Legislator Case Law & Legislation
158/2009 AI generated

158/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 158/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

158/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, μεταξύ των περιοριστικώς αναφερόμενων στο άρθρο 559ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης δεν περιλαμβάνεται και η από το δικαστήριο εσφαλμένη εκτίμηση διαδικαστικών εγγράφων, ούτε εισάγεται ειδικός λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ιδίας ή άλλης δίκης υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 158 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 158/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ......, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δήμα.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1, κατοίκου ......, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2. Ψ2, 3. Ψ3, κατοίκων ...... . Οι 2η και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Πήττα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-2004 αγωγή της Χ, ήδη 1η αναιρεσείουσα και της Α, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6847/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 7920/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-1-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 24-10-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες ...... και ...... από 18-7-2008 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών, ......, ακριβές αντίγραφο της κρινομένης αίτησης αναίρεσης, και της από 25-6-2008 πράξης του Προέδρου του Γ' τμήματος του Αρείου Πάγου, για ορισμό νέα δικασίμου προς συζήτηση της ανωτέρω αίτησης αναίρεσης, με την υπάρχουσα σ' αυτήν πράξη ορισμού της προκείμενης δικασίμου, καθώς και κλήση για συζήτηση τούτων κατ` αυτήν, επιδόθηκε, με επίσπευση της αναιρεσείουσας, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων Ψ1. Επομένως, εφόσον η εν λόγω διάδικος δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση κατ` άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

Επειδή, μεταξύ των περιοριστικώς αναφερόμενων στο άρθρο 559ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης δεν περιλαμβάνεται και η από το δικαστήριο εσφαλμένη εκτίμηση διαδικαστικών εγγράφων, ούτε εισάγεται ειδικός λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ιδίας ή άλλης δίκης υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Επομένως, ο ακυρωτικός έλεγχος της εκτίμησης από το δικαστήριο της ουσίας των διαδικαστικών εγγράφων ανάγεται στην έρευνα αν η αποδιδόμενη στα έγγραφα αυτά εσφαλμένη εκτίμηση οδηγεί σε πλημμέλεια που ιδρύει λόγο αναίρεσης από τους αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ, για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1α ΚΠολΔ), πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, κατά τρόπο σαφή, ο κανόνας δικαίου, του οποίου έγινε εσφαλμένη ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή, σε τι συνίσταται η παραβίαση του κανόνα αυτού, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με τις οποίες φέρεται ότι συντελέσθηκε η παραβίαση του κανόνα, καθώς και η επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό της απόφασης.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της παραβίασης της διάταξης του άρθρου 981 ΑΚ, διότι εκτίμησε την από 16-12-2004 ένδικη αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και της ομοδίκου της Χ, κατά την πρώτη βάση της, ως αναγνωριστική παραίτησης από το κληρονομικό του δικαίωμα του πρώτου εναγομένου και δικαιοπαρόχου των ήδη αναιρεσιβλήτων, Β, επί της κληρονομίας της αποβιώσασας κατά το έτος 1954 συζύγου του και όχι ως αγωγή αναγνωριστική απώλειας της νομής αυτού επί του περιγραφερομένου επίδικου ακινήτου, λόγω παραίτησής του από αυτήν.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αόριστος, καθόσον στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται, από τα ανωτέρω αναγκαία για το ορισμένο αυτού στοιχεία, ποία η επίδραση του σφάλματος αυτού του Εφετείου στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο δεν είναι αυτονόητο ενόψει των ουσιαστικών παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας, ότι ο ανωτέρω εναγόμενος Β δεν μεταβίβασε τη νομή του επιδίκου στη δεύτερη ενάγουσα, αλλά παραχώρησε προς εκείνη τη χρήση του βάσει σύμβασης χρησιδανείου και ότι η τελευταία δε νεμήθηκε ποτέ αυτό με διάνοια κυρίου, όπως με την ένδικη αγωγή προέβαλε για την επιστήριξη της από την έκτακτη χρησικτησία βάσης της.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.

Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται με τις προτάσεις τους της κατ' έφεση δίκης και προσκομίζουν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, προς συναγωγή του πορίσματός του, ότι η δεύτερη των εναγουσών κατείχε το επίδικο κληρονομιαίο ακίνητο της κατά το έτος 1954 αποβιώσασας αδελφής της Γ, κατά το ανήκον 1/2 εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητας στο σύζυγο της ανωτέρω κληρονομουμένης ,πρώτο εναγόμενο, ως χρησιδάνειο και όχι κατά παραχώρηση της νομής του από εκείνον, ότι αυτή δε νεμήθηκε αυτό, από το έτος 1954 έως το έτος 2004, με διάνοια κυρίου και, συνακόλουθα, ότι δεν έγινε συγκυρία τούτου κατά το ως άνω ποσοστό, έλαβε υπόψη και εκτίμησε, ως δικαστικά τεκμήρια, τα αναφερόμενα στο δεύτερο λόγο της αναίρεσης έγγραφα, ήτοι την 3940/1990 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών,το από 6-5-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, τα φορολογικά έντυπα Ε9 και Ε2 των εναγουσών, την ......

βεβαίωση της ΔΕΗ,τα δελτία αυτοψίας του ΥΠΕΧΩΔΕ. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, με τον οποίο ψέγεται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, είναι αβάσιμος.

Επειδή, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 352 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η δικαστική ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εις βάρος εκείνου που ομολόγησε, αφορά την ύπαρξη ή την ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης. Αποδεικτική δύναμη έχει η ομολογία εκείνη που γίνεται με πρόθεση παραδοχής του επιβλαβούς γι` αυτόν γεγονότος από εκείνον που ομολογεί.

Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στο Εφετείο πλημμέλεια από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11γ ΚΠολΔ, ότι για την απόδειξη της σύναψης συμφωνίας, μεταξύ του πρώτου εναγομένου και των λοιπών εξ αδιαθέτου κληρονόμων της συζύγου του, μετά τον θάνατο εκείνης εξαιτίας τροχαίου ατυχήματος, σύμφωνα με την οποία, ο πρώτος παραχώρησε στις τελευταίες το κληρονομικό του μερίδιο από την κληρονομία της συζύγου του με αντάλλαγμα ολόκληρο το ποσό της αποζημίωσης από τον θάνατο εκείνης, δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία αυτού, η οποία συνάγεται από την παραδοχή του, η οποία περιέχεται στις ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προτάσεις του, ότι "...

η ψυχική οδύνη των 140.000 δραχμών που επιδικάσθηκε για τον θάνατο της συζύγου μου ,συνιστούσε την προσωπική μου αποζημίωση ...". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ,διότι η παραδοχή αυτή του πρώτου εναγομένου δε συνιστά δικαστική ομολογία αυτού του επιβλαβούς γιαυτόν γεγονότος της κατάρτισης της ανωτέρω συμφωνίας μεταξύ αυτού και των λοιπών κληρονόμων της συζύγου του και, συνεπώς, ορθώς δε λήφθηκε υπόψη ως τέτοια από το Δικαστήριο της ουσίας.

Επειδή, για την ίδρυση του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 περ.β' ΚΠολΔ. προβλεπόμενου λόγου αναίρεσης, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο να μη έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως τέτοια δε θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όπως και οι λόγοι έφεσης όχι όμως και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής.

Επομένως, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα "πράγματα" που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και τα απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι ο ισχυρισμός έχει ληφθεί υπόψη ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός.

Στην υπόθεση που κρίνεται, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από την ως άνω διάταξη, ψέγεται το Εφετείο διότι δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό των εναγουσών, περί κατάρτισης, μεταξύ του πρώτου εναγομένου και των λοιπών εξ αδιαθέτου κληρονόμων της συζύγου του, της αναφερόμενης στην προηγούμενη σκέψη συμφωνίας Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι ο ισχυρισμός αυτός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρ. 559 αριθ 8α ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο ως πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι τους ισχυρισμούς του πρώτου των εναγομένων, οι οποίοι δεν επαναφέρθηκαν νόμιμα ενώπιόν του σύμφωνα με το άρθρο 340 ΚΠολΔ, ότι ο ίδιος(πρώτος εναγόμενος) δεν προέβαινε σε εμφανείς διακατοχικές πράξεις στο επίδικο ακίνητο (κληρονομιαία οικία), η αποχή του όμως αυτή δε συνιστά παραίτηση από το κληρονομικό του δικαίωμα και ότι παραχώρησε τη χρήση του επίδικου ακινήτου στη δεύτερη ενάγουσα κατά παράκληση.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι τα ανωτέρω δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια που εκτέθηκε, αλλά αρνητικούς ισχυρισμούς κατά της, επί χρησικτησίας στηριζόμενης, βάσης της ένδικης αγωγής, αναγνωριστικής της κυριότητας της δεύτερης ενάγουσας επί του επίδικου ακινήτου, και επομένως η λήψη αυτών υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν ιδρύει τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-1-2008 αίτησης της Χ για αναίρεση της 7920/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των παρόντων, δεύτερου και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ