158/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Απριλίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2475/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3480/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15 Απριλίου 2008 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated158/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την διάταξη του άρθρου 237 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά τους Ν.2915/2001 και 3043/2002 και εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 524 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., και στην δίκη ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ορίζεται ότι οι προτάσεις ενώπιον του Μονομελούς και Πολυμελούς Πρωτοδικείου πρέπει να κατατίθενται το αργότερο είκοσι ημέρες πριν την δικάσιμο και ότι εκπρόθεσμες προτάσεις δεν λαμβάνονται υπόψη.
Full text
Απόφαση 158 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 158/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Πολυζόπουλο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "CGU ΕΛΛΑΣ ΑΕΓΑ", ως καθολικής διαδόχου της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "COMMERCIAL UNION ASSURANCE COMPANY P. L. C ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τομαρά. Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος δικηγόρος δήλωσε στο ακροατήριο ότι η επωνυμία της ανωτέρω έχει τροποποιηθεί σε: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "EFG EUROLIFE ΑΕΓΑ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ACTIVA INSURANCE AAE" πρώην "CGU ΕΛΛΑΣ ΑΕΓΑ" λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη (δυνάμει της με αριθμό Κ3-1376/30-10-2009 απόφασης του Υπουργείου Οικονομίας Ανταγωνιστικότητας & Ναυτιλίας.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Απριλίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2475/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3480/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15 Απριλίου 2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 8 Μαΐου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την διάταξη του άρθρου 524 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά τον Ν. 2915/2001 και εφαρμόζεται στην κρινομένη υπόθεση, αφού η πρώτη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προσδιορίσθηκε για τις 23-5-2002, ήτοι μετά την 1-1-2002, οπότε το κεφάλαιο Α του Νόμου αυτού τέθηκε σε ουσιαστική ισχύ (αρθ. 22 παρ . 1 και 38 Ν. 2915/2001 σε συνδ.
προς άρθρο 15 Ν. 2943/2001), ορίζεται ότι ενώπιον του Εφετείου η προφορική συζήτηση κατά τις διατάξεις του άρθρου 270 είναι υποχρεωτική μόνο στην περίπτωση του άρθρου 528, στην οποία και εφαρμόζονται όλες οι διατάξεις του άρθρου 270. Ειδικώς στις περιπτώσεις που δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 528, η κατάθεση των προτάσεων γίνεται έως την έναρξη της συζητήσεως και η κατάθεση της προσθήκης σε αυτές έως την δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας μετά την συζήτηση.
Με την διάταξη του άρθρου 237 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά τους Ν.2915/2001 και 3043/2002 και εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 524 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., και στην δίκη ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ορίζεται ότι οι προτάσεις ενώπιον του Μονομελούς και Πολυμελούς Πρωτοδικείου πρέπει να κατατίθενται το αργότερο είκοσι ημέρες πριν την δικάσιμο και ότι εκπρόθεσμες προτάσεις δεν λαμβάνονται υπόψη.
Η ανωτέρω εικοσαήμερη προθεσμία για την κατάθεση προτάσεων δεν εφαρμόζεται όμως επί υποθέσεων που εκδικάζονται σε πρώτο βαθμό από το Μονομελές Πρωτοδικείο, διότι δεν έχει εκδοθεί για την εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 237 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., το προβλεπόμενο από την παρ. 6 του ιδίου άρθρου Προεδρικό Διάταγμα.
Περαιτέρω, με την διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά το ν. 2915/2001 ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι στις περιπτώσεις που η προφορική συζήτηση δεν είναι υποχρεωτική, οι διάδικοι μπορούν να συμφωνήσουν με κοινή δήλωση που υπογράφεται από τους πληρεξουσίους δικηγόρους, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση, ότι τέτοια δήλωση μπορεί να γίνει και από ένα ή ορισμένους πληρεξουσίους και ότι στις παραπάνω περιπτώσεις η συζήτηση περατώνεται με μόνη την εκφώνηση της υποθέσεως.
Η ανωτέρω δήλωση πρέπει να παραδοθεί στον αρμόδιο γραμματέα το αργότερο την παραμονή της δικασίμου και σημειώνεται αμέσως στο πινάκιο. Τέλος με την διάταξη του άρθρου 528 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά τον Ν. 2915/2001, ορίζεται ότι εάν ασκηθεί έφεση από τον διάδικο που δικάσθηκε σαν να ήταν παρών, η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους.
Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι στην περίπτωση που ασκηθεί έφεση από διάδικο που δικάσθηκε πρωτοδίκως από το Πολυμελές Πρωτοδικείο σαν να ήταν παρών, η συζήτηση στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο γίνεται προφορικώς κατά τους ορισμούς του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ., και συνεπώς αμφότεροι οι διάδικοι είναι υποχρεωμένοι αφ' ενός μεν να καταθέσουν τις έγγραφες προτάσεις των είκοσι ημέρες πριν από την συζήτηση, αφ' ετέρου δε να παραστούν κατ' αυτήν με ή δια πληρεξουσίου δικηγόρου, μη επιτρεπομένης της υποβολής δηλώσεως κατά το άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση.
Σε περίπτωση εκπρόθεσμης καταθέσεως των προτάσεων αυτές δεν λαμβάνονται υπόψη. Ειδικότερα προκειμένης εφέσεως κατά το άρθρο 528 Κ.Πολ.Δ., κατ' αποφάσεως Πολυμελούς Πρωτοδικείου, εάν ο εφεσίβλητος καταθέσει εκπροθέσμως τις προτάσεις του ή δεν παραστεί κατά την εκφώνηση της εφέσεως, έχοντας υποβάλλει σχετική δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αυτός δεν λαμβάνει μέρος κανονικά στην συζήτηση της εφέσεως και συνεπώς δικάζεται ερήμην, πλην όμως η διαδικασία χωρεί σαν να ήταν παρών, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 524 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., εφ' όσον βεβαίως έχει προηγηθεί έρευνα της νομότυπης κλητεύσεως του (αρθ. 271 παρ.1 σε συνδ.
προς 524 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.). Τα ανωτέρω όμως, ισχύουν μόνον στην περίπτωση του άρθρου 528 Κ.Πολ.Δ., οσάκις δηλαδή έχει ασκηθεί έφεση από διάδικο που δικάσθηκε πρωτοδίκως από το Πολυμελές Πρωτοδικείο σαν να ήταν παρών και όχι στην αντίστροφη περίπτωση της ασκήσεως εφέσεως από τον αντίδικό του, ο οποίος παρέστη κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου διεξαχθείσα δίκη.
Στην τελευταία αυτή περίπτωση, οι προτάσεις αμφοτέρων των διαδίκων μπορούν να κατατεθούν έως την έναρξη της συζητήσεως της εφέσεως στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατ' εφαρμογή του δευτέρου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 524 Κ.Πολ.Δ., αυτοί δε να μην εμφανισθούν κατά την εκφώνηση, υποβάλλοντας δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Στη προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με την πρωτόδικη υπ. αριθ.2475/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου που εκδόθηκε ερήμην του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε η εναγομένη αναιρεσίβλητη η οποία συγχωνεύθηκε με απορρόφηση στην ήδη παριστάμενη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "EFG EUROLIFE ΑΕΓΑ" α) να παραλείπει στο μέλλον κάθε παρόμοια (με την αναφερόμενη στο σκεπτικό) προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος και β) να καταβάλει στον ενάγοντα ως χρηματική του ικανοποίηση το ποσό των είκοσι χιλιάδων ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν αντίθετες εφέσεις αμφότεροι οι διάδικοι με τις οποίες ζητούσαν ο μεν ενάγων να γίνει δεκτή στο σύνολό της η αγωγή η δε εναγομένη ν' απορριφθεί στο σύνολό της η ίδια αγωγή. Στο Εφετείο ο μεν ενάγων κατέθεσε προτάσεις πριν από είκοσι ημέρες πριν από τη συζήτηση (10-2-2005) και παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ενώ η εναγομένη κατέθεσε προτάσεις στις 9-2-2005 (προηγούμενη ημέρα της δικασίμου) και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο αλλά κατέθεσε σχετική δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Το Εφετείο συνεκδικάζοντας τις δύο εφέσεις δίκασε ερήμην την εναγομένη εφεσίβλητη ως προς την με αριθ. καταθ. 2155/2004 έφεση του ενάγοντος λόγω μη προσήκουσας παραστάσεώς της ως προς την έφεση αυτή, για την οποία η προφορική συζήτηση ήταν υποχρεωτική και αντιμωλία των διαδίκων ως προς την υπ. αριθ.2194/2004 αντίθετη έφεση της εναγομένης ως προς την οποία η προφορική συζήτηση δεν ήταν υποχρεωτική, στη συνέχεια δέχτηκε τις εφέσεις εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, δίκασε την υπόθεση και απέρριψε στο σύνολό της την αγωγή.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο και δέχθηκε ότι νόμιμα παραστάθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., η εναγόμενη και κατέθεσε παραδεκτά προτάσεις όσον αφορά τη δική της έφεση δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα ή απαράδεκτο, αφού σε σχέση με την έφεση αυτή, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, η προφορική συζήτηση δεν ήταν υποχρεωτική και συνακόλουθα οι προτάσεις μπορούσαν να κατατεθούν μέχρι την έναρξη της συζήτησης στο ακροατήριο και ο πληρεξούσιος δικηγόρος της να μη παρασταθεί στο ακροατήριο και να καταθέσει την από την ανωτέρω διάταξη (242 παρ,2) προβλεπόμενη δήλωση.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κατ' εκτίμηση στο σύνολό του από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Κατά την περ. β' του αριθ.11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν .Ως μη προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα θεωρούνται και εκείνα τα οποία δεν προσκομίσθηκαν με επίκληση νόμιμα. Στη προκείμενη περίπτωση με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου της αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι παρά το νόμο το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα στον λόγο αυτόν αναφερόμενα έγγραφα, διότι αυτά προσκομίσθηκαν με επίκλησή τους με τις προτάσεις της εναγομένης οι οποίες δεν κατατέθηκαν εμπρόθεσμα (πριν από είκοσι ημέρες) στο Εφετείο. Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αόριστος, διότι η αναιρεσίβλητη στο Εφετείο κατέθεσε άλλες προτάσεις επί της έφεσης του αναιρεσείοντος και άλλες επί της δικής της έφεσης (όπως προκύπτει από τα σχετικά δικόγραφα) και δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο αν η επίκληση και προσκόμιση έγινε με τις προτάσεις που κατατέθηκαν για την έφεση του αναιρεσείοντος ή την έφεση της αναιρεσίβλητης, αφού στη τελευταία περίπτωση οι προτάσεις, σύμφωνα με αυτά που προεκτέθηκαν, κατατέθηκαν εμπρόθεσμα.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.
Στη προκείμενη περίπτωση με το πρώτο μέρος του δεύτερου σκέλους του δεύτερου λόγου της αναίρεσης από τον αριθ.8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται η αιτίαση ότι παρά το νόμο το Εφετείο έλαβε υπόψη και δέχθηκε την ένσταση της εναγομένης περί δεδικαιολογημένου ενδιαφέροντος (αρθ.367 παρ. 1 Π.Κ.) καθόσον η ένσταση αυτή δεν επαναφέρθηκε νομίμως στο Δικαστήριο αυτό.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθόσον από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης προκύπτει ότι η εν λόγω ένσταση επαναφέρθηκε στο Εφετείο με σχετικό λόγο της έφεσης .Ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 14 της ΚΠολΔ 559, είναι επίσης αβάσιμος, καθόσον η έφεση της εναγομένης, με την οποία επαναφέρθηκε στο Εφετείο η προαναφερθείσα ένσταση δεν ήταν απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω ερημοδικίας της εναγομένης, αφού η παράστασή της ως προς την δική της έφεση ήταν προσήκουσα κατά τα πιο πάνω εκτεθέντα.
Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 17 Κ.Πολ.Δ., δημιουργείται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Για να ιδρυθεί λόγος αναιρέσεως με βάση την εν λόγω διάταξη πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης αποφάσεως να υπάρχει στο διατακτικό της, έτσι ώστε να καθίσταται, εξαιτίας αυτής, αδύνατη η εκτέλεση της ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου.
Εάν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό της αποφάσεως και έχει την μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, μπορεί να θεμελιωθεί ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 19 λόγος αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν ο τρίτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 17 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος, διότι οι δι αυτού προβαλλόμενες αιτιάσεις δεν αφορούν αντιφάσεις μεταξύ των διατάξεων του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά αντιφάσεις ως προς τις αιτιολογίες.
Ο ίδιος λόγος είναι αόριστος και αν ήθελε εκτιμηθεί ως λόγος από τον αριθ.19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., διότι δεν προσδιορίζονται οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν εκ πλαγίου(δια των αντιφατικών αιτιολογιών). Ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης (αριθ.5 του δικογράφου) είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ.1 εδ.
β. Κ.Πολ.Δ., η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ελέγχεται μόνο αν τα διδάγματα αφορούν την ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αορίστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σε αυτούς και όχι όταν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή εκτίμηση αποδείξεων όπως προβάλλεται στην προκειμένη περίπτωση από τον αναιρεσείοντα με τον ερευνώμενο λόγο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-4-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 3480/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ