Legislator Case Law & Legislation
1589/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague administrative law argument lacking specific violated provisions.

Case Number 1589/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a First Instance Court decision recognizing the plaintiffs' ownership of a property. The State argued that the lower court incorrectly applied administrative law principles regarding the revocation of a ministerial decision, but failed to specify the exact legal provisions violated. The court ruled that such a vague ground for appeal is inadmissible because it does not allow for the necessary review of substantive law errors.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it fails to specify the violated substantive law provision and the exact legal error committed by the lower court.

Keywords

AI generated
administrative law appeal admissibility vague grounds substantive law violation property ownership code of civil procedure legal error review

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 number 3 of the Code of Civil Procedure
Article 1 of Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 paragraph 1, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 paragraph 1 of Law 3693/1957
Article 5 paragraph 12 of Law 1738/1987
Article 2 of the Decree 134423/1992

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1589 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1589/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Κανέλλα Τζαβέλλα-Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Νικόλαο Κουφογιάννη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Π. του Η. και 2) Μ. συζ. Γ. Π., το γένος Τάκη Δαΐκου, κατοίκων … , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μαούνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-7-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4296/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5265/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-9-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη, από 28-9-2016 (εκθ. καταθ. 869/2016, αριθ. δικ. 797/2019) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 5265/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν η από 30-10-2013 (αριθ. κατάθ. 823/2014) έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφανίστηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 4296/2011 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και έγινε δεκτή κατ' ουσίαν, η από 18-7-2007 (ΓΑΚ 187655/2007, ΕΑΚ 8288/2007) αγωγή τους για αναγνώριση της συγκυριότητάς τους επί του αναφερομένου σ' αυτήν ακινήτου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 αριθ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 αριθ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις ρυθμίσεις που περιέχονται στα από 21 Ιανουαρίου/3Φεβρουάριου, 4/16 Ιουνίου και 19 Ιουνίου/1 Ιουλίου 1830 Πρωτόκολλα του Λονδίνου και ιδίως κατά τους ορισμούς του άρθρου 5 του πρώτου και μοναδικού άρθρου του δεύτερου και του άρθρου 1 του τρίτου αυτών, με τα οποία αναγνωρίστηκε η ύπαρξη της Ελλάδας ως ανεξάρτητου Κράτους και ρυθμίστηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου στο μέλλον ως προς τις πρώην ιδιοκτησίες στην Ελλάδα των Οθωμανών, σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27.6/9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και τις διατάξεις του άρθρου 16 του νόμου της 21.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", προκύπτει ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν έγινε καθολικός διάδοχος του Τουρκικού Κράτους, αλλά στην κυριότητά του περιήλθαν εκείνα μόνο τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία κατά τη διάρκεια του πολέμου, κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε και εκείνα, τα οποία, κατά το χρόνο υπογραφής των ως άνω τριών Πρωτοκόλλων, είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Οθωμανούς, πρώην κυρίους αυτών και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων", όχι, όμως, και όσα κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης και, ακολούθως, κατέχονταν από Έλληνες ιδιώτες, με διάνοια κυρίου, έστω και χωρίς έγκυρο και ισχυρό τίτλο (ταπί ή χοτζέτι κ.λ.π).

Ειδικά, ως προς τα ευρισκόμενα στην Αττική οθωμανικά κτήματα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για περιέλευσή τους στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με το δικαίωμα του πολέμου, αφού η Αττική δεν κατακτήθηκε με τα όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος στις 31.3.1833 με βάση την, από 27.6/9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ των ελληνικών και των τουρκικών αρχών, ενώ, εξάλλου, κατά τη διάρκεια της τρίτης τουρκικής κυριαρχίας στην Αττική (δηλ.

από 25.5.1827 έως 31.3.1833) και ειδικότερα κατά το έτος 1829, ο Σουλτάνος, έχοντας, κατά το οθωμανικό δίκαιο, την κυριαρχία σε όλη τη γη που ανήκε στο οθωμανικό κράτος, είχε εκδώσει θέσπισμα, με το οποίο παραχώρησε δωρεάν στους Αθηναίους, Οθωμανούς και Έλληνες, την κυριότητα των ήδη κατεχόμενων απ` αυτούς ακινήτων της Αττικής, τα σχετικά δε ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα αναγνωρίσθηκαν ακολούθως με το από 21.1/3.2.1830 Πρωτόκολλο της Ανεξαρτησίας της Ελλάδας και με την πιο πάνω Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως (ΑΠ 1563/1995).

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 1 του β. δ/γματος της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών", που έχει ισχύ νόμου, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του ίδιου διατάγματος, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες τις εκτάσεις, οι οποίες πριν από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες, των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας ήθελαν αναγνωριστεί από το Υπουργείο των Οικονομικών, προς το οποίο οι ιδιοκτήτες έπρεπε, μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του ανωτέρω β.

δ/γματος, να υποβάλουν τους νόμιμους τίτλους της ιδιοκτησίας τους. Με τις προαναφερόμενες διατάξεις του εν λόγω β.δ/τος θεσπίζεται υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας σε όλα τα δάση που υπήρχαν πριν από την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους, τα οποία δεν αναγνωρίστηκαν νόμιμα ότι ανήκουν σε ιδιώτες.

Προϋπόθεση, όμως, εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικούμενου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος του συγκεκριμένου διατάγματος. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1, κωδ. (7.39), 9 παρ.1, Πανδ. (50.14) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που κατά το άρθρο 51 του Εισ.Ν.ΑΚ έχουν εφαρμογή για τον πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα χρόνο (23-2-1946), ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, μετά από άσκηση σε αυτό πράξεων νομής, ήτοι εμφανών και συνεχών πράξεων, που εκδηλώνουν βούληση εξουσίασης του νομέα πάνω στο ακίνητο, όπως καλλιέργεια, εκμίσθωση, εποπτεία, φύλαξη και άλλες προσιδιάζουσες στη φύση του ακινήτου πράξεις, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί συνεχή τριακονταετία, ενώ εκείνος που χρησιδέσποζε μπορούσε, κατά τις διατάξεις του ν. 2 παρ. 20 πανδ. (41.4), ν. 6 πανδ. (44. 3), ν. 76 παρ. 1 πανδ. (18.1), ν. 7 παρ. 3, πανδ. (23.3), να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο όμοιας νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον, όμως, είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.

Όπως προκύπτει δε από τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 12 πανδ. (5.8), ν. 25, πανδ. (24.1), ν.27 πανδ.(18.1), ν. 10, 13 παρ. 1, 17, 48, πανδ. (41.3), ν.5, πανδ. (41.7), ν.3, πανδ:(41.10), ν.7 παρ.6, πανδ. (41.4), ν.109 πανδ. (50.16), καλή πίστη αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ` ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου και τη συνδρομή αυτής, ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικά από τα περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα (ΑΠ 8/2019, ΑΠ 7/2019).

Οι διατάξεις αυτές του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου δεν καταργήθηκαν με το μεταγενέστερο νόμο της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίστηκε ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμεναι διατάξεις", επομένως, και οι προαναφερόμενες διατάξεις του βυζαντινορωμαικού δικαίου.

Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων, με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6-/3-7-1837, συνάγεται, ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα, εφόσον η τριακονταετής νομή αυτών, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 8 Κωδ. (7.39), Βασ. 9 παρ. 1 (50.4) είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11η Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός μεν του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από τις 12-9-1915 μέχρι και τις 16-5-1926, αφετέρου δε του άρθρου 21 του ν.

δ/γματος της 22.4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημόσιων κτημάτων" και διατηρήθηκαν σε ισχύ μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 53 του Εισ.Ν. αυτού (ΟλΑΠ 75/1987, ΑΠ 10/2020, ΑΠ 638/2016, ΑΠ 1995/2008, ΑΠ 1281/2002). Επίσης, από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι δεν απαιτείται ως προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστης για την κτήση κυριότητας επί δημοσίου κτήματος με έκτακτη χρησικτησία η ύπαρξη ταπίου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος ή στην περίπτωση του δάσους η εκ μέρους αυτού υποβολή τίτλων ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 3 του από 17-11-1836 ΒΔ/τος "περί ιδιωτικών δασών" (ΑΠ 52/2014).

Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση, τούτο δε συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ ΑΠ 24/1992, ΑΠ 5/2019, ΑΠ 24/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο, αναφορικά με την καλή πίστη των φερόμενων ως απώτατων δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων κατά τη διενέργεια πράξεων νομής επί της επίδικης έκτασης από το έτος 1836 έως 11-9-2015, δέχθηκε κατ' ανέλεγκτη κρίση, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η επίδικη έκταση είχε ανέκαθεν και εξακολουθεί να έχει δασική μορφή αποτελεί δε μέρος του πευκοδάσους Σχοινιά, με το οποίο βρίσκεται σε οργανική ενότητα, γεγονός άλλωστε που αναγράφεται και στους τίτλους ιδιοκτησίας των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους, όπου χαρακτηρίζεται ως δασοτεμάχιο, όπως προκύπτει και από τις χορηγηθείσες άδειες κατάτμησης που προαναφέρθηκαν.

Το επίδικο αποτελεί τμήμα δασικής έκτασης με κουκουναριές και πεύκα. Η χλωρίδα αυτή υπήρχε στο επίδικο και καθόλη τη χρονική διαδρομή των ως άνω διαδοχικών μεταβιβάσεών του, ενώ η περιέχουσα αυτό μείζονα έκταση του τσιφλικίου "Σούλι" αποτελείτο από καλλιεργούμενες και καλλιεργήσιμες εκτάσεις, λίμνες, δάση με κουκουναριές, πεύκα και βελανιδιές, δάση με άλλη δενδρώδη και θαμνώδη βλάστηση, χειμαδιά και θέρετρα.

Αποδεικνύεται, περαιτέρω, ότι όλοι οι απώτεροι και απώτατοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων από το έτος 1836 μέχρι το έτος 1973 νέμονταν το μείζον αγρόκτημα διανοία κυρίου ασκώντας πράξεις φυσικής εξουσίασης του ακινήτου και ειδικότερα επιβλέποντας αυτό, καλλιεργώντας τις αγροτικές εκτάσεις του, χρησιμοποιώντας τις βοσκήσιμες εκτάσεις για τη βόσκηση ποιμνίων και τις δασικές για ρητινοσυλλογή, ξύλευση, με διάνοια κυρίων και καλή πίστη, δηλαδή έχοντας την εύλογη και ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν βλάπτουν δικαιώματα τρίτων και ιδίως του Δημοσίου μέχρι την 23-2-1946 (χρονολογία εισαγωγής του ΑΚ).

Η καλή πίστη των ανωτέρω δικαιολογείται από το γεγονός ότι νέμονταν την εδαφική έκταση, που περιγραφόταν στους τίτλους των αμέσων και απωτέρων δικαιοπαρόχων τους, χωρίς να ενοχληθούν από το Δημόσιο ή τρίτους και γνωρίζοντας ότι το χοτζέτι με αριθμό 1606, βάσει του οποίου απέκτησε το αγρόκτημα ο Αλέξανδρος Κατακουζηνός, είχε εγκριθεί με απόφαση της επί των πωλήσεων των Οθωμανικών Ιδιοκτητών Εξεταστικής Επιτροπής.

Περαιτέρω, όπως προεκτέθηκε, ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων Κωνσταντίνος Μπενάκης από το έτος 1956 προέβαινε διανοία κυρίου σε κατατμήσεις του μείζονος έκτασης κτήματός του, με βάση τις υπ' αριθ. 54987/11-10-1956 και 86018/1622/28-5-1958 άδειες του Υπουργείου, μεταξύ δε των κατατμηθέντων τμημάτων περιλαμβάνεται και το επίδικο, στο οποίο οι ενάγοντες εγκαταστάθηκαν στη νομή του στις 4-7-1973, ημερομηνία που αγόρασαν το επίδικο από τον δικαιοπάροχό τους και έκτοτε επέβλεπαν αυτό διανοία κυρίου, ασκώντας σ' αυτό πράξεις νομής, όπως επίβλεψη, ανάθεση έκδοσης τοπογραφικού, αίτηση στο αρμόδιο Δασαρχείο για χορήγηση βεβαίωσης χαρακτηρισμού του επιδίκου και έκδοση οικοδομικής άδειας.

Πρέπει να σημειωθεί ότι το πευκοδάσος Σχοινιά συμπεριλαμβάνονταν στην ιδιοκτησία του Μπενάκη είχε κριθεί με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις για δασοτεμάχια γειτονικά με το επίδικο με την υπ' αριθμ. 6727/2000 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (ήδη αμετάκλητη γιατί με την υπ' αριθ. 1175/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε αναίρεση κατ' αυτής του Ελληνικού Δημοσίου) και με την υπ' αριθμ. 1637/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (ήδη αμετάκλητη γιατί με την υπ' αριθμ. 1816/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε αναίρεση κατ' αυτής).

Περαιτέρω, στην από 23-11-1987 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των τοπογράφων μηχανικών Ιωάννη Αρσένη και Δημητρίου Εμμανουηλίδη, που διορίστηκαν με την υπ' αριθμ. 10/1987 απόφαση του Αναθεωρητικού Συμβουλίου Ιδιοκτησίας Δασών, οι οποίοι, εφαρμόζοντας επιτόπου το χοτζέτι του έτους 1832 και τα υπ' αριθμ 17935/1891 και 4969/1911 συμβόλαια (που προαναφέρθηκαν) γνωμοδότησαν, μεταξύ άλλων, ότι το κτήμα του Εμμανουήλ Μπενάκη (συμβόλαιο 4969/1911) περιλαμβάνεται στα όρια του "τσιφλικού Σούλι" του Ομέρ Πασά.

Συνακόλουθα αποδείχθηκε ότι από το έτος 1836 και έως τις 4-7-1973 οι άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, στα πλαίσια των προεκτεθεισών καθολικών και ειδικών διαδοχών, κατείχαν το επίδικο σε μείζονα έκταση συνεχώς και αδιαλείπτως με νόμιμο τίτλο με διάνοια κυρίου, δηλαδή με τη θέληση να το εξουσιάζουν ως κύριοι και με καλή πίστη, δηλαδή με την πεποίθηση ότι δεν προσβάλουν την κυριότητα άλλου έως τις 22-4-1946 (ημερομηνία εισαγωγής του Αστικού Κώδικα) και από την ως άνω ημερομηνία έως τις 4-7-1973, που οι ενάγοντες αγόρασαν το επίδικο και ανεξάρτητα από καλή πίστη, ασκώντας σ' αυτό τις διακατοχικές πράξεις που προαναφέρθηκαν που προσιδιάζουν στο χαρακτήρα και στη μορφολογία του.

Από τις 4-7-1973 οι ενάγοντες αποδείχθηκε ότι νέμονταν και κατείχαν αυτό διανοία κυρίου και με καλή πίστη για χρονικό διάστημα τουλάχιστον 10 ετών από της ως άνω ημερομηνίας αγοράς πιστεύοντας ακράδαντα και χωρίς βαριά αμέλεια ότι έχουν καταστεί κύριοι αυτού έχοντας αγοράσει αυτό με το πιο πάνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, από τον αληθή κύριο αυτού και ότι δεν προσέβαλαν τα δικαιώματα κυριότητος κανενός.

Επομένως, οι ενάγοντες έχουν αποκτήσει κυριότητα στο επίδικο τόσο με παράγωγο τρόπο όσο και με πρωτότυπο τρόπο (με τακτική χρησικτησία αλλά και με έκτακτη χρησικτησία, τακτική χρησικτησία που είχαν αποκτήσει και οι δικαιοπάροχοί τους, ασκώντας νομή επί της μείζονος εκτάσεως που προεκτέθηκε με καλή πίστη και νόμιμους τίτλους που είχαν μεταγραφεί για τουλάχιστον δέκα χρόνια, αλλά και έκτακτη χρησικτησία, που είχαν αποκτήσει και οι δικαιοπάροχοί τους στο επίδικο σε μείζονα έκταση που νέμονταν αυτό από το έτος 1836, καθότι στο πρόσωπο των δικαιοπαρόχων τους είχε συμπληρωθεί έως τις 12-9-1915 καλόπιστη νομή επί χρόνο μεγαλύτερο της τριακονταετίας κατά τα προεκτεθέντα).

Επομένως, ο χαρακτήρας του επιδίκου ως δασοτεμαχίου (δασικής έκτασης) ακόμα και αν είχε περιέλθει αρχικώς στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, με βάση την από 9 Ιουλίου 1832 συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και τα από 6 Ιουνίου 1830 και 7 Ιουλίου 1983 πρωτόκολλα του Λονδίνου ή με βάση το διάταγμα της 17/29-11-1936 "περί ορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833 - 1834, ή με βάση το ν.

ΚΘ/1864 "περί βοσκησίμων γαιών", δεν επηρεάζει με κανένα τρόπο το δικαίωμα κυριότητας των εναγόντων στο επίδικο δασοτεμάχιο, αφού η κυριότητα του εναγομένου είχε απολεσθεί σε κάθε περίπτωση έως τις 12-9-1915, χωρίς να απαιτείται, για τη θεμελίωση της καλής πίστης του απώτερου δικαιοπαρόχου των εναγόντων η υποβολή τίτλου ιδιοκτησίας του κατ' άρθρο 3 από 17-11-1836 Β.Δ "περί ιδιωτικών δασών".

Άλλωστε και το ίδιο το εναγόμενο με το να εξαιρέσει κατά την κήρυξη των προαναφερομένων απαλλοτριώσεων το "Δάσος Σχοινιά", που περιελάμβανε και το επίδικο και με το να χορηγήσει με τις υπ' αριθμ. 54987/11-10-1956 και 86018/1622/28-5-1958 άδειες του Υπουργείου Γεωργίας στον απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων Κωνσταντίνο Μπενάκη άδεια κατάτμησης του δάσους, στα πλαίσια της οποίας απέκτησαν και οι ενάγοντες την ιδιοκτησία τους, ουσιαστικά αναγνώριζε ότι το εν λόγω δάσος δεν ήταν ιδιοκτησίας του.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι το επίδικο ανήκει στην κυριότητά του...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε, κατά τα ως άνω, την ένδικη αγωγή των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε αυτούς συγκυρίους, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου τον καθένα, του επίδικου ακινήτου, που βρίσκεται στη θέση "ΣΧΟΙΝΙΑΣ" και του επί της παραλίας πευκοφύτου δάσους "ΣΧΟΙΝΙΑΣ", εμβαδού 4.101,57 τετρ.

μέτρων. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του β. δ/γματος της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τους προαναφερόμενους απώτατους και απώτερους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων με έκτακτη χρησικτησία και, ειδικότερα, ως προς το ζήτημα της καλής πίστης, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ως άνω ζήτημα.

Ειδικότερα, δέχθηκε ότι οι απώτατοι και απώτεροι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων νεμήθηκαν το μείζον ακίνητο, καθώς και το εντός αυτού επίδικο, ασκώντας τις αναφερόμενες πράξεις νομής, συνεχώς και αδιαταράκτως από το έτος 1836 έως τις 12-9-1915, δηλαδή για χρονικό διάστημα πλέον της τριακονταετίας, με διάνοια κυρίων, με βάση τους τίτλους τους και με καλή πίστη, έχοντας την εύλογη και ειλικρινή πεποίθηση ότι με την άσκηση αυτής δεν βλάπτουν δικαιώματα τρίτων και ιδίως του Δημοσίου, η οποία δικαιολογείται από το ότι νέμονταν την εδαφική έκταση με βάση τους τίτλους τους, ο δε απώτατος τούτων δικαιοπάροχος, Αλέξανδρος Κατακουζηνός με βάση το προαναφερόμενο χοτζέτι με αριθμό 1606, το οποίο είχε εγκριθεί με απόφαση της επί των πωλήσεων των Οθωμανικών Ιδιοκτησιών Εξεταστικής Επιτροπής, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από τρίτους και ιδίως από το Δημόσιο.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του β. δ/γματος της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" αναφορικά με την καλή πίστη των απώτατων δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων και από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας ως προς το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα είναι αβάσιμος.

Επίσης, το Εφετείο, δεχόμενο ότι οι αναιρεσίβλητοι από τις 4-7-1973 που εγκαταστάθηκαν στη νομή του επίδικου ακινήτου και έκτοτε ασκούσαν επ' αυτού με διάνοια κυρίου και καλή πίστη πράξεις νομής, όπως επίβλεψη, ανάθεση της έκδοσης τοπογραφικού, αίτηση προς το αρμόδιο Δασαρχείο για χορήγηση βεβαίωσης χαρακτηρισμού του επιδίκου και έκδοση οικοδομικής άδειας, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το ζήτημα του είδους των πράξεων νομής που διενήργησαν στο επίδικο οι αναιρεσίβλητοι, καθόσον, σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η περιέχουσα αυτό (επίδικο) μείζων έκταση του τσιφλικίου "Σούλι" είχε και αγροτικό χαρακτήρα, αποτελούμενη από καλλιεργούμενες και καλλιεργήσιμες εκτάσεις, προς τον οποίο (αγροτικό χαρακτήρα) προσιδιάζουν οι ασκούμενες από τους αναιρεσίβλητους πράξεις νομής, ενώ οι πράξεις δασικού χαρακτήρα ασκούνταν σε άλλα τμήματα του ευρύτερου ακινήτου.

Συνεπώς, ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι κανόνες του διοικητικού δικαίου και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική, από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Για το ορισμένο του ανωτέρω, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα και σε περίπτωση κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι κατά εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των γενικών αρχών του διοικητικού δικαίου και ειδικότερα των περί ανάκλησης παράνομων διοικητικών πράξεων έκρινε ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής η με αριθμό 165845/14-9-1983 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, με την οποία ανακλήθηκε η με αριθμό 54987/831/11-10-1995 προηγούμενη απόφασή του, που επέτρεπε την κατάτμηση δάσους και απέρριψε τον ισχυρισμό του, που πρότεινε ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, περί ακυρότητας της σύμβασης αγοραπωλησίας του επίδικου ακινήτου από τους αναιρεσίβλητους και μη κτήσης της κυριότητας αυτού με παράγωγο τρόπο.

Ο λόγος αυτός, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 είναι απαράδεκτος ως αόριστος, δεδομένου ότι δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του διοικητικού δικαίου, που παραβιάσθηκαν, ούτε προσδιορίζεται επακριβώς το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα, προκειμένου να ελεγχθεί αν παραβιάστηκαν οι κανόνες αυτοί από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, κατά το σχετικό αίτημά τους, που υπέβαλαν με τις προτάσεις που κατέθεσαν (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28-9-2016 (έκθ. κατάθ. 869/2016, αριθ. δικ. 797/2019) αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 5265/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Δεκεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ