Appeal dismissed as inadmissible because the judgment was not served on all necessary co-defendants, rendering the appeal procedurally invalid.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by COVITA A.E. and A.A.F. against a final judgment from the Thessaloniki Court of First Instance. The appellants argued the judgment was not served on them, while the bank defendants contended the judgment was validly served on their necessary co-defendant, Thea Artemis. The court ruled the appeal inadmissible because the contested judgment had not become final regarding all necessary co-defendants, violating the requirement for finality under Article 577 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94, 96, 97, 118, 122, 123, 568, 577, 495, 106, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a judgment is inadmissible if the judgment has not become final as to all necessary co-defendants, as the right to appeal is not vested until finality is achieved for all parties bound by the decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1589 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1589/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ιωάννη Αποστολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "COVITA Α.Ε. Ανώνυμη Βιομηχανική Εταιρία Επεξεργασίας Κερασιών - Σταφυλιών", που εδρεύει στα Γιαννιτσά και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) A. A. F. του A., κατοίκου ... Η πρώτη αναιρεσείουσα εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Τρύφωνα Εκμεκτσόγλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ ο δεύτερος αναιρεσείων δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ATTICA BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και με διακριτικό τίτλο ATTICA BANK, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΘΕΑ ΑΡΤΕΜΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Η πρώτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χριστόφορο Μητρομάρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.23 του Κ.Πολ.Δ., ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-2-2013 ανακοπή και τους από 13-3-2013 προσθέτους λόγους ανακοπής των ήδη αναιρεσειόντων και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/130/229/2014 του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτόν καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση για εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών, 97/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, μετά και την κατάθεση των από 7-9-2015 προσθέτων λόγων ανακοπής και 530/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-10-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν η πρώτη αναιρεσείουσα και η πρώτη αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 97 παρ. 1, 118 αριθ. 5, 122 παρ. 1, 123 παρ. 1 και 568 παρ. 4 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο δικηγόρος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, υπογράφοντας την κλήση και την παραγγελία προς το δικαστικό επιμελητή για την επίδοσή της στον αντίδικο, καθώς και ο δικηγόρος που εκπροσωπεί τους διαδίκους κατά τη συζήτηση στον Άρειο Πάγο πρέπει να είναι εφοδιασμένος με τη σχετική πληρεξουσιότητα, η οποία παρέxεται από τον επισπεύδοντα και τον εκπροσωπούμενο διάδικο είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση στο ακροατήριο που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση. Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνων των άρθρων 105, 576 παρ. 1 και 577 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά την αναιρετική δίκη δεν παρίσταται ο αναιρεσείων που επισπεύδει τη συζήτηση και αποδεικνύεται σύννομη χορήγηση από αυτόν δικαστικής πληρεξουσιότητας προς τον δικηγόρο που άσκησε την αίτηση αναίρεσης, η υπόθεση συζητείται παρά την απουσία του. Επίσης, αν δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ή αν επέσπευσε αυτός τη συζήτηση και σε αρνητική περίπτωση να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση, αν μεν πρόκειται για απλή ομοδικία μόνο ως προς τον μη κλητευθέντα (άρθρο 576 παρ. 3 ΚΠολΔ), αν δε πρόκειται για αναγκαστική ομοδικία, τόσο γι' αυτόν όσο και για τους μετέχοντες στη δίκη περισσοτέρους διαδίκους (ΑΠ 319/2019, ΑΠ 720/2017).
Επομένως, στην περίπτωση που η επίσπευση της συζήτησης είχε γίνει από τον απολειπόμενο διάδικο, από κοινού με άλλους που εμφανίσθηκαν, αυτή είναι έγκυρη ως προς αυτόν (απολειπόμενο), εάν κατά τη γενόμενη αυτεπαγγέλτως προς τούτο από το δικαστήριο έρευνα διαπιστώνεται η ύπαρξη πληρεξουσιότητας, ως προς εκείνον (απολειπόμενο), προς το δικηγόρο, που και για λογαριασμό του επέσπευσε τη συζήτηση (ΑΠ 1112/2023, ΑΠ 573/2019).
Εξάλλου, στο άρθρο 260 παρ. 4 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι "Όταν οι υποθέσεις που είναι γραμμένες στο πινάκιο δεν εισάγονται προς συζήτηση συνεπεία λόγων ανωτέρας βίας ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του διευθύνοντος το δικαστήριο, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο. Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Με πρωτοβουλία του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων ... για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα". Με την προαναφερθείσα διάταξη προβλέπεται μεν ο αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός της συζήτησης των υποθέσεων, που ματαιώθηκαν, μεταξύ άλλων και στην περίπτωση της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων, λόγω της διεξαγωγής εκλογών, πλην, όμως, σε περίπτωση ερημοδικίας, κατά την ορισθείσα νέα δικάσιμο, κάποιου διαδίκου, προκειμένου να ισχύσει η με πρωτοβουλία του γραμματέα εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, ως κλήτευση κατ' αυτή του απολειπόμενου διαδίκου, απαιτείται ως προϋπόθεση ο εν λόγω διάδικος, είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για την αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε, λόγω της αναστολής.
Σε αντίθετη περίπτωση, η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για τη νέα δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του κατ' αυτή και απαιτείται η νόμιμη κλήτευσή του (ΑΠ 1130/2020, ΑΠ 184/2020, ΑΠ 1601/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 10-10-2023 Πράξη του Προέδρου του Τμήματος τούτου του Αρείου Πάγου νόμιμα φέρεται προς συζήτηση στην ανωτέρω δικάσιμο, που ορίστηκε αυτεπαγγέλτως, κατά τη διάταξη του άρθρου 260 παρ. 4 του ΚΠολΔ, η από 23-10-2020 (υπ' αριθ. 294/2021 Γ.Α.Κ. και 20/2021 Ε.Α.Κ.) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 530/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία είχε εγγραφεί στο πινάκιο της ορισθείσας επ' αυτής δικασίμου της 9ης Οκτωβρίου 2023, αλλά δεν εισήχθη προς συζήτηση λόγω αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, ενόψει των αυτοδιοικητικών εκλογών της 8ης Οκτωβρίου 2023.
Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά τη συζήτηση της εν λόγω υποθέσεως, στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, από τους αναιρεσείοντες, που επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης (βλ. τις υπ' αριθ. ...-2022 και ...-2022 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Γ.
Λ. Β.), παραστάθηκε (με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ) δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της, Τρύφωνα Εκμεκτσόγλου, μόνον η πρώτη ("COVITA A.E. Ανώνυμη Βιομηχανική Εταιρεία Επεξεργασίας Κερασιών -Σταφυλιών"), ενώ, ο δεύτερος (A. A. F.) δεν παραστάθηκε. Για τον απολειπόμενο δεύτερο από τους αναιρεσείοντες, που από κοινού με την πρώτη από αυτούς, κατά τα ως άνω, επέσπευσαν τη συζήτηση της εν λόγω υποθέσεως, αποδεικνύεται και ως προς αυτόν η πληρεξουσιότητα του προαναφερθέντος δικηγόρου, που διενήργησε τη διαδικασία επίσπευσης της συζήτησης αυτής και για λογαριασμό του (βλ.
το υπ' αριθ. ...-2021 ειδικό πληρεξούσιο του Συμβολαιογράφου Γιαννιτσών Κ. Ν. Δ.), ως εκ τούτου, πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία του. Επίσης, από την υπ' αριθ. ...-2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Γ.
Λ. Β., που προσκομίζει και επικαλείται η πρώτη αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι επιδόθηκε, με επιμέλεια της, προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη ("ΘΕΑ ΑΡΤΕΜΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ"), νομοτύπως και εμπροθέσμως, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με κλήση για συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 9ης Οκτωβρίου 2023, κατά την οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν διενεργήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης, αλλά αυτή επαναπροσδιορίσθηκε κατ' άρθρο 260 παρ. 4 του ΚΠολΔ, στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Ωστόσο, η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε στη δικάσιμο αυτή, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, ως εκ τούτου, πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία της. Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι με την από 6-2-2013 (υπ' αριθ.
καταθ. ...-2013) ανακοπή και το από 13-3-2013 (υπ' αριθ. καταθ. ...-2013) δικόγραφο πρόσθετων λόγων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, καθώς επίσης και το από 7-9-2015 (υπ' αριθ. καταθ. ...-2015) δικόγραφο πρόσθετων λόγων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, οι ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσείοντες ( α) εταιρία με την επωνυμία "COVITA Α.Ε Ελληνική Ανώνυμη Βιομηχανική Εταιρεία Επεξεργασίας Κερασιών-Σταφυλιών" και β) A.
A. F.) ζήτησαν, για τους αναφερόμενους στα ως άνω δικόγραφα λόγους, την ακύρωση της υπ' αριθ. 40/2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, με την οποία υποχρεώθηκαν να καταβάλουν, σε ολόκληρο ο καθένας, στην καθ' ης η ανακοπή, ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ATTICA BANK Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία", το ποσό των 3.214.188,97 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, για απαίτηση, πηγάζουσα από την αναφερόμενη σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου και των συναφών με αυτήν συμβάσεων (εγγυήσεως και ρυθμίσεως οφειλών).
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών δικάζοντας επί της ως άνω ανακοπής και του πρώτου δικογράφου προσθέτων λόγων, με την υπ' αριθ. 11/2014 απόφαση κηρύχθηκε καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς συζήτηση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών. Ακολούθως, το Μονομελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών, αφού συνεκδίκασε την ως άνω ανακοπή και τα προαναφερθέντα δικόγραφα προσθέτων λόγων, δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε την ως άνω διαταγή πληρωμής.
Επίσης, επί της ασκηθείσας από την πρώτη αναιρεσίβλητη ("ATTICA BANK Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία") εφέσεως κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης εκδόθηκε η ήδη αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 530/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, αφού έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν η έφεση, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, κρατήθηκε προς εκδίκαση η εν λόγω υπόθεση και απορρίφθηκε η ανακοπή και τα ως άνω δικόγραφα προσθέτων λόγων αυτής.
Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, ενόψει του ότι δεν επικαλείται κάποιος διάδικος την επίδοση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ούτε προκύπτει αυτή από κάποιο στοιχείο (σε συνδυασμό με το ότι κατατέθηκε εντός προθεσμίας που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη από τη δημοσίευσή της), επίσης, καταβλήθηκε το αντίστοιχο παράβολο (άρθρα 20, 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 552, 553 παρ. 1 β', 309 εδ. 1, 321, 495 παρ. 1, 577 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκεινται οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων, καθώς και των εφετείων, που έχουν καταστεί τελεσίδικες, εκείνες δηλαδή οι οποίες, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνουν τη δίκη και δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση.
Ο χαρακτήρας των αποφάσεων ως τελεσίδικων ή μη κρίνεται κατά το χρόνο της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, ήτοι της κατάθεσης του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά της απόφασης, που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του, ενεργοποιείται αμέσως με την έκδοσή της η δυνατότητα άσκησης από αυτόν ανακοπής ερημοδικίας, σύμφωνα με το άρθρο 502 παρ. 1 του ΚΠολΔ, με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση αίτησης αναίρεσης κατ' αυτής, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ, με αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου, αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513 παρ. 1 εδ.
β' περ. β' του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (ΟλΑΠ 11/1998, ΑΠ 602/2021, ΑΠ 692/2021), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων.
Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε γιατί παρήλθε άπρακτη η, κατ' άρθρο 503 παρ. 1 του ΚΠολΔ, δεκαπενθήμερη, για την άσκησή της, προθεσμία από την επίδοση της απόφασης, είτε γιατί ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην και δικαιούται σε άσκησή της, παραιτήθηκε νόμιμα από το ένδικο αυτό μέσο ή από το δικαίωμα άσκησής του, καθόσον έκτοτε καθίσταται η απόφαση αυτή τελεσίδικη και, επομένως, προσβλητή με αναίρεση. Η απόδειξη δε της τελεσιδικίας γίνεται με τη προσκόμιση των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στην απόφαση που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (ΑΠ 597/2021, ΑΠ 45/2020).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 553 του ΚΠολΔ με εκείνες των άρθρων 74, 75 παρ. 1 και 2 και 76 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι, στην απλή ομοδικία, η οριστική απόφαση γίνεται τελεσίδικη αυτοτελώς για κάθε ομόδικο και, συνεπώς, υπόκειται σε αναίρεση κατά το μέρος που είναι τελεσίδικη, προτού δηλαδή να γίνει τελεσίδικη και ως προς τους υπόλοιπους ομοδίκους. Αντίθετα, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτά με αναίρεση μόνον όταν καταστεί τελεσίδικη για όλους τους ομοδίκους (ΑΠ 211/2023, ΑΠ 792/2022, ΑΠ 597/2021, ΑΠ 1052/2018).
Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76 παρ. 1 και 501 του ΚΠολΔ, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας, κατά της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του, έχει ο αναγκαίος ομόδικος που ήταν απών στη δίκη, έστω και αν αυτός, σύμφωνα με την πρώτη από τις ανωτέρω διατάξεις, θεωρήθηκε ότι αντιπροσωπεύθηκε στη δίκη από τους παρόντες αναγκαίους ομοδίκους του (ΑΠ 792/2022, ΑΠ 597/2021, ΑΠ 241/2015). Το έννομο συμφέρον του απόντος ομοδίκου για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, καθώς και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής κρίνει μόνον το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο θα κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων της, ενώ δεν μπορεί να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος, όταν εξετάζει αν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (ΟλΑΠ 15/2001).
Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", "τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του ν. 4354/2015, "οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014 (Α 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης".
Εξάλλου, κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των ν. 4354/2015 και ν. 3156/2003, οι Εταιρείες Διαχείρισης έχουν την κατ' εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρίες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση απαιτήσεων (ΟλΑΠ 1/2023).
Επιπροσθέτως, κατά τις διατάξεις των άρθρων 225 παρ. 2 και 325 παρ. 2 του ΚΠολΔ το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (ΑΠ 1482/2024 ΑΠ 1720/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον μέρος, τα ακόλουθα: "...Κατά της αποφάσεως αυτής η καθ' ης η ανακοπή-εκκαλούσα άσκησε την υπό κρίση από 6-7-2017 (υπ' αριθμ. καταθ. 44/1-9-2017) έφεση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Η έφεση αυτή, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από την εκκαλούσα στους εφεσιβλήτους (βλ.
τις υπ' αριθμ. ... και ...-2017 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Γιαννιτσών Λ. Ι.). Κατά τη δικάσιμο αυτή, η εκκαλούσα τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία ATTICA BANK Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία δεν παραστάθηκε. Όμως, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, εμφανίσθηκε, προς υποστήριξη της εφέσεως, δια του πληρεξούσιου δικηγόρου της, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΘΕΑ ΑΡΤΕΜΙΣ Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις", ως διαχειρίστρια απαιτήσεων της εκκαλούσας, τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ATTICA BANK Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία.
Όπως αποδείχθηκε από την εκτίμηση των προσκομιζόμενων με επίκληση εγγράφων, οι επίδικες απαιτήσεις, δυνάμει της από 30-6-2017 συμβάσεως, είχαν μεταβιβασθεί λόγω πωλήσεως με εκχώρηση, με σκοπό την τιτλοποίηση, από την εκκαλούσα, τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία ATTICA BANK Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία στην αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία "ARTEMIS SECURITISATION SA (ΑΡΤΕΜΙΕ ΣΕΚΙΟΥΡΙΤΑΪΖΕΪΣΙΟΝ).
Η σύμβαση αυτή, που συνάφθηκε σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3156/2003, καταχωρίσθηκε νόμιμα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών στις 3-7-2017.
Εξάλλου, δυνάμει της από 30-6-2017 συμβάσεως, η ως άνω εταιρεία με την επωνυμία "ARTEMIS SECURITISATION SA" ανέθεσε στην παραπάνω, λειτουργούσα βάσει του άρθρου 1 του ν, 4354/2015, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΘΕΑ ΑΡΤΕΜΙΣ Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις", μεταξύ άλλων, τη διαχείριση των ως άνω τιτλοποιημένων απαιτήσεων. Η σύμβαση αυτή, που καταρτίσθηκε σύμφωνα με το άρθρο 2 του ως άνω ν. 4354/2015, κατατέθηκε νόμιμα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών στις 6-12-2017. Ενόψει των ανωτέρω, η υπό κρίση έφεση, που κατατέθηκε στις 25-9-2017, νομίμως ασκήθηκε από την εκκαλούσα ενόψει του άρθρου 225 ΚΠολΔ, καθόσον η προηγηθείσα μεταβίβαση των επίδικων απαιτήσεων δεν της στέρησε τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή της δίκης.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 παρ. 4 του ως άνω ν. 4354/2015 "Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014 (Α' 246).
Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου, το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης". Συνακόλουθα, η ως άνω εταιρεία διαχείρισης νομίμως παραστάθηκε, ως μη δικαιούχος διάδικος, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, προς υποστήριξη της εφέσεως. Η έφεση αυτή έχει ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και είναι εμπρόθεσμη, όπως δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους, ούτε προκύπτει το αντίθετο από τα έγγραφα της δικογραφίας, αρμοδίως δε φέρεται ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, (άρθρα 495 παρ. 1, 499, 511, 513, 516, 517, 518 παρ. 1, 520 παρ. 1,19 ΚΠολΔ).
Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν, κατά την ίδια διαδικασία (άρθρο 533 παρ. ΚΠολΔ), μεταξύ της ως άνω εταιρείας διαχείρισης και των εφεσιβλήτων, ενώ, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 ΚΠολΔ, εφόσον η ισχύς της αποφάσεως, που θα εκδοθεί, εκτείνεται και στην εκκαλούσα, θεωρείται η τελευταία ότι αντιπροσωπεύεται από την ως άνω μη δικαιούχο διάδικο". Έτσι, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δικάζοντας ερήμην την εκκαλούσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, ενόψει του ότι, κατά τα ως άνω, θεωρήθηκε ότι αντιπροσωπεύεται από την παρασταθείσα εταιρεία διαχείρισης και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, λόγω της αναγκαστικής ομοδικίας τους.
Πράγματι, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις (υπό στοιχείο ΙΙ), οι ως άνω ομόδικοι (αναιρεσίβλητες) στη δίκη αυτή συνδέονται με δεσμό αναγκαστικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εφόσον η ισχύς της σχετικής απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους, ενόψει του ότι η απαίτηση της πρώτης αναιρεσίβλητης Τράπεζας, για την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθ. 40/2012 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, που προσβλήθηκε με την ένδικη ανακοπή των αναιρεσειόντων, έχει μεταβιβασθεί κατά τα ως άνω και τη διαχείριση της έχει αναλάβει η δεύτερη αναιρεσίβλητη.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη (υπό στοιχείο ΙΙ), η προσβαλλόμενη απόφαση, ενόψει του ότι εκδόθηκε ερήμην ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, έστω και αν αυτή θεωρήθηκε ότι αντιπροσωπεύθηκε στη δίκη από την παρασταθείσα αναγκαία ομόδικο της (δεύτερη αναιρεσίβλητη) υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας από μέρους της (πρώτης αναιρεσίβλητης).
Από τα έγγραφα, όμως, της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η απόφαση αυτή επιδόθηκε από ή στην ως άνω ερήμην δικασθείσα πρώτη αναιρεσίβλητη, αναγκαία ομόδικο της δεύτερης αναιρεσίβλητης, ώστε να αρχίσει κατά το άρθρο 503 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με το άρθρο 144 του ίδιου Κώδικα, η δεκαπενθήμερη προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, ούτε γίνεται επίκληση τέτοιας επίδοσης από τους παριστάμενους διαδίκους, ούτε προκύπτει το εάν η πρώτη αναιρεσίβλητη παραιτήθηκε από το δικαίωμα προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας ή από το δικόγραφο τυχόν ασκηθείσας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, με αποτέλεσμα η τελευταία να έχει δικαίωμα άσκησης του εν λόγω ενδίκου μέσου κατά της απόφασης αυτής.
Επισημαίνεται, ότι οι αναιρεσείοντες αναφέρουν στο δικόγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ότι δεν τους έχει επιδοθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (βλ. σελ. 8 της αίτησης αναίρεσης). Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε κατά απόφασης, η οποία δεν έχει καταστεί τελεσίδικη ως προς όλες τις αναγκαίους ομοδίκους αναιρεσίβλητες, εξεταζομένου του ζητήματος τούτου αυτεπαγγέλτως (άρθρο 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ).
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, ως απαράδεκτη και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της παρασταθείσας εκ των αναιρεσίβλητων (που κατέθεσε προτάσεις), κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ. 1, 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-10-2020 αίτηση αναίρεσης των α) εταιρίας με την επωνυμία "COVITA A.E. Ανώνυμη Βιομηχανική Εταιρεία Επεξεργασίας Κερασιών -Σταφυλιών" και β) A. A. F. κατά της υπ' αριθ. 530/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της πρώτης των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ