158/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-10-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4243/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5810/2012 μη οριστική και 1991/2014 του Εφετείου Αθηνών όπως διορθώθηκε με την 5563/2014 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-1-2015 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated158/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): και Χ.. Ο γάμος αυτός των διαδίκων δεν εξελίχθηκε ομαλά και λύθηκε με την αριθμ. 8036/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών από λόγους που αφορούν και τους δυο διαδίκους και η οποία κατέστη αμετάκλητη στις 12.10.2006. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος πριν από την τέλεση του γάμου διατηρούσε επιχείρηση αργυροχρυσοχοΐας στην περιοχή του Χαλανδρίου σε μισθωμένο ακίνητο επί της οδού ....
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 158 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 158 /2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Βασιλείου-Μιχαήλ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτης: Μ. Μ. του Σ., συζ.Μ. Σ., πρώην συζύγου Σ. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Θεοδοσίου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-10-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4243/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5810/2012 μη οριστική και 1991/2014 του Εφετείου Αθηνών όπως διορθώθηκε με την 5563/2014 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-1-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Τζαβάρα, ανέγνωσε την από 29-1-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός, κατά το οικείο σκέλος του, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αυτής και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1991/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, όπως διορθώθηκε με την 5563/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και τη διατήρηση της αναστολής και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 1991/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, όπως διορθώθηκε με την 5563/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, το οποίο αφού δέχτηκε την από 27-1-2011 έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης εξαφάνισε την εκκαλούμενη με αυτή υπ' αριθμ. 4243/2010 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και δικάζοντας επί της από 1-10-2018 αγωγής της κατά του αναιρεσείοντος, μετά την αναγνώριση της συμβολής της στην αύξηση της περιουσίας του, κατά τη διάρκεια του γάμου τους, σε ποσοστό 1/6, α)υποχρέωσε τον εναγόμενο να της καταβάλει το ποσό των 10.000ευρώ και β) αναγνώρισε ότι αυτός είναι υποχρεωμένος να της καταβάλει το ποσό των 35.276 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), απορριπτομένου ως αβασίμου του περιεχομένου στις από 6-10-2015 έγγραφες προτάσεις της αναιρεσίβλητης αιτήματος να κηρυχθεί απαράδεκτη η αγωγή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά τη αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 2-11-2015, λόγω μη νόμιμης κλήτευσής της σε αυτή.
Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1 999, 26/2004).
Δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ.
ΑΠ 20/2005).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έκθεση πραγματογνωμοσύνης, με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα), δέχτηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο που έγινε στην Αθήνα στις 9.1.1994, από τον οποίο απέκτησαν δυο τέκνα, τον Α.
και Χ.. Ο γάμος αυτός των διαδίκων δεν εξελίχθηκε ομαλά και λύθηκε με την αριθμ. 8036/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών από λόγους που αφορούν και τους δυο διαδίκους και η οποία κατέστη αμετάκλητη στις 12.10.2006. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος πριν από την τέλεση του γάμου διατηρούσε επιχείρηση αργυροχρυσοχοΐας στην περιοχή του Χαλανδρίου σε μισθωμένο ακίνητο επί της οδού ....
Η επιχείρηση αυτή συνέχισε να λειτουργεί και μετά την τέλεση του γάμου των διαδίκων, ενώ από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η επιχείρηση αυτή επεκτάθηκε και ανήλθε η αξία της από το ποσό των 29.700 ευρώ κατά την αμετάκλητη λύση του γάμου, στο ποσό των 268.225 ευρώ. Επίσης, ο εναγόμενος κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων δημιούργησε μια ακόμη επιχείρηση αργυροχρυσοχοΐας σε ιδιόκτητο ακίνητο στην περιοχή "..., αξίας (συμπεριλαμβανομένων των εμπορευμάτων και της φήμης και πελατείας) 70.000 ευρώ, σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε άλλο κατάστημα όπου λειτουργούσε επιχείρηση αργυροχρυσοχοΐας στο όνομα του εναγομένου.
Εξάλλου, δεν θεωρείται απόκτημα και δεν περιλαμβάνεται στην τελική περιουσία του εναγομένου αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής Toyota, το οποίο κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας παρότι ήταν ιδιοκτησίας του εναγομένου, η άδεια κυκλοφορίας εξεδόθη στο όνομα της ετεροθαλούς αδελφής του. Αποδείχθηκε επίσης ότι στην Κύπρο λειτουργούσε επιχείρηση με την επωνυμία "...", όμως τα στοιχεία που συνθέτουν το ενεργητικό της εταιρικής περιουσίας της πιο πάνω επιχείρησης δεν αποτελούν απόκτημα, δεδομένου ότι πρόκειται για εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και στην περίπτωση αυτή, δηλαδή εταιρειών που έχουν νομική προσωπικότητα, η εταιρική περιουσία ανήκει στο νομικό πρόσωπο διακρινόμενη σαφώς από τις ατομικές περιουσίες των εταίρων, ενώ η ίδια εταιρεία δεν προέκυψε ότι έχει λυθεί ευρισκόμενη σε στάδιο εκκαθάρισης, ώστε να συνυπολογισθούν τα υπάρχοντα κέρδη ή περιουσιακά της στοιχεία στην ατομική περιουσία του εναγομένου ...Επομένως, ορθώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν περιέλαβε τα δυο παραπάνω περιουσιακά στοιχεία στη συνολική περιουσία του εναγομένου και συνεπώς οι σχετικοί πρώτος και δεύτερος λόγοι εφέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος δυνάμει του αριθμ. .../4.4.2003 συμβολαίου αγοράς της συμβολαιογράφου Αθήνας Α. Λ.-Μ. αγόρασε ένα οικόπεδο στην περιοχή "... έκτασης 205,94 τμ αντικειμενικής αξίας 44.260,62 ευρώ και αγοραίας αξίας 100.000 ευρώ.. Στο εν λόγω οικόπεδο εκείνος ανήγειρε οικοδομή αποτελούμενη στο ισόγειο από τέσσερις αποθήκες επιφάνειας 17,50, 22,60, 15,00 και 9,00 τμ αντίστοιχα, καθώς και κατάστημα επιφάνειας 45,00 τμ και στους πρώτο και δεύτερο υπέρ το ισόγειο ορόφους, κατοικία (μεζονέτα) συνολικής επιφάνειας 141,40 τμ.• Η συνολική αξία του παραπάνω ακινήτου, κατά το χρόνο της αμετακλήτου λύσεως του γάμου των διαδίκων (12.10.2006), ανήρχετο στο ποσό 201.656 ευρώ (βλ.
την αριθμ. …/2013 έκθεση πραγματογνωμοσύνης), δεδομένου ότι ήταν στο στάδιο της ανέγερσης, Και ναι μεν ο εναγόμενος στη συνέχεια έλαβε δάνεια από τις τράπεζας Λαϊκή και MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ για την αποπεράτωση της εν λόγω οικοδομής, η οποία είναι ήδη πολλαπλάσια της αξίας εκτιμήσεως της προσδιορισθείσας από τον πραγματογνώμονα.
Όμως η αγορά του οικοπέδου, όπου εν συνεχεία άρχισε να ανεγείρεται η παραπάνω οικοδομή, έγινε με χρήματα που ο εναγόμενος απέκτησε κατά τη διάρκεια της εγγάμου συμβιώσεώς του με την ενάγουσα. Δηλαδή κατά το χρόνο αμετακλήτου λύσεως του γάμου των διαδίκων η περιουσία του εναγομένου είχε αυξηθεί κατά τα εξής δυο αποκτήματα τα οποία απέκτησε μετά την τέλεση του γάμου τους, δηλαδή:
α)το κατάστημα πωλήσεως ειδών αργυροχρυσοχοΐας στην περιοχή "... συνολικής αξίας (εμπορεύματα, φήμη κλπ) 70.000 ευρώ και β) το παραπάνω αναφερόμενο ακίνητο αξίας 201.656 ευρώ.
Συνεπώς η περιουσία του εναγομένου αυξήθηκε μετά την τέλεση του γάμου των διαδίκων κατά το συνολικό ποσό των( 70.000 + 201.656 =) 271.656 ευρώ. Για την απόκτηση των παραπάνω περιουσιακών στοιχείων δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα εισέφερε χρηματικά ποσά σε μετρητά, δεδομένου ότι τα ποσά τα οποία έλαβε από τον πατέρα της κατά τη διάρκεια της εγγάμου συμβιώσεως καταναλώθηκαν για αγορά επίπλων ιδιοκττησίας της καθώς και λοιπές προσωπικές ανάγκες της.
Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι η ίδια εργάσθηκε στις επιχειρήσεις του εναγομένου. Λίγους μήνες μετά την τέλεση του γάμου τους οι διάδικοι εγκαταστάθηκαν σε ιδιόκτητη οικία της ενάγουσας επιφάνειας 110 τμ στα ... μηνιαίας μισθωτικής αξίας 400 ευρώ και κατοίκησαν εκεί μέχρι το Φεβρουάριο του 2000 και στη συνέχεια μίσθωσαν άλλο διαμέρισμα στη ...
μέχρι το τέλος του έτους 2000, με μίσθωμα καταβαλλόμενο από την ενάγουσα (προερχόμενο από την εκμίσθωση του παραπάνω διαμερίσματος ιδιοκτησίας της), οπότε και επήλθε η διάσπαση της εγγάμου συμβιώσεως. Ακολούθως, την επικαρπία του εν λόγω διαμερίσματος η ενάγουσα μεταβίβασε στον εναγόμενο και έτσι αυτό δεν περιλαμβάνεται στην τελική περιουσία του εναγομένου.
Και ναι μεν ενάγουσα δεν εισέφερε χρηματικά ποσά στην οικογενειακή οικονομία πέραν της επί χρονικό διάστημα επτά ετών προσφοράς της οικογενειακής στέγης. Όμως η ίδια απέκτησε με τον εναγόμενο δυο τέκνα, των οποίων επιμελήθηκε την ανατροφή, επίβλεψη και διαπαιδαγώγηση, καθώς επίσης επιμελήθηκε και των φροντίδων του οίκου, προσφέροντας ψυχική υποστήριξη στον εναγόμενο προκειμένου εκείνος να απασχολείται απερίσπαστος με τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες.
Το γεγονός ότι το επίδικο διάστημα απασχολούνταν στην οικία των διαδίκων και οικιακή βοηθός δεν αναιρεί την ανωτέρω κρίση και ως εκ τούτου δεν θεωρείται πειστική η κατάθεση της μάρτυρα ανταποδείξεως περί μηδενικής συμβολής της ενάγουσας στην επιμέλεια του οίκου, των οικιακών εργασιών και της ανατροφής των τέκνων.
Την κρίση αυτή επίσης δεν αναιρεί το γεγονός ότι από το έτος 2000 άρχισαν να εμφανίζονται προβλήματα στις σχέσεις των διαδίκων, τα οποία οδήγησαν όπως προαναφέρθηκε στη λύση του γάμου για λόγους που αφορούσαν το πρόσωπο και των δυο συζύγων. Επιβεβαιωτικό της κρίσεως αυτής είναι εξάλλου και το γεγονός ότι η υγεία της ενάγουσας κατά τα τελευταία χρόνια της εγγάμου συμβιώσεως είχε κλονιστεί σοβαρά και αυτός ήταν κυρίως ο λόγος της ανωμάλου εξελίξεως του γάμου των διαδίκων.
Εισέφερε λοιπόν η ενάγουσα κατά τη διάρκεια της επταετούς εγγάμου συμβιώσεως, όπως προαναφέρθηκε, στην οιικογένεια, παροχή οικογενειακής στέγης και παροχή εργασίας στις οικιακές δραστηριότητες, όπως η προετοιμασία του οίκου, η ανατροφή και η διαπαιδαγώγηση των τέκνων και η παρακκολούθηση και η γενική διεύθυνση του οίκου.
Το γεγονός αυτό επέτρεψε στον εναγόμενο να ασχοληθεί απερίσπαστος με τις επαγγελματικές του δραστηριότητες προκειμένου να αυξήσει τα εισοδήματά του και η συνεισφορά αυτή κατά τις περιστάσεις υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο της αμοιβαίας υποχρεώσεως των συζύγων. Το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω στοιχεία, δηλαδή το διάστημα της εγγάμου συμβιώσεως των διαδίκων, το σύνολο των εισοδημάτων του εναγομένου κατά τη διάρκεια της εγγάμου συμβιώσεως, το σύνολο των αναγκών διαβιώσεως της ίδιας οικογένειας κατά το ίδιο διάστημα και το γεγονός ότι η εναγομένη ανέθρεψε δυο τέκνα και επιμελήθηκε των φροντίδων του συζυγικού οίκου, οδηγείται στο συμπέρασμα ότι η συμβολή της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου ανέρχεται σε ποσοστό ένα έκτο (1/6), δηλαδή (271.656 Χ 1/6 =) 45.276 ευρώ.
Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένσταση του εναγομένου περί μηδενικής συμβολής της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του και ακολούθως να γίνει η αγωγή εν μέρει δεκτή, να αναγνωρισθεί ότι η ενάγουσα συνέβαλε στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου κατά ποσοστό 1/6 και α)να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το ποσό των 10.000 ευρώ νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής και β)να αναγνωρισθεί ότι εκείνος είναι υποχρεωμένος να καταβάλει σ' αυτήν το ποσό των 35.276 ευρώ νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής".
Έτσι, όμως που έκρινε και με όσα ανωτέρω δέχτηκε το Εφετείο, στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, παραβιάζοντας εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 232/1991 του Κυπριακού δικαίου, που εφάρμοσε, με αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, αφού τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το ως άνω αποδεικτικό πόρισμά του για το κρίσιμο ζήτημα της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου αναιρεσείοντος, κατά τη διάρκεια του γάμου του με την ενάγουσα αναιρεσίβλητη, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης του για την υπαγωγή ή μη της ένδικης υπόθεσης στο πραγματικό του ως άνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε.
Ειδικότερα το Εφετείο, δεχόμενο ότι ο εναγόμενος δυνάμει του αριθμ. .../4-4-2003 συμβολαίου αγοράς της προαναφερόμενης συμβολαιογράφου, αγόρασε ένα οικόπεδο στην περιοχή "... έκτασης 205,94 τ.μ., ότι ανήγειρε σε αυτό οικοδομή, αποτελούμενη στο ισόγειο από τέσσερις αποθήκες επιφάνειας 17,50-22,60 γ 15,00-9,00 τ.μ. αντίστοιχα, καθώς και κατάστημα επιφανείας 45,00 τ.μ.
και στους πρώτος και δεύτερο υπέρ το ισόγειο ορόφους κατοικία (μεζονέτα) συνολικής επιφάνειας 141,40 τ.μ. και ότι η συνολική αξία του παραπάνω ακινήτου, κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων (12-10-2006), ανήρχετο στο ποσό των 201.656 ευρώ, δεδομένου ότι ήταν στο στάδιο της ανέγερσης, δεν δικαιολογεί στη συνέχεια τις όλως αντιφατικές παραδοχές του, ότι "κατά το χρόνο αμετακλήτου λύσεως του γάμου των διαδίκων, η περιουσία του εναγομένου είχε αυξηθεί κατά τα εξής δύο αποκτήματα, τα οποία απέκτησε μετά την τέλεση του γάμου τους, δηλαδή:
α) το κατάστημα πωλήσεως ειδών αργυροχρυσοχοΐας στην περιοχή "..., συνολικής αξίας (εμπορεύματα, φήμη, κ.λ.π.), 70.000 ευρώ", αν και κατά την αμέσως προηγούμενη παραδοχή του, η οικοδομή, στην οποία τούτο ανήκε, βρισκόταν στο στάδιο ανέγερσης "και β) το παραπάνω αναφερόμενο ακίνητο αξίας 201.656 ευρώ", παρά το γεγονός ότι σύμφωνα με την προαναφερόμενη αρχική παραδοχή του, στην τελευταία αυτή αξία των 201.656 ευρώ, περιλαμβάνεται και το υπό στοιχ.
α' ισόγειο κατάστημα, καταλήγοντας ακολούθως στο εσφαλμένο συμπέρασμα, ότι "η περιουσία του εναγομένου αυξήθηκε μετά την τέλεση του γάμου των διαδίκων κατά το συνολικό ποσό (70.000 + 201.656) 271.656 ευρώ, επί του οποίου υπολόγισε τελικά την κατά ποσοστό 1/6 συμβολή της ενάγουσα"; αναιρεσίβλητης στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου αναιρεσείοντος, δηλαδή (271.656 Χ 1/6) = 45.276 ευρώ.
Επομένως, τα όσα συναφώς υποστηρίζει ο τελευταίος με τον δεύτερο, κατά το σχετικό σκέλος του, λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνονται βάσιμα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου στο σύνολο της προσβαλλομένης απόφασης καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των διατυπούμενων στην υπό κρίση αίτηση λοιπών λόγων αναίρεσης, πλην του πρώτου τούτων από το άρθρο 559 αρ 8β ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, κατά την αληθή νοηματική του έννοια, για τον οποίο πρέπει να εκτεθούν τα εξής :
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8(β) του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως"πράγματα" κατά την έννοια της άνω διάταξης νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ1225/2004, ΑΠ1530/2001)δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, σπ1072/2005, ΑΠ864/2003) θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 12/2000, ΕλλΔνη 2000.949, 2/2001, Νοβ 2001, 1804) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 354/2011), γιατί διαφορετικά το Δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρεπόταν να τους λάβει υπόψη (Ολ.
ΑΠ2/2001). Ειδικότερα αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1446/2003,1933/2006) και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.
Συνεπώς για να ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, πρέπει, σε κάθε περίπτωση, ο κρίσιμος ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, να προτάθηκε εκεί ευθέως ως ισχυρισμός του ίδιου του αναιρεσείοντος και δεν αρκεί να συνάγεται έμμεσα από τα προσκομιζόμενα απ' αυτόν με επίκληση έγγραφα (ΑΠ354/2004).
Αντίθετα, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων και τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα αυτών από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι, κατά νόμο ισχυρισμοί (ΑΠ 2716/2009, ΑΠ2176/2009).
Συνακόλουθα, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο μη νόμιμο ή αλυσιτελή (Ολ ΑΠ 2/1989, 14/2004) ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαιτήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 857/2007), ούτε στα νομικά επιχειρήματα τους που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.
Επιπλέον, ο από το ανωτέρω άρθρο 559 αρ.8β ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και του απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, (ΟλΑΠ 12/1997, 25/2003), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό με παραδοχή των αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς εκείνα που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ1363/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο, κατά την αληθή νοηματική του έννοια από τον αριθμό 8β του άρθρου 559ΚΠολΔ λόγο της αίτησης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο που την εξέδωσε αγνόησε και δεν έλαβε υπόψη το νομίμως προβαλλόμενο στην πρωτοβάθμια και στην κατ' έφεση δίκη ουσιώδη ισχυρισμό του περί της εκ προθέσεως ικανοποίησης των δύο ανήλικων τέκνων τους από την αναιρεσίβλητη, ώστε να εφαρμόσει τις διατάξεις του άρθρου 17 του ΚΝ 232/1991 του Κυπριακού δικαίου, κατά το οποίο " 1) το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει στον ενάγοντα σύζυγο οποιοδήποτε ποσό με βάση το άρθρο 14 του παρόντος νόμου ή να μειώσει το ποσό, το οποίο αυτός θα εδικαιούτο με βάση το ίδιο άρθρο, αν αυτός α) έχει καταδικαστεί για φόνους ή ανθρωποκτονία του άλλου συζύγου, β) έχει καταδικαστεί για φόνο ή ανθρωποκτονία τέκνου του άλλου συζύγου, γ)έχει καταδικαστεί για εκπροθέσεως πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης στον άλλο σύζυγο ή σε τέκνο του, δ) εγκατέλειψε χωρίς εύλογη αιτία το σύζυγο ή παρέλειψε να τον συντηρεί, ε) συμπεριφέρθηκε προς τον άλλο σύζυγο ή τα τέκνα του κατά τρόπο ιδιαίτερα σκληρό ή ανήθικο, ζ) για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη την έναντι του ενάγοντα συζύγου συμπεριφορά του άλλου συζύγου...".
δεδομένου ότι αυτή (αναιρεσίβλητη) είχε αμετάκλητα καταδικαστεί με την 3933/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών σε συνολική ποινή φυλάκισης 12 μηνών ανασταλείσα, για σωματική βλάβη ανηλίκων από κοινού και κατά συρροή (άρθρα 26 παρ. 1Α, 27 παρ.1, 45, 94 παρ. 1, 312 εδ. α'ΠΚ), σε βάρος των δύο τέκνων τους.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι ενόψει του περιεχομένου του, ο φερόμενος ως αγνοηθείς ισχυρισμός του αναιρεσείοντος δεν είναι αλυσιτελής, ώστε να δημιουργήσει υποχρέωση του Δικαστηρίου της ουσίας σε απάντηση και αιτιολογία της απορριπτικής κρίσης του, εφόσον η δυνατότητα αυτού προς εφαρμογή του άρθρου 17 ΚΝ 232/1991 προϋποθέτει, πλην άλλων, η αναιρεσίβλητη α) να έχει καταδικαστεί για εκ προθέσεως πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης ή β) να έχει συμπεριφερθεί με ιδιαίτερα σκληρό ή ανήθικο τρόπο στα ανήλικα τέκνα τους και δεν αρκεί προς τούτο μόνη ή καταδίκη της για τη σωματική βλάβη των ανήλικων τέκνων τους δυνάμει των αποφάσεων που επικαλείται ο αναιρεσείων με τον προαναφερόμενο ισχυρισμό του, τον οποίο σε κάθε περίπτωση, έλαβε υπόψη του το Εφετείο και τον απέρριψε "εκ των πραγμάτων' ως αβάσιμο με την αντίθετη κρίση του.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο,αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων, που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚπολΔ,όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 του ν. 4139/2013.
Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ που καταβλήθηκε από αυτόν με τα παράβολα του Δημοσίου και του ΤΑ.ΧΔΙΚ, όπως αυτά αναφέρονται στην υπ' αριθμ. 128/2015 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης, που συντάχθηκε από τη γραμματέα του Εφετείου Αθηνών.
Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγο της ήττας της, κατά το σχετικό περί τούτου νόμιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ.1991/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθμ 5563/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων, που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από αυτόν.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3000)ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ