1589/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 30/5/2006 και 10/3/2011 αγωγές της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5251/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 441/2016 του Εφετείου Αθηνών.
Legislator headnote
AI generated1589/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1589 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1589/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και διακριτικό τίτλο "... HELLAS A.E.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κρίτωνα-Άγι Μεταξόπουλο που διόρισε τους Σ. Τ. και Σ. Σ. και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "... N.V.", (πρώην "... ... N.V." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Γούσιο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 30/5/2006 και 10/3/2011 αγωγές της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5251/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 441/2016 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/3/2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθμ. 4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, το αναιρετήριο δικόγραφο πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο το λόγο αναιρέσεως, ώστε όχι μόνο να εξάγεται από αυτόν σε ποιον από τους περιοριστικά στο άρθρο 559 ίδιου Κώδικα αναφερομένους αναιρετικούς λόγους υπάγεται, αλλά και να καθορίζονται σ’ αυτόν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση με βάση, όπου χρειάζεται, τις παραδοχές της, οι οποίες πρέπει επίσης να καθορίζονται στο αναιρετήριο. Ειδικότερα, για το ορισμένο της από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ προβλεπομένης αιτιάσεως συνισταμένης στην παρά το νόμο, μη κήρυξη από το δικαστήριο του απαραδέκτου του αγωγικού δικογράφου λόγω αοριστίας, απορρέουσας από τη μη αναφορά σ’ αυτό των θεμελιωτικών του καταγομένου προς κρίση δικαιώματος στοιχείων, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής, β) οι σχετικές με το ορισμένο αυτού (δικογράφου) παραδοχές του δικαστηρίου και γ) επίκληση ότι ο σχετικός περί αοριστίας ισχυρισμός, με προσδιορισμό του φερομένου ως ελλείποντος στοιχείου που θεμελιώνει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο εφετείο με λόγο εφέσεως (ΑΠ 579/2015, ΑΠ 765/2008).
Κατ’ ακολουθίαν αυτών ο όγδοος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλομένη απόφαση δεν απέρριψε (κήρυξε) ως απαράδεκτες τις κατ’ αυτής εγερθείσες ένδικες αγωγές της αναιρεσιβλήτου λόγω αοριστίας απορρέουσας από την έλλειψη εξειδίκευσης των προσδιοριστικών στοιχείων της επικαλούμενης, αντισυμβατικής και αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της (αναιρεσείουσας) κρίνεται απορριπτέος, ως ενδεής της επικλήσεως των απαιτουμένων για την πληρότητα της προβαλλόμενης [από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ] αιτιάσεως στοιχείων και ειδικότερα της αναφοράς αφενός του ακριβούς, ως προς το κρίσιμο ως άνω ζήτημα περιεχομένου των αγωγικών δικογράφων, το οποίο πρέπει να σημειωθεί ότι, ούτε καν περιληπτικώς διατυπώνεται στο αναιρετήριο και αφετέρου του λεπτομερούς προσδιορισμού των απαιτουμένων για την πληρότητα αυτών (δικογράφων) στοιχείων, με αποτέλεσμα να καθίσταται, εξαιτίας της παραπάνω ελλείψεως, ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος αναφορικά με την προβαλλομένη αιτίαση.
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Παραβιάζεται δε ο κανόνας αυτός αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνετρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν πρέπει, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ΑΠ Ολομ. 7/2006, 4/2005). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αποφάσεως τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της (ΑΠ Ολομ. 1/1999).
Έξαλλου, από τις διατάξεις των παραγράφων 1,3,4 και 5 του άρθρου 5 του ν. 1733/1987 προκύψει ότι θετικές ουσιαστικές προϋποθέσεις για τη χορήγηση έγκυρου διπλώματος ευρεσιτεχνίας είναι το "νέο" της εφεύρεσης, η εφευρετική δραστηριότητα ως περιεχόμενο αυτής και η επιδεκτικότητα της εφεύρεσης προς βιομηχανική εφαρμογή.
Νέα κρίνεται, μια εφεύρεση αν δεν ανήκει στη στάθμη της τεχνικής και ως τέτοια νοείται κάθε τι που είναι γνωστό οπουδήποτε στον κόσμο (αρχή της οικουμενικότητας) από γραπτή ή προφορική περιγραφή ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης για τη χορήγηση διπλώματος ευρεσιτεχνίας.
Έτσι, το στοιχείο του "νέου" θεωρείται ότι υπάρχει, όταν πρόκειται μεν για παραγωγή προϊόντος, αν το προϊόν αυτό διαφέρει από τα ομοειδή του προϊόντα με ουσιώδη νέα χαρακτηριστικά, όταν πρόκειται δε για παραγωγή αποτελέσματος, αν εμφανίζει αξιόλογη βελτίωση ήδη γνωστού αποτελέσματος, ανεξαρτήτως του αν η βελτίωση αφορά μόνο στον τρόπο παραγωγής ή μόνο στο αποτέλεσμα ή στη μείωση της δαπάνης παραγωγής του ή και όλα μαζί και δεν εμφανίζεται σαν απλή προσαρμογή στοιχείων μεθόδων που είναι ήδη γνωστά, χωρίς αξιόλογο αποτέλεσμα ή βελτίωση ή σαν απλή νέα χρήση ενός μέσου που είναι γνωστό σε αντικείμενα άλλα, από εκείνα στα οποία είχε χρησιμοποιηθεί προηγουμένως, κατά τον ίδιο τρόπο κατά τον οποίο πάντοτε γινόταν η χρησιμοποίηση του, για να επιτευχθεί το ίδιο αποτέλεσμα (ΑΠ 1654/2013, ΑΠ 1344/2012, ΑΠ 545/1996, ΑΠ 1588/1991).
Μία επινόηση θεωρείται ότι εμπεριέχει εφευρετική δραστηριότητα αν, κατά την κρίση του μέσου ειδικού, δεν προκύπτει με προφανή τρόπο από την υπάρχουσα, στάθμη της τεχνικής. Δηλαδή, ο μέσος ειδικός να μη μπορούσε, αξιοποιώντας τη στάθμη της τεχνικής, να φθάσει στην επίλυση του τεχνικού προβλήματος ή όπως ορίζεται στην παρ. 4 του άρθρου 5, η εφεύρεση, κατά την κρίση του ειδικού, να μη προκύπτει κατά προφανή τρόπο από την υπάρχουσα στάθμη της τεχνικής.
Πρέπει δηλαδή η λύση του τεχνικού προβλήματος να μη βρίσκεται μέσα στις δυνατότητες του μέσου ειδικού, ούτε να παρίσταται ως ένας από τους κρίκους στην αλυσίδα της τεχνολογικής προόδου, αλλά να εμφανίζεται ως κάτι που υπερβαίνει την ομαλή τεχνολογική πρόοδο και αποτελεί άλμα προόδου, επίτευγμα που είναι πέρα από το προβλεπτέο μέτρο για το μέσο ειδικό.
Η μεταφορά μιάς λύσης ήδη γνωστής σε άλλο τεχνικό πρόβλημα αποτελεί εφεύρεση, μόνο αν η λύση του προβλήματος τεχνικά δεν αναμενόταν. Ακόμη, ο συνδυασμός περισσοτέρων τεχνικών μέσων ή διαδικασιών για την επίλυση ενός τεχνικού προβλήματος με τρόπο ενιαίο αποτελεί εφεύρεση, μόνο αν ο συνδυασμός δεν είναι προφανής για μέσο ειδικό.
Η εφαρμογή ισοδύναμων μέσων ενός ήδη λυμένου τεχνικού προβλήματος αποτελεί εφεύρεση, μόνο αν το ισοδύναμο μέσο δεν είναι γνωστό στο μέσο ειδικό. Μία εφεύρεση, τέλος, θεωρείται επιδεκτική βιομηχανικής εφαρμογές αν το αντικείμενό της μπορεί να παραχθεί ή να χρησιμοποιηθεί σε οποιανδήποτε τομέα παραγωγικής δραστηριότητας.
Εξάλλου, κατά θεμελιώδη αρχή του δίκαιον γης ευρεσιτεχνίας, που εξαγγέλλεται από το άρθρο 1 του ανωτέρω νόμου, διπλώματα ευρεσιτεχνίας παραχωρούνται μόνο σε εφευρέσεις που πληρούν τις ουσιαστικές προϋποθέσεις προστασίας που προβλέπει ο νόμος. Όμως, η ύπαρξη των στοιχείων της εφεύρεσης και η συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων προστασίας αυτής με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, ελέγχονται σε περιορισμένη έκταση πριν από την παραχώρηση του διπλώματος ευρεσιτεχνίας.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα άρθρα 7 και 8 του ανωτέρω νόμου, ελέγχονται μόνο οι τυπικές προϋποθέσεις της αίτησης και οι αρνητικές ουσιαστικές προϋποθέσεις χορήγησης του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, με συνέπεια τη δυνατότητα χορήγησης του σχετικού διπλώματος χωρίς να συντρέχουν οι κατά το νόμο όροι έκδοσης αυτού και τη δημιουργία, περαιτέρω, νομίμου περί συνδρομής των ουσιαστικών προϋποθέσεων για τη χορήγηση διπλώματος ευρεσιτεχνίας.
Το τεκμήριο νομιμότητας του διπλώματος ευρεσιτεχνίας ως διοικητικής πράξης ανατρέπεται και το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας μπορεί να κηρυχθεί άκυρο με δικαστική απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου, είτε διότι έλειπε μία από τις άνω ουσιαστικές θετικές προϋποθέσεις χορήγησής του είτε για κάποιον από τους λοιπούς λόγους, που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 15 του άνω νόμου.
Η ακυρότητα δε αυτή μπορεί να προβληθεί όχι μόνο με αγωγή ή ανταγωγή, αλλά και με ένσταση. Έτσι ο επικαλούμενος την ακυρότητα του διπλώματος ευρεσιτεχνίας ως ενάγων ή ενιστάμενος οφείλει να επικαλεστεί και αποδείξει τους λόγους ακυρότητας του διπλώματος, ότι η εφεύρεση δεν είναι νέα, αλλά ανήκει στη στάθμη της τεχνικής, με την έννοια που προαναφέρθηκε, πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης για τη χορήγηση του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, είτε ότι δεν εμπεριέχει εφευρετική ιδέα, είτε ότι δεν είναι επιδεκτική βιομηχανικής εφαρμογής.
Μετά την τελεσίδικη αναγνώριση της ακυρότητας ανατρέπεται το τεκμήριο νομιμότητας που συνοδεύει το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, λόγω δε της φύσεως αυτού ως διοικητικής πράξεως ισχύει έναντι πάντων, αν και δεν δημιουργεί δεδικασμένο. Μετά την τελεσιδικία της αποφάσεως που κηρύσσει άκυρο το που έχουν ανοιχθεί και είχαν ως αίτημα την παράλειψη προσβολής του διπλώματος ή την αποζημίωση του δικαιούχου, δεν συνεχίζονται (ΑΠ 1654/2013).
Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλονται από την αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 5 και 15 ν. 1733/1987 η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε ως αβάσιμη ουσιαστικά την προς απόκρουση των ένδικων αγωγών της αναιρεσιβλήτου προταθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση του άρθρου 15 ν. 1733/1987 περί ακυρότητος των αναφερομένων σ’ αυτήν (αγωγή) ευρωπαϊκών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας λόγω μη συνδρομής των από το άρθρο 5 ν. 1733/1987 προβλεπομένων ουσιαστικών προϋποθέσεων χορηγήσεως αυτών, δεχθείσα, με ελλιπή αιτιολογία της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού που αναφέρεται στο πραγματικό (μείζονα πρόταση) των παραπάνω κανόνων δικαίου, τη συνδρομή των επικαλουμένων ως ελλειπουσών προϋποθέσεων παρόλο που τα ως αποδειχθέντα, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά απέκλειαν την κρίση αυτή επιβαλοντα την παραδοχή της ενστάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (αρθ. 561 § 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει όταν αυτή, μετ’ εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) ανώνυμη εταιρεία, η οποία εδρεύει στην Ολλανδία, έχει ως αντικείμενό της την εφεύρεση, την ανάπτυξη, την παραγωγή και την εμπορεία ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών συσκευών και συναφών προϊόντων.
Είναι κάτοχος δύο Ευρωπαϊκών Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας που της έχουν απονεμηθεί από το Ευρωπαϊκό Γραφείο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας, που εδρεύει στο Μόναχο της Γερμανίας και συγκεκριμένα: α) του υπ’ αριθμ. ...4.11.1998 Ευρωπαϊκού Διπλώματος Ευρεσιτεχνίας με χρονική διάρκεια ισχύος του από 1.2.1995 έως 2.2.2015, το οποίο έχει αποκτήσει ισχύ στην Ελλάδα, δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../31.3.1999 πιστοποιητικού "κατάθεσης μετάφρασης Ευρωπαϊκού Διπλώματος Ευρεσιτεχνίας" που της έχει χορηγηθεί από τον Ο.Β.Ι. (βλ.
την με επίκληση προσκομιζόμενη με ημερομηνία 21.2.2005 και αριθμ. πρωτ…. βεβαίωση του Ο.Β.Ι.) και β) του υπ’ αριθμ. .../23.5.2001 Ευρωπαϊκού Διπλώματος Ευρεσιτεχνίας, με χρονική διάρκεια ισχύος του από 26.8.1996 έως 27.8.2016, το οποίο έχει αποκτήσει ισχύ στην Ελλάδα δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../31.10.2001 πιστοποιητικού "κατάθεσης μετάφρασης Ευρωπαϊκού Διπλώματος Ευρεσιτεχνίας" που της έχει χορηγηθεί από τον Ο.Β.Ι. (βλ.
την με επίκληση προσκομιζόμενη με ημερομηνία 9.1.2006 και αριθμ. πρωτ. … βεβαίωση του Ο.Β.Ι.). Το πρώτο από τα προαναφερθέντα διπλώματα ευρωπαϊκό Δίπλωμα Ευρεσιτεχνίας, το οποίο έχει τίτλο "Μέθοδος μετατροπής μιας σειράς λέξεων πληροφοριών m-μπιτ σε ένα διαμορφωμένο σήμα, μέθοδος παραγωγής ενός φορέα στοιχείων πληροφορίας, συσκευή κωδικοποίησης, συσκευή αποκωδικοποίησης, συσκευή καταχώρησης, συσκευή ανάγνωσης, σήμα, καθώς και ένας φορέας στοιχείων πληροφορίας" αφορά εφεύρεση μεθόδου, της οποίας εφευρέτης είναι ο S. I.
K. A.. Πλέον συγκεκριμένα, n ως άνω εφεύρεση αναφέρεται: 1) σε μία μέθοδο για τη μετατροπή μιας σειράς λέξεων πληροφοριών των m δυαδικών ψηφίων (m-μπιτ) σε ένα διαμορφωμένο σήμα, όπου το m είναι ένας ακέραιος, στην οποία μέθοδο μία λέξη κώδικα των m δυαδικών ψηφίων (η μπιτ) παρέχεται για κάθε λαμβανόμενη λέξη πληροφορίας, όπου το η είναι ένας ακέραιος μεγαλύτερος του m, και οι παραδιδόμενες λέξεις κώδικα μετατρέπονται στο διαμορφωμένο σήμα, και στην οποία η σειρά των λέξεων πληροφοριών μετατρέπεται σε μια σειρά λέξεων κώδικα σύμφωνα με κανόνες μετατροπής, έτσι ώστε το διαμορφωμένο σήμα που αντιστοιχεί να ικανοποιεί ένα προκαθορισμένο κριτήριο 2) μία μέθοδο διάθεσης ενός φορέα στοιχείων πληροφορίας (record camier) επί του οποίου γίνεται η καταχώρηση ενός σήματος σύμφωνα με τη μέθοδο αυτή, 3) σε μία συσκευή κωδικοποίησης για την εκτέλεση της μεθόδου, όπως αυτή αξιώνεται, η οποία συσκευή περιλαμβάνει έναν m προς η μετατροπέα, για την μετατροπή των λέξεων πληροφοριών των m μπιτ σε λέξεις κώδικα των m μπιτ, και μέσο για την μετατροπή των λέξεων κώδικα των m μπιτ σε ένα διαμορφωμένο σήμα, 4) σε μία συσκευή καταχώρησης στην οποία χρησιμοποιείται μία συσκευή κωδικοποίησης του τύπου αυτού, 5) σε ένα σήμα, 6) σε ένα φορέα στοιχείων πληροφορίας, επί του οποίου είναι καταχωρημένο το σήμα, 7) σε μία συσκευή αποκωδικοποίησης για τη μετατροπή του σήματος σε μία σειρά λέξεων πληροφοριών των m μπιτ, η οποία συσκευή περιλαμβάνει μέσο μετατροπής για την μετατροπή του σήματος σε μία σειρά δυαδικών ψηφίων από μπιτς, που έχουν πρώτη ή δεύτερη λογική τιμή, η οποία σειρά δυαδικών ψηφίων περιλαμβάνει λέξεις κώδικα των m-μπιτ που αντιστοιχούν στα τμήματα του σήματος πληροφορίας, και όπου η συσκευή αυτή περιλαμβάνει μέσο μετατροπής για τη μετατροπή των σειρών λέξεων κώδικα σε σειρές λέξεων πληροφοριών, ενώ καταλογίζεται μία λέξη πληροφορίας εξαρτημένη από λέξη κώδικα για κάθε προς μετατροπή λέξη κώδικα και 8) σε μία συσκευή ανάγνωσης, στην οποία χρησιμοποιείται μία συσκευή αποκωδικοποίησης του τύπου αυτού.
Το ως άνω δεύτερο Ευρωπαϊκό Δίπλωμα Ευρεσιτεχνίας, το οποίο έχει τίτλο "Μέθοδος για τη μετατροπή μιας σειράς λέξεων πληροφοριών των m - μπιτ σε ένα διαμορφωμένο σήμα, μέθοδος για την παραγωγή ενός φορέα αρχείου, συσκευή κωδικοποίησης, συσκευή καταχώρησης σήματος, καθώς επίσης ένας φορέας αρχείου", αφορά εφεύρεση μεθόδου, της οποίας εφευρέτης είναι, επίσης, ο πιο πάνω εφευρέτης του πρώτου Ευρωπαϊκού Διπλώματος Ευρεσιτεχνίας.
Αυτή η εφεύρεση αναφέρεται: 1) σε μία μέθοδο για την μετατροπή μιας σειράς λέξεων πληροφοριών των m μπιτ σε ένα διαμορφωμένο σήμα, όπου το m είναι ένας ακέραιος, στην οποία μέθοδο αποδίδεται μία λέξη κώδικα των m -μπιτ για κάθε λαμβανόμενη λέξη πληροφοριών, όπου το η είναι ένας ακέραιος μεγαλύτερος του m και οι αποδιδόμενες λέξεις κώδικα μετατρέπονται στο διαμορφωμένο σήμα, και στην οποία σειρά των λέξεων πληροφοριών μετατρέπεται σε μία σειρά λέξεων κώδικα σύμφωνα προς τους κανόνες μετατροπής, έτσι ώστε το αντίστοιχο διαμορφωμένο σήμα να ικανοποιεί ένα προκαθορισμένο κριτήριο, και στην οποία οι λέξεις κώδικα εκτείνονται σε τουλάχιστο μία ομάδα ενός πρώτου τύπου και τουλάχιστο μία ομάδα ενός δεύτερου τύπου, ενώ η απόδοση καθεμιάς των λέξεων κώδικα που ανήκουν στην ομάδα του πρώτου τύπου εγκαθιστά μία πρώτου τύπου κατάσταση κωδικοποίησης που προσδιορίζεται από τη συναφή ομάδα, η απόδοση καθεμιάς των λέξεων κώδικα, που ανήκουν στην ομάδα του δεύτερου τύπου εγκαθιστά μία δευτέρου τύπου κατάσταση κωδικοποίησης, που προσδιορίζεται από την συναφή ομάδα και από τη λέξη πληροφοριών, την συναφή προς την αποδοθείσα λέξη κώδικα και, όταν μία από τις λέξεις κώδικα έχει εκχωρηθεί προς τη ληφθείσα λέξη πληροφοριών επιλέγεται αυτή η λέξη κώδικα από ένα σύνολο λέξεων κώδικα που εξαρτάται από την εγκατασταθείσα κατάσταση κωδικοποίησης, όταν είχε αποδοθεί η προηγούμενη λέξη κώδικα, ενώ τα σύνολα των λέξεων κώδικα που ανήκουν στις καταστάσεις κωδικοποίησης του δεύτερου τύπου δεν περιέχουν καθόλου λέξεις κώδικα από κοινού, στην οποία ομάδα του δεύτερου τύπου περιλαμβάνει τουλάχιστο μία λέξη κώδικα που είναι συναφής με πολλές λέξεις πληροφοριών, μεταξύ των οποίων η αντίστοιχη λέξη πληροφοριών μπορεί να αναγνωριστεί ανιχνεύοντας το αντίστοιχο σύνολο του οποίου είναι μέλος η ακολουθούσα λέξη κώδικα, 2) σε μία μέθοδο για την παραγωγή ενός φορέα αρχείου, στον οποίο καταχωρείται ένα σήμα που λαμβάνεται σύμφωνα με την εν λόγω μέθοδο, 3) σε μία συσκευή κωδικοποίησης για την εκτέλεση της μεθόδου όπως αξιώνεται, η οποία συσκευή περιλαμβάνει ένα μετατροπέα από m-μπιτ προς η- μπιτ για την μετατροπή των λέξεων πληροφοριών των m-μπιτ σε λέξεις κώδικα των η-μπιτ και μέσα για την μετατροπή των λέξεων κώδικα των η- μπιτ σε ένα διαμορφωμένο σήμα, 4) σε μία συσκευή καταχώρησης στην οποία χρησιμοποιείται μία συσκευή κωδικοποίησης αυτού του τύπου, 5) σε ένα σήμα και 6) σε ένα φορέα αρχείου, στον οποίο καταχωρείται το σήμα.
Τα ως άνω διπλώματα ευρεσιτεχνίας της ενάγουσας αναφέρονται στην μέθοδο κωδικοποίησης των λέξεων πληροφορίας (δεδομένων) που αποθηκεύονται σε οπτικούς ψηφιακούς δίσκους ...), με σκοπό την ικανοποίηση τεχνικών χαρακτηριστικών αναγνωσιμότητας των δεδομένων αυτών από τις συσκευές ανάγνωσης DVD. Από τις εταιρείες ...
έχει εκδοθεί ένα σύνολο προδιαγραφών, με τίτλο DVD specifications for Read - Only Disc" (Προδιαγραφές DVD για δίσκο μόνο ανάγνωσης), οι οποίες ορίζουν τα φυσικά χαρακτηριστικά, τη μορφοποίηση δεδομένων και τη μέθοδο διαμόρφωσης των δίσκων DVD, προκειμένου ένας δίσκος DVD να είναι αναγνώσιμος από οποιαδήποτε συσκευή ανάγνωσης DVD.
Η μέθοδος διαμόρφωσης που καθορίζεται στις προδιαγραφές αυτές, ονομάσθηκε "...", είναι πλήρως συμβατή με τα δύο παραπάνω διπλώματα ευρεσιτεχνίας και αποτελεί βελτίωση της μεθόδου διαμόρφωσης "..." που χρησιμοποιείται σε συμπαγείς δίσκους CD (Compact Discs), όπως προκύπτει από την από 7.1.2008 τεχνική έκθεση του ορισθέντος με απόφαση της Δ.Ε.
του Τ.Ε.Ε. πραγματογνώμονα Φ.-Α. Μ., Διπλωματούχου Ηλεκτρολόγου Μηχανικού του Ε.Μ.Π, σε συνδυασμό με την τεχνική έκθεση του Ο. Α., Ηλεκτρολόγου Μηχανικού και Μηχανικού Η/Υ EMΠ). Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η εναγομένη (αναιρεσείουσα) εταιρεία, που εδρεύει στο ..., έχει ως αντικείμενο της εμπορικής της δραστηριότητας την παραγωγή, εμπορία και εκμετάλλευση υλικών φορέων ήχου και εικόνας που η ίδια κατασκευάζει, χρησιμοποιώντας συστήματα αυτόματης αναπαραγωγής DVD και μήτρες εγγραφής που προμηθεύεται από τρίτους προμηθευτές.
Οι οπτικοί δίσκοι που κατασκευάζει περιέχουν αποθηκευμένες πληροφορίες καταχωρημένες με τις μεθόδους καταχώρησης πληροφοριών, οι οποίες περιγράφονται στα ως άνω Ευρωπαϊκά διπλώματα ευρεσιτεχνίας της ενάγουσας, δηλαδή πληροφορίες κωδικοποιημένες σύμφωνα με τη μέθοδο .... Περί του στοιχείου αυτού κατέθεσε ενόρκως ο M.
A. H. H., ο οποίος, αφού εξέτασε ένα συγκεκριμένο δείγμα δίσκου από τα εμπορεύματα της εναγόμενης κατέληξε στο συμπέρασμα ότι σ’ αυτόν δηλαδή στο DVD, υπάρχει πράγματι ένα διαμορφωμένο κατά ... σήμα. Δοθέντος δε του ότι τα ως άνω διπλώματα ευρεσιτεχνίας της ενάγουσας αναφέρονται σε μέθοδο κατασκευής προϊόντων, τότε γίνεται δεκτό ότι κάθε προϊόν της ίδιας φύσης τεκμαίρεται, κατά τη διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 17 του Ν. 1733/1987, ότι κατασκευάστηκε βασιζόμενο στην προστατευόμενη μέθοδο Επί του αγωγικού ισχυρισμού της ενάγουσας ότι η ως άνω προσφορά και διάθεση στην ελληνική αγορά των προαναφερόμενων οπτικών δίσκων (DVD) από την εναγόμενη συνιστά απαγορευμένη παραγωγική και εμπορική εκμετάλλευση της ως άνω εφεύρεσής της και προσβολή των αποκλειστικών δικαιωμάτων της επί αυτής, η εναγόμενη προέβαλε την κατ’ άρθρο 15 του ν. 1733/1987 ένσταση ακυρότητας των επίδικων Ευρωπαϊκών Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας, την οποία επαναφέρει με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της έφεσής της, ισχυριζόμενη ότι η εφεύρεση που προστατεύεται με τα ως άνω διπλώματα ευρεσιτεχνίας στερείται τόσο εφευρετικής δραστηριότητας όσο και της ιδιότητας του νέου, αλλά αντίθετα η μέθοδος "... +" στην οποία αναφέρονται, εκ του αντικειμένου της και μόνον, συνιστά έναν "αλγόριθμο", ήτοι μία μαθηματική μέθοδο θεωρητικής μείωσης / περιορισμού των σφαλμάτων ανάγνωσης των εγγεγραμμένων σε ένα υλικό φορέα δεδομένων από τις συσκευές ανάγνωσης DVD.
Από το σύνολο των τεχνικών εκθέσεων που προσκομίστηκαν μετ’ επικλήσεως από αμφοτέρους τους διαδίκους προκύπτει ότι η μέθοδος "..." που περιγράφουν και κατοχυρώνουν και τα δύο επίδικα διπλώματα ευρεσιτεχνίας αποτελεί βελτίωση της ήδη υπάρχουσας διαμόρφωσης μεθόδου "...", που χρησιμοποιείται σε συμπαγείς δίσκους CDs και συνιστά εφεύρεση, η οποία ενέχει το στοιχείο του νέου κατά το χρόνο υποβολής των σχετικών αιτήσεων κατάθεσής τους από απόψεως της ως τότε γνωστής στάθμης της τεχνικής.
Κατά συνέπεια, η προβαλλόμενη ένσταση ακυρότητας των επίδικων διπλωμάτων καθώς και οι σχετικοί λόγοι έφεσης πρέπει ν’ απορριφθούν ως κατ’ ουσίαν αβάσιμοι ...".
‘ Ετσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση υπέπεσε στην αποδιδόμενη με τον παραπάνω αναιρετικό λόγο πλημμέλεια [από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ] καθόσον απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την από την αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση μη συνδρομής των από την ως άνω διάταξη (5 ν. 1733/1987) προβλεπομένων ουσιαστικών προϋποθέσεων χορηγήσεως των ένδικων διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας (ελλείψη στοιχείων του νέου και του εφευρετικού ύψους) προταθείσα ένσταση ακυρότητος αυτών, δεχθείσα τη συνδρομή των ως άνω επικληθεισών, ως ελλειπουσών ουσιαστικών προϋποθέσεων, με την ελλιπή (για τους παρακάτω εκτιθεμένους λόγους) αιτιολογία ότι "...
η μέθοδος ... που περιγράφουν και κατοχυρώνουν τα δύο επίδικα διπλώματα ευρεσιτεχνίας αποτελεί βελτίωση της ήδη υπάρχουσας διαμόρφωσης μεθόδου ..., που χρησιμοποιείται σε συμπαγείς δίσκους GDS και συνιστά εφεύρεση, η οποία ενέχει το στοιχείο του νέου κατά τον χρόνο υποβολής των σχετικών αιτήσεων κατάθεσης τους από απόψεως της ως τότε γνώστης στάθμης της τεχνικής".
Ειδικότερα η ως άνω αιτιολογία κρίνεται ανεπαρκής καθόσον 1. δέχεται ότι η προστατευομένη από τα ένδικα διπλώματα ευρεσιτεχνίας εφεύρεση είναι νέα χωρίς όμως ταυτόχρονη παραδοχή ότι συνιστά αξιόλογη βελτίωση "της ήδη υπάρχουσας διαμόρφωσης μεθόδου ..." αλλά απλή βελτίωση αυτής, η οποία όμως, δεν επαρκεί κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη για τον χαρακτηρισμό μιας εφευρέσεως ως νέας 2) δεν προσδιορίζει (ούτε υπαινικτικά) σε τι συνίσταται η επερχόμενη δια της νέας μεθόδου ...
βελτίωση της προϋφιστάμενης τοιαύτης (...) με λεπτομερή αναφορά των στοιχείων μεθόδων και του αποτελέσματος στα οποία αφορά η παρατηρουμένη βελτίωση και γ) δεν διευκρινίζει αν η ένδικη μέθοδος ... διαθέτει εφευρετική δραστηριότητα, υπό την έννοια που προαναφέρθηκε, αν, δηλαδή, εμφανίζεται ως κάτι που υπερβαίνει την ομαλή τεχνολογικά πρόοδο και αποτελεί άλμα προόδου (επίτευγμα) εκτεινόμενο πέρα από το προβλεπόμενο μέτρο για το μέσο ειδικό, αφού σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη η μεταφορά μίας λύσης, ήδη γνωστής, σε άλλο τεχνικό πρόβλημα ή η εφαρμογή ισοδυνάμων μέσων ενός ήδη λυμένου τεχνικού προβλήματος αποτελεί εφεύρεση μόνο αν η λύση του προβλήματος δεν αναμενόταν ή το ισοδύναμο μέσο δεν είναι γνωστό στο μέσο ειδικά.
Υπό τις ανεπαρκείς ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ορθής εφαρμογής των πιο πάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και ευρίσκει έρεισμα εφαρμογής η προβαλλόμενη από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αιτίαση, ώστε ο σχετικός περί τούτου λόγος αναίρεσης να κρίνεται βάσιμος.
Κατ’ ακολουθίαν αυτών πρέπει να γίνει δεκτός ο ως άνω προβαλλόμενος λόγος η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την έρευνα των λοιπών προβαλλομένων λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 § 3 ΚΠολΔ), διατασσομένης της επιστροφής του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 § 4 ΚΠολΔ).Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της ηττηθείσας αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 441/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από διαφορετικούς από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ