Legislator Case Law & Legislation
158/2011 AI generated

158/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 158/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 158 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 158/2011

Legislator headnote

AI generated

158/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 158 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 158/2011

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 158 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 158/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Μ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξουσία δικηγόρο του Γεωργία Γκότζη.

Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Σ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Βασιλακόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Σεπτεμβρίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κυπαρισσίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 08/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 53/2009 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20 Ιουλίου 2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 23 Δεκεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 16/20-7-2009 αιτήσεως για αναίρεση της 53/31.3.2009 αποφάσεως του Εφετείου Καλαμάτας.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 16/20-7-2009 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 53/31-3-2009 απόφαση του Εφετείου Καλαμάτας, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 §2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία αντικείμενο της υποθέσεως, με την 69/8-9-2004 αγωγή εφέρετο προς διάγνωση αξίωση του δι' αυτής ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, απορρέουσα από την διαχείριση του τελευταίου, ως δικαστικού συμπαραστάτη του Α. Μ., κληρονόμου με την από 24-3-1997 ιδιόγραφη διαθήκη του αποβιώσαντος στις 19-6-1997 Σ. Μ., βαρυνόμενου με καταπίστευμα υπέρ του ενάγοντος. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή της, η 8/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 32/30-11-2006 έφεση του εναγομένου, η 53/2009 απόφαση του Εφετείου Καλαμάτας, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση, την οποία στήριζε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, που ενδιαφέρουν τους ερευνώμενους στη συνέχεια λόγους αναιρέσεως. Ειδικότερα διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, "Την 19-5-1997 πέθανε στη ... ο Σ. Μ., ο οποίος κατέλιπε την από 24-3-1997 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κυπαρισσίας με το υπ' αριθμ. 53/1997 πρακτικό αυτού. Με την ως άνω διαθήκη του άφησε ένα ελαιοπερίβολο στον Κ. Β. Μ., ένα αγρό στον Ε. Σ. και τα 2/50 το μεριδίου του από ελαιοτριβείο στη θέση "..." ... στον Α. Γ. Μ.. Όλα τα υπόλοιπα κινητά και ακίνητα πράγματα της περιουσίας του τα άφησε στον ενάγοντα, μετά το θάνατο του αδελφού του Α. Μ.. Όρισε επίσης ότι για τον ανθρώπινο τρόπο ζωής του σωματικά και πνευματικά ανάπηρου αδελφού του αφήνει υπεύθυνους τους Σ. Γ. Μ., Ε. Ι. Σ. και Κ. Β. Μ.. Από τις παραπάνω διατάξεις της διαθήκης συνάγεται ότι ο κληρονομούμενος κατέστησε τον ενάγοντα καταπιστευματοδόχο σε όλη την υπόλοιπη περιουσία του, μετά το θάνατο του αδελφού του Α. Μ., ο οποίος θα ήταν μόνος εξ αδιαθέτου κληρονόμος του, όσο θα ζούσε.

Με την υπ' αριθμ. 38/1999 απόφαση αυτού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας τέθηκε σε κατάσταση πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης ο Α. Μ. με προσωρινό δικαστικό συμπαραστάτη το Θ. Κ. και οριστικό δικαστικό συμπαραστάτη τον Σ. Μ.. Μέλη του εποπτικού συμβουλίου ορίστηκαν οι Κ. Β. Μ., Σ. Ι. Δ. και Θ. Ν. Κ.. Στη συνέχεια, με την υπ' αριθμ, 523/19-9-2000 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, διορίστηκε δικαστικός συμπαραστάτης του Α. Μ. ο εναγόμενος και μέλη του εποπτικού παρέμειναν τα ίδια ως άνω πρόσωπα. Ο εναγόμενος ανέλαβε καθήκοντα δικαστικού συμπαραστάτη την 29-1-2001. Στις 10-4-2005 πέθανε ο Α. Μ., πληρώθηκε η αίρεση επαγωγής του καταπιστεύματος και ο εναγόμενος παρέδωσε στον ενάγοντα τη διαχείριση των κληρονομιαίων στοιχείων του Σ. Μ. την 20-4-2002. Μεταξύ των άλλων περιουσιακών του στοιχείων ο Σ. Μ. κατέλιπε και τον υπ' αριθμ. ... ατομικό λογαριασμό στην ΕΤΕ Κυπαρισσίας που κατά το χρόνο του θανάτου του (19-5-1997), χρόνο επαγωγής της κληρονομιάς, περιείχε 33.293,04 ευρώ και κατά την 20-4-2002 14.509 ευρώ.

Συνεπώς από το λογαριασμό αυτό ο εναγόμενος, όπως συνομολογεί άλλωστε και ο ίδιος, προέβη σε διαδοχικές αναλήψεις το ύψος των οποίων ανήλθε στο ποσό των 18.784,40 Ευρώ και τούτο το έπραξε προκειμένου να διατηρηθούν σχεδόν ανέπαφα τα προσωπικά περιουσιακά στοιχεία του συμπαραστατουμένου-κληρονόμου Α. Μ., επωφελούμενος από αυτό το γεγονός ο ίδιος, καθόσον θα εκαλείτο ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος στην κληρονομιά του τελευταίου. Περαιτέρω όμως ο ισχυρισμός του ότι το ως άνω ποσό δαπανήθηκε, για τις ανάγκες του συμπαραστατουμένου, δεν ευσταθεί, εφόσον όπως αποδείχθηκε, ο τελευταίος διέθετε περιουσία ικανή, νια να μπορέσει να ανταποκριθεί σε ένα ανθρώπινο τρόπο ζωής, που ήταν άλλωστε και η επιθυμία του δικαιοπαρόχου αδελφού του Σ. Μ.. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο συμπαραστατούμενος και άμεσος κληρονόμος του Σ., Α. Μ., ελάμβανε σύνταξη αναπηρίας, είχε εισοδήματα από ελαιοπερίβολα, ήταν συνεταίρος κατά ποσοστό 50% στην ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Σ. Μ. και Σ. Μ. ΟΕ", με σκοπό την εκμετάλλευση ελαιοτριβείου, που είχε κληρονομήσει επίσης από τον δικαιοπάροχο αδελφό του Σ. Μ., διέθετε ατομικό λογαριασμό στην Τράπεζα ποσού 1887 Ευρώ καθώς και δύο κοινούς λογαριασμούς με τον Σ. Μ. επίσης ποσού 3800,91 και 16754, 95 Ευρώ, ενώ οι ανάγκες για τη διαβίωσή του δεν ήταν από κάποιο λόγο ιδιαίτερα αυξημένες, ώστε να υπάρχει ανάγκη ανάλωσης και του κεφαλαίου του επιδίκου τραπεζικού λογαριασμού που αποτελούσε μέρος του καταπιστεύματος, όταν επί πλέον μπορούσαν να αναλωθούν μόνο οι τόκοι απ' αυτόν [τραπεζικό λογαριασμό], ως παραχθέντες καρποί τούτου [άρθρο 1941 ΑΚ]. Επίσης, ο ισχυρισμός του εναγομένου περί συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντα, για το λόγο ότι ο τελευταίος παρέλειψε να λαμβάνει γνώση των ενεργειών του, που αφορούσαν την διαχείριση και την διάθεση των κληρονομιαίων στοιχείων που αποτελούσαν το καταπίστευμα, είναι αβάσιμος, εφόσον από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είχε δυνατότητα τέτοιας γνώσης των κινήσεων του εναγομένου, ώστε να μπορέσει να ασκήσει οποιοδήποτε νόμιμο δικαίωμα του υπό την ιδιότητα του ως καταπιστευματοδόχου, Αντίθετα όπως αποδείχθηκε και συνομολογεί και ο εναγόμενος-εκκαλών όταν ο ενάγων αντιλήφθηκε την μη περιφρούρηση της κληρονομιάς από τον τελευταίο, σχετικά με ένα οικόπεδο που επίσης περιλαμβανόταν στο καταπίστευμα, αμέσως διαμαρτυρήθηκε αποστέλλοντας σχετική εξώδικη πρόσκληση-διαμαρτυρία (βλ. την από 22-9-2001 σχετική). Κατ' ακολουθίαν και ο σχετικός λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Στη συνέχεια ο εναγόμενος ισχυρίστηκε με τις πρωτόδικες προτάσεις του και επαναφέρει με ξεχωριστό λόγο έφεσης, ότι αυτός είχε δικαίωμα, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της διαθήκης, να διαθέσει ελεύθερα την κληρονομιαία περιουσία προς αντιμετώπιση των αναγκών του συμπαραστατουμένου-κληρονόμου και ότι ο ενάγων θα εγκαθίστατο σε ό,τι ήθελε βρεθεί στην κληρονομία, κατά το χρόνο της επαγωγής σ' αυτόν (άρθρο 1939). Από τα προσκομιζόμενα όμως αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα από το περιεχόμενο της διαθήκης αλλά και από τον τρόπο που διατυπώνεται σ' αυτήν η βούληση του διαθέτη, ερμηνευομένης χωρίς προσήλωση στις λέξεις αλλά με την αναζήτηση της αληθινής βούλησης του τελευταίου κατά την έννοια του άρθρου 173 ΑΚ, ανεξάρτητα του γεγονότος ότι η κατά τα ανωτέρω βούληση δεν είναι ανάγκη να συνάγεται από πανηγυρικές εκφράσεις, δεν προκύπτει ότι ο εν λόγω διαθέτης Σ. Μ. εγκατέστησε τον ενάγοντα σε ό,τι ήθελε βρεθεί στην κληρονομία κατά το χρόνο επαγωγής σ' αυτόν ή επέτρεψε την ελεύθερη διαχείριση στον συμπαραστατούμενο κληρονόμο των κληρονομιαίων, με αποτέλεσμα ο σχετικός λόγος της έφεσης να πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

Τέλος, αποδείχθηκε ότι κατά τη διάρκεια της δικαστικής συμπαράστασης υπήρχαν έντονες διαφωνίες και διαπληκτισμοί μεταξύ του δικαστικού συμπαραστάτη και των μελών του εποπτικού συμβουλίου. Ειδικότερα, το εποπτικό συμβούλιο, θεωρούσε υπερβολικές και άσκοπες μη συνδεόμενες πολλές φορές με τις ανάγκες διαβίωσης του συμπαραστατουμένου κληρονόμου τις δαπάνες που έκανε ο δικαστικός συμπαραστάτης, τις οποίες σημειωτέον αυτός πραγματοποιούσε και εκ των υστέρων προσκόμιζε τα σχετικά παραστατικά, χωρίς να έχει εξασφαλίσει τον προληπτικό έλεγχο του συμβουλίου.

Ως προς το θέμα της ανάληψης χρηματικών ποσών από τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό στην ΕΤΕ του Σ. Μ., το εποπτικό συμβούλιο δια του προέδρου του Ι. Δ., είχε επισημάνει στον δικαστικό συμπαραστάτη ότι έπρεπε να προβαίνει σε αναλήψεις μόνο από τους λογαριασμούς του συμπαραστατουμένου και όχι από τον επίδικο λογαριασμό. Μάλιστα η επισήμανση αυτή έχει καταχωρηθεί στο υπ' αριθμ. 2 πρακτικό συνεδρίας του εποπτικού συμβουλίου της 30-6-2001 σελ. 17, όπου αναφέρονται τα εξής: "Οι αναλήψεις εκ των τραπεζικών καταθέσεων του Σ. Μ., στην ουσία δεν συνιστούν έσοδο, αλλά μείωση του αρχικού κεφαλαίου, δηλαδή της κινητής περιουσίας". Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως, εναντιώνεται ο ηττηθείς εκκαλών με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα, κατά την διάταξη του άρθρου 559 §1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από αυτό, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει το συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόσει αυτόν ενώ δεν έπρεπε, καθώς και όταν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς. Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1923 ΑΚ ο διαθέτης μπορεί να υποχρεώσει τον κληρονόμο να παραδώσει έπειτα από ορισμένο γεγονός ή χρονικό σημείο την κληρονομιά που απέκτησε ή ποσοστό της σε άλλον (καταπιστευματοδόχο). Απέναντι στον καταπιστευματοδόχο ευθύνεται για όση επιμέλεια δείχνει στις δικές του υποθέσεις. Διάθεση των αντικειμένων της κληρονομιάς, αν ο διαθέτης δεν όρισε διαφορετικά, συγχωρείται μόνο όταν επιβάλλεται από τους κανόνες της τακτικής διαχείρισης ή έδωσε τη συναίνεση του ο καταπιστευματοδόχος ή στην περίπτωση του άρθρου 1939. Σύμφωνα με την έννοια των παραπάνω διατάξεων η περιέλευση της κληρονομιάς στον κληρονόμο έχει κατά βάση προσωρινό χαρακτήρα, αφού αυτή θα πρέπει τελικά να περιέλθει στον καταπιστευματοδόχο. Η διάταξη του άρθρου 1937 ΑΚ υπογραμμίζει ακριβώς την προσωρινότητα του κληρονομικού δικαιώματος του βεβαρημένου κληρονόμου και οριοθετεί ταυτόχρονα τις εξουσίες του στο ενδιάμεσο διάστημα μέχρι την επαγωγή της κληρονομιάς στον καταπιστευματοδόχο. Ειδικότερα με βάση την ΑΚ 1937 προσδιορίζονται το περιεχόμενο και η έκταση αφενός της διαχειριστικής εξουσίας και αφετέρου της εξουσίας διαθέσεως του βεβαρημένου. Πάντως η ρύθμιση του νόμου στο σημείο αυτό είναι ελλιπής και γι' αυτό ο ειδικότερος προσδιορισμός των διαχειριστικών αρμοδιοτήτων του βεβαρημένου κληρονόμου μπορεί να γίνει μόνο ερμηνευτικά και περιπτωσιολογικά με γνώμονα κυρίως τη βούληση του διαθέτη, όπως έχει εκφρασθεί στη διαθήκη. Όπου η βούληση του διαθέτη είναι ανύπαρκτη ή αμφίβολη, οι εξουσίες του κληρονόμου θα εξειδικευθούν αφενός με βάση την έννοια και τη φύση του καταπιστεύματος και ιδίως τη συναγόμενη από εδώ προσωρινότητα του δικαιώματος του αρχικού κληρονόμου και αφετέρου με αναγωγή στο γράμμα και στο πνεύμα των κρίσιμων διατάξεων και κυρίως αυτών των άρθρων 1937, 1938 ΑΚ. Η τακτική αυτή διαχείριση διατηρείται κατά τους ορισμούς του άρθρου 1941 ΑΚ, μέχρι την επαγωγή της κληρονομίας στον καταπιστευματοδόχο, οπότε ο κληρονόμος παύει να είναι κληρονόμος και έχει υποχρέωση να παραδώσει την κληρονομία στην κατάσταση που θα βρισκόταν ύστερα από τακτική διαχείριση, εκτός από τους καρπούς που έχουν παραχθεί έως την επαγωγή. Στο μέτρο που η παραδιδόμενη κληρονομία ως σύνολο ή ορισμένα κληρονομιαία αντικείμενα υπολείπονται της αξίας που θα είχαν μετά από τακτική διαχείριση ο κληρονόμος ενέχεται απέναντι στον καταπιστευματοδόχο στην αποκατάσταση της διαφοράς αξίας. Για την ικανοποίηση της αξιώσεώς του αυτής, μπορεί ο καταπιστευματοδόχος να εγείρει κατά του βαρυνόμενου με το καταπίστευμα κληρονόμου είτε την προβλεπόμενη από την εν λόγω διάταξη αγωγή είτε εκείνη προς λογοδοσία. Τέλος, κατά τους ορισμούς και την έννοια των άρθρων 914, 297, 298 ΑΚ για τη θεμελίωση ευθύνης προς αποζημίωση του αμέσως ζημιωθέντος λόγω αδικοπραξίας απαιτείται συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, πρόκληση εξ αυτής ζημίας σε άλλον και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς και της επελθούσας ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά όταν αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου που απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη ορισμένης ενέργειες, όταν στην τελευταία αυτή περίπτωση ο υπαίτιος είναι υποχρεωμένος, είτε από διάταξη νόμου είτε από την γενική δικανική αρχή του να μη ζημιώνεται άλλος υπαίτια, να μη παραλείπει. Ο αιτιώδης σύνδεσμος, υπάρχει όταν το επιζήμιο γεγονός κατά το χρόνο και με τους όρους που έλαβε χώρα ήταν ικανό κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς την μεσολάβηση άλλου περιστατικού να επιφέρει τη βλάβη που επήλθε, πράγματι δεν επέφερε τη βλάβη αυτή στη συγκεκριμένη περίπτωση. Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως με σαφήνεια και πληρότητα διαλαμβάνεται (α) ότι ο αναιρεσείων, ως δικαστικός συμπαραστάτης του τεθέντος σε κατάσταση πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαραστάσεως Α. Μ. και κληρονόμου του Σ. Μ., βαρυνόμενου με καταπίστευμα υπέρ του αναιρεσίβλητου, κατά την διαχείριση, με την προδιαληφθείσα ιδιότητά του, από 29-1-2001 έως 20-4-2002 του αποτελούντος αντικείμενο της εν λόγω κληρονομίας ... ατομικού και τηρούμενου στην ΕΤΕ Κυπαρισσίας λογαριασμό, ανάλωσε από το κεφάλαιο αυτού με διαδοχικές αναλήψεις, αδικαιολόγητα και κατά παράβαση της επιβαλλόμενης από το νόμο (ΑΚ 1941) υποχρεώσεώς του διαθέσεως μόνον των τόκων αυτού, το ποσό των 15.704,19 Ευρώ, (β) ότι επιπρόσθετα ο υπό δικαστική συμπαράσταση διέθετε περιουσία και εισοδήματα που του επέτρεπαν να ανταποκριθεί σε ένα ανθρώπινο τρόπο ζωής, με ιδιαίτερη αναφορά στους τηρούμενους από εκείνον και τον αδελφό του Σ. Μ. κοινούς λογαριασμούς, ποσού 3.800,91 και 16.754,95 Ευρώ και (γ) ότι στη διαχείριση αυτή προέβη προκειμένου να διατηρηθούν ανέπαφα τα περιουσιακά στοιχεία του υπό δικαστική συμπαράσταση Α. Μ., στην κληρονομία του οποίου και επρόκειτο να κληθεί ως εξ αδιαθέτου αυτού κληρονόμος. Τα πραγματικά αυτά περιστατικά, που συνιστούν παράλληλα παράνομη και υπαίτια, από πρόθεση, πράξη του αναιρεσείοντος, από την οποία αιτιωδώς ζημιώθηκε ο αναιρεσίβλητος κατά το ισόποσο του αναλωθέντος αδικαιολογήτως, κεφαλαίου του τραπεζικού λογαριασμού, δικαιολογούσαν την κατ' ορθή εφαρμογή των παραπάνω σημειουμένων διατάξεων περί τακτικής διαχειρίσεως παραδοχή κατά τούτο της κατ' αυτού της αγωγής του αναιρεσίβλητου. Η κύρια αυτή αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως για θεμελίωση της αξιώσεως του τελευταίου στη διατυπούμενη στο δικόγραφο της αγωγής, κατά την κυριαρχική από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση αυτού, ιστορική βάση της τακτικής διαχειρίσεως, η οποία δεν πλήττεται, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της. Επομένως αλυσιτελώς προσβάλλεται η παράλληλη κύρια αιτιολογία αυτής περί αδικοπραξίας του αναιρεσίβλητου με τις προβαλλόμενες αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ, με την έννοια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως του άρθρου 914 ΑΚ, οι παραδοχές της οποίας σε κάθε περίπτωση εμπίπτουν στο πραγματικό του κανόνα αυτού δικαίου. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700,00 ευρώ (Κ.Πολ.Δ. 183)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 16/20-7-2009 αίτηση για αναίρεση της 53/31-3-2009 αποφάσεως του Εφετείου Καλαμάτας. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) Ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 1 Φεβρουαρίου 2011 και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ