Supreme Court dismisses appeal on lack of legal basis, upholding lower court's assessment of evidence and causation in traffic accident case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's judgment regarding a fatal traffic accident involving a car and a motorcycle. The appellants argued the lower court failed to consider a prior criminal court decision and misapplied causation rules regarding helmet usage. The court ruled that the lower court's evaluation of evidence and legal reasoning was not arbitrary and thus did not lack a legal basis under Article 559 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(19) C.Pol.D.; Art. 561(1) C.Pol.D.; An appeal based on lack of legal basis is admissible only when the lower court's reasoning is arbitrary or contradictory regarding the application of substantive law, but not merely for differing assessments of evidence or factual evaluation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 158 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 158/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Ζ1, η οποία ως ανήλικη εκπροσωπείται από την μητέρα της Χ1(1η αναιρεσείουσα), 3. Χ2 4. Χ3, 5. Χ4, 6. Χ5, 7. Χ6, 8. Χ7, 9. Χ8, 10. Χ9, 11. Χ10, 12. Χ11, 13. Χ12και 14. Χ13, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Βρεττό.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1 και 2. ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΕΓΑ ΑΤΛΑΝΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Ζουπάνο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21 Φεβρουαρίου 2003 αγωγή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 126/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2119/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28 Ιουλίου 2005 αίτησή τους και τους από 31 Ιουλίου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης, ανέγνωσε την από 28 Νοεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δέχτηκε ανέλεγκτα με την προσβαλλόμενη απόφαση τα παρακάτω κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Την 27-1-2001 και περί ώρα 1950, ο πρώτος εναγόμενος (αναιρεσίβλητος), οδηγώντας το ..... αυτοκίνητο, κυριότητας του ιδίου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη εναγόμενη (αναιρεσίβλητη) ασφαλιστική εταιρεία, εκινείτο επί της επαρχιακής οδού ...., με κατεύθυνση από τις ...προς το ....
Όταν έφθασε στο 1ο χιλιόμετρο της εν λόγω οδού, αντιλήφθηκε, ότι ο οδηγός του έμπροσθεν και ομορρόπως αυτού κινουμένου ....αυτοκινήτου, πραγματοποίησε αιφνιδιαστικό ελιγμό προς τα αριστερά και αμέσως στη συνέχεια αντιλήφθηκε, ότι αιτία του εν λόγω αιφνιδιαστικού ελιγμού του προπορευομένου του αυτοκινήτου ήταν ότι ο οδηγός μιας δίκυκλης μοτοσικλέτας, επί της οποίας επέβαιναν δυο άτομα, κινούμενος προς την ίδια με τα αυτοκίνητα κατεύθυνση επιχειρούσε τη στιγμή εκείνη αναστροφή επί τόπου, για να ακολουθήσει το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας (προς ....).
Ο εναγόμενος παρά την τροχοπέδηση που πραγματοποίησε (34 μέτρα, όπως προκύπτει από τα ίχνη πεδήσεως της έκθεσης αυτοψίας και του σχεδιαγράμματος της τροχαίας), δεν μπόρεσε να αποφύγει την επίπτωση του αυτοκινήτου του (με το εμπρόσθιο τμήμα του), επί της μοτοσικλέτας (αριστερή πίσω πλαϊνή πλευρά, όπως αναγράφεται στην έκθεση αυτοψίας).
Εξαιτίας της σύγκρουσης η μοτοσικλέτα πραγματοποίησε δεξιόστροφη περιστροφή και αφού ανήλθε επί του εμπρόσθιου καπώ του αυτοκινήτου, στη συνέχεια έπεσε και πάλι επί του οδοστρώματος, όπου σύρθηκε με τη δεξιά πλευρά της, αρκετά μέτρα και τελικά ακινητοποιήθηκε στο άκρο αριστερό του οδοστρώματος. Η εν λόγω μοτοσικλέτα, μάρκας YAMAHA, 200 κυβικών, κατά μεν την έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα του αστυνομικού σταθμού Αρχανών, έφερε αριθμό κυκλοφορίας ...., ενώ κατά τον συντάξαντα, κατόπιν εντολής του ως άνω αστυνομικού σταθμού, την από 7-3-2001 έκθεση πραγματογνωμοσύνης ..., η εμπλακείσα στο ένδικο ατύχημα μοτοσικλέτα δεν έφερε πινακίδες κυκλοφορίας, ενώ έφερε αριθμό πλαισίου .....
Την εν λόγω μοτοσικλέτα οδηγούσε ο Χ1 με συνεπιβάτη τον Χ2, οι οποίοι τραυματίσθηκαν βαρύτατα και διακομίσθηκαν στο πανεπιστημιακό νοσοκομείο Ηρακλείου, όπου ο μεν πρώτος κατέληξε την επομένη ημέρα (28-2-2001), ενώ ο δεύτερος την 9-3-2001. Ο θάνατος και των δυο οφείλεται σε βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις (από 9-3 και 14-3-2001 ιατροδικαστικές εκθέσεις του ιατροδικαστή .... ).Η ένδικη σύγκρουση οφείλεται σε συντρέχουσα υπαιτιότητα των οδηγών των δυο εμπλακέντων στο ατύχημα οχημάτων.
Του μεν εναγομένου οδηγού του αυτοκινήτου, συνίσταται στο ότι δεν επέδειξε την απαιτουμένη περί την οδήγηση επιμέλεια και προσοχή (άρθρ. 12 ΚΟΚ), ούτε ασκούσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, ρυθμίζοντας και την ταχύτητά του ανάλογα με τις κρατούσες συνθήκες, ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του, μπροστά σε οποιοδήποτε δυνάμενο να προβλεφθεί εμπόδιο (άρθρ. 19 παρ. 1, 2 ΚΟΚ), αλλ' αντιθέτως οδηγούσε αμελώς και με ταχύτητα αυξημένη, σε σχέση με τις κρατούσες συνθήκες (στενό οδόστρωμα - σύνολο οδοστρώματος 7, 96 μ.
διπλής κατευθύνσεως, σκότος, χωρίς φωτισμό), με αποτέλεσμα, παρά το γεγονός ότι αντιλήφθηκε τη μοτοσικλέτα από απόσταση μεγαλύτερη των 50 μ. (αφού τα ίχνη τροχοπέδησης του αυτοκινήτου του είναι 34 μέτρα), εν τούτοις δεν μπόρεσε να αποφύγει την επίπτωση του οχήματός του επ' αυτής. Η ταχύτητα του αυτοκινήτου, σύμφωνα με τον επισυναπτόμενο στην έκθεση αυτοψίας πίνακα, με βάση το μήκος των ιχνών τροχοπέδησης, ήταν, κατά το χρόνο του ατυχήματος 75 χιλ/ανά ώρα.
Εξάλλου, ο εναγόμενος οδηγός θα μπορούσε να έχει αποφύγει την πρόσκρουση και με ελιγμό προς τα αριστερά, δεδομένου ότι εξ ουδενός στοιχείου προκύπτει ότι κατά τη χρονική στιγμή της συγκρούσεως εκινείτο άλλο όχημα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, ώστε να είναι επικίνδυνος ο εν λόγω ελιγμός. Άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, με τον τρόπο αυτό απέφυγε την σύγκρουση και ο οδηγός του προπορευομένου αυτού αυτοκινήτου.
Η δε συνυπαιτιότητα του θανόντος οδηγού της μοτοσικλέτας συνίσταται στο ότι, επίσης, οδηγούσε αμελώς και αδεξίως (αρθ. 12 ΚΟΚ), επί πλέον δε, έχοντας πρόθεση να πραγματοποιήσει ελιγμό προς τα αριστερά, σε σχέση με την πορεία του, για να κάνει αναστροφή επί τόπου και να ακολουθήσει το αντίθετο ρεύμα, με κατεύθυνση προς ...., δεν βεβαιώθηκε προηγουμένως ότι μπορούσε να εκτελέσει τον ελιγμό αυτό χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρησιμοποιούντων την οδό, ούτε κατέστησε εγκαίρως γνωστή την πρόθεσή του αυτού, δια της αφής του αντίστοιχου φλας, κινούμενος προοδευτικά προς τον άξονα του οδοστρώματος (άρθρα 21 παρ. 1, 2 και 23 παρ. 2 ΚΟΚ), αλλ' αντιθέτως από το άκρο δεξιό του οδοστρώματος, όπου βρισκόταν κινήθηκε προς τα αριστερά αιφνιδιαστικά, με αποτέλεσμα ο εναγόμενος οδηγός, να μην μπορέσει να αποφύγει την πρόσκρουση.
Όλα τα ανωτέρω προκύπτουν τόσο από τις προανακριτικές καταθέσεις, που λαμβάνονται υπόψη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, όσο και από την ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δοθείσα κατάθεση του οδηγού του προπορευομένου του εναγομένου αυτοκινήτου ....., ο οποίος σαφέστατα περιγράφει τον αιφνίδιο ελιγμό της μοτοσικλέτας του θανόντος από τα δεξιά προς τα αριστερά, καθώς και ότι ο ίδιος (.....) κατόρθωσε να αποφύγει τη σύγκρουση με ελιγμό προς το αντίθετο ρεύμα.
Από την έκθεση αυτοψίας, αλλά και από τις επισυναπτόμενες στη δήλωση του εναγομένου προς την συνεναγομένη του ασφαλιστική εταιρεία, φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται, προκύπτει ότι η κυρίως πληγείσα επιφάνεια της μοτοσικλέτας είναι το αριστερό πλαϊνό του οπίσθιου τροχού, όπου επέπεσε το αυτοκίνητο.
Ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι η μοτοσικλέτα του θανόντος εκινείτο κανονικά έμπροσθεν του αυτοκινήτου του εναγομένου, το οποίο επέπεσε στη δεξιά πλευρά αυτής (ταμπούρο οπίσθιου τροχού), δεν αποδεικνύεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, το οποίο καταλήγει ότι οι βλάβες της μοτοσικλέτας, στη δεξιά πλευρά, οφείλονται, όπως και ο ως άνω πραγματογνώμων ....
αναφέρει, στην πτώση της επί του οδοστρώματος και το σύρσιμό της, με τη δεξιά της πλευρά, επ' αυτού. Η εκδοχή του πραγματογνώμονα ... (διορισθέντος ως τεχνικού συμβούλου υπό των εναγόντων), που εκτίθενται στις προσαγόμενες και επικαλούμενες εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης αυτού (από 5-2-02 και συμπληρωματική από 13-9-2004), περί επίπτωσης του αυτοκινήτου στη δεξιά πλευρά της μοτοσικλέτας, ενώ ουδόλως περιγράφονται οι βλάβες αυτής στην αριστερή πλευρά, δεν κρίνεται πειστική, δεδομένου μάλιστα ότι ο τρόπος, με τον οποίον απεικονίζεται ότι το αυτοκίνητο επέπεσε επί της μοτοσικλέτας δεν δικαιολογείται, εάν ληφθούν υπόψη οι ως άνω συνθήκες, υπό τις οποίες αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα.
Ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι η μοτοσικλέτα εκινείτο κατά τη στιγμή της σύγκρουσης κατ' ευθεία και ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου, πραγματοποιώντας προσπέρασμα αυτής, προσέκρουσε επ' αυτής, διαψεύδεται και από το σημείο βλάβης του αυτοκινήτου, (το οποίο όπως προκύπτει από την προσαγόμενη και μη αμφισβητούμενη φωτογραφία) είναι το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του (ενώ, εάν ευσταθούσε ο ως άνω ισχυρισμός των εναγόντων, το αυτοκίνητο θα έπρεπε να είχε προσκρούσει στη μοτοσικλέτα με το δεξιό τμήμα του).
Κατά την κρίση του δικαστηρίου, το ποσοστό συνπαιτιότητας που βαρύνει έκαστον εκ των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οδηγών είναι του μεν εναγομένου οδηγού 60%, του δε θανόντος οδηγού της μοτοσικλέτας Χ1 40%. Αποδεικνύεται περαιτέρω, ότι οι δυο επιβαίνοντες της μοτοσικλέτας (οδηγός και συνεπιβάτης) δεν φορούσαν κράνος, γεγονός το οποίο συνετέλεσε στην επέλευση της βαρύτητας του τραυματισμού τους (βαρειές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις), εκ του οποίου, ως μόνης αιτίας επήλθε ο θάνατος αυτών και στην επέλευση του οποίου, επομένως, συνετέλεσαν εξ οικείου πταίσματος οι θανόντες.
Το ποσοστό συνυπαιτιότητας αυτών είναι 20%, δεκτής γενομένης και της ενστάσεως συνυπαιτιότητας του οδηγού της μοτοσικλέτας, για την επέλευση της συγκρούσεως, καθώς και των δυο τραυματισθέντων, για την βαρύτητα του τραυματισμού τους". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, με αναλυτική μάλιστα αξιολόγηση των κατ' ιδίαν αποδεικτικών μέσων, στα έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζητήματα, της αιτιώδους συνάφειας α) μεταξύ της συμπεριφοράς των δυο ως άνω συνυπαιτίων οδηγών, όπως και της αμέλειας καθενός στη σύγκρουση των οχημάτων, στους πιο πάνω θανάτους και τις υπόλοιπες υλικές ζημίες που προήλθαν από το αυτοκινητικό αυτό ατύχημα και β) μεταξύ της παραλείψεως των δυο θανατωθέντων (οδηγού και συνεπιβάτη της μοτοσικλέτας), που δεν φορούσαν κράνος (οικείο πταίσμα), και του θανατηφόρου τραυματισμού τους.
Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν. Δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, ούτε δέχτηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ορθά υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα απ' αυτό πραγματικά περιστατικά στις έννοιες της αιτιώδους συνάφειας και της αμέλειας.
Δεν παραβίασε εδώ τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή γεγονότων σ' αυτούς, αλλά σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε, τις πιο πάνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου. Σύμφωνα με αυτά το Εφετείο δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες από τα εδάφια 19 και 1 (κατ' εκτίμηση) του άρθρου 559 ΚΠολΔικ.
Συνακόλουθα ο συναφής δεύτερος (πρόσθετος) λόγος αναίρεσης που υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος.
ΙΙ. Από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι στο πόρισμά του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη και εκτίμησε, εκτός από τα άλλα αποδεικτικά μέσα, και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το πάνω περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε ελεύθερα και την 868/22-4-2004 ποινική απόφαση του Β΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, με τα ενσωματωμένα σ' αυτή πρακτικά της (όπου και η κατάθεση στο ακροατήριο του μάρτυρα ....), που στην κατ' έφεση δίκη με την αντέφεση και τις από 25-11-2004 προτάσεις τους προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες (ενάγοντες) και ιδίως τις (φερόμενες) παραδοχές της εκείνες κατά τις οποίες "...ο αυτοτελής ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου ότι η μοτοσικλέτα επιχειρούσε παράνομη αναστροφή στο οδόστρωμα δεν ευσταθεί, καθόσον εάν αυτή είχε εμφανισθεί πλάγια, το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου θα είχε επιπέσει στην αριστερή πλευρά της μοτοσικλέτας και θα υπήρχαν εμφανή ίχνη πρόσκρουσης και βλάβες στην αριστερή πλευρά, όμως τέτοια εν προκειμένω δεν αναγνωρίσθηκαν. Αντίθετα οι ζημιές εντοπίζονται στο ταμπούρο του οπίσθιου τροχού με κατεύθυνση βλάβης από δεξιά προς αριστερά, στην αριστερή πλευρά της μοτοσικλέτας εμφαίνονται μόνο ίχνη σύρσεως αυτής επί του εδάφους. Επομένως πρέπει να απορριφθεί ο εν λόγω ισχυρισμός...".
Συνεπώς οι αντίθετοι, μοναδικός κύριος και πρόσθετος, λόγοι αναίρεσης, που προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το εδάφιο 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ για μη λήψη υπόψη της άνω ποινικής απόφασης με τα πρακτικά της, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-7-2005 αίτηση και τους από 31-7-2006 πρόσθετους λόγους των Χ1 κ.λ.π., για αναίρεση της 2119/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στ η δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Δεκεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ