικό συνέδριο του νομού Ηρακλείου. Όπως αποκαλύπτει σήμερα η "... TV" ο Γενικός Επίτροπος του Ελεγκτικού Συνεδρίου κινητοποιήθηκε όταν έφτασαν στην Αθήνα πληροφορίες που αφορούν τη λειτουργία του τοπικού ελεγκτικού συνεδρίου για μία υπόθεση που συνδέεται με δύο ακόμη δημόσιες υπηρεσίες.

Κατ' αρχάς, σήμερα το πρωί ο κύριος Σχοινιωτάκης βρέθηκε αιφνιδιαστικά στην εφορία προϊστορικών και ιστορικών αρχαιοτήτων του Ηρακλείου, ζητώντας να πάρει τα έγγραφα που έχει η αρχαιολογική υπηρεσία για θέμα που αφορά και ιδιωτική υπόθεση σε έκταση που εμπίπτει στους αυστηρούς περιορισμούς της Α' αρχαιολογικής ζώνης στη Κνωσό, αναζητώντας να διερευνήσει κάτω από ποιες συνθήκες έγιναν παρεμβάσεις σε οδικό τμήμα της περιοχής.

Σύμφωνα με αποκλειστικές πληροφορίες της "... TV", από την υπόθεση δεν αποκλείεται σύντομα να προκύψουν σοβαρές εξελίξεις. Προς το παρόν τα στόματα παραμένουν ερμητικά κλειστά και από την Αθήνα ανώτατα στελέχη του Ελεγκτικού Συνεδρίου ξεκαθαρίζουν ότι ερευνάται εσωτερική υπόθεση. Γιατί χαρακτηρίζεται "εσωτερική υπόθεση", όπως αναφέρουν οι ίδιες πηγές ο φάκελος του Γενικού Επιθεωρητή του Ελεγκτικού Συνεδρίου περιλαμβάνει μεταξύ άλλων και πληροφορίες για στέλεχος της τοπικής του υπηρεσίας στο Ηράκλειο.

Η έρευνα του κύριου Σχοινιωτάκη θα συνεχιστεί ενδεχομένως και στο Δήμο Ηρακλείου και αυτό γιατί, θέλει να διαπιστώσει, εάν και κάτω από ποιες συνθήκες, υπηρεσίες του Δήμου παρενέβησαν για την αποκατάσταση οδικού τμήματος ή αν προηγήθηκε προσωπικό αίτημα το οποίο και εξυπηρετήθηκε και με ποιο αντάλλαγμα.

Σε κάθε περίπτωση η εσωτερική έρευνα που αιφνιδίασε το τοπικό Ελεγκτικό Συνέδριο χαρακτηρίζεται πρωτοφανής, αφού η συγκεκριμένη υπηρεσία με σοβαρές εξουσίες για τα οικονομικά των δημόσιων οργανισμών του νομού Ηρακλείου, εγκρίνοντας εντάλματα πληρωμής των Ο.Τ.Α., μπορεί να ελέγχεται για τη λειτουργία και τις αποφάσεις της από την Αθήνα, αλλά ποτέ στο πρόσφατο παρελθόν, δεν έχει δοθεί αφορμή για εσωτερική εμπλοκή στην υπηρεσία".

Ακολούθως, την επομένη, ήτοι την 27-6-2008, στο δελτίο ειδήσεων του ως άνω τηλεοπτικού σταθμού μεταδόθηκαν τα εξής: "Μετά την αιφνιδιαστική επίσκεψη στην εφορία προϊστορικών και ιστορικών αρχαιοτήτων ο Γενικός Επίτροπος του Ελεγκτικού συνεδρίου της χώρας συνεχίζει για δεύτερη ημέρα την έρευνά του, αυτή τη φορά κάνοντας φύλλο και φτερό την υπηρεσία του τοπικού Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Η χθεσινή αποκάλυψη της "... TV" προκαλεί αναταράξεις, ενώ οι πληροφορίες επιμένουν ότι η έρευνα είναι σοβαρή και έχει χαρακτήρα εσωτερικής υπόθεσης με καταγγελίες για τη λειτουργία του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εδώ στο Ηράκλειο. Ο Χρήστος Κώνστας, που έφερε στο φως της δημοσιότητας το θέμα θα μας πει περισσότερα για τη σοβαρή αυτή υπόθεση. -Χρήστο... - Ο ανώτατος δικαστής του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο Γενικός Επίτροπος στην επικράτεια συνεχίζει για δεύτερο εικοσιτετράωρο την έρευνά του, που όπως από χθες είχαμε αποκαλύψει εδώ από το κεντρικό δελτίο ειδήσεων της "...

TV" χαρακτηρίζεται η έρευνα αυτή ως εσωτερική υπόθεση, αφού αφορά επί της ουσίας την τοπική υπηρεσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο νομό Ηρακλείου. Ο γενικός επίτροπος φαίνεται ότι έχει στο φάκελό του πληροφορίες για ένα ανώτερο στέλεχος του ελεγκτικού συνεδρίου. Πώς προέκυψαν αυτές οι πληροφορίες; Οι δικές μας πληροφορίες αναφέρουν ότι υπάρχει τουλάχιστον μία επώνυμη καταγγελία στα χέρια του Γενικού Επιτρόπου που έφτασε προφανώς στην Αθήνα, που εδρεύει η κεντρική υπηρεσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Τι αφορά αυτή η καταγγελία; Όπως λέγαμε και εχθές, Ρένα, εμπλέκονται δύο ακόμη, τουλάχιστον δυο ακόμη υπηρεσίες, γι' αυτό εχθές ο Γενικός Επίτροπος, ο κύριος Σχοινιωτάκης βρέθηκε στην εφορία προϊστορικών και ιστορικών αρχαιοτήτων του Ηρακλείου, όπου αρμοδιότητα της είναι η Α' και Β' αρχαιολογική ζώνη της Κνωσού.

Και το λέμε αυτό, διότι η καταγγελία έχει να κάνει με οικοδομικές παραβάσεις, όπως επίσης και με κάποιες παρεμβάσεις που ενδεχομένως έχουν γίνει είτε σε δημόσιο χώρο είτε σε ιδιωτική έκταση. Σε κάθε περίπτωση πάντως φαίνεται ότι αυτή η έρευνα θα συνεχιστεί ανεξάρτητα αν ο Γενικός Επίτροπος θα εντοπίσει όντως παρατυπίες ή θα πέσουν στο κενό οι όποιες καταγγελίες. -Βεβαίως ο Γενικός Επίτροπος του ελεγκτικού συνεδρίου κάνει τη δουλειά του, κάνει την έρευνά του, βρίσκεται για δεύτερη μέρα όπως είπαμε στο Ηράκλειο.

Αντίδραση από το τοπικό Ελεγκτικό Συνέδριο υπάρχει Χρήστο; -Αντίδραση δεν πρόκειται να υπάρξει διότι δεν συνηθίζεται τόσο βεβαίως κι από το Γενικό Επίτροπο όσο και από τα κατά τόπους ελεγκτικά συνέδρια να υπάρχουν δημόσιες τοποθετήσεις. Μην ξεχνάμε ότι πρόκειται για οικονομικό δικαστήριο, Ρένα, περισσότερο για τους τηλεθεατές, το Ελεγκτικό Συνέδριο εγκρίνει δαπάνες.

Είτε εγκρίνει, είτε απορρίπτει δαπάνες δημόσιων οργανισμών, είναι ουσιαστικά το οικονομικό δικαστήριο της χώρας, όμως θα πρέπει να σου πω ότι από το περιβάλλον του τοπικού ελεγκτικού συνεδρίου μας έλεγαν χαρακτηριστικά ότι ενδεχομένως πολύ σύντομα να αποδειχτεί ότι ο θησαυρός που περιμένουν κάποιοι να βρουν μέσω παρατυπιών, να αποδειχτεί στη πορεία άνθρακας.

Όπως επίσης μας παρέπεμπαν στο χρονικό σημείο έναρξης αυτής της έρευνας. Γιατί το έκαναν αυτό; Διότι, όπως αναφέρουν οι ίδιες πληροφορίες, μας παραπέμπουν ήδη από χθες στη συνεδρίαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, όπου συζητήτω η μεγάλη, πολύκροτη υπόθεση των εφημεριών για τα νοσοκομεία. Θυμίζω τι είχε μεσολαβήσει τους προηγούμενους μήνες με την άρνηση τουλάχιστον του τοπικού ελεγκτικού συνεδρίου να εγκρίνει σειρά των εφημεριών για τα δύο μεγάλα νοσοκομεία του Ηρακλείου.

Όταν τους ρωτήσαμε να μάθουμε περισσότερες διευκρινήσεις για το πώς συνδέονται αυτές οι δύο ανεξάρτητες επί της ουσίας υποθέσεις, κράτησαν και διατηρούν τις επιφυλάξεις τους, διατηρούν στάση αναμονής και περιμένουν να δουν τι θα λέει το πόρισμα του Γενικού Επιτρόπου. Σε κάθε περίπτωση πάντως θεωρούν ότι δεν συντρέχει λόγος ανησυχίας, αφού δεν έχουν τίποτα να κρύψουν, γιατί θεωρούν ότι δεν υπάρχει τίποτα παράτυπο".

Παρά το γεγονός ότι στα παραπάνω τηλεοπτικά σχόλια δεν γίνεται ονομαστικά αναφορά στον ενάγοντα, ο ίδιος ισχυρίζεται ότι από το περιεχόμενο τους σαφώς υποδηλώνεται ότι αφορούν στο πρόσωπό του, καθώς εκείνος, εκ της ιδιότητας του, προβαίνει, στα πλαίσια των ανατεθέντων σε αυτόν αρμοδιοτήτων δημοσιονομικού ελέγχου, στον έλεγχο νομιμότητας των δαπανών των Δήμων υπογράφοντας τα σχετικά εντάλματα πληρωμών και είναι επίσης κύριος ενός κτήματος στην Α' Αρχαιολογική ζώνη της Κνωσσού, όπου είχε συντελεσθεί μια μικρή επισκευή στο δρόμο που οδηγεί προς αυτό, προκειμένου να προστατευθεί ο διερχόμενος από το σημείο της επισκευής αγωγός της Δ.Ε.Υ.Α.Η.

που μεταφέρει πόσιμο νερό από το Θραψανό στην πόλη του Ηρακλείου. Περαιτέρω, ο ενάγων επικαλείται ότι τόσο ο τρόπος μετάδοσης των εν λόγω σχόλιων ως και το ίδιο το περιεχόμενο τους δημιούργησαν σοβαρές υπόνοιες στον κύκλο των συνεργαζόμενων με αυτόν και στο κοινό εν γένει για το πρόσωπο του, την εντιμότητα και την ακεραιότητα του, εμφανίζοντας τον ως υποβαλλόμενο σε αιφνιδιαστικό και ενδελεχή έλεγχο από προϊστάμενη αρχή που ενεργούσε με άκρα μυστικότητα για να διερευνήσει αν είχε πραγματοποιήσει παράνομες συναλλαγές με το Δήμο Ηρακλείου και είχε παραβιάσει τους αυστηρούς περιορισμούς της Α' Αρχαιολογικής ζώνης, ενώ το αληθές είναι ότι ο Γενικός Επίτροπος του Ελεγκτικού Συνεδρίου μετέβη στο Ηράκλειο στο πλαίσιο προγραμματισμένης τυπικής επιθεώρησης των υπηρεσιών του Ελεγκτικού Συνεδρίου των Νομών Ηρακλείου και Λασιθίου και δεν ασχολήθηκε με θέματα οικοδομικών παραβάσεων.

Υποστηρίζει δε ότι ναι μεν είχαν υποβληθεί σε βάρος του καταγγελίες από δύο πολίτες του Ηρακλείου, πλην όμως αυτές διαβιβάσθηκαν στον Γενικό Επίτροπο στις 16-6-2008, ενώ η εντολή μετακίνησης του τελευταίου στο Ηράκλειο είχε εκδοθεί προγενέστερα και συγκεκριμένα στις 13-6-2008, επικαλούμενος ότι η επίσκεψη του ανωτέρω Επιτρόπου δεν είχε σχέση με τις εν λόγω καταγγελίες.

Ανεξάρτητα από τον τελευταίο ισχυρισμό του εκκαλούντος, ο οποίος θα εξετασθεί παρακάτω, αποδείχθηκε ότι, για τη μετάδοση των παραπάνω ρεπορτάζ η εναγόμενη έλαβε υπ' όψιν της έγγραφες αναφορές και καταγγελίες εν σχέσει με τον ενάγοντα που απευθύνονταν προς τον Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, οι οποίες περιήλθαν σε γνώση των προστηθέντων δημοσιογράφων της και, τις πληροφορίες που οι τελευταίοι ακολούθως συγκέντρωσαν, στο πλαίσιο και επ' αφορμή της δημοσιογραφικής τους σχετικής έρευνας.

Ειδικότερα, η εναγόμενη, προ της μετάδοσης των παραπάνω επίδικων δελτίων ειδήσεων, γνώριζε ότι ο Προέδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Δημοτικής Αναπτυξιακής Εταιρείας του Δήμου ..., Φ. Κ., απέστειλε προς τον Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου κ. Γεώργιο Κούρτη, το με αριθμό πρωτ. 160/16-6- 2008 έγγραφο στο οποίο αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι: "Με αφορμή την ακατανόητη αντιμετώπιση του Επιτρόπου της 2ης Υπηρεσίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου του Νομού Ηρακλείου κ.

Ο. Ε. σχετικά με την Θεώρηση ή μη χρηματικού εντάλματος που έχει εκδοθεί με δικαιούχο την Δημοτική επιχείρηση, έχουμε να σας γνωρίσουμε τα κάτωθι: Το με αριθμ. 222 χρηματικό ένταλμα που εκδόθηκε από το Δήμο μας απεστάλη και παραδόθηκε την 7-4-2008 με συνημμένη κατάσταση στην 2η Υπηρεσία του Επιτρόπου του Νομού Ηρακλείου και από τότε μέχρι σήμερα δεν έχει αποφασίσει για τη θεώρηση του ή μη χωρίς μάλιστα να ξεκαθαρίζει ποια είναι η αιτία της μεγάλης καθυστέρησης.

Αντιθέτως, και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις μας για το λόγο της καθυστέρησης, κάλεσε το Δήμο να πάρει πίσω και ανεπίσημα (χέρι με χέρι) το εν λόγω χρηματικό ένταλμα, χωρίς πράξη επιστροφής που να εκθέτει εγγράφως όπως όφειλε τις παρατηρήσεις του. Επιπλέον όταν ζητήσαμε κατ' ιδίαν συνάντηση απουσίαζε επανειλημμένως, παραπέμποντας μας στους ελεγκτές του Δήμου...

Επειδή αδυνατούμε να αντιληφθούμε την καθυστέρηση που παρατηρείται και το συγκεκριμένο χρηματικό ένταλμα παραμένει στο Δήμο μας με αποτέλεσμα να δημιουργείται μεγάλο πρόβλημα που άπτεται της εύρυθμης λειτουργίας της επιχείρησης, αποφασίστηκε να απευθυνθούμε σ' εσάς και παρακαλούμε όπως μεριμνήσετε με δικές σας ενέργειες".

Η εναγόμενη επίσης γνώριζε ότι την 20-6-2008 είχε υποβληθεί με αριθμό πρωτοκόλλου 9/20-6-2008 στη Γενική Επιτροπή Επικρατείας Ελεγκτικού Συνεδρίου αναφορά για το πρόσωπο του ενάγοντος από τον Ε. Ε. του Γ., ο οποίος παραπονούνταν για "...απαράδεκτη συμπεριφορά του Επιτρόπου του Ηρακλείου κ. Ο. Ε. και τον τρόπο που λειτουργεί εντός και εκτός υπηρεσίας καθώς και τον τρόπο που εκμεταλλεύεται τις ελεγχόμενες από αυτόν υπηρεσίες...", ενώ αμφισβητούσε τις συνθήκες κτήσης του ακινήτου του ενάγοντος στην Α' Αρχαιολογική ζώνη της Κνωσσού και τη νομιμότητα της δημοτικής απόφασης με την οποία έγινε διαπλάτυνση και επίστρωση της παρακείμενης αυτού οδού.

Προ δε των παραπάνω αναφορών, σχετικά με το ζήτημα της βελτίωσης της οδού πλησίον του ακινήτου του ενάγοντος στην Κνωσσό, είχε εμφιλοχωρήσει διάσταση απόψεων ανάμεσα στις υπηρεσίες της ΚΓ' Εφορείας Προϊστορικών Αρχαιοτήτων, της Διεύθυνσης Τεχνικών Έργων του Δήμου Ηρακλείου και της Υπηρεσίας Νεώτερων Μνημείων και Τεχνικών Έργων Κρήτης, τόσον ως προς την αρμοδιότητα για την έγκριση της τεχνικής μελέτης του έργου, ως και, εν συνεχεία, για τη νομιμότητα των εκτελούμενων έργων.

Ειδικότερα, προ του μηνός Φεβρουάριου του έτους 2007, υποβλήθηκε, αναρμοδίως κατά την παραπάνω Εφορεία Προϊστορικών Αρχαιοτήτων, αίτημα από τη Διεύθυνση Τεχνικών Έργων του Δήμου Ηρακλείου προς την Υπηρεσία Νεώτερων Μνημείων για την έγκριση του έργου "Βελτίωση οδού μεταξύ Βλυχιάς και Αγίας Ειρήνης στα Σπήλια".

Το εν λόγω αίτημα εγκρίθηκε μεν από την Υπηρεσία Νεώτερων Μνημείων, αναρμοδίως δε, σύμφωνα με την ως άνω Εφορεία, η οποία με το με αριθμό πρωτοκόλλου Φ.8/4/704/1-2-2007 έγγραφο της Αρχαιολόγου και Διευθύντριας αυτής Μαρίας Μπρεδάκη προς τις παραπάνω υπηρεσίες, το οποίο κοινοποίησε τόσο στον Αρχαιοφύλακα Ζωνών Κνωσού ως και στον ενάγοντα, δηλώνοντας με αυτό ότι καμία σχετική διαδικασία, εν σχέσει με το συγκεκριμένο έργο, δεν θα πρέπει να προχωρήσει αφού το αίτημα για την εκτέλεση του έργου εσφαλμένως υποβλήθηκε στην Υπηρεσία Νεώτερων Μνημείων και εγκρίθηκε ακολούθως από αυτήν ενώ εφόσον αφορά σε αρχαιολογική ζώνη της Κνωσσού εμπίπτει κατ' αρχήν στην αρμοδιότητα της Εφορείας, στην οποία και οφείλει η Διεύθυνση Τεχνικών Έργων να υποβάλλει το σχετικό αίτημα.

Ακολούθως, την 2-2-2007 η Διεύθυνση Τεχνικών Έργων απευθύνθηκε σχετικά στην παραπάνω Εφορεία για τις "απαιτούμενες εργασίες βατότητας αγροτικής οδού μεταξύ Βλυχιάς και Αγίας Ειρήνης, εντός της Α' Αρχαιολογικής Ζώνης Κνωσσού, εργασίες ανάδειξης του "γεφυριού Μπαλτά", που βρίσκεται σε τμήμα της οδού, εργασίες επίχωσης του αγωγού της Δ.Ε.Υ.Α.Η., ο οποίος βρίσκεται ανατολικά της οδού και έχει αποκαλυφθεί τμήμα του λόγω των βροχοπτώσεων, τεχνικά έργα επί της οδού για τη διευθέτηση και συλλογή όμβριων υδάτων και καθαρισμού της κοίτης του ρέματος από τα φερτά υλικά στην περιοχή του γεφυριού, προκειμένου να βελτιωθεί η βατότητα της οδού αλλά και να αποφευχθεί η πιθανή βλάβη του αγωγού της Δ.Ε.Υ.Α.Η.".

Η Εφορεία, με το με αριθμό πρωτοκόλλου Φ.8/4/783/6-2-2007 έγγραφο της, το οποίο επίσης κοινοποίησε, μεταξύ άλλων και στον ενάγοντα, ενημέρωσε τις παραπάνω υπηρεσίες ότι προκειμένης της εκτέλεσης των τεχνικών έργων είναι αναγκαία η υποβολή πλήρους μελέτης, η οποία θα υποβληθεί στο αρμόδιο Τοπικό Συμβούλιο Μνημείων Κρήτης για γνωμοδότηση και ότι για την εργασία της άμεσης επίχωσης του αγωγού ΔΕΥΑΗ" απαιτούνταν διευκρινίσεις ως προς τον τρόπο επίχωσης, ώστε εν συνεχεία, εφόσον την ενέκρινε, να πραγματοποιούνταν υπό την παρακολούθηση αρμοδίου υπαλλήλου της.

Εν τέλει, αφού ξεκίνησε η εκτέλεση των έργων, η Εφορεία διαπίστωσε ότι είχε πραγματοποιηθεί διαπλάτυνση τμήματος της οδού με απόξεση του πρανούς και επίστρωση με αδρανές υλικό μέχρι τη γέφυρα "Μπαλτά", ήτοι εργασία που δεν είχε εγκρίνει. Έτσι, με το με αριθμό πρωτοκόλλου Φ.7/ΙΔ/2682/9-4-2007 έγγραφο της με θέμα "Διακοπή εργασιών σε αγροτική οδό μεταξύ Βλυχιάς και Αγίας Ειρήνης στα Σπήλιά" προς τη Διεύθυνση Τεχνικών Έργων του Δήμου Ηρακλείου, στην Υπηρεσία Νεωτέρων Μνημείων & Τεχνικών Έργων Κρήτης, στον Αρχαιοφύλακα Ζωνών Κνωσού και στο Β1 Αστυνομικό Τμήμα, ενημέρωσε ότι οι εν λόγω εργασίες είναι μη νόμιμες και ότι πρέπει να διακοπούν άμεσα.

Παρά ταύτα, οι εργασίες, ως και οι αντιπαραθέσεις συνεχίσθηκαν με αποτέλεσμα την 2-6-2008 να υποβάλει σχετικά με τις συνθήκες εκτέλεσης τους αναφορά - δήλωση προς τη Διευθύντρια της ΚΓ' Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών αρχαιοτήτων Μ. Μ., ο εργοδηγός - υπεύθυνος στο τμήμα εκτελέσεως έργου με μηχανήματα αυτεπιστασίας του Δήμου Ηρακλείου στην ΚΓ' Εφορεία, Ν.

Μ., εκθέτοντας ότι: "Με το παρόν έγγραφό μου θέλω να σας ενημερώσω και να δηλώσω ότι, για την εκτέλεση του Έργου της οδού μεταξύ "Βλυχιάς και Αγίας Ειρήνης στα Σπήλιά" που έγινε το Μάρτιο του 2007 κατόπιν φορτικών εκβιασμών, πειθαναγκάστηκα να το εκτελέσω. Είμαι αντίθετος σ' αυτού του είδους τις αναθέσεις εκτέλεσης έργων οι οποίες εξυπηρετούν προσωπικά συμφέροντα.

Ένα εξ αυτών είναι τα συμφέροντα του Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου στον Νομό Ηρακλείου, κ. Ο. Ε. για να έχει άνετη και ασφαλή πρόσβαση στο κτήμα που βρίσκεται στην αρχαιολογική Περιοχή Α' Ζώνης Σπηλίων". Η εναγόμενη επομένως, μεταδίδοντας ότι έχουν ανακύψει ερωτήματα, τουλάχιστον, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες εκτελέσθηκαν τα έργα πλησίον του ακινήτου του ενάγοντος στην αρχαιολογική ζώνη, επικαλούμενη και την ύπαρξη μίας τουλάχιστον επώνυμης αναφοράς προς το Ελεγκτικό Συνέδριο, βασίσθηκε σε πραγματικά και αληθή γεγονότα που είχαν περιέλθει σε γνώση των προστηθέντων της κατόπιν δημοσιογραφικής έρευνας, ενώ άλλωστε τα σχετικά ως άνω αναφερόμενα δημόσια έγγραφα είχαν περιέλθει στην κατοχή της και τα προσκομίζει.

Βέβαια, ως προέκυψε μεταγενέστερα, με την από 12-10-2009 ένορκη κατάθεση του ενώπιον της Πταισματοδίκη Ηρακλείου ο προαναφερόμενος Ν. Μ. δηλώνει ότι δεν συνέταξε ούτε υπέγραψε ο ίδιος την παραπάνω αναφορά, ούτε και κατέθεσε αυτήν σε οιανδήποτε υπηρεσία ή αρχή, καθώς και ότι δεν χρησιμοποίησε ο ίδιος τα μηχανήματα του δήμου για την εκτέλεση του έργου βελτίωσης της βατότητας της οδού.

Πλην όμως, τούτη η παράμετρος δεν διαφαινόταν καν τόσον κατά το χρόνο μετάδοσης των επίδικων ρεπορτάζ ως ακόμη και κατά το χρόνο καθ' ο εν συνεχεία διενεργήθηκαν πειθαρχικές εξετάσεις για τη διερεύνηση των καταγγελιών σε βάρος του ενάγοντος, αφού ούτε και στο πλαίσιο αυτών προέκυψε το στοιχείο αυτό, ώστε να δύναται να εντοπιστεί ευθύνη των προστηθέντων της εναγόμενης λόγω ανεπαρκούς δικής της δημοσιογραφικής έρευνας.

Ωστόσο, αληθές ήταν, το γεγονός της έλευσης του Γενικού Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, Γεωργίου Σχοινιωτάκη, προκειμένου να επιθεωρήσει τις υπηρεσίες του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Ο ενάγων, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, προσκομίζει αντίγραφο της από 13-6-2008 (με αριθμό πρωτ. 535) εντολής μετακίνησης εκτός έδρας της Γενικής Επιτροπείας Επικράτειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που απευθύνεται προς το Γενικό Επίτροπο και με την οποία εγκρίνεται η μετάβαση του στις 1η και 2η Υπηρεσίες Επιτρόπων Νομού Ηρακλείου και Νομού Λασιθίου Κρήτης, επαγόμενος ότι η έλευση του ήταν αφ' ενός μεν προγραμματισμένη, αφ' ετέρου δε ανεξάρτητη των προαναφερομένων καταγγελιών, εφόσον άλλωστε φέρουν μεταγενέστερο της παραπάνω εντολής πρωτόκολλο κατάθεσης.

Όμως κρίσιμο ζήτημα εν προκειμένω δεν αποτελεί η έκτακτη ή τακτική μετάβαση του Γενικού Επιτρόπου προς επιθεώρηση, αλλά ο αιφνιδιαστικός έλεγχος που διενήργησε και η επίσκεψη του, η οποία προφανώς και δεν δύναται να θεωρηθεί ως προγραμματισμένη, σε έτερη υπηρεσία, και δη στην Εφορεία Προϊστορικών Αρχαιοτήτων, προκειμένου να διερευνήσει τις συνθήκες υπό τις οποίες έγιναν οι παρεμβάσεις στο οδικό τμήμα πλησίον του ακινήτου του ενάγοντος στην αρχαιολογική ζώνη της Κνωσσού.

Το γεγονός αυτό ανέδειξε η εναγόμενη ως είδηση και μετάδωσε στα παραπάνω από 26-7 και 27-7-2008 επίδικα ρεπορτάζ. Στη δε μετάδοση της εν λόγω είδησης η εναγόμενη προέβη κατόπιν προηγούμενης επιβεβαίωσης της από την προϊσταμένη της παραπάνω υπηρεσίας (Μ. Μ.), η οποία μάλιστα ενημέρωσε το δημοσιογράφο - προστηθέντα της εναγόμενης - για το αίτημα της Γενικού Επιτρόπου όπως τηρούνταν "άκρα μυστικότητα" από την υπηρεσία της ως προς το λόγο μετάβασης του στην Εφορεία και των στοιχείων που ζήτησε να λάβει.

Το γεγονός άλλωστε ότι, τουλάχιστον άτυπα, ο Γενικός Επίτροπος διεξήγαγε έρευνα για τα παραπάνω ζητήματα ιδία εν σχέσει με την από 9-6-2008 εις βάρος του καταγγελία του Ε. Ε. γνώριζε άλλως εν συνεχεία έμαθε και ο ίδιος ο ενάγων δι' ο και αργότερα, με την από 20-1-2009 αίτηση του προς το Γενικό Επίτροπο αιτείται τη χορήγηση του σχετικού επ' αυτής πορίσματος -και- αυτού, ως προκύπτει από το με αριθμό πρωτ. 61/2-2-2009 έγγραφο του Γενικού Επιτρόπου προς τον ενάγοντα, ενέργεια στην οποία δεν θα προέβαινε εφόσον θεωρούσε ότι μόνοι αρμόδιοι προς τούτο ήσαν ο πειθαρχικός Δικαστής Κωνσταντίνος Κρέπης που είχε ήδη διεξάγει εξέταση σχετικά και, ο Σύμβουλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, Αντώνιος Νικητάκης, στον οποίο δόθηκε εντολή διενέργειας ένορκης διοικητικής εξέτασης δυνάμει της με αριθμό 82/10-7-2008 πράξης του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Όσον δε αφορά στο σχόλιο περί επισταμένου και ενδελεχούς ελέγχου εκ μέρους του Γενικού Επιτρόπου στην Υπηρεσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο Ηράκλειο που αποδόθηκε δημοσιογραφικά με τη φράση "φύλλο και φτερό", ουδόλως αποδίδεται εξ αυτής μομφή στους υπηρετούντες δικαστικούς λειτουργούς ή στο προσωπικό της εν γένει καθώς η επιθεώρηση και η αναζήτηση στο πλαίσιο αυτής οιουδήποτε εγγράφου από τον διενεργούντα αυτήν αποτελεί πάγια, γνωστή και συνήθη διαδικασία που αποσκοπεί στη διαπίστωση περί των πάσης φύσεως συνθηκών λειτουργίας της επιθεωρούμενης υπηρεσίας.

Εξάλλου ο ενάγων, ερωτηθείς από δημοσιογράφους - προστηθέντες της εναγόμενης προ της μετάδοσης του από 27-7-2008 ρεπορτάζ στο πλαίσιο των συναλλακτικών της υποχρεώσεων που απορρέουν από την άσκηση του δημοσιογραφικού λειτουργήματος, καίτοι αρνήθηκε, ως δικαιούτο και όφειλε εκ της ιδιότητας του, να τοποθετηθεί δημόσια επί του ρεπορτάζ που είχε προηγηθεί μόλις την προηγούμενη ημέρα, συνέδεσε τη διεξαγωγή της έρευνας προς τη συνεδρίαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου επί του θέματος των εφημεριών των νοσοκομείων, υπαινισσόμενος ότι η εν λόγω έρευνα προκλήθηκε από την άρνηση του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο Ηράκλειο να εγκρίνει σειρά από δαπάνες για εφημερίες των νοσοκομείων του Ηρακλείου.

Ο ίδιος δηλαδή ο ενάγων δεν διέψευσε ότι πράγματι ο Γενικός Επίτροπος ασχολούνταν με τις ως άνω καταγγελίες, ούτε απέκλεισε ακόμη και τη σύνταξη πορίσματος εκ μέρους του καθώς, ως αποδόθηκε το σχετικό σχόλιο του, "... κράτησαν και διατηρούν τις επιφυλάξεις τους, διατηρούν στάση αναμονής και περιμένουν να δουν τι θα λέει το πόρισμα του Γενικού Επιτρόπου".

Το ίδιο δε ρεπορτάζ καταλήγει με την άποψη - θέση του ενάγοντος, χωρίς βέβαια να τον κατονομάζει, αφήνοντας δηλαδή ως τελευταία εντύπωση ότι οι καταγγελίες είναι προσχηματικές και ότι "... Σε κάθε περίπτωση ... δεν συντρέχει λόγος ανησυχίας, αφού δεν έχουν τίποτα να κρύψουν γιατί θεωρούν ότι δεν υπάρχει τίποτα παράτυπο".

Η τελευταία αυτή αναφορά του ρεπορτάζ καταδεικνύει ότι τίποτε δεν παρουσιάζεται εξαρχής ως παράνομο και τετελεσμένο σε βάρος οιουδήποτε στελέχους της τοπικής υπηρεσίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου αλλά αφήνει περιθώρια ανάδειξης της αλήθειας όποια και να είναι αυτή. Ως εκ τούτου, τα αναφερόμενα στα από 26-7 και 27-7-2008 ρεπορτάζ κρίνονται αληθή, ερειδόμενα σε βάσιμες και ελεγμένες σε ικανό βαθμό δημοσιογραφικές πληροφορίες.

Εξάλλου, ουδόλως γίνεται σ' αυτά αναφορά στον ενάγοντα, είτε ονομαστικά είτε με την ιδιότητά του, αφού λόγος γίνεται άλλοτε για την Υπηρεσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο Ηράκλειο, άλλοτε για "στέλεχος της τοπικής υπηρεσίας" και για "ανώτερο στέλεχος" χωρίς να υπονοεί ότι πρόκειται περί δικαστικού λειτουργού και όχι περί έτερου προσώπου που να κατέχει θέση προϊσταμένου ή τυχόν άλλη από το προσωπικό της υπηρεσίας εν γένει.

Η δε αναφορά στην "ιδιωτική υπόθεση" εν σχέσει με την "έκταση που εμπίπτει στους αυστηρούς περιορισμούς της Α' Αρχαιολογικής ζώνης στην Κνωσσό...", είναι όλως αφηρημένη όσον αφορά στο πρόσωπο του ιδιοκτήτη της. Επομένως, πέραν της αλήθειας των μεταδοθέντων ως άνω σχόλιων εκ μέρους της εναγόμενης, κρίνεται ότι τα στοιχεία που αναφέρονται για το "στέλεχος της τοπικής υπηρεσίας" του Ελεγκτικού Συνεδρίου δεν επαρκούν, ελλείψει μάλιστα ονομαστικής αναφοράς στο πρόσωπο του ενάγοντος, ώστε να προσδιοριστεί και να εξατομικευτεί ο ενάγων ως το πρόσωπο στο οποίο αφορούν τα επίδικα σχόλια, κατά τρόπο βέβαιο και αντικειμενικό.

Εξάλλου, ως και ο ίδιος συνομολογεί, το ευρύ κοινό δεν αντιλήφθηκε ότι ο ενάγων ήταν το πρόσωπο περί ου αναφερόταν στα ως άνω επίδικα ρεπορτάζ αφού στην αγωγή του διαλαμβάνει ότι οι "...συμπολίτες μας, που εξ αιτίας της εντόνως διεγερθείσης περιέργειας τους, ερωτούσαν να πληροφορηθούν ποιο στέλεχος του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο Ηράκλειο, αφορούν οι ειδήσεις αυτές".

Ως εκ τούτου, τα αναφερόμενα στα παραπάνω ρεπορτάζ δεν κρίνονται ψευδή ούτε δε και συκοφαντικά για το πρόσωπο του ενάγοντος. Κατόπιν τούτων, δέκα περίπου μήνες μετά, στο δελτίο ειδήσεων της 3-4-2009 από τον παραπάνω τηλεοπτικό σταθμό της εναγόμενης μεταδόθηκαν τα εξής : "Μυστική έρευνα με επίκεντρο τις δραστηριότητες αλλά και τα περιουσιακά στοιχεία του Πάρεδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο Ηράκλειο διεξάγει εδώ και τέσσερις ημέρες ο Πειθαρχικός δικαστής Κωνσταντίνος Κρέπης μετά από εντολή του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Μετά από σχετικές καταγγελίες, βιβλία, εντάλματα και όχι μόνον γίνονται φύλλο και φτερό σε μια έρευνα για την οποία μάλιστα έχουν κληθεί να καταθέσουν υπηρεσιακοί παράγοντες των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης αλλά και του τοπικού Ι.Κ.Α. Στο μικροσκόπιο Πειθαρχικού δικαστή οι καταγγελίες για ύποπτες δοσοληψίες αλλά και αυθαιρεσίες του Πάρεδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο Ηράκλειο.

Πρόκειται για μια έρευνα η οποία διεξάγεται κάτω από άκρα μυστικότητα και μετά από εντολή του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου κύριου Κούρτη. Ο Κωνσταντίνος Κρέπης πραγματοποιεί εξονυχιστική έρευνα στα περιουσιακά στοιχεία του Πάρεδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου σε βιβλία και εντάλματα τα οποία μάλιστα έχουν γίνει φύλλο και φτερό ενώ ταυτόχρονα συλλέγει στοιχεία και καταθέσεις από υπηρεσιακά στελέχη της Πολεοδομίας, του Ι.Κ.Α.

αλλά και Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Σύμφωνα με πληροφορίες η έρευνα διεξάγεται σε τρεις άξονες. Ο πρώτος επικεντρώνεται σε εντάλματα πληρωμών έτους 2008 Δήμου της ενδοχώρας τα οποία δεν υπογράφησαν από τον Πάρεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, γεγονός που προκάλεσε έντονη δυσαρέσκεια στη δημοτική αρχή.

Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες τα εντάλματα πληρωμών ύψους 70.000 ευρώ αφορούσαν διάφορες εργασίες μέσω της σύναψης προγραμματικής σύμβασης. Το φρένο στις πληρωμές για τις να σημειωθεί ότι δεν υπήρχε απολύτως κανένα πρόβλημα τα προηγούμενα χρόνια, προκαλεί έντονο προβληματισμό στην τοπική αυτοδιοίκηση η οποία ζητά εξηγήσεις γύρω από τη στάση του Παρέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Ο δεύτερος άξονας επικεντρώνεται σε πολεοδομικές παραβάσεις σε σπίτια που διαθέτει σε Αϊ Γιάννη και Κνωσσό με το τελευταίο μάλιστα, όπως έχει καταγγελθεί, να βρίσκεται στην Α' Αρχαιολογική ζώνη, ενώ ο τρίτος άξονας εστιάζεται σε επιχειρηματικές δραστηριότητες που φέρεται να είχε αναπτύξει. Η εξονυχιστική έρευνα του πειθαρχικού δικαστή Κωνσταντίνου Κρέπη είχε επίσης στόχο να ξεσκεπάσει τυχόν παράνομες δοσοληψίες του Παρέδρου οι οποίες πιθανόν να κρύβουν οφέλη που πιθανόν να αποκόμιζε από την όποια στάση του σύμφωνα με τους καταγγέλλοντες.

Ο φάκελος συμπληρώνεται με κατάθεση υπηρεσιακών στελεχών και αύριο θα δοθεί στα χέρια του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου ο οποίος και θα εκδώσει το πόρισμα. Πρόκειται για μια σοβαρή υπόθεση, πτυχές της οποίας απασχολούν και την Εισαγγελία Ηρακλείου. Ο έλεγχος δαπανών του κράτους αλλά και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης ο οποίος περνά από τα χέρια ανώτατων στελεχών του Ελεγκτικού Συνεδρίου θα πρέπει πάνω από όλα να γίνεται με κρυστάλλινη διαφάνεια, την ώρα που η έγκριση πληρωμών για διάφορες δαπάνες Δήμων καθυστερεί ακόμα και έξι μήνες".

Ο ενάγων ισχυρίζεται και επαναλαμβάνει με την κρινόμενη έφεση, ότι το ρεπορτάζ αυτό είναι ψευδές και συκοφαντικό διότι ο πειθαρχικός Δικαστής Κωνσταντίνος Κρέπης, ο οποίος μετέβη στο Ηράκλειο την 31-3-2009, δεν διεξήγαγε μυστική έρευνα με αντικείμενο τις δραστηριότητες του και τα περιουσιακά του στοιχεία, ούτε κατόπιν καταγγελιών έλεγξε βιβλία και εντάλματα της υπηρεσίας, αλλά ότι διερεύνησε αποκλειστικά και μόνον τις προαναφερόμενες καταγγελίες των Ε.

Ε. και Φ. Κ. και μάλιστα κατόπιν αιτήματος του ίδιου του ενάγοντος προς τον Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Περαιτέρω, εκθέτει ότι με το παραπάνω, ως και τα προηγούμενα ρεπορτάζ, εξετέθη δημοσίως και επηρεάστηκε δυσμενώς η υπηρεσιακή του εξέλιξη, καίτοι απαλλάχθηκε με το πόρισμα του πειθαρχικού Δικαστή από τις εις βάρος του καταγγελίες, καθώς παρουσιάσθηκε ότι η έρευνα διεξαγόταν προκειμένου να διαπιστωθεί εάν ο ενάγων είναι πρόσωπο που πραγματοποιεί παράνομες συναλλαγές, παρεμβαίνει σε διοικητικές υπηρεσίες και οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ώστε να τύχει οφέλους επί προσωπικών του υποθέσεων.

Υποστηρίζει δε, ότι τα παραπάνω περιστατικά δε συνιστούν "είδηση", ώστε η αναγωγή των εκ μέρους της εναγόμενης σε "είδηση" που μεταδόθηκε τηλεοπτικά έγινε με πρόθεση την τρώση της προσωπικότητας του και της επαγγελματικής του υπόστασης. Αποδείχθηκε όμως ότι τα αναφερόμενα στο παραπάνω ρεπορτάζ, στο οποίο ουδόλως περιλαμβάνεται άποψη - θέση περί της αλήθειας ή μη των καταγγελιών εις βάρος του ενάγοντος, ερείδονται σε πραγματικά περιστατικά.

Ειδικότερα, με την με αριθμό πρωτοκόλλου 83/10-7-2008 Πράξη του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου δόθηκε εντολή στο Πάρεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου Κωνσταντίνο Κρέπη, να διενεργήσει προκαταρκτική έρευνα για τη διερεύνηση της τέλεσης ή μη πειθαρχικών παραπτωμάτων του άρθρου 92 του Ν. 2812/2000 από τον ενάγοντα μετά από την προαναφερόμενη καταγγελία του Δημοτικού Συμβούλου του Δήμου ..., Ε.

Ε.. Στην εν λόγω καταγγελία αναφέρονταν, μεταξύ άλλων τα εξής : α) ότι στην οδό Ξ. και Π. 2 περιοχή Α. Ι. Η. ο ενάγων "με μια οικοδομική άδεια για εκατό περίπου τετραγωνικά μέτρα ανέγειρε οικοδομή με υπόγειο, πυλωτή και 1° όροφο χωρίς τη νόμιμη οικοδομική άδεια συνέχισε όμως με παράνομη ανοικοδόμηση 4όροφη οικοδομή χωρίς τη νόμιμη οικοδομική άδεια, χωρίς την καταβολή ενσήμων του Ι.Κ.Α. (το Ι.Κ.Α.

έχει ήδη επιληφθεί και έχει., επιβάλλει τα σχετικά πρόστιμα), η πολεοδομία όμως του δήμου πότε θα επιληφθεί; που και τώρα ακόμη συνεχίζει την ανέγερση αυθαίρετων παράπλευρων κτισμάτων", β) "Με ποιο τρόπο περιήλθε στην κατοχή του έκταση περίπου δέκα στρεμμάτων εντός της Α' αρχαιολογικής ζώνης του Μινωικού ανακτόρου στη θέση Σπήλιά περιοχής Κνωσού όπου ασκεί μελισσοκομικές, γεωργικές κτηνοτροφικές και άλλες δραστηριότητες ανεγείροντας δεξαμενές νερού, αποθήκες, χρησιμοποιώντας μινωικούς τάφους για αποθήκες και γενικά ασκεί δραστηριότητες οι οποίες από την αρχαιολογία αλλά και από το Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο της περιοχής απαγορεύονται ρητώς.

Ερωτώ για όλες αυτές τις δραστηριότητες έχουν επιληφθεί ποτέ οι αρμόδιες υπηρεσίες; Με ποια άδεια περιφράχτηκε η ανωτέρω έκταση στην οποία υπάρχουν Μινωικά μνημεία προϊστορικής περιόδου; Με ποια άδεια δεντροφυτεύθηκε η συγκεκριμένη έκταση και κατασκευάσθηκαν κτίσματα; Με ποιο τρόπο υποχρεώνει τις υπηρεσίες του δήμου να προβαίνουν σε βελτίωση της βατότητας της οδού που οδηγεί στην εν λόγω έκταση, και για ποιο λόγο αλλοιώθηκε μινωικό γεφύρι που οδηγεί στην ανωτέρω επίμαχη περιοχή;..." Επισυνάπτονταν δε στην εν λόγω καταγγελία τα επίσης προαναφερόμενα δημόσια έγγραφα της ΚΓ' Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού, με αριθμούς πρωτοκόλλου Φ.8/4/704/1-2-2007, Φ.8/4/783/6-2-2007 και Φ.7/ΙΔ/2682/9-4-2007.

Με το από 21-9-2009 Πόρισμα Προκαταρκτικής Έρευνας του ως άνω πειθαρχικού Δικαστή, ο οποίος διενήργησε έρευνα από 31-3-2009 έως την ημέρα του τρίτου επίδικου ρεπορτάζ, κρίθηκε ότι : - αναφορικά με το ζήτημα εάν ο ελεγχόμενος πειθαρχικά χρησιμοποίησε την ισχύ της θέσης του Επιτρόπου προκειμένου να πιέσει ή να εκβιάσει τις υπηρεσίες των Δήμου, ΚΓ' Εφορείας και λοιπών ώστε να δείξουν ανοχή κατά την εκτέλεση από τον ίδιο παράνομων εργασιών ότι δεν υπήρξε πίεση ή εκβιασμός από πλευράς του Επιτρόπου προς τις εμπλεκόμενες υπηρεσίες και, - αναφορικά με το ζήτημα αν οι πράξεις αυτές συνιστούν το πειθαρχικό αδίκημα της αναξιοπρεπούς ή ανάξιας για δικαστικό υπάλληλο διαγωγής εντός και εκτός υπηρεσίας, ότι "η μη επακριβής τήρηση της οικείας οικοδομικής άδειας κατά την ανέγερση κτίσματος, η αμφισβήτηση των οφειλόμενων στο ΙΚΑ ενσήμων και η εκτέλεση των αναφερόμενων στην από 9-6-2008 καταγγελία του Ε.

Ε. εργασιών... δεν συνιστούν, και υπό την εκδοχή ότι έλαβαν χώρα, το πειθαρχικό αδίκημα της αναξιοπρεπούς ή ανάξιας για δικαστικό υπάλληλο διαγωγής έξω από την υπηρεσία". Για την εκτέλεση της παραπάνω εντολής ο πειθαρχικός Δικαστής έλαβε ανωμοτί καταθέσεις από το Διευθυντή της Διεύθυνσης Πολεοδομικών Λειτουργιών του Δήμου Ηρακλείου, την Προϊσταμένη της Τμήματος Αυθαιρέτων, την Ι.

Σ. - αρχαιολόγο της ΚΓ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων και τον Αντιδήμαρχο Ηρακλείου Κ. Μ., ενώ επικοινώνησε τηλεφωνικά και με το Δήμαρχο Ηρακλείου. Ως εκ τούτου, εφόσον στην παραπάνω καταγγελία γίνονταν σαφείς αναφορές στα ζητήματα της άνευ νομίμου αδείας ανοικοδόμησης, της αποφυγής καταβολής των νομίμων ενσήμων του Ι.Κ.Α., καθώς και της απόκτησης αρχαιολογικού χώρου δέκα στρεμμάτων από τον ενάγοντα, της ερευνητέας μεθόδου που του αποδιδόταν, για την οποία οι δημοτικές υπηρεσίες, άλλοτε απείχαν των νομίμων καθηκόντων τους και άλλοτε ενεργούσαν παράτυπα προς όφελος του ενάγοντος, της λήψης σχετικά καταθέσεων υπηρεσιακών εν γένει στελεχών, το ρεπορτάζ αυτό της 3-4-2009 κρίνεται ακριβές και ουδόλως συκοφαντικό.

Ομοίως, αληθές είναι ότι ο παραπάνω πειθαρχικός Δικαστής ερεύνησε και τις συνθήκες υπό τις οποίες δεν πληρώθηκαν εντάλματα πληρωμών οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης, διότι σύμφωνα με το με αριθμό πρωτοκόλλου 269/22-9-2008 έγγραφο του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, διαβιβάστηκε σ' αυτόν η με αριθμό πρωτοκόλλου 160/16-6-2008 καταγγελία του Προέδρου της Δημοτικής Αναπτυξιακής Εταιρείας Δήμου ...

Φ. Κ., με την εντολή διενέργειας ένορκης διοικητικής εξέτασης επί των αναφερομένων σ' αυτήν για τη διερεύνηση διάπραξης ή μη πειθαρχικού παραπτώματος του άρθρου 92 παρ. 1 και 2 περ. στ' του Ν.2812/2000. Το γεγονός ότι ερεύνησε και την παραπάνω καταγγελία κατά το χρονικό διάστημα από 31-3 έως 3-4-2009 αναφέρει και ο ίδιος ο πειθαρχικός Δικαστής στο πόρισμα της από 28-6-2009 σχετικής ένορκης διοικητικής εξέτασης.

Όσον αφορά στο ζήτημα έτερων δραστηριοτήτων που ως διαλαμβανόταν στην από 20-6-2008 καταγγελία του Ε. Ε. ότι ο ενάγων ασκεί, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων παράγει μέλι που διαθέτει εν συνεχεία τυποποιημένο σε κρεοπωλείο προς πώληση (σχετ. φωτογραφία με ετικέτα "ΜΕΛΙ ΘΥΜΑΡΙΣΙΟ... Ο. Μ.....Τηλ...." και απόδειξη λιανικής πώλησης από το κρεοπωλείο Β.

Γ.). Εξάλλου, η εναγόμενη αναφερόμενη σε όλα τα παραπάνω περιστατικά, δεν αμφισβητεί η ίδια το λόγο άρνησης της υπογραφής ενταλμάτων από τον ενάγοντα ως μη νόμιμο, ούσα σαφώς αναρμόδια να κρίνει τις ενέργειες του αυτές, παρά μόνον ιστορεί ότι η άρνηση του προκάλεσε έντονη δυσαρέσκεια στη δημοτική αρχή - πράγμα αληθές - εν όψει του ότι τα προηγούμενα χρόνια δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα ώστε η Τοπική Αυτοδιοίκηση ζητά εξηγήσεις για τη στάση αυτή του ενάγοντος.

Ως εκ τούτου, τα αναφερόμενα στο από 3-4-2009 επίδικο ρεπορτάζ είναι αληθή και ουδόλως συκοφαντικά για το "πρόσωπο του ενάγοντος. Σημειώνεται ότι και σ' αυτό το ρεπορτάζ η εναγόμενη δεν αναφέρει το όνομα του ενάγοντος. Κάνει δε μόνον αναφορά στην ιδιότητα του ενάγοντος που εκ παραδρομής όμως αντιλαμβάνεται ότι είναι αυτή του "Πάρεδρου" αντί του "Επίτροπου", χωρίς τούτο πάντως να αποτελεί συκοφαντικό σχόλιο για τον ενάγοντα, καθώς αφ' ενός μεν η εν λόγω ιδιότητα δεν θεωρείται ως μειωτικός προσδιορισμός αφ' ετέρου διότι στο πλαίσιο καθ' ο αναφέρθηκε δεν συνιστά επαγγελματική μείωση αυτού (διά της απόδοσης χαμηλότερου υπηρεσιακού βαθμού από τον πράγματι κατεχόμενο από αυτόν).

Άλλωστε και ο ίδιος ο ενάγων δεν παραπονείται ειδικά για την εν λόγω ανακρίβεια παρά για την "εμμονή" των προστηθέντων της εναγόμενης να τον αποκαλούν εσφαλμένως. Περαιτέρω, η ανάδειξη των παραπάνω περιστατικών σε "είδηση" και η μετάδοση τους κατά τα προαναφερόμενα δελτία ειδήσεων δεν κρίνεται ότι πραγματοποιήθηκε επί σκοπώ πλήξης του προσώπου του ενάγοντος ή έκθεσης αυτού στον επαγγελματικό του χώρο και τον κοινωνικό του περίγυρο, καθώς τόσον στον τρόπο μετάδοσης ως και κατά το περιεχόμενο των ειδήσεων δεν παρατηρούνται στοιχεία υπερβολής ούτε και εγείρονται αμφισβητήσεις για την ικανότητα του ενάγοντος ως Επιτρόπου εν γένει, πέραν των αναφορών στις εις βάρος του καταγγελίες.

Το γεγονός δε ότι οι εν λόγω καταγγελίες είναι σοβαρές και ότι εάν κριθεί ότι ευσταθούν θα προσδιοριστεί ο βαθμός της τυχόν ανάξιας για Επίτροπο διαγωγής εκτός υπηρεσίας, αποτελεί ζήτημα που θίγει αναπόφευκτα το κύρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου και εκθέτει αρνητικά τη δημόσια εικόνα του στους διοικούμενους.

Έτσι, παρότι αρχικά η πειθαρχική προκαταρκτική έρευνα σε βάρος του ενάγοντος από τον Πειθαρχικό Δικαστή, Πάρεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου Κωνσταντίνο Κρέπη, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν πιθανολογείται πράξη ή παράλειψη του ενάγοντος που να συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα του άρθρου 92 του ν. 2812/2000 σε σχέση με την από 9-6-2008 καταγγελία του Ε.

Ε. και ότι για το λόγο αυτό η υπόθεση πρέπει να τεθεί στο αρχείο, ακολούθως, ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου Γεώργιος Σχοινιωτάκης, απευθυνόμενος προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ζήτησε τη συμπλήρωση της ως άνω πειθαρχικής προκαταρκτικής έρευνας, κρίνοντας ότι "περαιώθηκε σκανδαλωδώς μεροληπτικά και κατά παράβαση των καθηκόντων του Πειθαρχικού Δικαστή (σχετ.

με αριθμό πρωτ. ΕΜΠ 40/26- 11-2009 έγγραφο). Εξάλλου, ο ορισθείς Σύμβουλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου για τη διενέργεια της ένορκης διοικητικής εξέτασης εν σχέσει με την καταγγελία του Ε. Ε. είχε επίσης κρίνει ότι "προκύπτουν αποχρώσες ενδείξεις από τις οποίες στοιχειοθετούνται πειθαρχικά αδικήματα...", γεγονός που επίσης καταδεικνύει ότι η καταγγελία είναι σοβαρή, ούσα σχετική με τα καθήκοντα του ενάγοντος ως Επιτρόπου.

Εν όψει δε του γεγονότος ότι ο Γενικός Επίτροπος, ο οποίος στο από 2-2-2009 ως άνω έγγραφο του προς τον ενάγοντα ενημερώνει αυτόν ότι στη Γενική Επιτροπεία Επικράτειας, υποβάλλονται καταγγελίες ακόμη και προφορικά, που δεν υποβάλλονται απαραίτητα και σε άλλους αποδέκτες, ζήτησε τον πειθαρχικό, εκ νέου έλεγχο του ενάγοντος, ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι εξέλιπε η αρμοδιότητα του να λάβει ή να ερευνήσει, έστω άτυπα, τις καταγγελίες σε βάρος του ενάγοντος, καταρρίπτεται.

Εξάλλου, εκκρεμεί ενώπιον του Πενταμελούς Υπηρεσιακού (Πειθαρχικού) Συμβουλίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου εις βάρος του ενάγοντος πειθαρχική δίωξη για ανάρμοστη συμπεριφορά (σχετ. με αριθμό πρωτ. 14830/17-3-2011 έγγραφο της 11ης Υπηρεσίας Επιτρόπου Α' Τμήματος), εξέλιξη που επιρρωνύει τον ισχυρισμό της εναγόμενης ως προς τη σπουδαιότητα των συντρεχόντων λόγων για την ανάδειξη των εν λόγω καταγγελιών.

Περαιτέρω, από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα α) δεν προέκυψε ότι οι εκφράσεις στα επίδικα ρεπορτάζ των προστηθέντων της εναγόμενης περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του άρθρου 363 ΠΚ, καθώς τα αναφερόμενα σ' αυτά περιστατικά (ύπαρξη σοβαρών καταγγελιών και διερεύνηση τους από τους Γενικό Επίτροπο και πειθαρχικό δικαστή) αποδείχθηκαν αληθή, ενώ σε κάθε περίπτωση, δικαιολογημένα οι προστηθέντες της εναγόμενης δημοσιογράφοι που συνέταξαν τα ρεπορτάζ, είχαν την πεποίθηση ότι τα περιστατικά (ειδήσεις) που σχολιάσθηκαν ήσαν αληθή λόγω της υποβολής των καταγγελιών και β) προέκυψε ότι δεν υπήρχε σκοπός εξύβρισης εκ μέρους της εναγομένης, δηλαδή πρόθεση αυτής που να κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του ενάγοντα και αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του, με καταφρόνηση του, αφού η εναγόμενη ωθήθηκε στην πράξη της αυτή (ανάδειξη ειδήσεων) από δικαιολογημένο ενδιαφέρον που πηγάζει από την προστατευόμενη από το Σύνταγμα, την ΕΣΔΑ και τους νόμους ελευθερία του τύπου για τη μετάδοση πληροφοριών σχετικά με ένα θέμα που ενδιέφερε το κοινωνικό σύνολο, λόγω της υπηρεσίας στην οποία υπηρετεί ο ενάγων και της ιδιότητας του, ενώ ο συγκεκριμένος τρόπος παρουσίασης του θέματος και στα τρία επίδικα ρεπορτάζ ήταν θεμιτός, χωρίς να υπερβαίνει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, το επιβαλλόμενο και αντικειμενικώς αναγκαίο μέτρο για την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος.

Η παρουσίαση του ζητήματος αυτού και στα τρία επίδικα ρεπορτάζ ουδόλως κατέτεινε στο συμπέρασμα ότι ο ενάγων επέδειξε καθ' οιονδήποτε τρόπο, ανάρμοστη ή παράνομη συμπεριφορά, παρά μόνον στάθηκε και με σχολιασμό ανέδειξε το πραγματικό περιστατικό της εκκρεμότητας σοβαρών, τουλάχιστον καταρχήν, καταγγελιών εις βάρος του, χωρίς να υποστηρίζει την ορθότητα αυτών.

Ενόψει των ανωτέρω και στα πλαίσια της αναγκαίας στάθμισης, προκύπτει ότι τα αναφερόμενα στα δελτία ειδήσεων σχόλια αφ' ενός μεν δεν αποδείχθηκαν ψευδή καθώς ανταποκρίνονταν στο αντικείμενο της διενεργηθείσας τότε έρευνας των ανωτέρω δημοσίων λειτουργών, οι οποίοι δεν επισκέφθηκαν την τοπική υπηρεσία του ελεγκτικού συνεδρίου για τυπική και μόνο επιθεώρηση ούτε αποδείχθηκαν συκοφαντικά, αφ' ετέρου δε, διατυπώθηκαν στα πλαίσια ενημέρωσης από λόγους δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του κοινού εφόσον οι εκκρεμείς σοβαρές καταγγελίες αφορούσαν δικαστικό, αρμόδιο προϊστάμενο για τη διαφύλαξη της δημοσιονομικής νομιμότητας στο Νομό Ηρακλείου όπου εκπροσωπεί το Ανώτατο Δημοσιονομικό Δικαστήριο, χωρίς υπέρβαση του αναγκαίου μέτρου και χωρίς σκοπό εξυβρίσεως του ενάγοντος.

Συνεπώς, ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκανε δεκτές ως ουσιαστικά βάσιμες τις σχετικές ενστάσεις της εναγόμενης (άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ), τις οποίες παραδεκτά προτείνει και στη δευτεροβάθμια δίκη και απέρριψε τις σχετικές προταθείσες αντενστάσεις του ενάγοντος (367 παρ. 2 ΠΚ), ότι επρόκειτο για ενέργειες που εμπεριείχαν στοιχεία συκοφαντικής δυσφήμησης και ότι από τον τρόπο εκδήλωσης και τις περιστάσεις προέκυπτε σκοπός εξύβρισης και ορθά κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν συντρέχει ευθύνη της εναγόμενης.

Περαιτέρω, στην κρινόμενη υπόθεση, καμμιά έννομη επιρροή ασκεί η απαλλαγή του ενάγοντος από τις αντίστοιχες κατηγορίες (ανέγερση αυθαιρέτου, απείθεια και ηθική αυτουργία σε παράβαση καθήκοντος) με την υπ αρ. 2058/2011 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Πλημ/των Κρήτης ως και η απόφαση 411/2015 απόφαση του Εφετείου Πλημ/των Ανατολικής Κρήτης, με την οποία απαλλάχθηκαν οι καταγγέλλοντες Ε.

Ε. και Φ. Κ., ύστερα από ανάκληση του μηνυτή. Εξάλλου, η εναγόμενη δεν είχε τη δυνατότητα να διαπιστώσει εκ των προτέρων την πρόθεση των καταγγελλόντων σχετικά με όσα εξέθεταν σε βάρος του ενάγοντος, ούτε την για οιονδήποτε λόγο μεταβολή της διάθεσης των εμπλεκομένων κατά την εξέλιξη της ποινικής διαδικασίας, αλλά ως προεκτέθηκε, δικαιολογημένα σχολίασε αυτά από δημοσιογραφικό ενδιαφέρον, αφού ενισχύονταν από έγγραφα και αναφορές, για την ορθότητα των οποίων άλλωστε η ίδια δεν τοποθετήθηκε με τα επίδικα ρεπορτάζ.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επομένως, που με τις ίδιες αιτιολογίες απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεν έσφαλε αλλά σωστά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη η αγωγή του, με την οποία ζήτησε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη από την υπαίτια (με πρόθεση) προσβολή της προσωπικότητας του, από τα γι' αυτόν ως άνω δημοσιεύματα.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξ αιτίας ανεπαρκών αιτιολογιών που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 367 παρ. 1 εδ. γ' και 367 παρ. 2 εδ. β ΠΚ, σε σχέση με τα περιεχόμενα σαφώς στα εν λόγω δημοσιεύματα γεγονότα:

α) ότι ο διενεργών την επιθεώρηση της υπηρεσίας του αναιρεσείοντος "Γενικός Επίτροπος του Ελεγκτικού συνεδρίου της χώρας συνεχίζει για δεύτερη ημέρα την έρευνά του, αυτή τη φορά κάνοντας φύλλο και φτερό την υπηρεσία του τοπικού Ελεγκτικού Συνεδρίου", στην οποία υπηρετούσε ο αναιρεσείων, εμφανιζομένου έτσι του τελευταίου από τον προστηθέντα της αναιρεσιβλήτου εκφωνητή της εν λόγω ειδήσεως, ως υπόπτου αυθαιρεσιών και τελέσεως πράξεων αντιθέτων ή κατά παράβαση των καθηκόντων του, ως Επιτρόπου της τοπικής υπηρεσίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, β) ότι "ο τρίτος άξονας εστιάζεται σε επιχειρηματικές δραστηριότητες που φέρεται να είχε αναπτύξει", εμφανιζομένου έτσι του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, ότι αν και φέρει την ειρημένη ιδιότητα του Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα, καίτοι τούτο είναι ασυμβίβαστο προς την ιδιότητα του αυτή, γ) ότι "η εξονυχιστική έρευνα του πειθαρχικού δικαστή Κωνσταντίνου Κρέπη είχε επίσης στόχο να ξεσκεπάσει τυχόν παράνομες δοσοληψίες του Παρέδρου, οι οποίες πιθανόν να κρύβουν οφέλη, που πιθανόν να αποκόμιζε από την όποια στάση του, σύμφωνα με τους καταγγέλλοντες, εμφανιζομένου, και στην περίπτωση αυτή, του αναιρεσείοντος επίσης ως υπόπτου παρανόμων δοσοληψιών, που επιχειρείται να αποκαλυφθούν.

Δεν διαλαμβάνει δε το Εφετείο, στην προσβαλλομένη απόφασή του πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτουν, έστω και συμπερασματικώς, τέτοιου είδους, ως οι ανωτέρω διαλαμβανόμενες στις επίδικες εκπομπές, δραστηριότητες του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος. Το γεγονός, όπως δέχεται το Εφετείο, της διενεργείας σε βάρος του ενάγοντος - αναιρεσείοντος πειθαρχικής ερεύνης από επιθεωρητή του Ελεγκτικού Συνεδρίου εξ αιτίας των σε βάρος του αναφορών - καταγγελιών των Ε.

Ε. και Φ. Κ. προς τον Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, δεν συνιστά επαρκή αιτιολογία για την αλήθεια των ανωτέρω επιδίκων γεγονότων των εν λόγω ειδησεογραφικών εκπομπών της αναιρεσιβλήτου και μάλιστα χωρίς έρευνα της βασιμότητάς τους, όπως περαιτέρω δέχεται το Εφετείο. Ενόψει τούτων, και δεχόμενο, το Εφετείο, ότι η κατά τα ανωτέρω και μάλιστα κατ' επανάληψη παράθεση των προαναφερομένων αφορώντων τον αναιρεσείοντα γεγονότων στις εν λόγω εκπομπές, δεν απεδείχθησαν ψευδή ούτε συκοφαντικά και διατυπώθηκαν από λόγους δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, στα πλαίσια ενημερώσεως του κοινού, καθώς ανταποκρίνονταν στο αντικείμενο της διενεργηθείσης πειθαρχικής έρευνας σε βάρος του αναιρεσείοντος και δεν υπερέβαιναν το επιβαλλόμενο και αντικειμενικώς αναγκαίο μέτρο για την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, ότι με την επίκληση των γεγονότων αυτών δεν υπήρχε εκ μέρους της αναιρεσιβλήτου σκοπός εξυβρίσεως του ενάγοντος - αναιρεσείοντος, όπως ο τελευταίος πρωτοδίκως και κατ' έφεσιν με σχετικό λόγο εφέσεως είχε ισχυρισθεί, χωρίς, περαιτέρω, να δέχεται, με αναφορά του σχετικού λόγου, ότι η παράθεση των γεγονότων αυτών δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί με άλλον τρόπο και να παραθέτει εκείνα τα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο τρόπος που εκφράστηκε ο προστηθείς από την εναγομένη ήταν αναγκαίος για την προστασία του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών.

Έτσι, το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, όπως βασίμως αιτιάται ο αναιρεσείων με τον πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως.

Επομένως, κατά παραδοχή του λόγου αυτού αναιρέσεως, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αυτής, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων, οι οποίοι εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση, να διαταχθεί, συμφώνως προς το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., η επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα αυτό και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τους προσθέτους λόγους αναιρέσεως.

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρεθείσα απόφαση. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα αυτό.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Φεβρουαρίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ