158/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated158/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 553 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν την όλη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, Εξ άλλου, κατά το άρθρο 524 παρ. 3 ΚΠολΔ, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται.
Full text
Απόφαση 158 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 158/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Ν. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεράσιμο Θεοδωράτο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Της αναιρεσιβλήτου: Α. Τ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάμπρο Θεοτοκάτο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Σεπτεμβρίου 1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 544/2000 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 235/2004 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 31 Αυγούστου 2010 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Χρυσικού, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού λόγου της από 8-12-2006 αίτησης αναίρεσης και την αναίρεση της υπ' αριθ. 235/2004 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 553 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν την όλη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, Εξ άλλου, κατά το άρθρο 524 παρ. 3 ΚΠολΔ, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται.
Η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους. Γιατί, παρόλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της έφεσης δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου ότι είναι αβάσιμοι, και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα έκδοσης αντίθετης απόφασης περί της παραδοχής της.
Επομένως, εάν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι η μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας απόφαση του Εφετείου στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη απόφαση. Έτσι, τα τυχόν σφάλματα της απόφασης του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνεται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης, ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν τους αναιρετικούς λόγους παραδεκτώς προβαλλόμενους (Ολ.
ΑΠ 16/1990, ΑΠ 344/2006). Επομένως, η ερευνόμενη αίτηση αναίρεσης, εφόσον ασκήθηκε παραδεκτά μετά την λήξη της προθεσμίας για την προσβολή της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης με το ένδικο μέσο της ανακοπής ερημοδικίας (βλ. σχετ. επισημείωση επί του αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πατρών Α.
Β., που προσκομίζεται από την αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με την οποία η επίδοση προς αυτήν έγινε στις 22-11-2006, καθώς και πράξη του γραμματέα του Εφετείου Πατρών επί του αντιγράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά την οποία αυτή κατατέθηκε στις 11-12-2006), παραδεκτά στέφεται κατά της υπ' αριθ. 235/2004 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 544/2000 πρωτόδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, κατά το κεφάλαιό της εκείνο με το οποίο απορρίφθηκε σαν μη νόμιμη η αγωγή του (αναιρεσείοντος) κατά της αναιρεσίβλητης κατά το παρεπόμενο αίτημά της για την απαγγελία κατά της αναιρεσίβλητης προσωπικής κράτησης ως μέσου εκτέλεσης της εκδοθείσας απόφασης, και το οποίο (απορριπτικό κεφάλαιο) θεωρείται ότι ενσωματώθηκε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παράβαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε κατ' ουσίαν. Περαιτέρω, κατά την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ η προσωπική κράτηση διατάσσεται, εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζει ρητά ο νόμος και "κατά εμπόρων για εμπορικές απαιτήσεις".
Εξάλλου, με το ν. 2462/1997 κυρώθηκε το "Διεθνές Σύμφωνο για τα πολιτικά και ατομικά δικαιώματα" που συνάφθηκε μεταξύ των κρατών μελών του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη στις 16-12-1966 και από την επικύρωσή του αποτελεί διάταξη κανόνα υπέρτερης νομικής βαθμίδας, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος. Στο άρθρο 11 του Συμφώνου αυτού ορίζεται ότι "κανείς δεν φυλακίζεται αποκλειστικά λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση".
Η ίδια η διατύπωση του κανόνα τούτου, δηλώνει λεκτικά και νοητικά ότι δεν υπήρξε επιθυμία των Συντακτών του Συμφώνου να καταργήσουν την προσωπική κράτηση, αλλά μόνο να ορίσουν, ως εξαίρεση, πως σε περίπτωση αδυναμίας δεν πρέπει ο οφειλέτης να προσωποκρατείται για χρέη.
Συνεπώς, το μεν άρθρο 1047 παρ.1 ΚΠολΔ εξακολουθεί να προβλέπει την προσωπική κράτηση ως μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως επί εμπόρων για ενοχικές απαιτήσεις, το δε άρθρο 11 του ανωτέρω Συμφώνου εισάγει δικαιοκωλυτικό κανόνα που αποκλείει την απαγγελία προσωπικής κράτησης κατ' εμπόρων για ενοχικές οφειλές, όταν η εξόφληση των συμβατικών υποχρεώσεών του οφείλεται αποκλειστικά σε αδυναμία αυτού προς εκπλήρωση.
Από τις ανωτέρω διατάξεις, συνδυαζόμενες με αυτές του άρθρου 216 στοιχ. α' και 338 ΚΠολΔ που ορίζουν αντίστοιχα ότι κάθε διάδικος βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη εκείνων των γεγονότων που δικαιολογούν σύμφωνα με το νόμο την αξιούμενη απ' αυτόν δικαστική προστασία, συνάγεται ότι για να είναι ορισμένη η αγωγή, με την οποία διώκεται η προσωπική κράτηση εμπόρου για εμπορικές απαιτήσεις, δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται στο δικόγραφό της ότι ο εναγόμενος, παρόλο που έχει τη δυνατότητα, δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του, αλλά απόκειται στον εναγόμενο να ισχυρισθεί και να αποδείξει ότι η μη εκπλήρωση οφείλεται αποκλειστικά σε αδυναμία του.
Αντίστοιχα δε, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, με την οποία διατάσσεται η προσωπική κράτηση εμπόρου για εμπορική οφειλή, δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνει τις πραγματικές παραδοχές της και ότι ο εναγόμενος, παρόλο που έχει τη δυνατότητα, από κακοπιστία δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του (Ολ.
ΑΠ 23/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, με την ενσωματωθείσα στην αναιρεσιβαλλομένη εφετειακή απόφαση υπ' αριθ. 544/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, απορρίφθηκε ως μη νόμιμο το παρεπόμενο αίτημα της αγωγής του αναιρεσείοντος για απαγγελία κατά της αναιρεσίβλητης προσωπικής κράτησης, λόγω της εμπορικής της ιδιότητας, ως μέσου εκτέλεσης της εκδοθείσας απόφασης, με την οποία κατά τα λοιπά έγινε δεκτή η ίδια αγωγή, για το λόγο ότι "με το άρθρο 11 του Ν. 2462/1997 καταργήθηκε η διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 1 του ΚΠολΔ".
Με την κρίση του αυτή το Μονομελές Πρωτοδικείο (που ενσωματώθηκε και στην αναιρεσιβαλλομένη εφετειακή απόφαση, μετά την απόρριψη ως ανυποστήρικτης της έφεσης του αναιρεσείοντος), παραβίασε ευθέως την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρού 559 του ΚΠολΔ.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 235/2004 απόφαση του Εφετείου Πατρών (στην οποία ενσωματώνεται η υπ' αριθ. 544/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας) ως προς το αμέσως ανωτέρω κεφάλαιο (παρεπόμενο αίτημα προσωπικής κράτησης), και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, ως προς το κεφάλαιο αυτό, στο ίδιο Δικαστήριο, κατ' ορθήν ερμηνευτική διατύπωση της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 του Ν. 4055/2012, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές, και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρο 176 και 183 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 235/2004 απόφαση του Εφετείου Πατρών (στην οποία ενσωματώνεται η υπ' αριθ. 544/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας) κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 21 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ