Legislator Case Law & Legislation
158/2012 AI generated

158/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 158/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 158 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 158/2012

Legislator headnote

AI generated

158/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 158 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 158/2012

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 158 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 158/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Η. Σ. του Π., 2. Ν. συζ. Η. Σ., 3. Μ. συζ. Δ. Κ. και 4. Δ. Κ. του Τ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Γεωργίας Γκότζη και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Δ. Χ. του Ν. και 2. Α. συζ. Δ. Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, Πάνου Γιαννούλη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:28/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8/2010 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-6-2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου- Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 24-11-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 281ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Για να θεωρηθεί η άσκηση δικαιώματος ως καταχρηστική, κατά την διάταξη αυτή θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 2, 4 παρ. 1, 5 και 13 παρ. 1 του Ν. 3741/1929 προκύπτει ότι με τον κανονισμό πολυορόφου οικοδομής εγκύρως τίθεται περιορισμός και απαγόρευση ως προς τη χρήση των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων πραγμάτων της πολυκατοικίας και ότι, αν με τον κανονισμό απαγορεύεται η ενέργεια οπό τους συνιδιοκτήτες μεταβολής στα κοινά μέρη η απαγόρευση αυτή ισχύει και αν ακόμη από την απαγορευμένη ενέργεια δεν παραβλάπτεται η χρήση των άλλων συνιδιοκτητών ούτε μειώνεται η ασφάλεια αυτών ή του οικοδομήματος στη συγκεκριμένη περίπτωση και έτσι δεν είναι αναγκαίο η έρευνα των προϋποθέσεων τούτων για να κριθεί αν έλαβε χώρα ανεπίτρεπτη, ως αντικειμένη στον κανονισμό, ενέργεια συνιδιοκτήτη, όταν επιδιώκεται να αρθεί η παράνομη αυτή κατάσταση που δημιουργήθηκε. Όμως η γι' αυτήν την άρση αξίωση απαγορεύεται ως καταχρηστική όταν η άσκησή της υπερβαίνει προφανώς τα όρια. που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Είναι η υπέρβαση αυτή "προφανής" όταν προκαλεί την έντονη εντύπωση αδικίας, σε σχέση με το όφελος του δικαιούχου από την άσκηση του δικαιώματος. (ΑΠ 559/1995). Ο από το αρθρ. 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται όταν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, Επίσης ο από το αρθ. 559 αριθμ. 19 λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλειπεις ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι η αγωγή των εναγόντων-νυν αναιρεσειόντων, συνιδιοκτητών οριζόντιων ιδιοκτησιών (διαμερισμάτων) του πρώτου ορόφου πολυκατοικίας, που έχει υπαχθεί στις διατάξεις του Ν 3741/1929 και με την οποία εξέθεταν ότι οι εναγόμενοι - νυν αναιρεσίβλητοι, συνιδιοκτήτες διαμερίσματος του ισογείου της ίδιας πολυκατοικίας, ενεργώντας κατά παράβαση των διατάξεων του ως άνω νόμου, καθώς και κατά παράβαση της πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, προέβησαν σε κατασκευές στον κοινόκτητο και κοινόχρηστο χώρο του ακαλύπτου και του φωταγωγού, για την εξυπηρέτηση της ιδιοκτησίας τους και ζητούσαν την καθαίρεσή τους, ήταν απορριπτέα κατ' ουσία, ως ασκηθείσα κατά κατάχρηση δικαιώματος, υπέπεσε στην πλημμέλεια την προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, εκ του ότι παραβίασε, ευθέως και του πλαγίου, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του αρθ. 281 Α.Κ.

Το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι οι ενάγοντες-νυν αναιρεσείοντες είναι συνιδιοκτήτες των υπό στοιχ. 1 και 2 διαμερισμάτων του πρώτου ορόφου και οι εναγόμενοι - αναιρεσίβλητοι συνιδιοκτήτες του υπό στοιχ.3 διαμερίσματος του ισογείου της πολυκατοικίας, της ευρισκομένης στην οδό ... αριθμ. 16, στην Κόρινθο, η οποία έχει υπαχθεί στις διατάξεις του Ν. 3741/1929, με την υπ' αριθμ. .../1993 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, του Συμβολαιογράφου Κορίνθου Ιωαν. Καλλίρη, στην οποία ορίζεται ότι κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής είναι όσα από την κείμενη νομοθεσία ορίζονται ως τέτοια. Περαιτέρω, δέχθηκε ότι οι εναγόμενοι στις αρχές του έτους 2000 προέβησαν στις παρακάτω κατασκευές. Α) Επεξέτειναν τη βεράντα του διαμερίσματός τους, που βρίσκεται στο δυτικό τμήμα της οικοδομής, προς τον ακάλυπτο χώρο αυτής, με τον οποίο αυτό (διαμέρισμα), συνορεύει, καταλαμβάνοντας έτσι τμήμα του ακαλύπτου, διαστάσεων 8,30 επί 1,85 τ.μ. Επίσης κατασκεύασαν στο άκρο του καταληφθέντος προς τον ακάλυπτο χώρο τμήματος, τσιμεντένιο τοίχο, ύψους 1 μέτρου, επί του οποίου τοποθέτησαν τζαμαρία, ύψους 1,50 μ.Β) Στον προβλεπόμενο φωταγωγό του ισογείου ορόφου, εμβαδού 1,71 τ.μ., αφαίρεσαν το παράθυρο, που επικοινωνούσε με το διαμέρισμα τους και στη συνέχεια, αφού επεξέτειναν το άνοιγμα και τοποθέτησαν επ' αυτού πόρτα. Οι παραπάνω επεμβάσεις βεβαιώθηκαν από την υπ' αριθμ. πρωτ. 01.1479/5-6-92 και ΟΙΚ. 1889/16-2-2007 εκθέσεις αυτοψίας της Δ/νσης Χωρ. Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος και της Δ/νσης ΧΩΠΟΠΕ της ΝΑ Κορινθίας. Στις επεμβάσεις αυτές προέβησαν οι εναγόμενοι από το έτος 2000. Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι μεταξύ των διαδίκων, συνιδιοκτητών των οριζοντίων ιδιοκτησιών της παραπάνω οικοδομής και συνδικαιούχων των κοινοχρήστων μερών αυτής, έχουν δημιουργηθεί τα τελευταία έτη προβλήματα και διαφορές στις σχέσεις τους, με αποτέλεσμα την άσκηση αγωγών, υποβολή μηνύσεων, καταγγελιών και εξώδικων δηλώσεων, διαμαρτυριών κα ανταπαντήσεων. Έτσι με την 26/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, απορρίφθηκε η ασκηθείσα από τους ήδη εναγομένους, αγωγή με την οποία ζητούσαν να τους επιτραπεί η χρήση της ταράτσας της πολυκατοικίας. Μάλιστα στην απόφαση αυτή αναφέρεται χαρακτηριστικά." Κατά τον ίδιο τρόπο που οι ιδιοκτήτες του α' ορόφου χρησιμοποιούν αποκλειστικά την ταράτσα, οι ιδιοκτησίες του ισογείου χρησιμοποιούν αποκλειστικά τον ακάλυπτο χώρο της οικοδομής και δη σιωπηρά, χωρίς να υπάρχει σχετική τροποποίηση της πράξης σύστασης της οροφοκτησίας, ιδίως δε οι δύο πρώτοι των εναγόντων (νυν εναγόμενοι) με επέμβαση τους στον όμορο στην ιδιοκτησία τους ακάλυπτο χώρο, έχουν αποκλείσει τη χρήση του σε οποιονδήποτε άλλον". Πράγματι οι διάδικοι από το 2000 συμφώνησαν μεταξύ τους άτυπα να γίνεται αποκλειστική χρήση της ταράτσας της οικοδομής από τους ενάγοντες και του ακαλύπτου χώρου του ισογείου από τους εναγομένους . έκτοτε δε οι εναγόμενοι κάνουν αποκλειστική χρήση . του ομόρου στο διαμέρισμα τους, ισογείου ακαλύπτου χώρου της οικοδομής στη δυτική πλευρά αυτής, χωρίς βέβαια με την αποκλειστική αυτή χρήση του διαχωρισθέντος κοινοκτήτου χώρου που κάνουν οι εναγόμενοι, να έχει αρθεί ο προβλεπόμενος προορισμός του ακάλυπτου αυτού χώρου του εν λόγω οικοδομικού συγκροτήματος, που εξακολουθεί να έχει το χαρακτήρα του κοινοκτήτου. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι με την επίδικη κατασκευή παραβλάπτεται ουσιωδώς η αρχιτεκτονική και, αισθητική μορφή της οικοδομής, όμως το δικαίωμα τους να ζητήσουν την καθαίρεση αυτής ασκείται στην προκειμένη περίπτωση καταχρηστικά κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, αφού, όπως προαναφέρθηκε, οι ενάγοντες όχι μόνο δεν εναντιώθηκαν για την κατασκευή αυτή αλλά την συμφώνησαν άτυπα και την ενέκριναν σιωπηρώς από το έτος 2000. Εξάλλου δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι χρησιμοποιούν ως αποθήκη τον ακάλυπτο χώρο του φωταγωγού, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες. Και υπό τις παραδοχές αυτές, έκρινε ως βάσιμη κατ' ουσία την ένσταση του 281 ΑΚ και ως καταχρηστικώς ασκηθείσα και απορριπτέα την κρινόμενη αγωγή. Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ορθώς εφάρμοσε, ενώ, εξ άλλου, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ως άνω εφαρμοσθείσας διάταξης. Επομένως, δεν υπέπεσε στην από το αρθ. 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, όπως αποδίδεται με τον κατά το πρώτο σκέλος αυτά μοναδικό λόγο αναίρεσης, ο οποίος είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Η ποσοτική και ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης ελέγχεται αναιρετικά με τον από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 ΚπολΔ λόγο αναίρεσης. Έτσι, εάν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα, που δεν προβλήθηκαν με την αγωγή ή την ένσταση ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, μονολότι προβλήθηκαν, ιδρύεται ο λόγος από το 559 αριθμ. 8, ενώ, εάν, κατά παράβαση του νόμου θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα, για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα πραγματικά περιστατικά, και κατ' ακολουθία κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτη, λόγω αοριστίας την αγωγή ή την ένσταση ιδρύεται ο λόγος από το 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ.

Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ως ορισμένη και νόμιμη την ένσταση του 281 ΑΚ, υπέπεσε στην πλημμέλεια την προβλεπόμενη α) από το αρθ. 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, εκ του ότι, παρά το νόμο, δεν κήρυξε την ένσταση απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, παρότι τα υπό των εναγομένων προβληθέντα, προς θεμελίωση αυτής, πραγματικά περιστατικά, δεν αρκούσαν, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, για το ορισμένο αυτής και β) από το αρθ. 559 αριθμ 8 ΚΠολΔ, εκ του ότι έλαβε υπόψη την αόριστη αυτή ένσταση. Ο λόγος αυτός εκτιμώμενος ως μόνο από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος διότι, από την παραδεκτώς, κατ' αρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου των προτάσεων των εναγομένων, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι περιέχονται, κατά τρόπο πλήρη και σαφή, όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται κατά νόμο, για τη θεμελίωση της προταθείσας από αυτούς ένστασης, περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των εναγόντων - νυν αναιρεσειόντων. Μετά από αυτά, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι ηττηθέντες αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-6-2010 αίτηση των Η. Σ. κ.λ.π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8/2010 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιανουαρίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ